Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1273 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1273/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Ευθυμίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκκαθαριστή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου, εντολοδόχου, πληρεξούσιας, αντιπροσώπου και αντικλήτου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ υπό ειδική εκκαθάριση", που εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκκαθαριστή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Αρτόπουλο, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6944/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 2η και 6ο των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.7.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4649/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των, πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εφεσιβλήτων, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 104/2024, Α.Π. 249/2024, Α.Π. 333/2024).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, και ως προς αυτές, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. (Α.Π. 407/2024, Α.Π.333/2024,Α.Π. 787/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-4-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", "ALPHA BANK A.E", "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Από τις υπ' αριθμ. όμως ...-2022, ...- 2022,...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ. , που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους πρώτο, δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων Ν. Π., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 6-4-2015 (αρ. κατ. 2895/18-6-2015) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6944/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-2-2018 (με αρ. κατ. 47108/1838/2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4649/2022 απόφαση, του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 17-2-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1544/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1942/2024,ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1536/2024). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 162/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων-αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 εδ. α', και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του (αιτούντος) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, την οποία πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι παριστάμενες πιστώτριες, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη. Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων) , γεννηθείς το έτος 1964 έχει αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο δύο ενήλικα πλέον τέκνα, ενώ είναι έγγαμος σε δεύτερο γάμο με την Σ. Τ., με την οποία έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, γεννηθέν το έτος 2012, ενώ μαζί τους διαμένουν και τα δύο ανήλικα τέκνα της συζύγου του από τον πρώτο της γάμο. Ο ίδιος είναι δημόσιος υπάλληλος, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές, ύψους 1.064,63 ευρώ, η δε σύζυγός του δεν εργάζεται, ενώ το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας του ανέρχεται σε 900,00 ευρώ. Διαμένουν σε διαμέρισμα του Γ ορόφου, επιφάνειας 107,23 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ... στην Κυψέλη Αττικής, αντικειμενικής αξίας 92.887,99 ευρώ, την πλήρη κυριότητα του οποίου έχει αποκτήσει ο αιτών. Ο ίδιος επίσης είναι κύριος ενός καλλιεργήσιμου αγροτεμαχίου, εμβαδού 7.020,00 τ.μ., στη θέση Αγριλιά του Δήμου Βόχας του Ν. Κορινθίας, ενώ κατέχει κατά ποσοστό 50% με τη σύζυγό του ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας Citroen, έτους κυκλοφορίας 2001 και μια μοτοσικλέτα Peugeot, έτους κυκλοφορίας 2003. Το ετήσιο εισόδημα του διαμορφώθηκε ως εξής: ίο οικ. έτος 2005 στο ποσό των 16.085,43 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2006 στο ποσό των 4.397,65 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2007 στο ποσό των 16.816,33 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2008 στο ποσό των 20.326,45 ευρώ για τον αιτούντα και στο ποσό των 19.208,35 ευρώ για την τότε σύζυγό του, το οικ. έτος 2009 στο ποσό των 20.368,43 ευρώ για τον αιτούντα και στο ποσό των 20.211,94 ευρώ για την τότε σύζυγό του, το οικ. έτος 2010 στο ποσό των 22.667,41 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2011 στο ποσό των 17.962,67 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2012 στο ποσό των 17.153,51 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2013 στο ποσό των 13.902,79 ευρώ για τον αιτούντα, το οικ. έτος 2014 στο ποσό τω 12.526,81 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 13.679,45 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 13.343,70 ευρώ για τον αιτούντα και το φορολογικό έτος 2016 στο ποσό των 12.576,67 ευρώ για τον αιτούντα. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο αιτών, σε χρόνο προγενέστερο του έπους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει χρέη συνολικού ύψους 287.226,19 ευρώ και ειδικότερα από την τράπεζα "ΠΕΙΡΑΙΩΣ", δυνάμει; α) της αναφερόμενης σύμβασης πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1.939,07 ευρώ και β) της αναφερόμενης σύμβασης δανείου το ποσό των 6.231,09 ευρώ, από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", δυνάμει: α) των αναφερόμενων επτά (7) συμβάσεων δανείων τα ποσά των 347,54,10.245,07,1.110,15,8.664,40,98.794,46,4.915,15 και 43.283,61 ευρώ, αντίστοιχα, εκ των οποίων στην 3η, 4η, 5η, 6η και 7η σύμβαση ενέχεται ως εγγυητής και β) των αναφερόμενων συμβάσεων πιστωτικής κάρτας τα ποσά των 3.067,89 και 3.435,11 ευρώ, αντίστοιχα, από την τράπεζα "ALPHA BANK" δυνάμει των αναφερόμενων δύο (2) συμβάσεων δανείου, τα ποσά των 12.502,02 και 11.506,13 ευρώ, αντίστοιχα, από το "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" δυνάμει σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 4.078,85 ευρώ και από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" δυνάμει σύμβασης στεγαστικού δανείου το ποσό των 77.108,65 ευρώ. Το τελευταίο δάνειο συνήφθη στις 04-07-2011 (βλ. προτάσεις 5ου εφεσίβλητου), ενώ τα υπόλοιπα συνήφθησαν κατά το έτος 2007, ως ο ίδιος ο αιτών αναφέρει στο δικόγραφο της έφεσής του. Πλην του στεγαστικού δανείου που ελήφθη από το "ΤΠ&Δ", τα λοιπά τραπεζικά προϊόντα αφορούν σε προϊόντα καταναλωτικής πίστης που είχαν αποκλειστικά και μόνο καταναλωτικό σκοπό, την εξασφάλιση δηλαδή ενός επιπέδου διαβίωσης, ανώτερου αυτού που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του. Με τον υπολογισμό του 10% της ενήμερης δόσης, όπως αυτό προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει ο αιτών για τα εν λόγω δάνεια ανέρχεται στο ποσό των 2.133,7 ευρώ, ωστόσο, με βάσει τα εισοδήματά του ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνυπολογιζόμενου του κόστους διαβίωσής της οικογένειας του και με την πρώην σύζυγό του, αλλά και με πι δεύτερη σύζυγο, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε τόσο μεγάλο δανεισμό. Το γεγονός δε ότι αυτός προέβη σε δανεισμό περισσότερο από όσο του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση, συνομολογεί και ο ίδιος στο δικόγραφο της αίτησης του (βλ. σελίδα 4,2η παράγραφο). Η χρήση των πιστωτικών αυτών προϊόντων και των καταναλωτικών δανείων δεν έγινε με σύνεση από τον αιτούντα με βάση τις οικονομικές του δυνατότητες, με την έγκαιρη δηλαδή εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των πιστωτικών καρτών και των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων, από τα εισοδήματά του, ώστε να μην επιβαρύνονται με τόκους έξοδα κ.λπ. Ο τρόπος αυτός διαχείρισης των πιστωτικών προϊόντων είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων χρεών του, πι οποία από ένα χρονικό σημείο και μετά κατέστησαν μη αντιμετωπίσιμα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε οικονομικό αδιέξοδο και εν τέλει το έτος 2015, να σταματήσει εντελώς τις πληρωμές. Ο αιτών, επομένως, δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του με την λήψη πιστωτικών καρτών και δανείων, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον προχωρούσε εν γνώσει του στην λήψη των δανείων αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε άτι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Ειδικότερα ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του, δεδομένου ότι τα εισοδήματά του, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, δεν επαρκούσαν και για την εξυπηρέτηση των χρεών του και για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας τους, και, αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Ο απών ισχυρίζεται ότι με τον συνυπολογισμό και των εισοδημάτων της πρώτης συζύγου του μπορούσε αρχικώς να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, πλην όμως, δεδομένου ότι ο έγγαμος βίος με αυτήν διακόπηκε στις 31-03-2011, μειώθηκε το συνολικό οικογενειακό εισόδημά του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί έκτοτε να ανταποκριθεί στις οφειλές του. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν ασκεί οιαδήποτε έννομη επιρροή, αφού αποδείχθηκε ότι προέβη στη σύναψη στεγαστικού δανείου με το "ΤΠ&Δ" στις 04-07-2011, δηλαδή μετά τη διακοπή της έγγαμης σχέσης του με την πρώτη σύζυγό του, ήτοι όταν, κατά τους ισχυρισμούς του, τα εισοδήματά του μειώθηκαν δραστικά και παρά το γεγονός ότι ήδη είχε προβεί σε δανεισμό, συνολικού ποσού 210.112,54 ευρώ. Τυχόν παράλειψη δε των καθ'ων οι αιτήσεις πιστωτριών να διαπιστώσουν τις δανειακές του υποχρεώσεις και προς άλλα τραπεζικά ιδρύματα μέσω του συστήματος Τειρεσίας ή να προβούν σε έρευνα των οικονομικών του δυνατοτήτων μέσω των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και βεβαιώσεων αποδοχών του δεν απαλλάσσουν τον αιτούντα από την ως άνω ευθύνη του, καθόσον, αν και γνώριζε και σίγουρα μπορούσε να υπολογίσει το ενδεχόμενο αδυναμίας κάλυψης των υποχρεώσεών του με βάση τα εισοδήματά του, προέβη σε δανεισμό, για να εξασφαλίσει επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που μπορούσε να εξασφαλίσει από το οικογενειακό του εισόδημα. Κατόπιν των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών του στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 και η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτής γενομένης της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών των οφειλών του που πρόβαλε, παραδεκτώς και ορισμένα, και στο παρόν δικαστήριο το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΠ&Δ". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του όμοια έκρινε και απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη , δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ως εκ τούτου η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στην ουσία της ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την, από 16-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 47108/1838/2018), έφεση του εκκαλούντος κατά της με αριθ. 6944/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την, από 6-4-2015 αίτηση, του αιτούντος, κρίνοντας ότι περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης των παριστάμενων καθών η αίτηση πιστωτών. Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1εδ. α', β' του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς το ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα. Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024).
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 287.226,19 ευρώ, προερχόμενο από δεκαπέντε τραπεζικά προϊόντα (στεγαστικό δάνειο, πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά προϊόντα), από πέντε πιστώτριες, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος κατά τα έτη 2005 (αμέσως μετά τη λήψη του πρώτου δανείου) έως 2016, γ) το επάγγελμα του αιτούντος (δημόσιος υπάλληλος), δ) την ηλικία του αιτούντος και την οικογενειακή του κατάσταση, ε) το ύψος του συνόλου των ενήμερων κατά μήνα δόσεων το οποίο προσέγγιζε το ποσό των 2.133,7 ευρώ, στ) ότι, προέβαινε, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους [δανείων (στεγαστικό, καταναλωτικών), πιστωτικών καρτών], καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση, συνυπολογιζομένου του κόστους διαβίωσης της οικογένειας του και με την πρώην σύζυγό του , αλλά και με τη δεύτερη σύζυγο, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να τα εξυπηρετήσει συνολικά, ζ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει του ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, το συνομολογεί ο ίδιος ο αιτών- αναιρεσείων στο δικόγραφο της αίτησής του. Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή, προβαίνοντας και σε διαρκή ανακυκλούμενη πίστωση με σκοπό να καλύψει οφειλές του που είχαν ήδη δημιουργηθεί και τις οποίες δεν μπορούσε να καλύψει από τα εισοδήματά του.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του, καθόσον δεν αναφέρει με σαφήνεια τον χρόνο μέχρι τον οποίο εξυπηρετούνταν οι δανειακές του υποχρεώσεις και ιδίως αν η αγορά της κύριας κατοικίας του είχε ως συνέπεια την μη εξυπηρέτηση των λοιπών χρεών του, από τη στιγμή που η παρακράτηση της μηνιαίας δόσης του στεγαστικού δανείου από το τρίτο αναιρεσίβλητο Τ.Π.Δ., γινόταν απευθείας από τον μισθό του, αποτελούν επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος) για την πληρέστερη κατά την άποψή του ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1225/2023), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις και τα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία είχαν συναφθεί αυτές, το συνολικό ποσό των κατά μήνα δόσεων των δανείων, το οικογενειακό εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα 2005-2016, καθώς επίσης ότι έλαβε το στεγαστικό από το έκτο των αναιρεσιβλήτων Τ.Π.Δ., στις 4-7-2011, δηλαδή μετά την διακοπή της έγγαμης σχέσης του με την πρώην σύζυγό του , που έλαβε χώρα στις 31-3-2011, ήτοι όταν, και κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του αιτούντα, τα εισοδήματα του μειώθηκαν δραστικά και παρά το γεγονός ότι είχε προβεί σε δανεισμό συνολικού ποσού 210.112,54 ευρώ. Επίσης, και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες (ενόψει και της διακοπής της έγγαμης σχέσης του στις 31-3-2011), σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς. Τέλος και η εμπεριεχόμενη στον ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας [τις από 31-5-2017 προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τις από 23-4-2021 προτάσεις ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τις παριστάμενες πιστώτριες "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. υπό ειδική εκκαθάριση", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", επαναφέρθηκε δε παραδεκτά με τις ως άνω προτάσεις τους στο, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, από την κυρίως παρεμβαίνουσα εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων", ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με τις από 23-4-2021 προτάσεις της, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021). Ειδικότερα, στην ως άνω ένστασή του, το ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, δικαστηρίου, αναφέρει τα ακόλουθα : "...ο αντίδικος σε χρόνους προγενέστερους της αίτησης έλαβε δάνεια από τις καθ' ών πιστώτριες η συνολική απαίτηση των οποίων ανέρχονταν κατά την συζήτηση της αίτησης (31-5-2017) σε συνολικό ύψος 287.226,19 ευρώ και συγκεκριμένα : η απαίτηση στην πρώτη των καθ'ών ανέρχονταν στο ποσό των 8.170,16 ευρώ (από πιστωτική κάρτα και ένα καταναλωτικό δάνειο) , η απαίτηση στην δεύτερη των καθ'ών ανέρχονταν στο ποσό των 173.863,38 ευρώ (από 7 συμβάσεις δανείων και 2 πιστωτικές κάρτες), η απαίτηση στην τρίτη των καθ'ών ανέρχονταν στο ποσό των 24.008,15 ευρώ (από 2 συμβάσεις καταναλωτικών δανείων), απαίτηση στην τέταρτη των καθ'ων ανέρχονταν στο ποσό των 4.078,85 ευρώ (από μία σύμβαση δανείου) και η απαίτηση στο ΤΠΔ, στο ποσό των 77.108,65 ευρώ από σύμβαση στεγαστικού δανείου. Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του αφορά σε καταναλωτικά δάνεια, τα οποία ουδέποτε είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει ακόμα και την εποχή που το ατομικό του εισόδημα άγγιζε τις 23.000,00 ευρώ, καθώς δεν επαρκούσε να καλύψει όχι μόνο τις δανειακές του υποχρεώσεις ,αλλά και το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του. Με τον υπολογισμό του 10% της ενήμερης δόσης προέκυψε ότι η μηνιαία δόση που ο αντίδικος έπρεπε να καταβάλει ανερχόταν στο ποσό των 2.133,7 ευρώ, ποσό το οποίο ουδέποτε μπορούσε να καλύπτει καθώς το μεγαλύτερο εισόδημά του ήταν το έτος 2010 ύψους 22.677,41 ευρώ, άλλως 1.889,75 ευρώ μηνιαίως (υπολογισμένο βάσει 12 μισθών). Σημειωτέον δε ότι το έτος 2011 και ενώ είχε μεγάλο δανεισμό από 14 ληφθέντα καταναλωτικά δάνεια προέβη στην σύναψη στεγαστικού δανείου ύψους 81.000 ευρώ, με μηνιαία δόση 492,78 ευρώ, επιβαρύνοντας έτσι την ήδη υψηλή συνολική δόση που έπρεπε να καταβάλει στους λοιπούς πιστωτές του. περαιτέρω, ο αντίδικος ουδόλως αναφέρεται σε κάποιο απροσδόκητο γεγονός που τον εξανάγκασε άλλως να δικαιολογεί τον αλόγιστο υπερδανεισμό του ή που να ανέτρεψε τον οικονομικό προγραμματισμό του, ώστε δικαιολογημένα να αδυνατεί εκ του λόγου αυτού, να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις. Άλλωστε ο ισχυρισμός του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος ότι όταν έλαβε τα επίδικα δάνεια είχε φορολογητέο οικογενειακό εισόδημα 39.534,8 ευρώ το έτος 2007 και επομένως κατά την κρίση του μπορούσε να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις, είναι αυθαίρετος και ανυπόστατος καθώς τα εισοδήματα της πρώτης συζύγου του αναφέρονται στην επίδικη απόφαση μόνο για δύο οικονομικά έτη (2007 και 2008), όπερ σημαίνει ότι ήδη κατά την λήψη του στεγαστικού δανείου από το ΤΠΔ τον Απρίλιο του 2011, ήτοι μετά την διάσπαση του έγγαμου βίου του, είχε πλήρη επίγνωση των μειώσεων των εισοδημάτων του (οικ. έτη 2009,2010 και 2011), και σε καμία περίπτωση δεν αφορά σε πταίσμα του νομικού προσώπου αλλά ευκρινέστατα και σαφέστατα ευθύνη φέρει εξ ολοκλήρου ο αντίδικος ,ιδίως δε όταν αναφέρεται σε οικογενειακό εισόδημα ύψους 3.100 ευρώ μηνιαίως, χωρίς όμως κάποια αναφορά σε τυχόν δανειακές υποχρεώσεις της πρώην συζύγου του. Επομένως, ο ισχυρισμός του ότι το οικογενειακό του εισόδημα ήταν υψηλό και κάλυπτε το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων τυγχάνει έωλο, καθώς ακόμα και αν πράγματι κάλυπτε τις άνω υποχρεώσεις αυτό ήταν για βραχύ χρονικό διάστημα και σίγουρα δεν κάλυπτε την φερεγγυότητα του δανειολήπτη για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβε τα επίδικα δάνεια. [...] Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η πρωτόδικη απόφαση ορθώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν στη δίκη και πλήρως αιτιολογημένα έκανε δεκτή την ένσταση περί δόλου που προβάλλαμε εμείς οι πιστωτές της και απέρριψε την αίτηση του αντιδίκου ως ουσία αβάσιμη...".
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προβληθείσα από τις ως άνω τραπεζικές εταιρείες και το ΤΠΔ ένσταση δόλου, εσφαλμένα κρίθηκε ορισμένη, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτή 1) τα τραπεζικά προϊόντα που αυτός ανέλαβε ως οφειλέτης, καθώς και το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, 2) ο χρόνος ανάληψης κάθε δανειακής υποχρέωσής του και η κατά το χρόνο εκείνο οικονομική του δυνατότητα, 3) η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλλει για κάθε δάνειο και τα έξοδα διαβίωσής του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαία, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα. (ΑΠ 1213/2024). Ο τρίτος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους ως άνω, πρώτο και τρίτο ενιαίως ερευνώμενους, αναιρετικούς λόγους με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ. α', και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης, είναι καθ' αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Από το συνδυασμό των άρθρων 847 επ., 855, 857 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης έχει χαρακτήρα παρεπόμενο σε σχέση με την κύρια οφειλή και επικουρικό. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας συνίσταται στο ότι η υποχρέωση του εγγυητή εξαρτάται από τη γένεση, το κύρος, την έκταση, τη δυνατότητα πραγμάτωσης και την απόσβεση της κύριας οφειλής. Το στοιχείο της επικουρικότητας από την άλλη πλευρά συνίσταται στη δυνατότητα να διωχθεί ο εγγυητής μόνον εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από την περιουσία του πρωτοφειλέτη (ένσταση δίζησης). Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της εγγύησης δεν δύναται να παρακαμφθεί ούτε με σύμβαση (εκτός κι αν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής θα ευθύνονται εις ολόκληρον οπότε όμως τότε δεν θα υφίσταται εγγύηση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση). Αντιθέτως, ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης δύναται να παρακαμφθεί διά της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, οπότε τότε ο δανειστής μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα ή διαδοχικά κατά του οφειλέτη και του εγγυητή, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή αλλά η εγγύηση διατηρεί τον παρεπόμενο χαρακτήρα της σε σχέση με την κύρια οφειλή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδ. α' του Ν.3869/2010 "Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται". (ΑΠ 545/2021, ΑΠ 626/2019).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, λόγω υπάρξεως δόλου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας του να εκπληρώσει, ως εγγυητής στις αναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και αυτές των άρθρων 847, 855 ΑΚ, αφού η ενοχή του ως εγγυητή, ήταν παρεπόμενη και επικουρική σε σχέση με αυτήν της πρωτοφειλέτριας- πρώην συζύγου του, Σ. Α., αναφορικά με τις δυο από τις πέντε συνολικά δανειακές συμβάσεις που είχε καταρτίσει με την τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, με την ιδιότητα του εγγυητή, και συνεπώς ότι δεν πληρούται το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 περί συνδρομής δόλου με την ιδιότητα του ως εγγυητή. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι το δικάσαν Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 και αυτές των άρθρων 847 και 855 ΑΚ, καθόσον το γεγονός ότι ο αντίδικος συμβλήθηκε ως εγγυητής δεν αίρει τον δόλο του ως προς τη θέση του σε αδυναμία πληρωμών, διότι και η παροχή εγγύησης συνιστά ανάληψη υποχρέωσης. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, (αληθώς από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ), δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (με έναρξη ισχύος την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (14-7-2022), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο" και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνον του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (ΑΠ 333/2024, ΑΠ 740/2023, ΑΠ 20/2023, ΑΠ11/2021, ΑΠ 117/2018). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 485/2023, Α.Π. 972/2022). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1389/2023, Α.Π. 1224/2023, Α.Π. 1036/2023, Α.Π. 465/2023). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016). Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022), το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 333/2024,Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022). Ιδρύεται, όμως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, (ήτοι το πιστοποιητικό μεταγραφής προσημείωσης υποθήκης του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στο οποίο ήταν επισυναπτόμενη και η από 2-11-2010 αίτηση που είχε καταθέσει στην έκτη των αναιρεσίβλητων για την λήψη του δανείου για την αγορά της κατοικίας του) . Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη είναι απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, και δεν περιέχεται, κατά τα προαναφερθέντα, στους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγος, αντίστοιχος εκείνου του άρθρου 559 αρ. 11 του ίδιου Κώδικα, περί μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Τέλος, οι περιεχόμενες στον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, περαιτέρω αιτιάσεις, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τη μη λήψη υπόψη των παραπάνω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (ήτοι το πιστοποιητικό μεταγραφής προσημείωσης υποθήκης του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στο οποίο ήταν επισυναπτόμενη και η από 2-11-2010 αίτηση που είχε καταθέσει στο έκτο των αναιρεσίβλητων για την λήψη του δανείου για την αγορά της κατοικίας του), κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 8 ΚΠολΔ, αληθώς από το άρθρο 560 αρ. 5 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ., παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επίσης απορριπτέες ως απαράδεκτες, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.5 εδ.β'του ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 70914/117/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4649/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ