ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1271/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1271/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1271/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1271 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1271/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΕΜΝΙΤΣΑΣ" που εδρεύει στην Στεμνίτσα Γορτυνίας Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή που ανακάλεσε την από 1/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ψωφίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/7/2022αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017]. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 10097/18.10.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ναυπλίου Ε. Ν., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 124/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, διακρατηθείσας της υποθέσεως προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ προβλέπει τη λύση της μίσθωσης έργου με καταγγελία από μέρους του εργοδότη. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης έργου σε οποιοδήποτε χρόνο έως την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή ενώ ακόμη αυτό βρίσκεται υπό εκτέλεση, χωρίς την ανάγκη επίκλησης οποιουδήποτε λόγου,0 αρκεί μόνο να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη για την εκτέλεση του έργου αμοιβή. Συνέπειες της κατά την προαναφερόμενη διάταξη καταγγελίας είναι η λύση της σύμβασης για το μέλλον, η υποχρέωση του εργολάβου να παραδώσει το μέρος του έργου που εκτελέστηκε στον εργοδότη, ο οποίος οφείλει να καταβάλει την πλήρη συμφωνημένη αμοιβή στον εργολάβο. Επομένως, από τη χρονική στιγμή της καταγγελίας αρχίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 250, 251 και 253 του ΑΚ, η παραγραφή της σχετικής αξίωσης του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του (ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 464/2022, 381/2021, ΑΠ 697/2019). Περαιτέρω στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 100/2021, ΑΠ 84/2016). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 1 και 5, 251, 253 ΑΚ απορρίπτοντας την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η παραγραφή δεν αρχίζει από τον χρόνο που έπρεπε να παραδοθεί το έργο, αλλά από τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως έργου από τον εργοδότη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα ακόλουθα: "Ότι κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού στον οποίο ο ίδιος ανακηρύχθηκε μειοδότης στις 24.9.2010 συνήψε με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας ανέλαβε, ως εργολάβος, την υποχρέωση να εκτελέσει οικοδομικές εργασίες για την επισκευή και συντήρηση του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Στεμνίτσας, οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή. Ότι μετά την έναρξη των εργασιών το αναιρεσείον του ζήτησε να εκτελέσει επιπλέον εργασίες, οι οποίες επίσης αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι με την από 5.2.2017 εξώδικη δήλωσή του, που του κοινοποιήθηκε στις 23.1.2017, το αναιρεσείον κατήγγειλε την προαναφερθείσα σύμβαση έργου έχοντας προβεί με τμηματικές καταβολές στην εξόφληση μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος των 69.103,73 ευρώ, ενώ συνεχίζει να του οφείλει το υπόλοιπο του τιμήματος, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 19.266,77 ευρώ. Με τα περιστατικά αυτά ζήτησε, με βάση τη σύμβαση έργου και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19266,77 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, καθόσον ο ενάγων επικαλείται ότι πριν την αποπεράτωση του συμφωνηθέντος έργου, το εναγόμενο (εργοδότης) κατήγγειλε τις μεταξύ τους υφιστάμενες συμβάσεις έργου και ότι εξ αυτού του λόγου δικαιούται την συμφωνημένη αμοιβή του, μετά την αφαίρεση της δαπάνης που εξοικονόμησε κατά το μέρος που ματαιώθηκε η εκτέλεση των συμβάσεων. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου προκύπτει ότι ως προς την ως άνω ένσταση παραγραφής ισχυρίστηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα από 24-9-2010 και 27-9-2010 δύο συμφωνητικά το έργο που ανέλαβε με αυτά να εκτελέσει ο ενάγων έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί εντός 90 ημερών από την σύναψη των συμφωνητικών όπως η σχετική μελέτη που είχε γνωστοποιηθεί σε αυτόν από Ιούλιο 2010 του Πολιτικού Μηχανικού Α. Σ. (προσαγόμενη με επίκληση) ανέφερε και όπως από τα ιδιωτικά συμφωνητικά υπήρχε ρητή παραπομπή σε αυτήν. Ο ενάγων δεν ολοκλήρωσε το αναληφθέν έργο μέσα στην παραπάνω τρίμηνη προθεσμία , ούτε τις εργασίες του Α συμφωνητικού στις 24-12-2010, ούτε τις εργασίες του Β' συμφωνητικού στις 27-12-2010. Άρα από την 27-12-2010 που όφειλε να έχει παραδώσει το έργο ρητά και με σαφήνεια, συμβατικώς συμφωνηθέντος του εν λόγω χρόνου, μέχρι και τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (27-12-2018, όταν και μας κοινοποιήθηκε η ένδικος αγωγή) έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών που σύμφωνα με το άρθρο 250 παρ. 1 του Α.Κ. προβλέπει ως το απώτατο χρονικό διάστημα της παραγραφής των αξιώσεων από σύμβαση έργου, όπως και η προκείμενη (1-1-2011 έναρξη παραγραφής και 3112-2015 συμπλήρωση παραγραφής). Επικουρικότερα, επειδή ο ενάγων δεν εργάσθηκε καθόλου στο έργο από τον Αύγουστο του 2011, όπως προκύπτει τις επιστολές που του έχουμε αποστείλει στις αρχές του 2012 και πάλι η ένδικος απαίτησή του είναι παραγεγραμμένη διότι η 5ετής παραγραφή άρχισε από τα τέλη του 2011 δηλ. 1-1-2012 και συμπληρώθηκε στα τέλη του 2016. Όλως επικουρικώς ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με τις παραπάνω προσαγόμενες με επίκληση επιστολές μας του είχαμε παράσχει προθεσμία αποπερατώσεως μέχρι και τον Μάιο του 2012 που λόγω της φύσης του Νομικού μας Προσώπου θελήσαμε να συμπεριφερθούμε, δηλ. Χριστιανικά και καλόπιστα, και πάλι η ένδικος αξίωσή του είναι παραγεγραμμένη, αφού η πενταετής προθεσμία του άρθρου 250 παρ. 1 άρχισε την 1-1-2013 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2017.". Όπως προεκτέθηκε, η ένδικη αξίωση στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, οπότε η παραγραφή της αρχίζει από την καταγγελία των επίδικων συμβάσεων έργου εκ μέρους του αναιρεσείοντος που έγινε κατά τους ισχυρισμούς του στις 23-1-2017, με αποτέλεσμα μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 27-12-2018 να μην έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή. Επομένως, η ως άνω ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως για το λόγο ότι από τις 27-12-2010 που έπρεπε να παραδοθεί το έργο, άλλως από την 1-1-2012 που σταμάτησε ο αναιρεσίβλητος την εκτέλεση του έργου, άλλως από την 1-1-2013, δεδομένου ότι παρασχέθηκε προθεσμία αποπερατώσεως μέχρι και τον Μάιο του 2012, μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ως άνω ένσταση, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 158 ΑΚ, η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου ο νόμος το ορίζει, κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 159 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο από το νόμο απαιτούμενος τύπος, ενόσω δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι άκυρη. Εξάλλου, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ορίζεται ότι: "πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του ν.π. έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διάρκειας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής, δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Το παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε από 9-7-1992 σε 150.000 δρχ. με την υπ' αριθμ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 Υπουργική απόφαση (Φ. Β' 447) και σε 2.500 ευρώ από 7-8-2002 με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ. 1033/7-8-2002). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από ν.π.δ.δ. και έχει αντικείμενο πάνω από 10.000 δρχ. αρχικά, από 150.000 δρχ. στη συνέχεια και ήδη 2.500 ευρώ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη. Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 430/2015). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 41 του νδ 496/1974, 158 και 159 του ΑΚ, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 615 ευρώ για τις εργασίες κατασκευής του βόθρου και το ποσό των 7.380 ευρώ για τις εργασίες αντικατάστασης των μαρμάρων των βαθμίδων της κλίμακας, παρότι οι συμφωνίες για την εκτέλεση αυτών των εργασιών που καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του αναιρεσείοντος, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., έγιναν προφορικά χωρίς να περιβληθούν τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, με συνέπεια να είναι άκυρες. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει εργολάβος οικοδομών, στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, στις 24.9.2010, συνήψε εγγράφως με τον νόμιμο εκπρόσωπο του ν.π.δ.δ. Ενοριακού Ναού με την επωνυμία "Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Στεμνίτσας", πρώτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, ως εργολάβος, την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο "Συντήρηση Ιερού Ναού", όπως αυτό περιγραφόταν στην σχετική από 6.7.2010 τεχνική μελέτη του Θ. Μ., έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής,, ύψους 65.800 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23%, η καταβολή του οποίου θα γινόταν όταν θα εκταμευόταν το ποσό από την Ε.Τ.Ε. Δημητσάνας, ύστερα από έγκριση της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Πρόνοιας και το αργότερο μέχρ' την 31.10.2010, εφόσον αυτός εξέδιδε και παρέδιδε στο εκκλησιαστικό συμβούλιο τα απαιτούμενα νόμιμα παραστατικά. Σύμφωνα, δε, με τα συμφωνηθέντα, η εκτέλεση του έργου θα άρχιζε αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης και θα περατωνόταν εντός της προβλεπόμενης στην προμνησθείσα μελέτη προθεσμίας ήτοι εντός ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την πρωτοκόλληση της σύμβασης στην Υπηρεσία, η οποία θα έπρεπε να γίνει εντός 15 ημερών, άλλως από την εκπνοή της 15ήμερης αυτής προθεσμίας. Η δε τεχνική μελέτη προέβλεπε την εκτέλεση των ακόλουθων εργασιών: α) καθαίρεση των επιχρισμάτων του Ιερού Ναού στην είσοδο- καθαρισμός της επιφάνειας με αμμοβολή και αρμολόγημα των τοίχων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του επιβλέποντος μηχανικού, β) καθαίρεση των τοίχων από αργολιθοδομή στο προαύλιο του Ιερού Ναού, της σκάλας εισόδου από σκυρόδεμα των σιδηρών κιγκλιδωμάτων και τμήματος του λιθόστρωτου στη νότια πλευρά της εκκλησίας, γ) καθαίρεση του σκυροδέματος ή υποβιβασμός της στάθμης της εισόδου του ναού, ώστε να δεχθεί υπόστρωμα από σκυρόδεμα και επίστρωση με μάρμαρο- μωσαϊκό (λευκό-μαύρο), δ) κατασκευή νέας κλίμακας με ολόσωμες βαθμίδες γλυπτής διατομής σε κεκλιμένη επιφάνεια, ε) κατασκευή περιμετρικών τοίχων από αργολιθοδομές στο προαύλιο του ναού και επίστρωση των τοίχων με χονδρόπλακες και στ) κατασκευή και τοποθέτηση σιδηρών κιγκλιδωμάτων.
Συνεπώς, οι εργασίες για την εκτέλεση του έργου περιλάμβαναν εκσκαφές, καθαιρέσεις, εργασίες σκυροδέματος, τοιχοποιίας και επιχρίσματα, επενδύσεις και επιστρώσεις και μεταλλικές κατασκευές. Προς εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο ενάγων, ξεκίνησε άμεσα, στις 24.9.2010, την κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου. Και ενώ οι εργασίες κατασκευής του συμφωνηθέντος έργου συνεχίζονταν, στις 27.9.2010 ο ενάγων συνήψε με το πρώτο των εναγομένων, νομίμως εκπροσωπούμενο, πρόσθετη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να κατεδαφίσει τα πέτρινα βάθρα όπου ήταν τοποθετημένες οι καμπάνες του ναού και να κατασκευάσει νέα όμοιων διαστάσεων, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 35.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, το οποίο θα εξοφλείτο τμηματικά, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ναού και για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί. Αναλυτικά οι εργασίες στις οποίες αυτός έπρεπε να προβεί ήταν: α) κατασκευή βάσεων από οπλισμένο σκυρόδεμα, β) κατασκευή περιμετρικών τοιχίων από οπλισμένο σκυρόδεμα πάχος 40 εκ. που στις γωνίες τους θα έχουν οπλισμό υποστυλωμάτων και σε κάποια πλευρά πόρτα, γ) κατασκευή πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα σε καθένα από αυτά, δ) επένδυσή τους με πέτρα που να ταιριάζει με τις γύρω κατασκευές, ε) κατασκευή στο ένα από αυτά θολωτής οροφής, ενώ αμφότερα θα γίνουν εσωτερικά με μαρμαροκονία, στ) κατασκευή πάνω στα βάθρα επέκτασης των υποστυλωμάτων της κάτω κατασκευής διαστάσεων 40 Χ 40 εκ., ζ) κατασκευή πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα πάνω σε καθένα από αυτά και η) επένδυση με πέτρα και αυτής της κατασκευής και δημιουργία τόξων σε κάθε πλευρά. Ωστόσο, επειδή οι κατασκευές αυτές κατέτειναν στη δημιουργία αποθηκευτικών χώρων, χώρων γραφείων και τουαλέτας, κρίθηκε στη συνέχεια αναγκαία η κατασκευή βόθρου. Γι' αυτό ο ενάγων και το πρώτο εναγόμενο, νομίμως εκπροσωπούμενο, συνήψαν προφορικά την ίδια ημερομηνία πρόσθετη σύμβαση έργου κατασκευής βόθρου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος 500 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, δηλαδή συνολικά 615 ευρώ. το οποίο ομοίως θα καταβαλλόταν τμηματικά, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του ναού. Στη συνέχεια, περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010, οι ίδιοι συμβαλλόμενοι συνήψσν προφορικά πρόσθετη σύμβαση έργου και δη την αντικατάσταση της μαρμάρινης επίστρωσης των βαθμίδων της κλίμακας του ναού με μάρμαρο Βυτίνας, έναντι αμοιβής ποσού 6.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι συνολικά 7.380 ευρώ.". Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι , οι από 27-9-2010 και από Οκτωβρίου 2010 πρόσθετες συμβάσεις έργου που καταρτίστηκαν προφορικά μεταξύ των διαδίκων και αφορούσαν στην κατασκευή βόθρου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος 500 ευρώ και στην αντικατάσταση της μαρμάρινης επιστρώσεως των βαθμίδων της κλίμακας του Ναού με μάρμαρο Βυτίνας, έναντι αμοιβής 6.000 ευρώ, δεν ήταν αυτοτελείς και ανεξάρτητες από την βασική σύμβαση έργου που καταρτίστηκε εγγράφως στις 24-9-2010, αλλά ήταν συμπληρωματικές αυτής, καθόσον η εκτέλεση των πρόσθετων αυτών εργασιών κρίθηκε αναγκαία κατά την εκτέλεση των εργασιών της βασικής συμβάσεως έργου. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4, 560 αριθ. 3 και 580 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 293/1981). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του Ν 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1996). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010). Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/11, 1378/11). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 298/2023, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 1187/2019, ΑΠ 1626/2018, ΑΠ 656/2018, ΑΠ 201/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το αναιρεσείον η πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενόψει του χαρακτήρα της επίδικης διαφοράς ως διοικητικής, καθόσον το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με υπερέχουσα έναντι του αντισυμβλλόμενου ιδιώτη νομική θέση και οι επίδικες συμβάσεις αφορούν εκτέλεση οικοδομικών έργων στον Ιερό Ναό του αναιρεσείοντος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ο οποίος προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τα προς θεμελίωση αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον αυτού (δικαστηρίου της ουσίας) προτάσεών του προκύπτει η προβολή των επικαλούμενων ως άνω πραγματικών περιστατικών από το αναιρεσείον, είναι και αβάσιμος, διότι από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις δεν εξυπηρετούσαν δημόσιο σκοπό, διότι οι συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες εργασίες συνίσταντο αποκλειστικά σε οικοδομικές εργασίες επισκευής και συντηρήσεως του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής Στεμνίτσας. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 334/2023, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1012/2021, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019).
Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου. Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία ελέγχονται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ελέγχεται μόνο η νομική και η ποιοτική αοριστία (η τελευταία για τις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016), στο πλαίσιο των λόγων των αριθμών 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 248/2024, ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017). Το αναιρεσείον με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και ειδικότερα έλαβε υπόψη την αξία κάθε μιας των εργασιών που φέρεται ότι εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος, μολονότι αυτή δεν προσδιοριζόταν και έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής ιδρύει τον λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, το οποίο δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση είναι του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, ο οποίος ταυτίζεται περίπου με αυτόν του άρθρου 559 αριθ. 8 και προτείνεται μόνο κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά την 1.1.2016, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023). Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ενάγων δεν δικαιούται το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό, διότι ούτε ολοκλήρωσε το έργο επισκευής και συντήρησης του Ιερού Ναού, που του ανατέθηκε και το οποίο αφορούν οι αναφερόμενες στην αγωγή του οικοδομικές εργασίες, ούτε του παρέδωσε το έργο αυτό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν αλυσιτελής και επομένως επουσιώδης, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στην καταγγελία της συμβάσεως έργου από τον εργοδότη πριν την αποπεράτωση του έργου και στην εντεύθεν υποχρέωσή του προς καταβολή στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26.7.2022 αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.7.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 124/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή