ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1255/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1255/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1255/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1255 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1255/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κουτσούλη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3560/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2221/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8/11/2022 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 8776/2022, ΕΑΚ 975/2022. αριθ.δικ. 688/2023) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 2221/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών , η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-9-2020 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ. 3560/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1028/2022).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται . Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022,ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε ( ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής : "...Την 25.1.2004 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών προϊόντων, δυνάμει της οποίας η εφεσίβλητη εταιρεία, η οποία διαθέτει και λειτουργεί ιδιόκτητα διυλιστήρια, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί και να παραδίδει στην εκκαλούσα, η οποία είναι εταιρεία με αντικείμενο την εμπορία πετρελαιοειδών, τις κατά τύπο προϊόντος ποσότητες πετρελαιοειδών που αναγράφονται στον προσαρτημένο στη σύμβαση αυτή ΠΙΝΑΚΑ I, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε αορίστου χρόνου και τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.2004. Με τον όρο 8 της εν λόγω σύμβασης, που φέρει τον τίτλο "ΤΙΜΕΣ", τα διάδικα μέρη συμφώνησαν και αποδέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι τιμές πώλησης για προϊόντα που παραδίδονται EX-WORKS σε σημεία φόρτωσης που ορίζει ο Πωλητής [δηλαδή η εφεσίβλητη] θα προσδιορίζονται σε ημερήσια βάση. Για τον προσδιορισμό της τιμής θα λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω: 8.1. Για όλα τα προϊόντα, ο μέσος αριθμητικός όρος των δημοσιεύσεων των τιμών HIGH όπως δημοσιεύονται στο περιοδικό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN για φορτία FOB MED BASIS ITALY για το χρονικό διάστημα 4 ημερών. Οι ημέρες αυτές είναι οι τρεις (3) προηγούμενες δημοσιεύσεις από την ημερομηνία έκδοσης της φορτωτικής και η δημοσίευση της ημερομηνίας έκδοσης της φορτωτικής. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα υπάρχει δημοσίευση PLATT'S την ημερομηνία έκδοσης της φορτωτικής θα λαμβάνεται υπόψη η αμέσως επόμενη διαθέσιμη. Εάν από το PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN γίνει μετά τον υπολογισμό των τιμών διόρθωση της τιμής ενός προϊόντος για οποιαδήποτε ημέρα από αυτές που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της τιμής, η διόρθωση αυτή δεν θα έχει αναδρομική ισχύ για τις ήδη εκδοθείσες τιμές αλλά θα διαφοροποιηθεί μόνο στις επόμενες εκδόσεις τιμών που περιλαμβάνουν τη διορθωμένη τιμή. 8.2. Στις μέσες δολαριακές τιμές που προκύπτουν σύμφωνα με τα παραπάνω, προστίθενται προσαυξήσεις που ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης και αναφέρονται στο συνημμένο Παράρτημα I. Οι προσαυξήσεις αυτές δύνανται να αυξάνονται ή να μειώνονται κατά τη διάρκεια ισχύος της Σύμβασης, α) Όσον αφορά την αύξηση των προσαυξήσεων, αυτή θα γίνεται μετά από γραπτή ειδοποίηση του Αγοραστή [δηλαδή της εκκαλούσας] εκ μέρους του Πωλητή ένα μήνα πριν, εφόσον διεθνώς παρατηρούνται απρόβλεπτες μεταβολές συνθηκών αγοράς [αυξήσεις στις τιμές αργού, προϊόντων, ναύλων κ.λ.π]. Εάν ο αγοραστής δεν αποδεχθεί την αύξηση των προσαυξήσεων υποχρεούται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης σε αυτόν να το γνωρίσει εγγράφως στον πωλητή. Στην περίπτωση αυτή κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει το δικαίωμα να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησής της. Οι χρεώσεις των προσαυξήσεων που θα γίνονται μέχρι την οριστική λύση της σύμβασης θα είναι για τις μεν πρώτες 30 ημέρες οι αρχικές τιμές, για δε τις υπόλοιπες τριάντα (30) οι προσαυξημένες τιμές σύμφωνα με την έγγραφη γνωστοποίηση του Πωλητή στον Αγοραστή, β) Όσον αφορά την μείωση, αυτή είναι δυνατόν να γίνει μονομερώς από τον Πωλητή, και χωρίς προειδοποίηση, γ) Ο Πωλητής και ο Αγοραστής δικαιούνται να ζητήσουν αλλαγή της βάσης υπολογισμού (παρ. 8.1) λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών αγοράς σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 8.2°. 8.3. Οι παραπάνω δολαριακές τιμές που προκύπτουν με βάση τις ανωτέρω παραγρ.8.1 και 8.2 μετατρέπονται σε ΕΥΡΩ χρησιμοποιώντας τον μέσο αριθμητικό όρο της ισοτιμίας πωλήσεως δολαρίου του δελτίου τιμών αναφοράς συναλλάγματος της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδεται και είναι διαθέσιμο για το χρονικό διάστημα 4 ημερών. Οι ημέρες αυτές είναι οι τρεις (3) προηγούμενες δημοσιεύσεις από την ημερομηνία έκδοσης της φορτωτικής και η δημοσίευση της ημερομηνίας έκδοσης της φορτωτικής. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα υπάρχει δημοσίευση ισοτιμίας την ημέρα έκδοσης της φορτωτικής θα λαμβάνεται υπόψη η αμέσως επόμενη διαθέσιμη. 8.4. Για τα προϊόντα που τιμολογούνται κατ' όγκον χρησιμοποιούνται οι πυκνότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα Δ και οι οποίες δύνανται να αναθεωρούνται ανά τρίμηνο από τον Πωλητή, εφόσον τα παραγωγικά στοιχεία του Διυλιστηρίου διαφοροποιηθούν. 8.5. Για τις ειδικές υπηρεσίες που θα παρέχονται από τον Πωλητή στα σημεία φόρτωσης συμφωνούνται πρόσθετες αμοιβές που θα καταβάλλονται στον Πωλητή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στα Παραρτήματα Α1 και Α2 που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας. Οι αμοιβές αυτές που αναγράφονται στα Παραρτήματα Α1 και Α2 ισχύουν για το 2004. Για τα επόμενα έτη θα αναπροσαρμόζονται με βάση τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό εκτός αν τεκμηριώνεται διαφορετική αναπροσαρμογή". Σημειώνεται ότι, πλην των ως άνω αναφερόμενων Παραρτημάτων, αναπόσπαστο μέρος της ένδικης σύμβασης αποτέλεσε και το Παράρτημα Γ αυτής, στο οποίο ορίστηκαν συγκεκριμένες τιμές προσαυξήσεων για κάθε κατηγορία προϊόντων και ειδικότερα για βενζίνη αμόλυβδη LRP 26,5 δολάρια/κυβικό μέτρο, για βενζίνη SUPER αμόλυβδη 98 RON 37 δολάρια/κυβικό μέτρο, για ντίζελ κίνησης 22,5 δολάρια/κυβικό μέτρο και για ντίζελ θέρμανσης 22,5 22,5 δολάρια/κυβικό μέτρο. Επίσης, με τον 18° όρο της ως άνω σύμβασης ορίστηκε ότι: "Όλοι οι όροι της παρούσας σύμβασης συνομολογούνται ως ουσιώδεις. Κάθε τροποποίηση του παρόντος αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, ακόμη και του όρκου·". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η τιμολόγηση των προϊόντων γινόταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, με την εξής βάση υπολογισμού (formula): "[μέσος αριθμητικός όρος των δημοσιεύσεων των τιμών HIGH PLATT'S (για φορτία FOB) + pr (premium = προσαύξηση)] X ε.β. (πυκνότητα συγκεκριμένου προϊόντος) X μέσο όρο ΕΥΡΩ/δολαρίου ($)/1000". Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι ο προαναφερόμενος όρος "FOB" (Free On Board) έχει την έννοια ότι ο πωλητής υποχρεούται να παράσχει το πράγμα επί του πλοίου και φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους μέχρι και τη φόρτωση (ΕφΠειρ 631/2007 ΕΝαυτΔ 2008.26), χωρίς να βαρύνεται με δαπάνες μεταφοράς ή ασφάλισης του πράγματος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση συνομολόγησης της ρήτρας "CIF" (Coast Insurance Freight), κατά την οποία ο πωλητής έχει την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση μεταφοράς πραγμάτων, ωσαύτως δε και την ασφάλιση αυτών κατά των κινδύνων της μεταφοράς, και, επίσης, να τα παραδώσει στον επιλεγέντα μεταφορέα για την αποστολή τους (ΕφΘεσ 553/2008 Αρμ 2010.367). Στην τελική δε τιμή πώλησης των ως άνω προϊόντων συνυπολογίζονταν: α) το κόστος προμήθειας του προϊόντος, υπολογιζόμενου σε τιμές FOB MED, β) το κόστος τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3054/2002 ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί η εφεσίβλητη και γ) το εμπορικό κέρδος της τελευταίας. Τα ανωτέρω, και ειδικότερα τα περί συνυπολογισμού του κόστους τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας στην τελική τιμή πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων, προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος της εφεσίβλητης Μ. Μ., η οποία διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη εκκαλουμένη πρακτικά της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνονται δε και από την υπ' αριθμ. 30550/16.12.2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης [Φ.Ε.Κ.2551/16.12.2008], στην οποία σαφώς αναφέρεται ότι το εκάστοτε ισχύον αντάλλαγμα (ή κόστος) τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας εμπεριεχόταν στις τελικές τιμές πώλησης των ως άνω προϊόντων. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση (υπ' αριθμ. οικ. 30550/16.12.2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης [Φ.Ε.Κ. Β' 2551/16.12.2008]) υποχρεώθηκαν οι εγχώριες εταιρείες διύλισης, μεταξύ των οποίων και η εφεσίβλητη, να γνωστοποιούν στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, όπως είναι η εκκαλούσα, το εκάστοτε ισχύον αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, που, όπως προεκτέθηκε, εμπεριέχεται στις τελικές τιμές πώλησης που χρεώνουν τις εταιρείες εμπορίας και τους μεγάλους τελικούς καταναλωτές, τόσο στην εγχώρια αγορά (βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης, θέρμανσης) όσο και στη διεθνή αγορά (αεροπορικά, ναυτιλιακά καύσιμα), αρχής γενομένης από την 1η Μαρτίου 2009. Μετά την έκδοση της ως άνω υπουργικής απόφασης, η Διεύθυνση Πωλήσεων της εφεσίβλητης, με την υπ'αριθμ. πρωτ. 75/12.2.2009 εισήγησή της, πρότεινε διάφορες αλλαγές στην τιμολογιακή πολιτική της. Ειδικότερα, πρότεινε τη μεταβολή της βάσης υπολογισμού των τιμών από την 1.3.2009, ώστε να εμφανίζεται στην τελική τιμή πώλησης το αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας σε μορφή διακριτή από το υπόλοιπο μέρος του premium [περιθωρίου κέρδους της], το οποίο μέχρι τότε περιελάμβανε, όπως προεκτέθηκε, και το κόστος τήρησης αποθεμάτων. Επιπλέον, στην ως άνω εισήγηση ανέφερε ότι: α) προκειμένου να υπάρχει αντιστοιχία της αγοράς της χώρας με την αντίστοιχη του εξωτερικού, δηλαδή οι εγχώριες τιμές να τελούν σε αντιστοιχία με τις τιμές εισαγωγών, θεωρείται πιο αντιπροσωπευτική με βάση τιμολόγησης η τιμή CIF ανά προϊόν αντί της μέχρι ισχύουσας τιμής FOB και β) πρέπει να διαφοροποιηθεί ο τρόπος μετατροπής των δολαρίων σε ΕΥΡΩ, ώστε αντί της ισοτιμίας που δημοσιεύει καθημερινά η Τράπεζα της Ελλάδας να χρησιμοποιείται η ισοτιμία της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) με επιβάρυνση 5%. Έτσι, με βάση την ως άνω εισήγηση, ο προσδιορισμός της τιμής πώλησης για τα προϊόντα, για τα οποία υφίσταται υποχρέωση τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, θα αντιστοιχούσε στον εξής τύπο: "HIGH CIF + PR + (Cm + Ca)". Μετά ταύτα, η εφεσίβλητη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 10096/17.2.2009 επιστολή της με θέμα "Νέα τιμολογιακή και πιστωτική πολιτική ΕΛ.ΠΕ. για το έτος 2009 - Σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών", που απέστειλε στην εκκαλούσα, ενημέρωσε την τελευταία για τις αλλαγές που θα επέρχονταν στην τιμολογιακή πολιτική της από 1.3.2009 και την κάλεσε μέχρι την 24.2.2009 να της γνωστοποιήσει με FAX, αν τις αποδέχεται, προκειμένου να λάβει χώρα τροποποίηση της μεταξύ τους - σύμβασης. Με τη νέα προτεινόμενη αυτή μεταβολή, ο τύπος υπολογισμού της τιμής πώλησης των προϊόντων, που προβλεπόταν στον όρο 8 της επίδικης σύμβασης, λάμβανε την εξής μορφή: "HIGH CIF + PR + (Cm + Ca) X (ευρώ/δολάριο) X 1,005 X D", όπου 1] HIGH CIF ορίζεται ο μέσος αριθμητικός όρος των τιμών HIGH, όπως δημοσιεύονται στο περιοδικό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN για φορτία HIGH CIF MED GENOVA/LAVERA για χρονικό διάστημα 4 ημερών, οι οποίες (τιμές) είναι δημοσιευμένες στις τέσσερις (4) προηγούμενες δημοσιεύσεις από την ημερομηνία φόρτωσης, που δεν συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό, 2] PR το βασικό premium σε ευρώ/κυβικό μέτρο ανά προϊόν, ήτοι η βασική προσαύξηση, η οποία προσδιορίζεται στην ίδια επιστολή σε 9,5 δολάρια/κυβικό μέτρο για βενζίνη αμόλυβδη 95 οκτανίων, 18,5 δολάρια/κυβικό μέτρο για βενζίνη 96 οκτανίων, 103 δολάρια/κυβικό μέτρο για βενζίνη 100 οκτανίων, 8 δολάρια/κυβικό μέτρο για πετρέλαιο κίνησης και 6 δολάρια/κυβικό μέτρο για πετρέλαιο θέρμανσης, 3) Cm + da ορίζεται το αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, που αναλύεται σε Cm, που σημαίνει το μεταβλητό ανά τρίμηνο αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, το οποίο προκύπτει από τον τύπο Co X (Em X Pm/Eo X Ρο), όπου Co είναι το αρχικό μεταβλητό αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας CSO, Em είναι το κόστος κεφαλαίου, απωλειών, ασφάλισης, ενέργειας και risk premium, Εο είναι το αρχικό κόστος κεφαλαίου, απωλειών, ασφάλισης και risk premium PM είναι η τιμή PLATT'S HIGH CIF του προϊόντος po είναι η αρχική τιμή PLATT'S HIGH CIF του προϊόντος και σε Ca που σημαίνει το σταθερό σε ετήσια βάση αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων, 4) η ισοτιμία ευρώ / δολαρίου προκύπτει από την ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 4 ημερών πριν από την παραλαβή και 5) D που ισούται με 1 για καύσιμα που τιμολογούνται σε ΜΤ=πυκνότητα αναφοράς καυσίμου για καύσιμα που τιμολογούνται σε κυβικά μέτρα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ταχθείσα ως άνω προθεσμία (24.2.2009) παρήλθε άπρακτη εκ μέρους της εκκαλούσας κι έτσι η εφεσίβλητη απέστειλε νέο, με αρ. πρωτ. 10170/26.2.2009, έγγραφο, στο οποίο ανέφερε ότι, αν μέχρι την 27.2.2009 δεν υπάρχει απάντηση της εκκαλούσας, τότε θα θεωρήσει ότι συμφωνεί με την πρότασή της για τροποποίηση της μεταξύ τους σύμβασης από 1.3.2009. Ωστόσο, η εκκαλούσα ουδέποτε απάντησε επί της ως άνω δεύτερης επιστολής της εφεσίβλητης, επιπροσθέτως, δε, δεν προσήλθε σε υπογραφή νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, το κείμενο της οποίας απεστάλη σ' αυτήν σε σχέδιο τον Φεβρουάριο του έτους 2010 και ανέφερε στον όρο 8 αυτής (σύμβασης εμπορικής συνεργασίας) ότι το τίμημα για τις πωλούμενες ποσότητες προϊόντων θα καθορίζεται με βάση τη νέα formula "HIGH CIF + PR + (Cm + Ca)", όπως αυτή ανωτέρω αναλύθηκε. Κατόπιν τούτων, κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως την 30.6.2013 το σύνολό των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την εφεσίβλητη τιμολογήθηκαν με βάση τον νέο τύπο υπολογισμού της τιμής πώλησης των προϊόντων (δηλ. με βάση τον τύπο "HIGH CIF + PR + (Cm + Ca)"). Όπως προαναφέρθηκε με την νέα τιμολογιακή πολιτική της εφεσίβλητης μεταβλήθηκαν οι παράγοντες καθορισμού της τιμής πώλησης των προϊόντων, που είχαν συμφωνηθεί με την ένδικη σύμβαση, ειδικότερα δε από την 1.3.2009 και εφεξής ως βάση υπολογισμού των τιμών τέθηκε η τιμή HIGH CIF, η οποία ήταν υψηλότερη της μέχρι τότε ισχύουσας τιμής HIGH FOB. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν οι τελικές τιμές των προϊόντων να είναι μεγαλύτερες από αυτές που θα προέκυπταν, αν οι τιμές υπολογίζονταν με βάση την προβλεπόμενη από την ένδικη σύμβαση τιμή HIGH FOB, αφετέρου δε να επιβαρυνθεί οικονομικά η εκκαλούσα, η οποία με την υπό κρίση αγωγή της προσδιορίζει την, συνεπεία της ως άνω μεταβολής, ζημία της στο συνολικό ποσό των 1.064.102,10 ΕΥΡΩ. Η κατά τα άνω μεταβολή των παραγόντων καθορισμού της τιμής πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων δεν αποτέλεσε νομοθετική επιταγή, όπως αβάσιμα η εφεσίβλητη διατείνεται, αλλά επιλογή της τελευταίας, η οποία προέβη σε αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τιμών των πωλουμένων στην εκκαλούσα προϊόντων, χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 8.2 περ. γ' της επίδικης σύμβασης, δηλ. απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών αγοράς, με βάση την οποία η πωλήτρια (εν προκειμένω η εφεσίβλητη) θα μπορούσε να ζητήσει την αλλαγή της βάσης υπολογισμού, κατά την προβλεπόμενη από τον όρο 8.2. περ. α' της επίδικης σύμβασης διαδικασία. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλούσα εταιρεία όχι μόνο δεν απάντησε στις ως άνω επιστολές που της απέστειλε η εφεσίβλητη, αλλά και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ήτοι από 1.3.2009 μέχρι την 11.4.2014 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής), δεν εξέφρασε καμία διαμαρτυρία, παράπονο ή αντιρρήσεις για τον νέο τρόπο υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών, τον οποίο εφάρμοζε η εφεσίβλητη, καθώς και για τις οικονομικές συνέπειες τούτου (νέου τρόπου υπολογισμού). Αντίθετα, εξακολούθησε να προβαίνει σε παραγγελίες προϊόντων και να εξοφλεί τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης πετρελαιοειδών, η αξία των οποίων προσδιορίστηκε με τη νέα βάση υπολογισμού του τιμήματος. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι την 6.3.2014 έλαβε το πρώτον γνώση των τιμών PLATT'S FOB BASIS ITALY και από την αντιπαραβολή αυτών με τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια τιμές διαπίστωσε την αντισυμβατική χρέωσή της με ποσά ανώτερα των συμφωνηθέντων, δεν κρίνεται πειστικός. Και τούτο, διότι ενόψει του ότι οι ανωτέρω τιμές PLATT'S δημοσιεύονται καθημερινά στο ευρωπαϊκό περιοδικό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, αλλά και στο παρατηρητήριο τιμών, η εκκαλούσα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, μπορούσε να έχει πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου, στις δημοσιευθείσες τιμές και τους δείκτες που την ενδιέφεραν κι έτσι από τη σύγκριση των τιμών αυτών με εκείνες που συμφωνήθηκαν με την επίδικη σύμβαση μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν προέκυπτε ή όχι επιβάρυνσή της από την εφαρμογή του, κατά τα προεκτεθέντα, νέου τρόπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών. Επιπροσθέτως, η εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 είχε αποστείλει και στην εκκαλούσα επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης κ.λπ. (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη επιστολές με αριθμό σχετικού 15). Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η εκκαλούσα εταιρεία με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα (δηλαδή από 1.3.2009 έως 11.4.2014) δημιούργησε στην εφεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή πολιτική της και συγκεκριμένα τον υπολογισμό του τιμήματος με βάση την νέα formula, η οποία, σημειωτέον, εφαρμόστηκε οριζόντια σε όλες τις εταιρείες πετρελαιοειδών προϊόντων, εταιρείες υγραερίου, ασφάλτου και στις εταιρείες αεροπορικών και ναυτιλιακών καυσίμων.
Συνεπώς, υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και σκοπούς η άσκηση με την ένδικη αγωγή του δικαιώματος της εκκαλούσας να επιδιώξει τον καθορισμό του τιμήματος πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων με βάση τον συμβατικά καθορισμένο τύπο υπολογισμού και την καταβολή της διαφοράς που προέκυψε από την εφαρμογή του νέου τύπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων από την 1.3.2009 και εφεξής. Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η εκκαλούσα δεν αντέκρουσε με σαφήνεια και κατά τρόπο συγκεκριμένο τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι τη σχετική ως άνω διαφορά, που προέκυψε από την αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής αυτής (εφεσίβλητης), η πρώτη (εκκαλούσα) την μετακύλισε στους τελικούς καταναλωτές των ανωτέρω προϊόντων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, αν η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εφεσίβλητης είχε και σε ποια έκταση επίδραση στην επιχειρηματική της δραστηριότητα και στα μεικτά κέρδη της κατά το προειρημένο χρονικό διάστημα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εφεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης της εκκαλούσας, την οποία η πρώτη (εφεσίβλητη) κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της κατ' αυτής αγωγής είχε προβάλει παραδεκτά, με συνοπτική δήλωση στα πρακτικά και ανάπτυξη στις προτάσεις της. Σημειώνεται ότι δεν υπήρχε ανάγκη να επαναφέρει την ως άνω ένσταση η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ, αφού από τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορρίψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, όπως εν προκειμένω, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση (βλ. ΑΠ 232/2018, ΑΠ 684/2014 τνπ ΝΟΜΟΣ). Θα πρέπει να τονιστεί, επίσης, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό προβλήθηκαν παραδεκτά με την ως άνω ένσταση όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκήθηκε το δικαίωμα, και συγκεκριμένα προβλήθηκαν όλα τα προεκτεθέντα περιστατικά, όπως τούτο συνάγεται από το όλο περιεχόμενο των προτάσεων της εφεσίβλητης, ενώ συγχρόνως έγινε επίκληση του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και διατυπώθηκε αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και, κατά παραδοχή της ως άνω ένστασης κατάχρησης δικαιώματος ως βάσιμης κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή της εκκαλούσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε αλλά ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης έφεσής της είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση, με την ένδικη αγωγή, της αξίωσης να επιδιώξει τον καθορισμό του τιμήματος πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων με βάση τον συμβατικά καθορισμένο τύπο υπολογισμού και την καταβολή της διαφοράς που προέκυψε από την εφαρμογή του νέου τύπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων από την 1.3.2009, είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στην εν γένει συμπεριφορά της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, η οποία προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής και συγκεκριμένα στη συμπεριφορά της τελευταίας που σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του δεν απάντησε στις επιστολές που της απέστειλε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη, και δη στην υπ' αριθμ. πρωτ. 10096/17.2.2009 επιστολή της με θέμα "Νέα τιμολογιακή και πιστωτική πολιτική ΕΛ.ΠΕ. για το έτος 2009 - Σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών", που απέστειλε στην αναιρεσείουσα με την οποία ενημέρωσε την τελευταία για τις αλλαγές που θα επέρχονταν στην τιμολογιακή πολιτική της από 1.3.2009 και την κάλεσε μέχρι την 24.2.2009 να της γνωστοποιήσει με FAX, αν τις αποδέχεται, προκειμένου να λάβει χώρα τροποποίηση της μεταξύ τους σύμβασης και ακολούθως αφού η ταχθείσα ως άνω προθεσμία (24.2.2009) παρήλθε άπρακτη εκ μέρους της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη απέστειλε νέο, με αρ. πρωτ. 10170/26.2.2009, έγγραφο, στο οποίο ανέφερε ότι, αν μέχρι την 27.2.2009 δεν υπάρχει απάντηση της εκκαλούσας, τότε θα θεωρήσει ότι συμφωνεί με την πρότασή της για τροποποίηση της μεταξύ τους σύμβασης από 1.3.2009. Η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν απάντησε στις ως άνω επιστολές αλλά και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ήτοι από 1.3.2009 μέχρι την 11.4.2014 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής), δεν εξέφρασε καμία διαμαρτυρία, παράπονο ή αντιρρήσεις για τον νέο τρόπο υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών, τον οποίο εφάρμοζε η αναιρεσίβλητη, καθώς και για τις οικονομικές συνέπειες τούτου (νέου τρόπου υπολογισμού). Αντίθετα, εξακολούθησε να προβαίνει σε παραγγελίες προϊόντων και να εξοφλεί τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης πετρελαιοειδών, η αξία των οποίων προσδιορίστηκε με τη νέα βάση υπολογισμού του τιμήματος. Επιπροσθέτως, η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 είχε αποστείλει και στην αναιρεσείουσα επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης κ.λπ. Επίσης, το Εφετείο στήριξε την κρίση του στην αδράνεια της αναιρεσείουσας, επί μακρό χρονικό διάστημα και δη ότι με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα (δηλαδή από 1.3.2009 έως 11.4.2014) δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή πολιτική της και συγκεκριμένα τον υπολογισμό του τιμήματος με βάση την νέα formula, η οποία, σημειωτέον, εφαρμόστηκε οριζόντια σε όλες τις εταιρείες πετρελαιοειδών προϊόντων, εταιρείες υγραερίου, ασφάλτου και στις εταιρείες αεροπορικών και ναυτιλιακών καυσίμων. Περαιτέρω δε το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για μη άσκηση του δικαιώματός της για μακρό χρονικό διάστημα λόγω εύλογης αιτίας, κρίνοντας ότι δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας, ότι έλαβε το πρώτον γνώση των τιμών PLATT'S FOB BASIS ITALY την 6.3.2014 και από την αντιπαραβολή αυτών με τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια τιμές διαπίστωσε την αντισυμβατική χρέωσή της με ποσά ανώτερα των συμφωνηθέντων. Τούτο διότι, κατά τις παραδοχές , ενόψει του ότι οι ανωτέρω τιμές PLATT'S δημοσιεύονται καθημερινά στο ευρωπαϊκό περιοδικό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, αλλά και στο παρατηρητήριο τιμών, η εκκαλούσα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, μπορούσε να έχει πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου, στις δημοσιευθείσες τιμές και τους δείκτες που την ενδιέφεραν κι έτσι από τη σύγκριση των τιμών αυτών με εκείνες που συμφωνήθηκαν με την επίδικη σύμβαση μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν προέκυπτε ή όχι επιβάρυνσή της από την εφαρμογή του, κατά τα προεκτεθέντα, νέου τρόπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση πλέον της ως άνω αξίωσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από την διάταξη 281 ΑΚ όρια και σκοπούς. Για το ζήτημα εάν οι προκαλούμενες από την ικανοποίηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης είναι δυσμενείς, εμμέσως, αλλά σαφώς, το Εφετείο στήριξε την κρίση του σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως αυτού του δικαιώματος στη δικαιούχο αναιρεσείουσα. Τούτο διότι δέχθηκε ως προς την απόδειξη της προκληθείσας σ' αυτή ζημίας ότι, η αναιρεσείουσα δεν αντέκρουσε με σαφήνεια και κατά τρόπο συγκεκριμένο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι τη σχετική ως άνω διαφορά, που προέκυψε από την αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής αυτής (αναιρεσίβλητης), η αναιρεσείουσα την μετακύλισε στους τελικούς καταναλωτές των ανωτέρω προϊόντων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, αν η προαναφερόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης είχε και σε ποια έκταση επίδραση στην επιχειρηματική της δραστηριότητα και στα μεικτά κέρδη της κατά το προειρημένο χρονικό διάστημα. Επιπροσθέτως το Εφετείο στην προσβαλλόμενη διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την διαφοροποίηση των τιμών platts HFOB σε σχέση με τις τιμές HCIF PLATT'S εν αντιθέσει με αυτά που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης . Υπό τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές η άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας ενάγουσας παρίσταται πράγματι καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη αυτή, της οποίας συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού από τις ίδιες αυτές παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο και δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, της αναίρεσής της. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις, ότι : η μη άσκηση του δικαιώματος για το επίδικο χρονικό διάστημα οφείλεται σε εύλογη αιτία και συγκεκριμένα ότι μόλις στις 6.3.2014 η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε τις συμβατικές τιμές platts HFOB έναντι σημαντικής αμοιβής από τον διεθνή οργανισμό EUROPEAN MARKETSCAN, ότι έπρεπε να γνωρίζει τις τιμές platts HFOB και όχι τις τιμές HCIF PLATT'S προσαρμοσμένες σε άλλη formula τιμολόγησης, ότι μέχρι αυτή την ημερομηνία δεν γνώριζαν τις υπέρτερες τιμολογήσεις της αναιρεσίβλητης και ότι η κρίση της προσβαλλόμενης ότι οι ανωτέρω τιμές PLATTS δημοσιεύονται καθημερινά στο ευρωπαϊκό περιοδικό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN και έτσι η αναιρεσείουσα καθόλο το χρονικό διάστημα μπορούσε να έχει πρόσβαση στις δημοσιευθείσες τιμές είναι εσφαλμένη αφού απαιτείται υψηλότατη συνδρομή από 5.000 έως 14.000 δολάρια μηνιαίως, είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 παρ.1 πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα ότι η άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας ενάγουσας είναι καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με βάση τα ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά. Επίσης οι μερικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του 559 ΚΠολΔ ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης με την οποία θεμελιώνεται η κρίση της περί έλλειψης εύλογης αιτίας για την παράλειψη άσκησης των δικαιωμάτων της είναι εσφαλμένη καθώς και ότι η αιτιολογία αυτής είναι ελλιπής, ασαφής και ενδοιαστική αφού παραγνωρίζει το γεγονός α) ότι έπρεπε να γνωρίζει η αναιρεσείουσα τις τιμές platts HFOB και όχι τις τιμές HCIF PLATT'S όπως εσφαλμένα δέχεται β) ότι οι συμβατικές τιμές platts HFOB ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν σε αυτή (αναιρεσείουσα) και γ) ότι για την πρόσβαση στον οργανισμό EUROPEAN MARKETSCAN, ήτοι στην πηγή πληροφοριών των εν λόγω τιμών, απαιτείται η καταβολή υψηλότατης συνδρομής, είναι απαράδεκτες ,διότι με αυτές πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 115/2011). Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 20/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο (ΑΠ 981/2018). Πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 66/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ενόλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 279/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε κατά παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔ ότι δεν απαιτείτο η επαναφορά από την αναιρεσίβλητη εφεσίβλητη με τις προτάσεις στο Εφετείο της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και διαμόρφωσε το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η εκκαλούσα αναιρεσείουσα με λόγο έφεσης έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση ότι δέχτηκε κατ'ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ένστασης της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης, της οποίας δεν αμφισβητείται η παραδεκτή προβολή πρωτοδίκως, επομένως η ένσταση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο της συζήτησης στο Εφετείο, αφού μεταβιβάστηκε με την έφεση στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ και επομένως ορθώς έκρινε το Εφετείο ότι δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 240 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στους ισχυρισμούς που επανυποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι σε εκείνους που φέρονται στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων ( ΑΠ 284 / 2018, ΑΠ 315/2015). Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως νόμιμα προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν απαιτείται δε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία προς τούτο και η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 85/2021, ΑΠ 1001/2018, 175/2017). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρθμ. 11 α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος( ΑΠ 499/2021, ΑΠ 1588/2007, ΑΠ 702/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απαραδέκτως, έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, τα προσκομιζόμενα σχετικά με αριθμούς 14 και 16, ήτοι αντίγραφα δημοσιεύσεων του περιοδικού PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί στον πρώτο βαθμό και προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας , διότι δεν εκτίθεται με επάρκεια στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψιν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης και το λόγο για τον οποίο η επίκληση και προσκομιδή τούτων δεν ήταν νόμιμη( ΑΠ 499/2021). Περαιτέρω δε από το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε ότι τα ως άνω έγγραφα παραδεκτώς προσκομίζονται ενώπιόν του ως νέα αποδεικτικά μέσα, όπως τούτο συνάγεται από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφασή του έκφραση ότι έλαβε υπόψη "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα", σημαίνει ότι δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απαραδέκτου προσκομίσεως αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως αναγόμενος στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, εφόσον, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, η κρίση δε του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκομίσεως για πρώτη φορά ενώπιον του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 85/2021). Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο. Ωστόσο μετά την τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α` ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα το προσκομιζόμενο σχετικό με αριθμό 14 και δη τα επικυρωμένα αντίγραφα δημοσιεύσεων του περιοδικού PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, για τον λόγο ότι δεν ήταν επισήμως μεταφρασμένα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης). Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 177/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 1044/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα της παραμόρφωσης του προσκομιζόμενου σχετικού με αριθμό 14 και δη τα επικυρωμένα αντίγραφα δημοσιεύσεων του περιοδικού PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, τα οποία χρησιμοποίησε ως αποδεικτικά έγγραφα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, καθόσον, από εσφαλμένη ανάγνωσή τους απέδωσε σε αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό. Ειδικότερα, στον ως άνω αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα ως άνω έγγραφα δεν αποτελούν αντίγραφα δημοσιεύσεων του εν λόγω περιοδικού αλλά δημοσιεύματα ιστοσελίδων της Ναυτεμπορικής, iefimerida , fuel prices ,με τις λιανικές τιμές των πρατηρίων και άσχετο διαφημιστικό υλικό στα οποία δεν αναφέρονται οι τιμές PLATT'S. Ο λόγος ωστόσο αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ("αυτολεξεί"), όπως έπρεπε, το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτά το Δικαστήριο, και πάντως ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και δεν στήριξε την κρίση αυτή αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα (ΑΠ 1001/2018). Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, την προσκομιζόμενη, από την αναιρεσείουσα με την προσθήκη των προτάσεων της, σύμβαση, στο Εφετείο ( σχετ. 8), από την οποία προκύπτει ότι για να λάβει κανείς γνώση για τις τιμές των PLATT'S από τον οργανισμό PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN απαιτείται η καταβολή υψηλότατης συνδρομής και το οποίο είναι κρίσιμο για την απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού της περί μη άσκησης των δικαιωμάτων της λόγω εύλογης αιτίας. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη ".... όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα (είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερόμενων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/11/2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2221/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή