Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1258 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1258/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αικατερίνης Πουρνάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4764/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 621-622 ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 4764/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 345/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωριστεί ότι το αναιρεσείον οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 16.038 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της σύλληψης και κράτησής του για αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε και μετέπειτα αθωώθηκε αμετάκλητα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 71.280 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 93 παρ.1 ότι "τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται, με ειδικούς νόμους", ενώ στα επόμενα άρθρα 94 - 96 καθορίζει τη δικαιοδοσία των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 4 Συντάγματος, "νόμος ορίζει, με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν, άδικα ή παράνομα, την προσωπική τους ελευθερία" και κατά το άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος, "τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους, τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Εξ άλλου, το άρθρο 'πρώτο' - άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α. 25/26.2.1997) -κυρωτικού νόμου του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα- ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης". Τέλος, τα άρθρα 533 παρ.1 εδάφια (α) και (β), 534, 536 παράγραφοι 1 και 2, 539 παρ.1 και 540 ΚΠΔ - όπως ίσχυσαν μετά το άρθρο 26 ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α. 109/29.5.2001) και πριν από το άρθρο 'πρώτο' ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α. 96/11.6.2019) και διόρθωση σφαλμάτων (ΦΕΚ Α. 122/16.7.2019) - ορίζουν, αντιστοίχως ότι: "(1).- Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α).- οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν, αμετάκλητα, με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β).- οι κρατηθέντες, με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε, αμετάκλητα, συνεπεία ενδίκου μέσου". "Αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, με τις ίδιες προϋποθέσεις, έχουν και εκείνοι, απέναντι στους οποίους ο καταδικασμένος ή ο προσωρινά κρατούμενος είχε, σύμφωνα με το νόμο, υποχρέωση διατροφής". "(1).- Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου, που αθωώθηκε και αφού, προηγουμένως, ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν. (2).- Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου, που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση, συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή (8,804) ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή (29,347) ευρώ, την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται, αφού ληφθεί υπ' όψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης". "(1).- Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο, μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση ή, αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν, πάλι, την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτερο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536". "(1).- Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία, που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου, που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη, που αυτός υπέστη. Τα όρια των άρθρων 536 και 539 δεν αφορούν τους δικαιούχους του άρθρου 534. (2).- Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση, που υπολογίσθηκε σε αυτή. (3).- Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση, που έγινε πριν από αυτήν, με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση", ενώ βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 4 και 5 αρ. 1 Ν. 2943/2001, το ως άνω ανώτατο όριο επιδικαζόμενης αποζημίωσης του άρθρου 536 παρ. 2 εδ. α' ποσού 29,347 ευρώ στρογγυλοποιείται στο ποσόν των 29 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων, πριν από την κύρωση του νέου ΚΠΔ με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ 96Α/11-6-2019) που ισχύει από 1-7-2019, αποκλειστική δικαιοδοσία είχαν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημίωσης, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου είχε μεν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αλλά δεν είχε προσδιορισθεί το ύψος της αποζημίωσης, ή εάν είχε προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημίωσης, αλλά ο δικαιούχος έκρινε το επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρούσε τούτο υπέρμετρο (ΑΠ 766/2023, ΑΠ 1900/ 2022, ΑΠ 1463/2022, ΑΠ 720/2021, ΑΠ 260/2019). Ήδη το ζήτημα της αποζημίωσης εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν στο νέο ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ 96Α/11-6-2019) και ισχύει από 1-7-2019, ρυθμίζεται από τα άρθρα 535 έως 540 με διαφορετικό τρόπο. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 538 του νέου ΚΠΔ ορίζεται ότι: "1. Εκείνος που έχει δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση, υποβάλει την αίτησή του στο ίδιο δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση ή βούλευμα ή εξαφάνισε την καταδικαστική απόφαση συνεπεία ενδίκου μέσου. Όταν το δικαστήριο αυτό είναι το μικτό ορκωτό δικαστήριο ή το μικτό ορκωτό εφετείο και η σύνοδος έχει λήξει, αρμόδιο είναι το αντίστοιχο τριμελές ή πενταμελές εφετείο. 2. Η αίτηση υποβάλλεται γραπτά και παραδίδεται στον εισαγγελέα του αρμόδιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από το αμετάκλητο της απόφασης ή του βουλεύματος ή από την έκδοση της απόφασης επί της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.", στο άρθρο 539 του νέου ΚΠΔ ορίζεται ότι: "1. Η αίτηση εισάγεται αμέσως στο δικαστήριο ή στο δικαστικό συμβούλιο προς εκδίκαση, αφού ειδοποιηθεί ο απών ή ο αντίκλητός του για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του εικοσιτέσσερεις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή στο δικαστικό συμβούλιο. Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικά και τηλεφωνικά) στην αναγραφόμενη στην αίτηση διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. 2. Το δικαστήριο και το δικαστικό συμβούλιο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση. 3. Σχετικά με την υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αφού προηγουμένως ακουστούν ο αιτών και ο εισαγγελέας." και τέλος στο άρθρο 540 του νέου ΚΠΔ ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση για αποζημίωση, επιδικάζεται στον αιτούντα αμετακλήτως κατ` αποκοπή αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερη των πενήντα (50) ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.". Από τις προπαρατεθείσες νέες διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης αναθέτει πλέον αποκλειστικά στο δικάσαν ποινικό Δικαστήριο ή στο Δικαστικό Συμβούλιο να κρίνει τα σχετικά με την υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση των αδίκως κρατηθέντων, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα για το ύψος της αποζημίωσης, χωρίς να καταλείπεται ούτε στον αδίκως κρατηθέντα ούτε στο Δημόσιο δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης του ποσού της επιδικασθείσας από το ποινικό Δικαστήριο αποζημίωσης, αφού δεν προβλέπεται πλέον η δυνατότητα άσκησης αγωγής.
Περαιτέρω, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 141/2024, ΑΠ 122/2023, ΑΠ 67/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την διαφορά, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση με την ένδικη αγωγή, μολονότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων, με συνέπεια να απορρίψει τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να την δικάσουν. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 20-2-2020 ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του για τις πράξεις α) της συγκρότησης και ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, β) τέλεσης τρομοκρατικών πράξεων κατασκευής, προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών, γ) τέλεσης τρομοκρατικών πράξεων κατοχής πολεμικών τυφεκίων, αυτόματων πυροβόλων, πιστολιών, χειροβομβίδων, πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών και μηχανισμών και λοιπών ειδών πολεμικού υλικού με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων και οργανώσεων, δ) πλαστογραφίας δημοσίου εγγράφου με σκοπό την τέλεση του αδικήματος της παρ. 1 του άρθρου 187Α Π.Κ. κατ' εξακολούθηση από πρόθεση, ε) τρομοκρατικής πράξης ανθρωποκτονίας τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από πρόθεση, στ) τρομοκρατικής πράξης απόπειρας ανθρωποκτονίας τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ζ) ληστείας από δράστες που είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους με σκοπό την τέλεση του εγκλήματος της παρ. 1 του άρθρου 187 Α Π.Κ., η) παράνομης οπλοφορίας και θ) οπλοχρησίας και ι) αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Ότι για τις πράξεις αυτές συνελήφθη στις 18-8-2012 και, δυνάμει των υπ' αριθ. 22/2012 και 13/2012 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης του 10ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών και του Επίκουρου Ειδικού Εφέτη Ανακριτή Αθηνών, κρατήθηκε προσωρινά μέχρι τις 7-2-2014, οπότε, με την υπ' αριθ. 6125/2013, 537/2014 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 25 ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για τα αδικήματα της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία, της ληστείας από κοινού, της πλαστογραφίας δημοσίου εγγράφου, της οπλοφορίας και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Ότι στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2186/7-7-2017 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αθωώθηκε για το σύνολο των αποδοθεισών σε αυτόν πράξεων. Ότι, κατά της ως άνω απαλλακτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία όμως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1333/2018 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα η ως άνω υπ' αριθ. 2186/2017 αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να έχει καταστεί αμετάκλητη. Ότι, ήδη, με την υπ' αριθ. 2695/2018 απόφαση του Τμήματος Αναστολών του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 13-7-2017 αίτησής του, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς αποζημίωσή του για το χρονικό διάστημα της κράτησής του, ήτοι από 18-8-2012 έως 7-7-2017 και του επιδικάστηκε ημερήσια αποζημίωση για τεκμαρτή ζημία και χρηματική ικανοποίηση 20 ευρώ για κάθε ημέρα κράτησής του, δηλαδή, συνολικού ποσού 35.640 ευρώ (1.782 ημέρες X 20 ευρώ). Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, ο ενάγων ζήτησε τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της κράτησής του για 1.782 ημέρες και της μετέπειτα αθώωσής του, σε μεγαλύτερο ποσό, επικαλούμενος ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 539 ΚΠΔ και, πιο συγκεκριμένα, ζήτησε: α) Να προσδιοριστεί οριστικά η ως άνω αποζημίωσή του στο συνολικό ποσό των 211.378,72 ευρώ (και δη στα επιμέρους ποσά των 26.800 ευρώ για αποκατάσταση θετικής ζημίας και 34.578,72 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα, καθώς και 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 175.738,72 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού των 35.640 ευρώ), β) Άλλως, να προσδιοριστεί η ως άνω αποζημίωσή του στο συνολικό ποσό των 89.100 ευρώ, δηλαδή, να προσδιοριστεί στο ανώτατο ποσό με βάση το οποίο προσδιορίζεται στο άρθρο 540 του Νέου ΚΠΔ η εν λόγω αποζημίωση (50 ευρώ την ημέρα X 1.782 ημέρες) και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 53.460 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού των 35.640 ευρώ), γ) Άλλως, να προσδιοριστεί οριστικά η ως άνω αποζημίωση στο συνολικό ποσό των 51.678 ευρώ, δηλαδή, στο ανώτατο ποσό με βάση το οποίο προσδιοριζόταν στο άρθρο 536 παρ. 2 του προηγούμενου ΚΠΔ (29 ευρώ την ημέρα X 1.782 ημέρες) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 16.038 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού των 35.640 ευρώ).
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΚΠΔ, από 1-7-2019, καταργήθηκε και, ως εκ τούτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στις 26-2-2020, δικαιοδοσία για την εκδίκαση των υποθέσεων σχετικά με την υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων είχε το ίδιο δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση ή βούλευμα ή εξαφάνισε την καταδικαστική απόφαση συνεπεία ενδίκου μέσου, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα για το ύψος της αποζημίωσης, χωρίς να καταλείπεται ούτε στον αδίκως κρατηθέντα ούτε στο Δημόσιο δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης του ποσού της επιδικασθείσας από το ποινικό δικαστήριο αποζημίωσης, αφού από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/ 2019), στις 1-7-2019, δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια από τους κρατηθέντες και μετέπειτα αθωωθέντες για την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης ή πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν αυτής που κρίθηκε ότι δικαιούνται από τα ποινικά δικαστήρια, ενώ δεν υφίσταται μεταβατική διάταξη που να ρυθμίζει ειδικά την εν λόγω περίπτωση και να επιτρέπει την εφαρμογή των διατάξεων του παλαιού ΚΠΔ.
Εξάλλου, η ένδικη περίπτωση δεν εμπίπτει στην ειδική διάταξη σχετικά με το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής του άρθρου 588 παρ. 3 του Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τούτο δε διότι η διάταξη του άρθρου 588 παρ. 3 ΚΠΔ αφορά αποκλειστικά σε αστικές αξιώσεις, οι οποίες στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος πολιτικής αγωγής είτε έχουν εισαχθεί στα ποινικά δικαστήρια, οπότε παραπέμπονται υποχρεωτικά στα πολιτικά δικαστήρια είτε έχουν επιδικασθεί από ποινικά δικαστήρια, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου ΚΠΔ.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν πλέον δικαιοδοσία να κρίνουν σχετικά με το δικαίωμα των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων για την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του ότι η διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, υπερέβη τη δικαιοδοσία του ως πολιτικό δικαστήριο και υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Στο ίδιο, επίσης, σφάλμα υπέπεσε και η υπ' αριθ. 345/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε τον περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια προέβη στην εκδίκαση της διαφοράς και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα ν' ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει την αγωγή (ΑΠ 202/2021, ΑΠ 714/2019, ΑΠ 98/2005). Εν όψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να αναιρεθεί και η επικυρωθείσα απ' αυτήν υπ' αριθ. 345/2021 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η από 20-2-2020 αγωγή, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 εδ. β', 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερές. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την καταβολή του (άρθρα 19 παρ. 1 ΝΔ της 26-6/10-7-1944 και 36 ΠΔ 28/1931).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4764/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 345/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 20-2-2020 αγωγή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης