ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1274/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1274/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1274/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1274 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1274/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιμπουκάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1970/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3948/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-7-2022 (αριθ. εκθ. καταθ. 5708/625/18-7-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 3948/20-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ). Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.3948/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά της ήδη αναιρεσείουσας, την από 29-1-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 8764/497/2019), αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι, δυνάμει του αναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου προσωπικών ατυχημάτων και το ανανεωτήριο συμβόλαιο αυτού, ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη του Ν. Κ., μεταξύ άλλων και για την περίπτωση πρόσκαιρης ανικανότητας προς εργασία λόγω ατυχήματος, όπως και για την κάλυψη ιατροφαρμακευτικών δαπανών από ατύχημα. Ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Δ. Σ. οδηγώντας το ΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Κ. Σ. και ασφαλισμένου στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον σοβαρό τραυματισμό του ως άνω ασφαλισμένου της, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, εξαιτίας της σύγκρουσης και του εντεύθεν τραυματισμού του, ο τελευταίος κατέστη ανίκανος προς εργασία 600 ημέρες, ενώ υποβλήθηκε και σε φυσικοθεραπείες. Ότι για το λόγο αυτό, η ίδια κατέβαλε στον ασφαλισμένο της στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης το ποσό των 40.800 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της πρόσκαιρης ανικανότητάς του προς εργασία και το ποσό των 3800 ευρώ για τις φυσικοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και, επομένως, υποκαταστάθηκε στα σχετικά δικαιώματα αυτού έναντι της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ενώ και ο ασφαλισμένος της δεν συμπεριέλαβε τις ως άνω αξιώσεις στην αγωγή που άσκησε κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και κατά του οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος Με βάση το ιστορικό αυτό και επικουρικά ως αμέσως ζημιωθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλλει το ποσό των 44.600 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1970/2019 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Μετά την άσκηση έφεσης από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ'ουσίαν. Με τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 31 παρ. 1 και 3 και 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: Στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (άρθρο 27 παρ. 1). Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας. Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στα τυχόν κατ` αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου (31 παρ. 1 και 3). Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε (14 παρ. 1). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 του ΑΚ, 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 του ν. 2496/1997, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπεύθυνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από τον ασφαλιστή. Έτσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαίτιου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπεύθυνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκατάστασης του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 2496/1997 (πρώην διάταξη του άρθρ. 210 του Ε.Ν.). Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδίκαια, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 του ΑΚ και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση, δε, αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ` άρθρο 460 του ΑΚ, εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 1426/2023, ΑΠ 1341/2023). Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή (της ασφάλισης προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στη θεωρία και νομολογία άποψη, πριν τη θέση σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος δικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικά, αφενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ` ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ 1426/2023, ΑΠ 1341/2023, ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 1411/2006). Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημίωσης, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί έλλειψης νομιμοποίησης αυτού, εφ` όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαίτησης ασφαλιστή (ΑΠ 1426/2023, 1341/2023 ΑΠ 1328/2020, ΑΠ 415/2019, ΑΠ 593/2018, ΑΠ 1334/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998,ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1076/2024, ΑΠ 640/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ1071/2024,ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020). Ελλείψεις και ατέλειες της μείζονος πρότασης, δηλαδή η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων που θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, διότι ως αιτιολογίες, νοούνται μόνον οι πραγματικές παραδοχές. Επίσης, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διάταξης και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1545/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 2033/2014, ΑΠ 69/2013,ΑΠ 1385/2011,ΑΠ 349/1995 ).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 914,14 παρ. 3, 31 παρ. 3 του ν. 2496/1997, καθόσον, εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997, διότι η αξίωση την οποία άσκησε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την αγωγή της και συγκεκριμένα η αξίωσή της για το ποσό των 40.800 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στον ασφαλισμένο της ως ασφάλισμα βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τους, δεν αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη άμεση ζημία του τελευταίου, αλλά σε συμφωνηθέν κατ' αποκοπή ποσό και επομένως δεν υποκαθίσταται εκ του νόμου (άρθρο 14 παρ. 1 και 3 του ν. 2496/1997) στην αξίωση του ασφαλισμένου της για το ασφάλισμα που κατέβαλε.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3948/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος:

"...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο Ν. Κ. μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και στη συνέχεια στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση θώρακος, κατάγματα πλευρών, κάκωση αρ. γόνατος και σκέλους, εκτεταμένη ρήξη έξω μηνίσκου. Νοσηλεύθηκε έως 19-3-2014 και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια ενός (1) μηνός από την έξοδο, ενώ υποδείχθηκε η ανάγκη υποβολής σε χειρουργική επέμβαση.... Στις 26-5-2014 εισήχθη εκ νέου στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε μερική μηνισκοκτομή, εκτεταμένη υμενεκτομή έκτοπου ιστού αρ. γόνατος, χονδροπλαστική οστεοχονδρικών βλαβών αρ. γόνατος, νοσηλεύθηκε δε έως 30-5-2014, ενώ του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια 60 ημερών και κρίθηκε αναγκαία η συμμετοχή του σε πρόγραμμα 40 συνεδριών φυσικοθεραπείας (..). Στις 10-9-2014 επανεισήχθη στο ίδιο κέντρο, λόγω φλεγμονής αρ. γόνατος και υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση και συγκεκριμένα σε αρθροσκοπική αποκατάσταση και πλύσεις γονάτου, νοσηλεύθηκε δε έως 13-9-2014 και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια 180 ημερών, ενώ κρίθηκε αναγκαία η συμμετοχή του σε πρόγραμμα 40 συνεδριών φυσικοθεραπείας (..). Τέλος, στις 15-6-2015 εισήχθη και πάλι στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών λόγω χονδρικής βλάβης IV βαθμού έξω μηριαίου κονδύλου αρ. γόνατος και υποβλήθηκε σε επέμβαση λήψης αυτομοσχεύματος από τον άνω έξω πόλο του εξωμηριαίου κονδύλου και τοποθέτησης αυτού, νοσηλεύθηκε δε έως 18-6-2015 και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια 180 ημερών, ενώ του υποδείχθηκε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών 60 συνολικά συνεδριών... Εν τω μεταξύ, ο ενάγων εξετάστηκε και από τους ιατρούς του ΕΟΠΥΥ την 1-8-2014, και της 2ης ΔΥΠΕ-ΠΕΔΥ Μονάδα Υγείας Αγίων Αναργύρων, στις 3-12-2014, 2-2- 2015, 2-3-2015, 1-4-2015, 1-6-2015, 2-7-2015, 3-9-2015 και 2-11-2015, που γνωμάτευσαν για αναρρωτική άδεια δύο μηνών, εξήντα (60) ημερών, ενός (1) μηνός, ενός (1) μηνός, δύο (2) μηνών, ενός (1) μηνός, δύο (2) μηνών, δύο (2) μηνών και δύο (2) μηνών αντίστοιχα (βλ. σχετικές γνωματεύσεις). Επίσης, ο θεράπων ιατρός της 2ης ΔΥΠΕ- ΠΕΔΥ Μονάδα Υγείας Αγίων Αναργύρων, στις 2-3-2015, 1-4-2015, 2-7-2015, 3-9-2015 και 2-11-2015 συνέστησε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών. Εξάλλου, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 20% για το χρονικό διάστημα από 12-1-2016 έως 31-1-2017 (βλ. από 24-5-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος ΙΚΑ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο παθών Ν. Κ., είχε συνάψει με την ενάγουσα το με αριθ. 7109300082 συμβόλαιο προσωπικών ατυχημάτων που ανανεώθηκε με το αριθ. 8109400219 συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 27-6-2013 έως 27-6-2014, με συμφωνηθείσες παροχές, μεταξύ των άλλων : α) .., β) ..., γ) ημερήσια αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα, μέχρι του ποσού των 100 ευρώ ημερησίως και δ) ιατροφαρμακευτικά έξοδα, μέχρι του ποσού των 4.000 ευρώ. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 6 παρ.3Α της σύμβασης, το ποσό των 100 ευρώ καταβάλλεται ολόκληρο για το διάστημα που ο ασφαλισμένος παρουσιάζει ολική και συνεχή ανικανότητα άσκησης επαγγέλματος και υπό την προϋπόθεση αποχής από τον χώρο εργασίας του για όλη την περίοδο της πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας, ενώ με το άρθρο 6 παρ.4 της σύμβασης συμφωνήθηκε η καταβολή από την ασφαλιστική εταιρία των εξόδων, μεταξύ άλλων, φυσικοθεραπείας, εφόσον έλαβαν χώρα μέσα σε 52 εβδομάδες από την ημέρα του ατυχήματος και αποδεικνύονται με πρωτότυπα τιμολόγια και αποδείξεις. Σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων που απέρρεαν από την άνω ασφαλιστική σύμβαση και κατόπιν συμβιβασμού ως προς τον αριθμό των αποζημιούμενων ημερών ανικανότητας προς εργασία, η ενάγουσα κατέβαλε στον ασφαλισμένο της το ποσό των 3.800 ευρώ ως αποζημίωση για διενέργεια φυσικοθεραπειών, και το ποσό των 40.800 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ολικής ανικανότητας για εργασία και συνολικά το ποσό των 44.600 ευρώ (...) και υποκαταστάθηκε έτσι στα δικαιώματα αυτού (ασφαλιζομένου) κατά των υπόχρεων. Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, εφόσον υφίσταται αξίωση του παθόντος - λήπτη της ασφάλισης, κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, προς αποκατάσταση της ως άνω ζημίας που γεννήθηκε από το εξ υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της προκληθέν ατύχημα, η δε ενάγουσα αποζημίωσε τον παθόντα, ο οποίος παραιτήθηκε των ως άνω αξιώσεων του, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό. Η εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της επαναφέρει τον με τις πρωτόδικες προτάσεις της προταθέντα ισχυρισμό της, ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ζητήσει, το ανωτέρω ποσό των 40.800 ευρώ που αφορά την ημερήσια αποζημίωση του παθόντος για την πρόσκαιρη ολική ανικανότητά του για εργασία, συνέπεια του τραυματισμού του, δεδομένου ότι για την ένδικη αυτή αξίωση δεν συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 31 παρ.3 εδ. β του ν. 2496/1997, διότι η επικαλούμενη ασφαλιστική σύμβαση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας "INTERASCO Α.Ε.Γ.Α." με τον παθόντα Νικόλαο Κολοβό, με βάση την οποία ο τελευταίος εισέπραξε το πιο πάνω ποσό, για απώλεια εισοδήματος, δεν αφορά στην καταβολή ασφαλίσματος σε εκπλήρωση συμφωνίας που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες αυτού από ατύχημα, αλλά σε κατ' αποκοπήν συμφωνημένα ποσά και επομένως δεν υποκαθίσταται η καταβαλούσα ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία στην αξίωση του ασφαλισμένου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, η συμφωνηθείσα μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και του ζημιωθέντος ασφαλισμένου Ν. Κ. ημερήσια αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα, μέχρι του ποσού των 100 ευρώ ημερησίως, δεν ενέχει το χαρακτήρα της κατ' αποκοπή αποζημίωσης. Ειδικότερα, κατ' αποκοπή αποζημίωση υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι ο ένας από αυτούς θα υποχρεούται να καταβάλει στον άλλον ορισμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας (...). Αντίθετα το παραπάνω χρηματικό ποσό των 40.800 ευρώ, αναφέρεται σε ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες, καθόσον αυτό δεν ήταν προσυμφωνημένο, αλλά προσδιορίστηκε με βάση τις ημέρες που ο ζημιωθείς ασφαλισμένος παρέμεινε ανίκανος προς εργασία και αφού προσκόμισε προς τούτο σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. Επομένως έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη του άρθρου 14 του ν.2496/1997 και έτσι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την καταβολή του προαναφερομένου ποσού υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της κατά το ποσό αυτό και συνεπώς αυτή δικαιούται να το απαιτήσει από την εναγόμενη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που είχε προτείνει η εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και ακολούθως αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό των 40.800 που αυτή κατέβαλε στον ασφαλισμένο της για απώλεια εσόδων, λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, εξαιτίας του τραυματισμού του, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης.

Εξάλλου με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στην ασφάλιση προσώπων κατά το αποζημιωτικό σύστημα, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε και δεν απαιτείται, για την υποκατάσταση του ασφαλιστή στις αξιώσεις του ασφαλισμένου, ο τελευταίος να έχει διεκδικήσει τις αξιώσεις του δικαστικά, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως κατ'ουσίαν αβασίμου...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914,14 παρ. 3, 31 παρ. 3 του ν. 2496/1997, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της, καθώς το ποσό των 40.800 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ως ασφάλισμα λόγω της πρόσκαιρης ανικανότητάς του προς εργασία, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν αποτελούσε κατ' αποκοπή αποζημίωση, αλλά αποζημίωση για 'συγκεκριμένη άμεση ζημία, που υπέστη αυτός από τον τραυματισμό του, ο οποίος προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και όχι κατ' αποκοπή αποζημίωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης α) κατά το άρθρο 6 της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης η συμφωνηθείσα μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της Ν. Κ. ημερήσια αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα από την 8η ημέρα μέχρι του ποσού των 100 ευρώ ημερησίως δεν ενέχει τον χαρακτήρα της κατ'αποκοπή αποζημίωσης, β) το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 40.800 ευρώ δεν ήταν προσυμφωνημένο, αλλά προσδιορίσθηκε με βάση τις ημέρες που ο ζημιωθείς ασφαλισμένος παρέμεινε ανίκανος προς εργασία και αφού προσκόμισε σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα λόγω του τραυματισμού του. Η αναφορά, δε, του Εφετείου στη διατύπωση του σχετικού συλλογισμού του στην έννοια της κατ' αποκοπή αποζημίωσης σε περίπτωση αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων και συγκεκριμένα η αναφορά ότι "κατ'αποκοπή αποζημίωση υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι ο ένας θα υποχρεούται να καταβάλει στον άλλον ορισμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει την έκταση της ζημίας", γίνεται όχι για τον νομικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του, αλλά απλώς ως επιχείρημα ενισχυτικό του συλλογισμού της απόφασής του, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπάγει ορθά στις προαναφερθείσες διατάξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2022 (αριθ. εκθ. καταθ. 5708/625/18-7-2022), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 3948/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή