Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1261 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1261/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.S.", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Καραμπέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Π., 2) Χ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασιλείου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2376/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 10-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2376/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε κατ'ουσία την από 19.10.2020 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 409/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 23. 03. 2018 αγωγή τους κατά της αναιρεσείουσας και των μη διαδίκων Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Ι.Κ.Ε" που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και Ι. Τ., από αδικοπραξία και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους συνεναγομένους της, το ποσό των 12. 165 ευρώ στον πρώτο αναιρεσίβλητο και το ποσό των 10.383,88 ευρώ στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 96/2018). Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε(ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 96/2018). Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη ήταν ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, δηλαδή αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη, κατά την ανωτέρω έννοια, σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 706/2016 ΑΠ 631/2015). Εξάλλου, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία (ΑΠ 1811/2022). Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 1420/2022, 1258/2021, ΑΠ 727/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΑΠ 472/2022, ΑΠ 1325/2007, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010). Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 552/2013, ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001). Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 9/2011). Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 844/2008). Δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης αυτής αποτελεί το γεγονός, ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και καρπούμενος τα οφέλη της. Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη για τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (ΑΠ 555/2000). Από την ίδια διάταξη (922 ΑΚ) προκύπτει ότι αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σε αυτόν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 605/2009, ΑΠ 22/2004). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1048/2018, ΑΠ 1262/2017, ΑΠ 959/2004). Μετά ταύτα, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται από τον εναγόμενο προστήσαντα αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του προστηθέντος, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία κατά νόμον θεμελιώνουν α)την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, μεταξύ του ζημιώσαντος και του εναγομένου προσώπου, φερομένου ως προστήσαντος, β)την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του προστηθέντος, στα πλαίσια της σχέσης πρόστησης, η οποία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, και γ) την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του προστηθέντος και το ποσόν αυτής καθορίζεται κατά την αιτία του, εάν δε με την αγωγή γίνεται επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας της αμελείας, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και τη θεμελιώνουν, έστω και εάν δεν συμπίπτουν πλήρως με τα επικαλούμενα στην αγωγή, χωρίς να επέρχεται για το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως αυτής (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 225/2014, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 847/2010). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ` αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ` όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ` αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. 3. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ, εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς της που πρόβαλε παραδεκτά ως εφεσίβλητη, λόγω μη αναφοράς των αναγκαίων στοιχείων που θεμελιώνουν την ευθύνη της από αδικοπραξία. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν σ'αυτή τα εξής: Ότι είναι επαγγελματίες αγρότες και ότι προς τα τέλη Ιουλίου 2017 επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών ψύξης και συντήρησης φρούτων, προκειμένου να διερευνήσουν την προοπτική εναποθήκευσης και συντήρησης από την τελευταία όλης της παραγωγής αχλαδιών, που θα συγκόμιζαν, μέχρι την πώλησή τους, δηλαδή για χρονικό διάστημα έξι έως εννέα μηνών. Ότι ο υπεύθυνος της ανωτέρω εταιρίας τους προέτρεψε, για την καλύτερη και ασφαλέστερη συντήρηση των φρούτων, να εφαρμοστεί επ' αυτών το σύστημα "smart fresh", που αποτελεί μια τεχνολογία για τη διατήρηση της φρεσκάδας και της τραγανότητας των φρούτων κατά το στάδιο της συντήρησης, το οποίο (σύστημα) διαθέτει στην ελληνική αγορά η 1η εναγόμενη( ήδη αναιρεσείουσα) και εφαρμόζει, παρέχοντας τις αντίστοιχες υπηρεσίες, η 2η εναγόμενη εταιρία. Ότι πράγματι, δυνάμει προφορικής σύμβασης έργου, συμφώνησαν με τον 3° εναγόμενο, γεωπόνο και επικεφαλής της ειδικευμένης ομάδας που χρησιμοποιεί η 2η εναγόμενη, την εφαρμογή του ως άνω συστήματος επί του συνόλου των αχλαδιών τους. Ότι ο 3ος εναγόμενος τους υπέδειξε, με βάση δείγματα των καρπών που είχαν ληφθεί από τους οπωρώνες τους, τον κατάλληλο χρόνο συγκομιδής των φρούτων, προκειμένου να είναι επιτυχής και αποτελεσματική η εφαρμογή του προαναφερθέντος συστήματος. Ότι τον Αύγουστο του 2017 συνεργείο της 2ης εναγόμενης προέβη σε εφαρμογή του συστήματος "smart fresh" στα φρούτα τους, ο δε 3ος εναγόμενος τους διαβεβαίωσε ότι αυτή ήταν επιτυχής και τα φρούτα, κατά την εξαγωγή τους από τα ψυγεία προς πώληση, θα ήταν πιο τραγανά και ζουμερά, επιπλέον δε ότι θα περιορίζονταν στο ελάχιστο οι απώλειες και ανωμαλίες κατά τη συντήρησή τους, όπως το επιφανειακό τους έγκαυμα (καφέτιασμα). Ότι η αμοιβή των εναγόμενων, που συμφωνήθηκε στα 6 €/κ.μ. στο σύνολο των μέτρων κάθε θαλάμου (συντήρησης), ανήλθε στο ποσό των 598 € για καθέναν εξ αυτών (εναγόντων), με την έκδοση αντίστοιχων τιμολογίων. Ότι τον Ιανουάριο του 2018, μετά την έξοδο των αχλαδιών από τους θαλάμους συντήρησης με σκοπό τη μεταπώλησή τους, διαπιστώθηκε ότι τούτα παρουσίαζαν σε έντονο βαθμό επιφανειακό έγκαυμα (καφέτιασμα). Ότι οι ίδιοι απευθύνθηκαν σε ιδιώτη πραγματογνώμονα, ο οποίος, αφού έλεγξε τα δείγματα των φρούτων, διαπίστωσε ότι το πρόβλημά τους οφειλόταν είτε στην ακαταλληλότητα της δραστικής ουσίας που χρησιμοποιήθηκε(ποιότητα, δοσολογία), είτε στη διαδικασία εφαρμογής του συστήματος "smart fresh"(προχωρημένο στάδιο ωρίμανσης των καρπών, κυκλοφορία αέρα). Ότι, συνακόλουθα, οι ίδιοι κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι ή το ως άνω σύστημα δεν εφαρμόστηκε καθόλου ή συνέβη κάποιο λάθος κατά την εφαρμογή του από το προσωπικό της παρόχου εταιρίας ή το σκεύασμα που χρησιμοποιήθηκε και προμηθεύτηκε η 2η εναγόμενη από την 1η εναγόμενη ήταν ελαττωματικό. Ότι, συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων των δύο πρώτων εναγόμενων και του τρίτου εναγόμενου οι ίδιοι υπέστησαν ζημία, αφού το σύνολο των φρούτων του 1ου και το μεγαλύτερο μέρος των φρούτων του 2ου εξ αυτών κρίθηκαν ακατάλληλα προς εμπορία, (ήτοι προς πώληση σε τρίτους για κατανάλωση) και παραδόθηκαν προς χυμοποίηση έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος, με αποτέλεσμα να απωλέσουν εισοδήματα ύψους 27.384,70 ευρώ και 18.767,76 ευρώ αντίστοιχα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ο 2ος εξ αυτών υπέστη και επιπλέον ζημία ύψους 400 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που έπρεπε να δαπανήσει για την πληρωμή εργατικού προσωπικού (20 ημερομίσθια X 40 € έκαστο) για τη διαλογή των μη ελαττωματικών φρούτων. Ότι, παράλληλα, υπέστησαν ηθική βλάβη, λόγω της μείωσης της αξιοπιστίας τους και λόγω του έντονου ψυχικού πόνου και της στενοχώριας που δοκίμασαν, εξαιτίας της καταστροφής της παραγωγής τους και της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία περιήλθαν. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζητούσαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, βάσει των διατάξεων για τις αδικοπραξίες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, στον 1° το ποσό των 37.384,70 ευρώ (ποσό 27.384,70 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και στον 2° το ποσό των 29.167,76 ευρώ (ποσό 19.167,76 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων σε βάρος της 1ης εναγομένης-αναιρεσείουσας για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας, με την επίκληση ότι ο 3ος εναγόμενος, υποπροστηθείς από τη 2η εναγόμενη εταιρεία η οποία παρέχει τις υπηρεσίες εφαρμογής του συστήματος ποιότητας smart fresh δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών με την 1η εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία-αναιρεσείουσα, κάτοχο της οριστικής άδειας διάθεσης αυτού(συστήματος ποιότητας smart fresh) στην ελληνική αγορά και προστήσασας τη 2η εναγόμενη, ο οποίος δυνάμει συμβάσεως έργου ανέλαβε να εφαρμόσει στα συγκομισθέντα φρούτα παραγωγής των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων το παραπάνω σύστημα, από αμέλειά του, δεν υπέδειξε στους ενάγοντες- αναιρεσιβλήτους τον ενδεδειγμένο χρόνο συγκομιδής των φρούτων, ούτε χρησιμοποίησε την κατάλληλη ποιότητα και δοσολογία για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος, ενώ δεν ήλεγξε εάν το σκεύασμα που χρησιμοποιήθηκε και προμηθεύτηκε η 2η εναγόμενη από την 1η εναγόμενη-αναιρεσείουσα ήταν ελαττωματικό και αδιαφόρησε για το ενδεχόμενο αποτυχίας εφαρμογής του συστήματος ενόψει του προχωρημένου σταδίου ωρίμανσης των φρούτων, δηλαδή δεν επέδειξε επιμελή συμπεριφορά για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, η οποία παράνομη και υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά του και χωρίς συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται από το άρθρο 914 ΑΚ, του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα αναφερόμενα στην αγωγή, αρκούσαν, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για την πληρότητα αυτής και δεν απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία. Εξάλλου, ήταν επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας που αποδίδεται στον 3ο εναγόμενο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και τη θεμελιώνουν. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση των αιτημάτων της και, ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται στην απόφαση και η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της ένστασης αοριστίας της αγωγής, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, γιατί το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020). 5. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 922 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου, που προξένησε την επικαλούμενη από τους αναιρεσίβλητους ζημία, αντίκειται στο γενικό καθήκον του να μην ζημιώνει κάποιον άλλον υπαιτίως και συνιστά αδικοπραξία, για την οποία ευθύνεται εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους και η ίδια η αναιρεσείουσα ως προστήσασα, ότι η ανωτέρω συμπεριφορά τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ζημία και ότι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγομένων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, και κατά την ενέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η 1η εναγόμενη, αλλοδαπή εταιρία(ήδη αναιρεσείουσα), παράγει και προμηθεύεται χημικά προϊόντα. Ένα από αυτά που το διαθέτει ανά την υφήλιο είναι το σύστημα ποιότητας Smart - Fresh, μια τεχνολογία προστασίας της φρεσκάδας, η οποία μπορεί να διατηρήσει τη σταθερότητα, την υφή και την εμφάνιση των φρούτων κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης και μεταφοράς τους ελαχιστοποιώντας τις απώλειες. Πλέον συγκεκριμένα, το παραπάνω είναι ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν, που περιέχει τη φυτορρυθμιστική ουσία 1 - methylcyclopropene. Το τελευταίο χρησιμοποιείται για τη συντήρηση φρούτων και λαχανικών που βρίσκονται εντός ψυκτικών θαλάμων, το οποίο διατίθεται στην ελληνική αγορά, κατόπιν άδειας που έλαβε η 1η εναγόμενη, με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ειδικότερα, η δραστική ουσία 1 - methylcyclopropene (1 - mcp) αναστέλλει την παραγωγή και τη δέσμευση (πρόσληψη) του αιθυλενίου, τόσο από εσωτερικές όσο και από εξωτερικές πηγές. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις του αιθυλενίου και διατηρείται αναλλοίωτη η ποιότητα των αποθηκευμένων καρπών σε όλη τη διάρκεια της περιόδου αποθήκευσης. Τα αποτελέσματα της εφαρμογής του Smart - Fresh δεν είναι μόνιμα. Η μετασυλλεκτική ωρίμανση των καρπών εξελίσσεται με κάποια επιβράδυνση με αποτέλεσμα να διατηρούνται τα φρούτα σε βάθος χρόνου. Η παραγωγή αιθυλενίου αρχίζει από την απομάκρυνση των φρούτων από την αποθήκη και την επιστροφή τους σε συνθήκες περιβάλλοντος. Για τη διάθεση και προώθηση του προϊόντος στην ελληνική αγορά η 1η εναγόμενη σύναψε με τη 2n Ι.Κ.Ε., που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, την από 4.3.2016 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ' αυτήν την προώθηση, διάθεση και εφαρμογή του ως άνω προϊόντος στις εγκαταστάσεις των πελατών της. Ακολούθως, οι ενάγοντες(ήδη αναιρεσίβλητοι), επαγγελματίες αγρότες, στα τέλη Ιουλίου 2017, επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", η οποία παρέχει υπηρεσίες ψύξης και συντήρησης φρούτων, προκειμένου να διερευνήσουν την προοπτική εναποθήκευσης και συντήρησης από την τελευταία όλης της παραγωγής αχλαδιών της ποικιλίας "Κρυστάλλια ή Τσακώνικα", που θα συγκόμιζαν, μέχρι την πώλησή τους, δηλαδή για χρονικό διάστημα έξι έως εννέα μηνών. Ο υπεύθυνος της ανωτέρω εταιρίας (Κ.. Ι.) τους προέτρεψε, για την καλύτερη και ασφαλέστερη συντήρηση των φρούτων, να προβούν στην εφαρμογή επ' αυτών του συστήματος smart fresh και τους έφερε σε επαφή με τον 3° εναγόμενο, γεωπόνο, ο οποίος είναι ο επικεφαλής της ειδικευμένης ομάδας, που χρησιμοποιεί η 2η εναγόμενη εταιρία, για την εφαρμογή του ως άνω συστήματος ποιότητας. Πράγματι, οι ενάγοντες δυνάμει προφορικής σύμβασης έργου, περί τις αρχές Αυγούστου 2017, συμφώνησαν με τον 3° εναγόμενο, να εφαρμόσει το παραπάνω σύστημα επί του συνόλου των αχλαδιών τους, που διατηρούσαν στους ψυκτικούς θαλάμους της εταιρίας "... ΑΒΕΕ". Αυτός, τους υπέδειξε (όπως άλλωστε απαιτεί η συναλλακτική καλή πίστη και οι εξειδικευμένες γνώσεις του), με βάση δείγματα των καρπών που είχαν ληφθεί από τους οπωρώνες τους, τον κατάλληλο χρόνο συγκομιδής των φρούτων, προκειμένου να είναι επιτυχής και αποτελεσματική η εφαρμογή του προαναφερθέντος συστήματος. Στο πλαίσιο της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας, στις 8.8.2017 (για την παραγωγή του 1ου ενάγοντος) και στις 11.8.2017 (για τα αχλάδια του 2ου ενάγοντος), τεχνικό συνεργείο της 2ης εναγόμενης, με επικεφαλής τον 3° (ο οποίος δεν ήταν μεν παρών, αλλά είχε δώσει τις απαραίτητες οδηγίες στους γεωπόνους Α. και Ρ.) προχώρησε σε εφαρμογή του smart - fresh στα ψυγεία της ανωτέρω εταιρίας, όπου βρισκόταν όλη η παραγωγή αχλαδιών των εναγόντων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν πρωτ. ...2009 εγκριτική απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και την με αριθμό πρωτ. 8565/95417/31. 7. 2013 τροποποιητική αυτής, το Smart - Fresh είναι σε μορφή υδατοδιαλυτής σκόνης, η οποία όταν διαλύεται στο νερό και εφαρμόζεται με το προτεινόμενο σύστημα εφαρμογής, απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα του θαλάμου συντήρησης αχλαδιών ατμό της δραστικής ουσίας. Πρέπει μάλιστα να εφαρμόζεται σε θάλαμο που κλείνει αεροστεγώς, διότι η καλή στεγανότητα του θαλάμου διασφαλίζει τη μέγιστη αποτελεσματικότητα της εφαρμογής. Ενώ, η μετασυλλεκτική εφαρμογή του συστήματος Smart - Fresh πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη συγκομιδή, για δε τα αχλάδια το πολύ εντός 7 ημερών. Για όψιμες επεμβάσεις πρέπει να εφαρμόζεται σε καρπούς ήδη αποθηκευμένους σε χαμηλή θερμοκρασία συντήρησης, ενώ για καλύτερα αποτελέσματα συνιστάται η εφαρμογή του Smart-Fresh σε καρπούς που έχουν συγκομιστεί στην κατάλληλη για κάθε ποικιλία χρονική περίοδο, σε καλή κατάσταση και σε κατάλληλη ποιότητα για μακροχρόνια συντήρηση. Η αποτελεσματικότητα του Smart - Fresh ενδέχεται να είναι μειωμένη σε καρπούς, που βρίσκονται σε κακή κατάσταση, που είναι χαμηλής ποιότητας, που έχουν ωριμάσει πριν από την αποθήκευση και εφαρμογή του Smart-Fresh ή που η συλλογή τους έγινε σε μη ενδεδειγμένη περίοδο. Η δόση εφαρμογής ρυθμίζεται ανάλογα με το μέγεθος του θαλάμου αποθήκευσης, την ποικιλία και το στάδιο ωρίμανσης των φρούτων κατά την περίοδο της συγκομιδής ή ανάλογα με την καθυστέρηση μεταξύ συγκομιδής και εφαρμογής. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρωθεί το γέμισμα του χώρου, τοποθετείται στο δάπεδο ο κατάλληλος διανεμητής, φορτισμένος με καινούργια μπαταρία, ο οποίος τίθεται σε λειτουργία, ενώ πρέπει να είναι ενεργοποιημένο το σύστημα εξαερισμού του θαλάμου, ώστε να γίνεται εσωτερική κυκλοφορία, χωρίς ανταλλαγή αέρα με τον εξωτερικό χώρο. Η διαδικασία εφαρμογής ολοκληρώνεται σε 24 ώρες. Ο θάλαμος πρέπει να παραμείνει σφραγισμένος για 24 ώρες, διατηρώντας σε συνεχή λειτουργία το ψυκτικό σύστημα για διασφάλιση της καλής κυκλοφορίας του αέρα εντός του χώρου και ταυτόχρονα διατηρώντας απενεργοποιημένα όλα τα συστήματα καθαρισμού και τις γεννήτριες όζοντος για όλη τη διάρκεια εφαρμογής. Την ανωτέρω διαδικασία εφάρμοσε το τεχνικό συνεργείο της 2η εναγόμενης στα ψυγεία, όπου οι ενάγοντες είχαν αποθηκεύσει τα αχλάδια της παραγωγής τους. Συγκεκριμένα, η πρώτη εφαρμογή έλαβε χώρα από 8 έως 9.8.2017 και η δεύτερη από 11 έως 12 8.2017. Ειδικότερα, το σύστημα ποιότητας Smart - Fresh εφαρμόστηκε στις 8.8.2017 σε 22 τόνους της ποικιλίας Kristali του 1ου ενάγοντος και στις 11.8.2017 σε άλλους 22 τόνους αχλαδιών της ίδιας ποικιλίας ιδιοκτησίας του 2ου ενάγοντος. Ωστόσο, περί τις αρχές Ιανουάριου 2018, όταν άρχισε η εξαγωγή των πρώτων αχλαδιών από τους ψυκτικούς θαλάμους προς μεταπώληση, παρουσιάστηκε σ' αυτά σε έντονο μάλιστα βαθμό το επιφανειακό έγκαυμα (καφέτιασμα). Αμέσως μετά την εμφάνιση του προβλήματος οι ενάγοντες προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες: ο 2ος αυτών μετά από ενδελεχή και συστηματική διαλογή με την αφαίρεση των κατάλληλων προς εμπορία αχλαδιών, διατήρησε τα υπόλοιπα με το καφέτιασμα στους ίδιους θαλάμους, αφού υπήρχε η προοπτική μεταπώλησης προς χυμοποίηση, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι ζημίες του. Ο 1ος ενάγων όμως δεν είχε τελικά στην παραγωγή του καθόλου αχλάδια κατάλληλα προς εμπορία και έτσι τα παρέδωσε όλα προς χυμοποίηση. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, οι ενάγοντες ειδοποίησαν άμεσα τον 3° εναγόμενο, ο οποίος μετέβη στα ψυγεία στις 16.1.2018 και έλαβε τα δείγματα φρούτων από τους θαλάμους, για να τα ελέγξει στο εργαστήριο της εταιρίας, στη Θεσσαλονίκη. Έκτοτε, όμως, ουδέποτε επικοινώνησε μαζί τους. Για το λόγο αυτό, εν συνεχεία, αυτοί (ενάγοντες) ανέθεσαν στον Μ. Β., ομότιμο Καθηγητή Δενδροκομίας του Α.Π.Θ., να εξετάσει τα αχλάδια τους, προκειμένου να διαπιστωθεί σε τι οφειλόταν η καταστροφή τους, παρά το γεγονός ότι είχε εφαρμοστεί σ' αυτά το σύστημα ποιότητας Smart - Fresh. Σύμφωνα με την από 17.1.2018 πραγματογνωμοσύνη αυτού το ποσοστό των καρπών με καφέτιασμα στα δείγματα ήταν 96,6%, ενώ στους καρπούς που είχαν υποστεί την εφαρμογή Smart Fresh το ποσοστό αυτών με καφέτιασμα ανήλθε στο 98%. Ειδικότερα, τα αχλάδια Επισκοπής είχαν καφέτιασμα σε ποσοστό 65, 5%, τα αχλάδια Μαρίνας σε ποσοστό 59,8% και τα αχλάδια Γιαννακοχωρίου σε ποσοστό 17,02% και κατ' αποτέλεσμα όλα τα αχλάδια της παραγωγής των εναγόντων, δηλαδή 44 τόνοι, είχαν συμπτώματα καφετιάσματος, ήταν ακατάλληλα για εμπορία και κρίθηκαν κατάλληλα μόνο για χυμοποίηση. Ο ανωτέρω κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το πρόβλημα των αχλαδιών οφείλεται είτε στην ακαταλληλότητα της δραστικής ουσίας (ποιότητα, δοσολογία), είτε στη διαδικασία εφαρμογής του Smart Fresh (προχωρημένο στάδιο ωρίμανσης των καρπών, κυκλοφορία αέρα) και εν τέλει, ότι ασχέτως των αιτίων αναποτελεσματικότητας αυτού, όσον αφορά την εμφάνιση της φυσιολογικής ασθένειας καφέτιασμα των καρπών και στη διατήρηση της σκληρότητας της σάρκας, οι παραγωγοί υπέστησαν ζημία 100%. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι για την επιτυχημένη ολοκλήρωση της εφαρμογής έπρεπε να συντρέχουν ορισμένοι όροι και προϋποθέσεις, για τις οποίες ο 3ος εναγόμενος (ως προστηθείς των δύο πρώτων εναγόμενων εταιριών, δεδομένου ότι η 2η είναι η πάροχος των υπηρεσιών της 1ης στην Ελλάδα) ενημέρωσε λεπτομερώς προφορικά τους ενάγοντες, παραδίδοντάς τους ταυτόχρονα και το σχετικό έντυπο πληροφοριακό υλικό, το οποίο παρέλαβε η εταιρία των ψυγείων του Κ. Ι.. Όπως προκύπτει από τα έντυπα της λίστας ελέγχου εφαρμογών, που είναι υπογεγραμμένα τόσο από τον Κ. Ι., που λειτούργησε εν προκειμένω ως οιονεί αντιπρόσωπος των εναγόντων (δεδομένου ότι και οι λίστες ελέγχου και τα τιμολόγια πώλησης του συστήματος Smart Fresh εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρίας ... ΑΒΕΕ προφανώς για φορολογικούς σκοπούς), όσο και από τους υπεύθυνους γεωπόνους της 2ης εναγόμενης που πραγματοποίησαν τις εφαρμογές (Α. και Ρ.), στη 2η σελίδα και στο πεδίο με τίτλο "Ωριμότητα φρούτων και Δειγματοληψία", στη 2η ερώτηση "αν οι δείκτες ωρίμανσης όλων των παρτίδων συμφωνούν με τις συστάσεις της AgroFresh, καθώς και αν ελέγχθηκαν στο έντυπο από τον αντιπρόσωπο της AgroFresh", η απάντηση που έχει σημειωθεί είναι "δεν ξέρω". Όμως, από την παραπάνω αναφερόμενη υπουργική απόφαση, που ανέλυε τις προδιαγραφές επιτυχίας της εφαρμογής του συστήματος Smart Fresh και την προφορική ενημέρωση του 3ου εναγόμενου προς τους ενάγοντες ως προς τον ακριβή χρόνο συγκομιδής, τα αχλάδια έπρεπε να έχουν ως ημερομηνία έναρξης συγκομιδής χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των επτά (7) ημερών, δεδομένου ότι οι παράγοντες που επικρατούν στο μεσοδιάστημα αυτό είναι ικανοί να καταστρέφουν τη συγκεκριμένη συγκομιδή. Στα ψυγεία της εταιρίας ... ΑΒΕΕ, στα οποία όλα τα αχλάδια των εναγόντων είχαν συμπτώματα καφετιάσματος και ήταν ακατάλληλα για εμπορία, συνέτρεξε ο ανωτέρω παράγων, ο οποίος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οδήγησε στην αποτυχία της εφαρμογής του συστήματος ποιότητας Smart Fresh. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στα αχλάδια π. χ. Γιαννακοχωρίου, τα οποία είχαν διαφορετικό χρόνο συγκομιδής, η εφαρμογή του ως άνω συστήματος ήταν εν μέρει επιτυχημένη, διότι αυτά εμφάνισαν καφέτιασμα σε μικρότερο ποσοστό (17,02%) και από το σύνολο των 22.000 κιλών ο 2ος ενάγων διάλεξε ως κατάλληλα και πώλησε τελικά τα 4.000 κιλά εξ αυτών σε κανονική τιμή. Από την έλλειψη, όμως, απάντησης ως προς τους δείκτες ωρίμανσης όλων των φρούτων σύμφωνα με τις συστάσεις της AgroFresh και ως προς τον έλεγχο αυτών από αντιπρόσωπο της προστήσασας 1ης εναγόμενης εταιρίας δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Ο εκπρόσωπος των εναγόντων - Κ. Ι. - βέβαια υπέγραψε το έντυπο της λίστας ελέγχου εφαρμογών, με το οποίο ουσιαστικά αποδεχόταν, ότι οποιαδήποτε εφαρμογή δεν ήταν εναρμονισμένη με τις οδηγίες που παρέχονταν στο έντυπο, αποτελούσε ανάληψη κινδύνου, που επιβάρυνε τον ίδιο και κατ' αποτέλεσμα τους ενάγοντες. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ευθύνη του 3ου εναγόμενου, προστηθέντος από την 1η εναγόμενη, τις υπηρεσίες της οποίας παρείχε στην Ελλάδα η 2η εναγόμενη, ο οποίος ανέλαβε τις μονάδες δοκιμής και εφαρμογής του προαναφερόμενου συστήματος και παρόλο που γνώριζε ότι συνέτρεχε, στα παραπάνω ψυγεία, ο παράγοντας αυτός (μη ελεγχθείς δείκτης ωρίμανσης των φρούτων), που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτυχία της εφαρμογής του συστήματος, αδιαφόρησε για τις συνέπειες που είχαν οι ενέργειές του, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια. Αυτός όφειλε να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή της αποτυχίας του συστήματος, όπως π.χ. αυξάνοντας τη δόση εφαρμογής, διότι, ναι μεν από το έντυπο των οδηγιών και τις προφορικές συνομιλίες (τόσο με τον 3° εναγόμενο όσο και με τον Κ. Ι.) είχαν ενημερωθεί οι ενάγοντες, οι οποίοι ανέλαβαν την ευθύνη για οποιαδήποτε εφαρμογή δεν ήταν εναρμονισμένη με τις οδηγίες που παρέχονταν στο έντυπο, όμως, πρωτίστως, για την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του ευθύνεται ο 3ος εναγόμενος, που ήταν υπεύθυνος για την εφαρμογή του ως άνω συστήματος. Το Δικαστήριο σταθμίζοντας τη συμπεριφορά καθενός των διάδικων μερών, κρίνει ότι για το επιζήμιο αποτέλεσμα ευθύνονται αμφότεροι και συγκεκριμένα οι μεν ενάγοντες σε ποσοστό 50%, οι δε εναγόμενοι σε ποσοστό 50%, δεχόμενο την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους, που πρόβαλαν νόμιμα (άρθρο 300 ΑΚ), πρωτόδικα, οι εναγόμενοι. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς τους προς αντίκρουση της αγωγής λεκτέα τα εξής: κατ' αρχήν η ένστασή τους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων να στραφούν εναντίον τους, λόγω του ότι η σύμβαση πώλησης και μίσθωσης υπηρεσιών υφίστατο μόνο μεταξύ της 1ης εναγόμενης και της εταιρίας ... ΑΒΕΕ, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η κρινόμενη αγωγή θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ακριβώς επειδή με τους εναγόμενους δεν τους συνδέει κάποιου είδους σύμβαση. Εκ δευτέρου οι εναγόμενοι αρνούνται την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών τους και της ζημίας των εναγόντων, αφού αυτοί ενήργησαν ορθώς στην εφαρμογή του ανωτέρω συστήματος ποιότητας. Πλέον συγκεκριμένα εστιάζουν στο ότι ποτέ ο 3ος εναγόμενος ή άλλοι γεωπόνοι της 2ης εναγόμενης δεν μετέβησαν στους οπωρώνες των εναγόντων, για να τους υποδείξουν τον ακριβή χρόνο συγκομιδής των φρούτων πριν την εισαγωγή στους ψυκτικούς θαλάμους. Ωστόσο, από τις ένορκες βεβαιώσεις Γ. και Τ., για τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει, προκύπτει, ότι ο 3ος εναγόμενος είχε κάνει υποδείξεις στους ενάγοντες για το χρόνο συγκομιδής των αχλαδιών. Αντιθέτως, οι ενόρκως βεβαιούντες Π. και L. S. (από την πλευρά των εναγόμενων) δεν εισφέρουν επ' αυτού κάτι, αφού καταθέτουν μόνο για τη δική τους συνεργασία με τους εναγόμενους, χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη με την παραγωγή των εναγόντων. Τέλος, το αίτημα των εναγόμενων να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της ακριβούς αιτίας απώλειας της παραγωγής των εναγόντων, σήμερα - τέσσερα τουλάχιστον χρόνια μετά το συμβάν - αλυσιτελώς προβάλλεται, από τη στιγμή μάλιστα που όλα τα εναπομείναντα αχλάδια έχουν χυμοποιηθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες μεγάλο μέρος από την παραπάνω ποσότητα αχλαδιών πώλησαν προς χυμοποίηση στην εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε., με έδρα τον Αλμυρό Βόλου. Συγκεκριμένα, ο 1ος ενάγων πώλησε όλα τα 22.000 κιλά αχλάδια (στα οποία είχε γίνει εφαρμογή smart fresh από τους εναγόμενους) προς 0,085 €/κιλό, με συνέπεια να αποκομίσει το ποσό των 1870 €, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθμόν 24/8.2.2018 τιμολογίου. Ο 2ος ενάγων πώλησε μόνο 4.000 κιλά αχλάδια σε κανονική τιμή, διότι αυτά (από τη συνολική ποσότητα των 22.000 κιλών) διασώθηκαν σε εμπορεύσιμη κατάσταση μετά την εφαρμογή του smart fresh. Από τα υπόλοιπα 18.000 κιλά, τα 12.144 κιλά αχλάδια τα πώλησε για χυμοποίηση προς 0,085 €/κιλό και αποκόμισε το ποσό των 1032,24 €, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθμόν 34/8.2.2018 τιμολογίου. Την υπόλοιπη ποσότητα, επειδή ήταν εντελώς ακατάλληλη για κάθε εκμετάλλευση, τη διέθεσε, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε τίμημα, μεταφέροντας την σε όμορους ανοικτούς βοσκότοπους, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για ζωοτροφή από κτηνοτρόφους της περιοχής. Ωστόσο, την ποσότητα των αχλαδιών συνολικού βάρους 22.000 κιλών, ο 1ος ενάγων θα την πωλούσε το πρώτο εξάμηνο του 2018 προς τρίτους με τιμή, η οποία θα ανερχόταν σε 1,10 €/κιλό κατά μέσο όρο, με αποτέλεσμα να αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το ποσό των 24.200 € (22.000 κιλά X 1,10€/κιλό). Ο δε 2ος ενάγων θα την πωλούσε ομοίως προς τρίτους με τιμή ύψους 1,10 €/κιλό κατά μέσο όρο και θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων 19.800 € (18.000 κιλά X 1,10€/κιλό). Ενώ, δεν αποδείχθηκε από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό μέσο (π.χ. απλή απόδειξη παροχής υπηρεσιών), ούτε οι ενόρκως βεβαιούντες των εναγόντων κατέθεσαν σχετικά ότι δηλαδή, λόγω της διαλογής των αχλαδιών, απαιτήθηκαν επιπλέον 20 ημερομίσθια προς 40 ευρώ έκαστο, με αποτέλεσμα να δαπανήσει ο 2ος εναγών το ποσό των 400 ευρώ και συνεπώς το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του. Ενόψει των ανωτέρω, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, που συνίσταται στη διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση του τιμήματος από την πώληση των προαναφερόμενων ποσοτήτων αχλαδιών προς χυμοποίηση, από το τίμημα που θα πετύχαιναν από την πώληση των αχλαδιών υπό φυσιολογικές και ομαλές συνθήκες ύψους 11.165 € για τον 1° ενάγοντα (22.000 κιλά X 1,10 €/κιλό = 24.200 € - 1870 € = 22.330 € X 50% συντρέχον πταίσμα = 11.165 €) και 9.383,88 € για τον 2° ενάγοντα (18.000 κιλά X 1,10 €/κιλό = 19.800 € - 1032,24 € = 18.767,76 € X 50% συντρέχον πταίσμα = 9.383,88 €). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων σε βάρος των εναγόντων, αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να οριστεί, ενόψει του είδους και του μεγέθους της βλάβης που υπέστησαν, των συνθηκών της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγόμενων, καθώς και της περιουσιακής κατάστασης των μερών, στο ποσό των 1000 ευρώ για τον καθένα, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον 1° ενάγοντα το ποσό των 12.165 € (11.165 € + 1000 €) και στον 2° το ποσό των 10.383,88 € (9.383,88 € + 1000 €).... ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 922 ΑΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του 3ου εναγομένου και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής με την καταστροφή των συγκομισθέντων φρούτων παραγωγής των αναιρεσιβλήτων, που είχε ως επακόλουθο την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη τους. Και τούτο διότι, ο 3ος εναγόμενος, ο οποίος ανέλαβε τις μονάδες δοκιμής και εφαρμογής του προαναφερόμενου συστήματος Smart Fresh, υποπροστηθείς από την 2η εναγομένη, προστηθείσα από την 1η εναγομένη-αναιρεσείουσα, παρόλο που είχε κάνει υποδείξεις στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους για τον ακριβή χρόνο συγκομιδής των φρούτων (αχλαδιών) και παρόλο που γνώριζε ότι στα παραπάνω ψυγεία της εταιρίας ... ΑΒΕΕ δεν είχε γίνει ο έλεγχος του δείκτη ωρίμανσης των συγκομισθέντων φρούτων παραγωγής των αναιρεσιβλήτων, που επηρέαζε την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του συστήματος ποιότητας Smart Fresh, προέβη στη μετασυλλεκτική εφαρμογή αυτού (συστήματος Smart - Fresh) στα φρούτα παραγωγής των αναιρεσιβλήτων, παρότι τα φρούτα είχαν ημερομηνία έναρξης συγκομιδής χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των επτά ημερών, παράγων ο οποίος οδήγησε τελικά στην αποτυχία της εφαρμογής του συστήματος ποιότητας Smart Fresh, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, ήτοι για το ενδεχόμενο αποτυχίας εφαρμογής του συστήματος ενόψει του προχωρημένου σταδίου ωρίμανσης των φρούτων. Αυτός όφειλε να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή της αποτυχίας του συστήματος, όπως π. χ. αυξάνοντας τη δόση εφαρμογής. Οι ως άνω δε ενέργειες και παραλείψεις του 3ου εναγομένου τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα καταστροφή των συγκομισθέντων φρούτων της παραγωγής των αναιρεσιβλήτων, που είχε ως επακόλουθο την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη τους. Εξάλλου, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, καθόσον τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της 1ης εναγομένης αναιρεσείουσας, κατόχου της οριστικής άδειας διάθεσης στην Ελλάδα του συστήματος ποιότητας Smart Fresh, της 2ης εναγομένης, υπεύθυνης για την προώθηση, διάθεση και εφαρμογή του ως άνω προϊόντος στις εγκαταστάσεις των πελατών της στην Ελλάδα δυνάμει της από 4. 3. 2016 σύμβασης παροχής υπηρεσιών και του 3ου εναγομένου, υπεύθυνου για την εφαρμογή του ως άνω συστήματος για λογαριασμό της 2ης εναγομένης, που θεμελιώνει αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, αμέσως ζημιωθέντων από την παράνομη και υπαίτια πράξη του ανωτέρω συνεργάτη της 2ης εναγομένης 3ου εναγομένου, χωρίς να συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της αναιρεσείουσας λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης των αναιρεσιβλήτων ως προς τους δείκτες ωρίμανσης όλων των φρούτων σύμφωνα με τις συστάσεις της (αναιρεσείουσας) και ως προς τον έλεγχο αυτών από αντιπρόσωπό της, υφίσταται δε εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσας από τον υποπροστηθέντα συνεργάτη της 2ης εναγομένης αδικοπραξίας στα πλαίσια της εφαρμογής του ανωτέρω συστήματος, που του είχε ανατεθεί από την 2η εναγομένη προστηθείσα από την αναιρεσείουσα, με την έννοια ότι η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του 3ου εναγομένου δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, ενώ ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν διακόπτεται από το συντρέχον πταίσμα των αναιρεσιβλήτων, αφού η συνυπαιτιότητα προϋποθέτει την ύπαρξη πταίσματος, οποιουδήποτε βαθμού, και του προστηθέντος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του 3ου εναγομένου, στα πλαίσια σχέσης πρόστησης με την 2η εναγομένη και την 1η εναγομένη, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την επελθούσα ζημία, οι οποίες(αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στην μερική παραδοχή της αγωγής. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 725/2022 ΑΠ 68/2022). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ενώ οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους ότι ο τρίτος εναγόμενος, προστηθείς της αναιρεσείουσας, έδρασε κατά παράβαση του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και προστασίας των άλλων, στο πλαίσιο της ΑΚ 914, το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε απ' αυτούς και συγκεκριμένα ότι ο ως άνω εναγόμενος, ο οποίος ανέλαβε τις μονάδες δοκιμής και εφαρμογής του συστήματος και παρόλο που γνώριζε ότι συνέτρεχε στα ψυγεία ο παράγοντας αυτός (μη ελεγχθείς δείκτης ωρίμανσης των φρούτων) που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτυχία της εφαρμογής του συστήματος, αδιαφόρησε για τις συνέπειες που είχαν οι ενέργειές του, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια, ενώ όφειλε να λάβει όλα τα αναδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή της αποτυχίας του συστήματος, όπως π.χ. αυξάνοντας τη δόση εφαρμογής. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη του το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. 7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 10-1-2023 αίτηση για αναίρεση της 2376/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2. 700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης