ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1276/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1276/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1276/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1276 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1276/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Παπαντωνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Σταυρακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3218/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3904/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 3904/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 3218/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018). Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση. Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.
Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών. Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018). Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του, όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας. Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ. στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις. Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018). Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019). Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ. "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του Π.Δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω Π.Δ. (ΑΠ 533/2022, ΑΠ 532/2022, ΑΠ 1369/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, 14 παρ. 4 ν. 3557/2007 δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι συμβάσεις που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη δεν έχουν χαρακτήρα συμβάσεων αποκλειστικής διανομής.
Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα : "Η εναγόμενη εταιρία "... Α.Ε." εισάγει από το 1989 στην Ελλάδα αυτοκίνητα και ανταλλακτικά μάρκας FIAT, FIAT επαγγελματικά, ALFA ROMEO και ABARTH, τα οποία κατασκευάζει η μητρική της εταιρία "... S.p.A." που εδρεύει στο Τορίνο Ιταλίας. Στη συνέχεια η εναγόμενη διανέμει τα αυτοκίνητα και ανταλλακτικά στην Ελληνική αγορά μέσω ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής, δυνάμει συμβάσεως των οποίων οι επιμέρους συμβατικοί όροι καθορίζονται ομοιόμορφα, μετά από διαπραγμάτευση, η οποία γίνεται πρώτα σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ του ομίλου εταίρων ... και του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Διανομέων (ADEFLL) και μετά σε ελληνικό επίπεδο μεταξύ της εναγόμενης και του Ελληνικού Συνδέσμου Διανομέων. Η ενάγουσα είναι ένας από τους διανομείς της εναγόμενης για αυτοκίνητα μάρκας FIAT και FIAT επαγγελματικά για την περιοχή της Αττικής -Πειραιώς. Ταυτόχρονα, ήταν διανομέας ανταλλακτικών και παρείχε υπηρεσίες συνεργείου για όλες τότε τις μάρκες της εναγόμενης δηλαδή FIAT, FIAT Επαγγελματικά, ALFA ROMEO και LANCIA. Η συνεργασία των δύο εταιριών είχε αρχίσει από το 1992, που καταρτίστηκε η από 9.6.1992 σύμβαση διανομής οχημάτων και επαγγελματικών οχημάτων και ανταλλακτικών FIAT, η οποία καταργήθηκε με τις από 24.12.1996 συμβάσεις διανομής για οχήματα και ανταλλακτικά FΙΑΤ, επαγγελματικά οχήματα και ανταλλακτικά FIAT και οχήματα και ανταλλακτικά ALFA ROMEO. Οι τελευταίες αυτές συμβάσεις καταργήθηκαν το 2003 με την σύναψη νέων συμβάσεων διανομής, οι οποίες βασίζονταν στο Κανονισμό της Ευρωπαϊκής 1400/2002 και ήταν οι εξής: 1) Η από 29.10.2003 σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FLAT, 2) η από 29.10.2003 σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT Επαγγελματικών, 3) η από 29.10.2003 σύμβαση επίσημου διανομέα ανταλλακτικών FIAT και εξουσιοδοτημένου συνεργείου FIAT, 4) η από 20.10.2003 σύμβαση επίσημου διανομέα ανταλλακτικών FIAT Επαγγελματικών και εξουσιοδοτημένου συνεργείου FIAT Επαγγελματικών, 5) η από 8.3.2005 σύμβαση επίσημου διανομέα ανταλλακτικών ALFA ROMEO και εξουσιοδοτημένου συνεργείου ALFA ROMEO και 6) η από 8.3.2005 σύμβαση επίσημου διανομέα ανταλλακτικών LANCIA και εξουσιοδοτημένου συνεργείου LANCIA. Με τις συμβάσεις αυτές η ενάγουσα εντάχθηκε στο δίκτυο των εξουσιοδοτημένων καταστημάτων της εναγομένης και συμπεριλήφθηκε στο επίσημο δίκτυο διανομής της. Δυνάμει των συμβάσεων αυτών συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: 1) Με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των άνω συμβάσεων, η FAH διά της παρούσας διορίζει το διανομέα ως μη αποκλειστικό επίσημο διανομέα οχημάτων FIAT και FIAT επαγγελματικών και ανταλλακτικών FIAT, ALFA ROMEO και LANCIA να πωλεί τα συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά καθώς και να παρέχει υπηρεσίες εξυπηρέτησης των άνω οχημάτων εντός του ΕΟΧ (Ευρωπαϊκό Οικονομικού Χώρου) και ο διανομέας αποδέχεται αυτό το διορισμό (όρος 3 των επίδικων συμβάσεων), 2) ο διανομέας δε θα πωλεί συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά με άλλο τρόπο παρά μόνο όπως προβλέπεται στη σύμβαση και συγκεκριμένα δε θα μεταπωλεί άμεσα ή έμμεσα συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά: α) για μεταπώληση σε μεταπωλητές άλλους από τους επίσημους διανομείς οχημάτων και εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών, β) εκτός ΕΟΧ (όρος 4.5 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 5.2 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών), 3) ο διανομέας θα προωθεί με ζήλο την πώληση των συμβατικών οχημάτων και ανταλλακτικών εντός της CDM ( μη αποκλειστική τοπική γεωγραφική περιοχή, που ορίζεται ως περιοχή δραστηριότητας του διανομέα στη σύμβαση) και θα καταβάλει τις μέγιστες δυνατές προσπάθειες του προς εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας πώλησης εντός της CDM με σκοπό την επίτευξη όσο είναι ευλόγως δυνατό του μεγίστου μεριδίου αγοράς για κάθε μοντέλο οχημάτων ή ανταλλακτικών (όρος 5.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 6.1 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών), 4) Η FAH (... ΑΕ) δύναται να απαιτήσει από το διανομέα να πωλεί εντός συγκεκριμένης περιόδου (συνήθως ενός έτους) στον ΕΟΧ (ευρωπαϊκός οικονομικός χώρος) εκείνες τις ελάχιστες ποσότητες των συμβατικών οχημάτων κι ανταλλακτικών στις διάφορες κατηγορίες, που συμφωνούν κατά καιρούς η FAH με το διανομέα ότι θα είναι οι ελάχιστοι στόχοι πωλήσεων του διανομέα για αυτές τις κατηγορίες των συμβατικών οχημάτων και ανταλλακτικών για εκείνη την οριζόμενη περίοδο (όρος 6.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων, 7.1 των συμβάσεων διανομής ανταλλακτικών), 5) η FAH (και κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του Κατασκευαστή) θα έχει το δικαίωμα να διορίζει καθ' οιονδήποτε χρόνο προσθέτους επίσημους διανομείς οχημάτων και εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών χωρίς καμία ευθύνη απέναντι στο διανομέα ούτε για αποζημίωση (όρος 7.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 4.1 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών), 6) αν ο διανομέας αποφασίσει να πωλήσει καινουργή μηχανοκίνητα οχήματα διαφορετικά από τα συμβατικά οχήματα στις ίδιες εγκαταστάσεις πώλησης των συμβατικών οχημάτων ο διανομέας θα επιδεικνύει τα συμβατικά οχήματα σε χώρους των εγκαταστάσεων, οι οποίοι θα είναι ειδικά σημασμένοι, ώστε να διακρίνουν την μάρκα, προκειμένου να αποφεύγεται η σύγχυση (όρος 10.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων), 7) η σχέση του διανομέα με τους πελάτες θα διέπεται πάντα από μέγιστη ευγένεια, αποτελεσματικότητα, εμπορική συνέπεια και διαφάνεια, έτσι ώστε σε όλες τις περιπτώσεις να προστατεύεται και ενισχύεται η φήμη του διανομέα, της FAH και του συστήματος διανομής κι εξυπηρέτησης FIAT, (όρος 12.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων, 10.1 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών). Ο διανομέας σε καμία περίπτωση δε θα εμφανίζεται στον πελάτη ως αντιπρόσωπος της FAH και ειδικά δε θα περιλαμβάνει τέτοια αναφορά στα επίσημα έγγραφα του. Ο διανομέας σε όλες τις περιπτώσεις θα εμφανίζει την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου επιτηδευματία, που εμπορεύεται στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό (όρος 12.1 β των συμβάσεων διανομής οχημάτων). Προκειμένου να παρέχεται διαφάνεια στους πελάτες ο διανομέας θα καθιστά γνωστές κατά πάντα χρόνο στους πελάτες και θα τηρεί κατά πάντα χρόνο διαθέσιμες προς έλεγχο από τους πελάτες στα σημεία πώλησης του διανομέα τις ανώτατες δεσμευτικές τιμές λιανικής πώλησης ή τις ενδεικτικές μη - δεσμευτικές τιμές λιανικής πώλησης (αν υπάρχουν), που δημοσιεύονται από την FAH. Με εξαίρεση την περίπτωση των ανώτατων δεσμευτικών τιμών λιανικής πώλησης που δημοσιεύονται από τη FAH, ο διανομέας θα είναι ελεύθερος κατά πάντα χρόνο να καθορίσει τιμές λιανικής των συμβατικών οχημάτων και ανταλλακτικών κατά την κρίση του και καμία διάταξη της σύμβασης δε θα ερμηνεύεται έτσι ώστε να περιορίζει ή να παρεμποδίζει τη σχετική προς τούτο ελευθερία του διανομέα (όρος 12.2 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 10.2 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών), 8) με την επιφύλαξη και χωρίς περιορισμό του παραρτήματος ΓΕ της σύμβασης διανομής οχημάτων και ΙΓ της σύμβασης διανομής ανταλλακτικών ο διανομέας δηλώνει και εγγυάται στη FAH ότι πληροί και καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης θα συνεχίσει να πληροί τις προδιαγραφές πωλήσεων οχημάτων, ανταλλακτικών κι εξυπηρέτησης. Ο διανομέας αναγνωρίζει ότι ο διορισμός του με βάση την παρούσα πραγματοποιήθηκε υπό τον όρο ότι θα πληρεί συνεχώς τις προδιαγραφές πωλήσεων οχημάτων, ανταλλακτικών κι εξυπηρέτησης. Αυτό αποτελεί και το συμβατικό θεμέλιο του διορισμού του διανομέα της παρούσας σύμβασης (όρος 18.1, 18.2 της σύμβασης διανομής οχημάτων, 26.1, 26.2 της σύμβασης διανομής ανταλλακτικών κι εξυπηρέτησης). Εξάλλου, οι βασικές προδιαγραφές πώλησης οχημάτων αφορούν στα εξής: εξωτερική ταυτότητα εγκαταστάσεων της έκθεσης και του συνεργείου (επιγραφές, εξωτερικοί στύλοι, σήμανση) εσωτερική εταιρική ταυτότητα της έκθεσης και του συνεργείου (στοιχεία επίπλωσης κι εξοπλισμού εσωτερικού χώρου), εκθεσιακός χώρος (επιφάνεια, ορατά οχήματα από τη βιτρίνα), χώρος αυτοκίνητων δοκιμαστικής οδήγησης (test drive area), χώρος παράδοσης συμβατικών οχημάτων, χώρος μεταχειρισμένων οχημάτων, χώρος ελέγχου συμβατικών οχημάτων πριν την παράδοση, οικονομικές προϋποθέσεις (ετήσιος έλεγχος από ανεξάρτητους ελεγκτές), συστήματα πληροφορικής (για τη σωστή ανταλλαγή εμπορικών πληροφοριών μεταξύ διανομέα και FAH), προσωπικό πωλήσεων (δυναμικό, κατάρτιση), επιχειρησιακή διοίκηση και προγραμματισμός (business management και business plan), συμβατικές διαδικασίες (καλωσόρισμα πελάτη, δοκιμαστική οδήγηση, γραπτή προσφορά κλπ). 9) έως την 30.9.2005 διανομέας δε θα εγκαταστήσει χωρίς την προηγουμένη έγγραφη έγκριση της FAH πρόσθετα σημεία πώλησης ή παράδοσης σε άλλες τοποθεσίες, όπου η επιλεκτική διανομή εφαρμόζεται (όρος 25.1. των συμβάσεων διανομής οχημάτων). Ξεκινώντας από την 1.10.2005 και καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ο διανομέας θα δικαιούται να εγκαταστήσει πρόσθετα σημεία πώλησης ή παράδοσης σε άλλες τοποθεσίες εντός της ΕΕΑ, όπου η επιλεκτική διανομή εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι σε κάθε περίπτωση τα πρόσθετα σημεία πώλησης ή παράδοσης θα πληρούν τις προδιαγραφές πωλήσεων οχημάτων και εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών FIAT, που ισχύουν για τα πρόσθετα σημεία πώλησης ή παράδοσης των επίσημων διανομέων, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην ίδια ευρωπαϊκή χώρα (όρος 25.2 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 33.1 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών), 10) χωρίς περιορισμό του δικαιώματος του διανομέα να πωλεί προϊόντα διαφορετικά από τα συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά και να εξυπηρετεί άλλα μηχανοκίνητα οχήματα εκτός από τα συμβατικά, ο διανομέας θα χρησιμοποιεί κάθε οικονομική υποστήριξη, η οποία παρέχεται σε αυτόν από την FAH για συγκεκριμένο σκοπό (την Επένδυση) αποκλειστικά σε σχέση με το συγκεκριμένο σκοπό, για τον οποίον η Επένδυση έχει γίνει (όρος 26.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 34.1 των συμβάσεων εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών). Ο διανομέας δε θα χρησιμοποιεί τα κίνητρα, τα οποία του παρέχονται από τη FAH για την πώληση μηχανικών οχημάτων άλλων από τα οχήματα της σύμβασης (όρος 26.2 των συμβάσεων διανομής οχημάτων). 11) Για να εξασφαλίσει την ύψιστη αποτελεσματικότητα της οργάνωσης του στο πλαίσιο του συστήματος διανομής και τεχνικής εξυπηρέτησης FAH, ο διανομέας θα υιοθετεί τις τυπικές διαδικασίες και συστήματα, που αποφασίζει η FAH από καιρό σε καιρό σε σχέση με την πώληση των οχημάτων και των συμβατικών ανταλλακτικών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων πληροφορικής, τα οποία θα είναι συμβατά με τα συστήματα πληροφορικής της FAH (όπως για παράδειγμα το σύστημα eLink) και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο παράρτημα Η και ΣΤ των συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών (όρος 34.1 της σύμβασης διανομής οχημάτων και 41.1 της σύμβασης διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών), 12) η βασική έκπτωση σε σχέση με τον επίσημο τιμοκατάλογο της FAH, ο οποίος εκδίδεται από τη FAH, θα εφαρμόζεται σε όλες τις πωλήσεις συμβατικών/οχημάτων στο διανομέα και περιγράφεται στο παράρτημα Α της σύμβασης για κάθε ισχύον μοντέλο συμβατικών οχημάτων. Η προμήθεια των συμβατικών οχημάτων στο διανομέα θα διέπεται από τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις για την προμήθεια συμβατικών οχημάτων, σύμφωνα με το παράρτημα Β της σύμβασης (όρος 39.1,39.3 των συμβάσεων διανομής οχημάτων). Η προμήθεια συμβατικών ανταλλακτικών στο διανομέα (και κυρίως αναφορικά με τα θέματα, που αφορούν τιμές, αύξηση και μείωση τιμών, πληρωμές, πληρωμές εγγυήσεων, κυριότητα πωληθέντων προϊόντων, όρους παράδοσης, εγγυήσεις, απαιτήσεις) θα διέπονται από τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις προμήθειας συμβατικών ανταλλακτικών στους διανομείς, που προσαρτώνται στο παράρτημα Γ (όρος 46.1. των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών), 13) εκτός αν άλλως ορισθεί εγγράφως από τη FAH ο διανομέας θα υποβάλει στη FAH την καθορισμένη πηγή παραγγελίες για συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά σύμφωνα με τη διαδικασία παραγγελίας, που προβλέπεται στο παράρτημα Θ της σύμβασης διανομής οχημάτων και Ζ της σύμβασης διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών (όρος 41.1 της σύμβασης διανομής οχημάτων και 48.1 της σύμβασης διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών), 14) ο διανομέας θα τηρεί σε απόθεμα τις ποσότητες και τους τύπους των συμβατικών οχημάτων κι ανταλλακτικών, που θα συμφωνούνται μεταξύ της FAH και του διανομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος 1 της σύμβασης διανομής οχημάτων και Η της σύμβασης διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών (όρος 42.1 της σύμβασης διανομής οχημάτων και 49.1 της σύμβασης διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών), 15) ο διανομέας θα χρησιμοποιεί τα σήματα μόνο στις διαφημιστικές του δραστηριότητες, στις πωλήσεις του και στις υπηρεσίες εξυπηρέτησης για τα συμβατικά οχήματα και με τρόπο, που να συνάδει με τους σχετικούς κανόνες της FAH. Ο διανομέας θα απέχει κατά πάντα χρόνο από οποιαδήποτε χρήση των σημάτων ή οποιοσδήποτε στοιχείου της οπτικής ταυτότητας της FAH, που δύναται να δημιουργήσει σύγχυση μεταξύ της FAH ή των συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων και οποιουδήποτε άλλου προσώπου συμπεριλαμβανομένου, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, τυχόν ανταγωνιστή αυτών (όρος 48.1, 48.3 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 55.1, 55.3 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών). 16) οι ανωτέρω συμβάσεις τίθενται σε ισχύ την 29.10.2003 και θα διατηρούνται σε ισχύ για αόριστη διάρκεια, εκτός αν καταγγελθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των συμβάσεων αυτών (καταγγελία κατ' αποκλειστική βούληση, καταγγελία για αναδιοργάνωση, καταγγελία με άμεση ισχύ, καταγγελία για παράβαση). Σε κάθε περίπτωση λήξης ή λύσης της παρούσας σύμβασης και χωρίς περιορισμό των διατάξεων των συμβάσεων αυτών, ο διανομέας ρητά δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί για απόδοση επενδύσεων ή δαπανών, τις οποίες κάνει σε εφαρμογή των συμβάσεων αυτών ακόμα κι αν υπάρχουν, οπότε ρητά παραιτείται από αυτές, δεδομένου ότι όλες οι επενδύσεις και οι δαπάνες, στις οποίες προβαίνει ή πιθανά προβεί, αφορούν την ανάπτυξη της δικής του ανεξάρτητης δραστηριότητας (όρος 50.1 των συμβάσεων διανομής οχημάτων και 57.1 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών), 17) Ο Διανομέας δηλώνει και εγγυάται στη FAH ότι η επιχείρηση του Διανομέα δυνάμει της παρούσας σύμβασης έχει ως αντικείμενο την αγορά συμβατικών οχημάτων και συμβατικών ανταλλακτικών από τη FAH και την μεταπώληση αυτών των συμβατικών οχημάτων και ανταλλακτικών στους πελάτες στο όνομα και για λογαριασμό του διανομέα, δίχως καμία εξουσία του διανομέα να διαπραγματευτεί ή να συνάψει την άνω πώληση στο όνομα και για λογαριασμό της FAH. Επομένως, ο διανομέας είναι χωριστό και απολύτως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο από τη FAH από κάθε νομική, οικονομική και χρηματική άποψη και θα διατηρεί την επιχείρηση διανομής που περιγράφεται στην παρούσα σύμβαση υπό το δικό του όνομα και διαχείριση για δικό του λογαριασμό και με αποκλειστικά δικό του κίνδυνο. Συμφωνείται ρητά ότι οι άνω συμβάσεις δεν αποσκοπούν ούτε επιδιώκουν να δημιουργήσουν και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι δημιουργούν σε καμία περίπτωση σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του κατασκευαστή και του διανομέα ή των συνδεδεμένων με το διανομέα επιχειρήσεων (όρος 65.1.2 των συμβάσεων διανομής οχημάτων, 71.1.2 των συμβάσεων διανομής εξυπηρέτησης κι ανταλλακτικών). Με βάση τους άνω συμβατικούς όρους, οι οποίοι καθόριζαν το πλαίσιο συνεργασίας των δύο εταιριών η ενάγουσα δραστηριοποιήθηκε ως διανομέας των επιβατηγών και επαγγελματικών οχημάτων FIAT και ανταλλακτικών FIAT, ALFA ROMEO και LANCIA που της πωλούσε η εναγόμενη, τα οποία αυτή στη συνέχεια μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, δραστηριοποιούμενη στην περιοχή Αττικής και Πειραιώς. Η περιοχή αυτή καθορίστηκε με τη σύμβαση ως μη αποκλειστική τοπική γεωγραφική περιοχή δράσης της ενάγουσας, ενώ σ' αυτήν δραστηριοποιούνταν δυνάμει αντίστοιχων συμβάσεων με την εναγόμενη και άλλοι διανομείς, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν την εποχή εκείνη από 8 έως 12 ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Ο ένας μάλιστα από αυτούς, ο Π., ήταν εγκατεστημένος πέντε χιλιόμετρα από την επιχείρηση της τελευταίας. Δηλαδή, η ενάγουσα, ουδέποτε υπήρξε ο μοναδικός και αποκλειστικός διανομέας της συγκεκριμένης ή οποιασδήποτε άλλης περιοχής, ενώ από το 2005 και μετά είχε/βάσει της σύμβασης, τη δυνατότητα να εγκατασταθεί και να ασκήσει δραστηριότητα σε οποιοδήποτε σημείο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Εξάλλου, από το περιεχόμενο των άνω συμβάσεων προκύπτει ότι η εναγόμενη είχε διατηρήσει ρητά το δικαίωμα της να διορίζει πρόσθετους επίσημους διανομείς οχημάτων και εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών χωρίς με την ενέργεια της αυτή να δημιουργείται ευθύνη έναντι της ενάγουσας. Αντιστοίχως και ο διανομέας μπορούσε να επιδιώξει συνεργασία και με άλλους κατασκευαστές αναλαμβάνοντας την πώληση καινούργιων οχημάτων διαφορετικών από τα συμβατικά στις ίδια εγκαταστάσεις πώλησης των τελευταίων. Στην περίπτωση αυτή βέβαια τα συμβατικά αυτοκίνητα θα πρέπει να εκθέτονται σε διακριτούς ειδικά σημασμένους χώρους μέσα στις εγκαταστάσεις ώστε να διακρίνεται η μάρκα και να αποφεύγεται η σύγχυση του καταναλωτικού κοινού. Από τις άνω ρυθμίσεις των συμβάσεως συνάγεται on μετά την ισχύ του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 1400/2002 υιοθετήθηκε το σύστημα της επιλεκτικής διανομής με την ταυτόχρονη κατάργηση της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού. Αυτό το σύστημα καθιερώθηκε σε όλες τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά τον άνω κανονισμό με αποτέλεσμα πολλοί διανομείς της εναγόμενης να διανέμουν από τις ίδιες εγκαταστάσεις περισσότερες μάρκες, όπως πχ η ... ΑΕΒΕ, η ... ΑΕ στην Κοζάνη, η ... ΑΕ στις Σέρρες κλπ. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν δημιούργησε την κατάλληλη υποδομή ώστε να μπορεί και η ίδια να επεκτείνει τη συνεργασία της και με άλλους κατασκευαστές, χωρίς να παραβιάζει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις επίδικες συμβάσεις, δημιουργώντας για το σκοπό αυτό τους απαιτούμενους από τις τελευταίες διακριτούς χώρους, δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο καθορισμού του βαθμού εξάρτησης της από την εναγόμενη. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε συμβατική υποχρέωση γνωστοποίησης του πελατολογίου της στην εναγόμενη. Βέβαια η εναγόμενη είχε εφαρμόσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα παραγγελιών μέσω του οποίου ενδεχομένως να λάμβανε γνώση των στοιχείων των πελατών της ενάγουσας. Πλην όμως, αυτό γινόταν ως αναπόφευκτη συνέπεια της συμμετοχής της ενάγουσας στο σύστημα μηχανοργάνωσης της εναγομένης, η οποία συμμετοχή ήταν απαραίτητη για την ταχύτερη και εγκυρότερη διεκπεραίωση των παραγγελιών και γενικότερα την εξυπηρέτηση των πελατών της, και όχι ως συμβατική υποχρέωση της εναγομένης. Με βάση τα ανωτέρω, ελλείπει ο βασικός κορμός των προϋποθέσεων (παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων, διαρκής και αποκλειστική προώθηση των προϊόντων στην συμβατική περιοχή ευθύνης τους, γνωστοποίηση του πελατολογίου) που θα μπορούσαν να προσδώσουν στις επίδικες συμβάσεις τον χαρακτήρα της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ενώ οι πρόσθετες συμβατικές υποχρεώσεις που επιβάλλονταν με την σύμβαση, όπως η τήρηση ορισμένων προδιαγραφών, τόσο ως προς τις εγκαταστάσεις από όπου η ενάγουσα διεξήγε τη δραστηριότητα της (εσωτερική και εξωτερική ταυτότητα εγκαταστάσεων, κατάλληλος εκθεσιακός χώρος, χώρος αυτοκινήτων δοκιμαστικής οδήγησης, χώρος μεταχειρισμένων, χώρος ελέγχου συμβατικών οχημάτων), όσο και ως προς τη λειτουργία της (ετήσιος οικονομικός έλεγχος από ανεξάρτητους ελεγκτές, συστήματα πληροφορικής, κατάλληλο προσωπικό ποιοτικώς και αριθμητικώς) και τον τρόπο προώθησης των προϊόντων (προώθηση με ζήλο της πώλησης των συμβατικών οχημάτων, εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας πώλησης, καθορισμός ελάχιστου στόχου πωλήσεων του διανομέα, καθορισμός ανώτατων δεσμευτικών τιμών λιανικής πώλησης), δεν αποτελούν ένδειξη εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγομένη αλλά αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση και προώθηση των συμφερόντων της τελευταίας και την ουσιαστικότερη εκπλήρωση του σκοπού των επίδικων συμβάσεων. Εξάλλου, οι εν λόγω συμβατικές υποχρεώσεις δεν είναι τόσο ιδιαίτερης έντασης ώστε η ύπαρξη τους να χαρακτηρίζει τις συμβάσεις ως αποκλειστικής διανομής, παρά την έλλειψη των προϋποθέσεων που αναφέρονται αμέσως ανωτέρω (παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων, διαρκής και αποκλειστική προώθηση των προϊόντων στην συμβατική περιοχή ευθύνης τους, γνωστοποίηση του πελατολογίου). Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι ο χαρακτήρας των άνω συμβάσεων δεν μπορεί να αξιολογηθεί με βάση και το περιεχόμενο των προηγούμενων συμβάσεων των ετών 1992 και 1996 όπως διατείνεται η εναγόμενη, δεδομένου ότι αυτές καταργήθηκαν με τις νεότερες συμβάσεις, οι οποίες περιέχουν διαφορετικές διατάξεις ως προς την επιλεκτική διανομή και την ανταγωνιστικότητα, στοιχεία που είναι θεμελιώδους σημασίας για την εν λόγω αξιολόγηση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων λειτούργησαν έως το τέλος του έτους 2006, οπότε η εναγόμενη με την από 20.11.2006 έγγραφη καταγγελία της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 21.11.2006, κατήγγειλε τις ως άνω από 29.10.2003 δύο συμβάσεις επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT και FIAT Επαγγελματικών, σύμφωνα με το άρθρο 51.2 των συμβάσεων αυτών (ήτοι με 12μηνη προμήνυση και καταβολή αποζημίωσης υπολογιζόμενης σύμφωνα με το μαθηματικό τύπο, που περιγράφεται στο παράρτημα ΙΑ των συμβάσεων αυτών). Ως λόγο καταγγελίας η εναγόμενη επικαλέστηκε τη γενικότερη κακοπιστία της ενάγουσας στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της από τη σύμβαση και ειδικότερα: α) το γεγονός ότι η ενάγουσα επεδίωκε να διασφαλίσει αποκλειστικότητα στην περιοχή της Αττικής, όπου είχε εγκατεστημένες τις εγκαταστάσεις της, β) ότι η ενάγουσα αμφισβητούσε και δεν συμμορφωνόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα με την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων προδιαγραφών για την επιχείρηση της, οι οποίες όμως ήταν υποχρεωτικές για όλο το δίκτυο της εναγομένης, γ) ότι χωρίς η ενάγουσα να είναι εξουσιοδοτημένη διανομέας οχημάτων ALFA ROMEO εξέθετε στις εγκαταστάσεις της καινουργές όχημα αυτής της μάρκας, το οποίο είχε αγοράσει από άλλο μέλος του δικτύου, που ήταν εξουσιοδοτημένος διανομέας αυτών των οχημάτων, δ) ότι παρά το διακανονισμό των μεταξύ τους οφειλών η ενάγουσα εξακολουθούσε να οφείλει το ληξιπρόθεσμο ποσό των 17.286,75 €, ε) ότι οι πωλήσεις, που η ενάγουσα πραγματοποιούσε παρέμεναν σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τους υπόλοιπους διανομείς της Αττικής χωρίς η ενάγουσα να δραστηριοποιείται προς την κατεύθυνση της τόνωσης των πωλήσεων της, γεγονός που είχε άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στην κερδοφορία της ενάγουσας αλλά και σε αυτήν της ίδιας της εναγόμενης. Ενώ η άνω καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης είναι η προβλεπόμενη από τον όρο 51 των συμβάσεων διανομής οχημάτων, επιβατηγών και επαγγελματικών (καταγγελία κατ' αποκλειστική βούληση), η βασιμότητα ή μη των αναφερόμενων σ' αυτή λόγων, ανεξαρτήτως αν αυτοί θα δικαιολογούσαν ή όχι καταγγελία της σύμβασης για παράβαση (άρθρο 54 των επίδικων συμβάσεων διανομής οχημάτων), συναρτάται άμεσα με την διερεύνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας και δικαιώματος της αποζημιώσεως για τον λόγο αυτό. Εκ των ανωτέρω λόγων α) η αλήθεια του πρώτου εξ αυτών προκύπτει από την ίδια την εξέταση του νομίμου εκπροσώπου και ήδη εκκαθαριστή της εναγομένης, ο οποίος κατέθεσε ότι η ύπαρξη 11 διανομέων (ούτε λιγότερων ούτε περισσότερων) στην περιοχή της Αττικής καταδεικνύει κατά την άποψη του ότι αυτοί έχουν αποκλειστικότητα στην περιοχή αυτή. Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποκλειστικότητας των επίδικων συμβάσεων αποτελεί αποδεδειγμένα βαθιά πεποίθηση της ενάγουσας, αφού αποτελεί ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της στην διεκδίκηση των αγωγικών αξιώσεων της. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, από την ίδια τη σύμβαση η περιοχή της Αττικής (Αθηνών - Πειραιώς) είχε καθοριστεί ως μη αποκλειστική γεωγραφική περιοχή δράσης της ενάγουσας, είχε δε συμφωνηθεί ότι ο κάθε διανομέας θα μπορούσε να εγκαθιστά οπουδήποτε νέα σημεία πώλησης, ακόμα και χωρίς την έγκριση της εναγομένης από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω συμβάσεις διανομής οχημάτων, οι οποίες ήταν κοινές για όλο το δίκτυο της εναγομένης, δεν λειτούργησαν στην πράξη ως συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, β) ομοίως αποδεικνύεται και η αλήθεια του δεύτερου λόγου, καθώς από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε συμμορφωθεί στις προδιαγραφές, που έθεταν οι συμβάσεις του έτους 2003, οι οποίες αφορούσαν την εξωτερική και εσωτερική ταυτότητα των εγκαταστάσεων της και αποτελούσαν συμβατικές της υποχρεώσεις για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης και εκπλήρωσης του σκοπού των ανωτέρω συμβάσεων. Εξάλλου από την από 20.9.2006 επιστολή του τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας κ. Λαφαζάνη προς την εναγόμενη φαίνεται αφενός η διαφωνία της (της ενάγουσας) με την εγκατάσταση νέου διανομέα στην περιοχή της οδού Πειραιώς, αφετέρου η αντίδραση της στις αιτούμενες από την εναγόμενη δεσμεύσεις για την υλοποίηση των προδιαγραφών πώλησης οχημάτων. Σημειωτέον δεν ότι, όπως προκύπτει από την από 30.8.2006 επιστολή της εναγομένης προς το Δίκτυο Ολοκληρωμένων Συγκροτημάτων, η τελευταία επιδοτούσε εν μέρει τις απαιτούμενες για την τήρηση των προδιαγραφών κατασκευές. Οι προδιαγραφές αυτές πώλησης οχημάτων τόσο ως προς τις εγκαταστάσεις, όσο και ως προς τη λειτουργία των διανομέων, έστω και αν προκαλούσαν ιδιαίτερη οικονομική επιβάρυνση της ενάγουσας, ήταν κοινά για όλους τους διανομείς, και αποσκοπούσαν στην καλύτερη αξιοποίηση του δικτύου της εναγόμενης και την αύξηση των κερδών της. Γ) Τέλος αποδείχθηκε αληθές γεγονός ότι η ενάγουσα εξέθετε στις εγκαταστάσεις της αυτοκίνητο ALFA ROMEO, χωρίς, να υπάρχει σ' αυτές η υποδομή για κάτι τέτοιο. Γιατί ναι μεν βάσει των επίδικων συμβάσεων είχε την προς τούτο δυνατότητα, όμως θα έπρεπε, όπως αναφέρεται ανωτέρω στον οικείο τόπο, αυτό να βρίσκεται σε διακριτό χώρο του καταστήματος της ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στο αγοραστικό κοινό. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη διεκδικούσε από την ενάγουσα οφειλή ποσού 17.286,75 ευρώ, την οποία η τελευταία αμφισβητούσε, συγχρόνως δε οι πωλήσεις της ενάγουσας το τελευταίο πριν από την καταγγελία χρονικό διάστημα ήταν χαμηλές. Τα τελευταία αυτά στοιχεία, αυτοτελώς εκτιμώμενα, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καταγγελία των συμβάσεων των διαδίκων, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας τους και του καθοριστικού ρόλου της ενάγουσας στην εδραίωση του δικτύου της εναγομένης. Όμως, συνδυαζόμενα με τους ως άνω τρεις αληθείς λόγους καταγγελίας, γίνεται φανερό ότι η συνεργασία των διαδίκων είχε φτάσει σε αδιέξοδο, χωρίς να ευθύνεται γι' αυτό η εναγόμενη, η οποία είχε επιδείξει καλόπιστη συμπεριφορά και δεν κατήγγειλε τη σύμβαση διανομής όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας είχαν ανέλθει στο ποσό των 291.852,06 ευρώ και η ενάγουσα δημιουργούσε προσκόμματα και σε αυτό το διακανονισμό (βλ. την από 14.7.2006 επιστολή της εναγόμενης προς την ενάγουσα). Οι αιτιάσεις της ενάγουσας περί υψηλών φυλάκτρων και τόκων που κατά τους ισχυρισμούς της την οδήγησαν σε δυσμενή οικονομική θέση προβάλλονται εν προκειμένω αλυσιτελώς, δεδομένου ότι οι λόγοι της καταγγελίας δεν οφείλεται σε μεγάλες οφειλές της ενάγουσας, αλλά σε μη συμμόρφωση της τελευταίας σε άλλους συμβατικούς όρους, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Επίσης, δηλωτικό της καλοπιστίας της εναγομένης είναι ότι αυτή δεν κατήγγειλε το σύνολο των συμβάσεων της με την ενάγουσα αλλά μόνο τις συμβάσεις διανομής οχημάτων. Οι συμβάσεις διανομής εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών εξακολούθησαν να ισχύουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία των άλλων συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη πριν προβεί στην επίδικη καταγγελία είχε απευθύνει στην ενάγουσα επιστολές της, με τις οποίες εξέφραζε την ανησυχία της για την απροθυμία της τελευταίας να προβεί στην υλοποίηση των συμβατικών προδιαγραφών, τη διεκδίκηση αποκλειστικότητας στην περιοχή δράσης της, την διακοπή της δραστηριότητας της και την πώληση από τις εγκαταστάσεις της αυτοκινήτου άλλης μάρκας και την καλούσε να πάψει την κακόπιστη συμπεριφορά που προκαλούσε έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ενόψει των ανωτέρω, η επίδικη καταγγελία δεν κρίνεται αδικαιολόγητη ή καταχρηστική, καθώς λόγω της εξέλιξης της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, είχε απολεσθεί κάθε εμπιστοσύνη μεταξύ των συμβαλλομένων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λειτουργήσει ομαλά η μεταξύ τους σύμβαση.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσία τις επίδικες αξιώσεις για αποζημίωση πελατείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης διότι δεν αποδείχθηκε αφενός ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν αποκλειστικής διανομής, αφετέρου ότι η εναγόμενη συμπεριφέρθηκε με τρόπο αδικοπρακτικό, καταχρηστικά και κατά παράβαση των χρηστών ηθών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3218/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 ν. 3557/2007 και 8, 9 του π.δ. 219/1991, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, στις επίμαχες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων ορίστηκε ρητά ο διορισμός της αναιρεσείουσας διανομέα ως μη αποκλειστικού επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT και FIAT επαγγελματικών και ανταλλακτικών, τον οποίο διορισμό αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη έχει το δικαίωμα να διορίζει πρόσθετους επίσημους διανομείς οχημάτων και ανταλλακτικών χωρίς καμία ευθύνη έναντι της αναιρεσείουσας ούτε για αποζημίωση, ότι η αναιρεσείουσα σε καμία περίπτωση δνε θα εμφανίζεται στον πελάτη ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, και ειδικά δεν θα περιλαμβάνει τέτοια αναφορά στα επίσημα έγγραφά της, αλλά θα εμφανίζεται ως ανεξάρτητος επιτηδευματίας που εμπορεύεται στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό και ότι οι εν λόγω συμβάσεις δεν δημιουργούν σε καμία περίπτωση σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας διανομέα. Επιπλέον συμφωνήθηκε η περιοχή Αττικής και Πειραιώς ως μη αποκλειστική τοπική γεωγραφική περιοχή δράσης της αναιρεσείουσας, η οποία ουδέποτε υπήρξε ο μοναδικός και αποκλειστικός διανομέας της συγκεκριμένης ή άλλης περιοχής, ενώ από το 2005 και μετά είχε τη δυνατότητα να εγκατασταθεί και να ασκήσει δραστηριότητα σε οποιοδήποτε σημείο του ΕΟΧ. Ενόψει των ανωτέρω, οι επίμαχες συμβάσεις δεν φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεων αποκλειστικής διανομής. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείσουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1592/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφεται : α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά λέξη, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριζόμενο, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αναιρεσιβλήτου στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 1665/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 29.10.2003 συμβάσεων διανομής οχημάτων FIAT δεχόμενο ότι δεν είναι συμβάσεις αποκλειστικής διανομής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθεισών συμβάσεων, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την πληττόμενη απόφαση, ώστε από τη σχετική σύγκριση να είναι δυνατή η κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος και ότι το Εφετείο κατέληξε στο επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα στηριχθέν αποκλειστικώς ή κυρίως στα παραμορφωθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 α, γ, 3α, 4 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 288 ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου της καταγγελίας των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής από την αναιρεσίβλητη. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τις από 29.10.2003 δύο συμβάσεις επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT και FIAT επαγγελματικών, λόγω της κακοπιστίας της αναιρεσείουσας στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων η οποία (αναιρεσείουσα), κατά παράβαση των όρων των ως άνω συμβάσεων, επιδίωκε να διασφαλίσει αποκλειστικότητα στην περιοχή της Αττικής, αμφισβητούσε και δεν συμμορφωνόταν με την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων προδιαγραφών για την επιχείρησή της, χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένη διανομέας οχημάτων ALFA ROMEO εξέθετε στις εγκαταστάσεις της καινούργιο όχημα αυτής της μάρκας, παρά τον διακανονισμό των οφειλών της, εξακολουθούσε να οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 17.286,75 ευρώ, ενώ οι πωλήσεις που πραγματοποιούσε παρέμεναν σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τους λοιπούς διανομείς της Αττικής, γεγονός που είχε άμεσο αντίκτυπο στην κερδοφορία της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να απωλεσθεί η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, να είναι αδύνατη η μεταξύ τους συνεργασία και η συνέχιση της ισχύος των επίμαχων συμβάσεων. Ενόψει αυτών συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας των ως άνω συμβάσεων από την αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1, 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: (α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, (β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και (γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού περί μη συνδρομής του στοιχείου του σπουδαίου λόγου καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, σύμφωνα με τα όσα αναπτύσσονται ανωτέρω, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20.9.2006 επιστολής, που απέστειλε προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία βεβαίωνε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τελευταίας και θα συμμορφωθεί με τις επιβληθείσες από αυτήν προδιαγραφές εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της από 20.9.2006 επιστολής, σε αντιπαραβολή με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εμφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά εκτίμησε και αξιολόγησε το αληθινό περιεχόμενο αυτής της επιστολής και συνήγαγε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό, η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.7.2020 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "..." και τον διακριτικό τίτλο ... A.E. κατά της υπ' αριθμόν 3904/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή