ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1277/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1277/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1277/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1277 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1277/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Παπασωτηρίου που ανακάλεσε την από 5/4/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 3) Ι. Ν. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπασωτηρίου που ανακάλεσε την από 5/4/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (ΟΑΕΔ), ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θλιβέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 16/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3876/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/9/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 3876/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των καθών η ανακοπή, ήδη αναιρειόντων, κατά της 69/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15-3-2019 ανακοπή του ανακόπτοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία, ''Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)'', μετονομασθέντος ήδη σε, Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.Υ.Π.Α), υπό την ιδιότητά του, ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία, ''Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.)'' και είχε ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με την ανακοπή, με αριθμό .../2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001, Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), ''ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι, α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο''. Τα πρόσωπα αυτά έχουν άμεσο έννομο συμφέρον στη διαδικασία προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη ενεργητικά ή παθητικά ή με άλλο τρόπο. Η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 1γ του ν. 2882/2001, κατά την οποία ενδιαφερόμενος να ζητήσει δικαστικά τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι και όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, είναι επακόλουθη της ρύθμισης του άρθρου 4 του άνω Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ. 2 του άνω ΚΑΑΑ, κατά την οποία, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπερού η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά, και 3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον KΠολΔ) διαδικασία, ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο - άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητά την αναγνώριση ως δικαιούχου της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθεαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης. Κατ' ακολουθία, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του, συνεπεία της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν μίσθιο στον υπερού η απαλλοτρίωση, ούτε αξίωση αποζημίωσης έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπερού κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ' αυτά επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή (ΑΠ 440/2021, ΑΠ 1128/2018, ΑΠ 1608/2011, ΑΠ 888/2008). Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, η οποία ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του (ΑΠ 1128/2018). Και τούτο διότι: α) Κατά την έννοια των άρθρων, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ή του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του όλου ακινήτου, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ αρχή, ''τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις'', ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος. β) Στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών. γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της ''πλήρους αποζημίωσης'', αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο, που απαλλοτριώθηκε, πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (ΟλΑΠ 7, 8/2006), δ) Ο μισθωτής - κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του, δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο απαλλοτριωθέν ακίνητο για τη λειτουργία της επιχείρησής του δαπάνες, από τον εκμισθωτή - ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης, είτε βάσει των διατάξεων περί διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και των αδικοπραξιών του ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου (ΑΠ 864/2023, ΑΠ 506/2020, ΑΠ 1128/2018, ΑΠ 440/2021, ΑΠ 1299/2014, ΑΠ 1608/2011). Στη συνέχεια, με τις παραγράφους 1, 2, 9 και 12 του άρθρου 39 του ν. 3130/2003, για τη ρύθμιση θεμάτων που σχετίζονται µε την αναγνώριση των δικαιούχων της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του κτήµατος, "Πάτημα Δήμογλη", για τη ανέγερση του Ολυμπιακού Χωριού, ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι, ''η αναγνώριση των δικαιούχων αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του κτήματος ''ΠΑΤΗΜΑ ΔΗΜΟΓΛΗ'', περιοχής ''ΛΕΚΑΝΕΣ'' του Δήμου Αχαρνών, η οποία κηρύχθηκε με την την υπ' αριθμ. 1111495/11703/0010/7.12.1999 ΚΥ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονοµικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ...... για την ανέγερση του Ολυμπιακού Χωριού και των συνοδευτικών αυτού εγκαταστάσεων, σε όποιο στάδιο βρίσκεται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παραπέμπεται για όλους τους δικαιούχους στη συνιστώμενη με το παρόν Διοικητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη, από ένα σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έναν ανώτερο υπάλληλο της κτηματικής υπηρεσίας του Δημοσίου, έναν ανώτερο υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, έναν τοπογράφο μηχανικό και έναν δικηγόρο στον Άρειο Πάγο (παρ. 1, 2 του άνω άρθρου). Η αναγνωριστική απόφαση της επιτροπής εκδίδεται ενιαία για όλους τους αιτούντες και τους παρεμβαίνοντες, δημοσιεύεται με κατάθεσή της στο τμήμα απαλλοτριώσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρείται στα οικεία βιβλία, καθίσταται δε εκτελεστή, μετά την αποδοχή της από τους δικαιούχους. Η αποδοχή γίνεται με ανεπιφύλακτες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, ατομικές ή ομαδικές, ενώπιον του γραμματέα της επιτροπής, συντασσομένων προς τούτο σχετικών πρακτικών. Οι δηλώσεις αποδοχής της απόφασης μπορούν να γίνουν και από πληρεξούσιους δικηγόρους των ενδιαφερομένων, ειδικά εξουσιοδοτημένους προς τούτο με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η απόφαση αποδοχής καθίσταται εκτελεστή, μόνο ως προς εκείνους τους δικαιούχους που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα κατά τα ανωτέρω το περιεχόμενό της. Η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί με παραίτηση του δικαιούχου από κάθε άλλη αξίωσή του έναντι του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεου αποζημίωσης Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (παρ. 9)....... Όσοι εκ των δικαιούχων δεν κατέθεσαν εμπροθέσμως τις αιτήσεις για αναγνώριση ή δεν αναγνωρίστηκαν με την απόφαση της επιτροπής, εν όλω ή εν μέρει, ή δεν κατέθεσαν τη δήλωση της παραγράφου 9 του παρόντος, διατηρούν το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η κατάθεση και η συζήτηση αίτησης αναγνώρισης εκ μέρους οποιουδήποτε δικαιούχου, σε διαδικασία διαφορετική από την προβλεπόμενη με το παρόν, είναι απαράδεκτη (παρ. 12)'' (ΟλΑΠ 5/2007). Ειδικά δε όσον αφορά την αξία των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με την παρ. 10 του άνω άρθρου (39 του ν. 3130/2003), ορίστηκε ότι, την αξία των επικειµένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως αυτή έχει ήδη προσδιορισθεί οριστικά µε τις αποφάσεις των Δικαστηρίων, δύναται η Επιτροπή να επιδικάσει υπέρ ορισμένων εκ των ιδιοκτητών, οι οποίοι αποδεδειγμένα προέβησαν σε φύτευση ή κατασκευή αυτών, µε δικές τους δαπάνες, εφόσον συμπεριληφθεί αντίστοιχο αίτηµα στην αίτηση της αναγνώρισης. Η απόδειξη του αληθούς δικαιούχου της αποζημίωσης για τα επικείµενα επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, να γίνει µε κάθε αποδεικτικό µέσο.......... Για το είδος των επικειµένων και την ποσότητα αυτών η Επιτροπή στηρίζει την κρίση της και στον από 27.7.2002 Κτηµατολογικό Πίνακα, που συνέταξε ο Κτηµατογράφος Τ. Κ., όπως αυτός συμπληρώθηκε και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας Και Δημοσίων Έργων..... Σε περίπτωση αδυναμίας της Επιτροπής να προσδιορίσει τον αληθή δικαιούχο, η διαφορά μεταξύ των διεκδικητών της αποζημίωσης για τα επικείμενα παραπέμπεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό (παρ. 10). Με την τελευταία ρύθμιση, η οποία, όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωσή της αφορά τους ιδιοκτήτες - καλλιεργητές, δεν χορηγείται παράλληλα και το δικαίωµα σε νομείς ή κατόχους να ζητήσουν την αποζημίωση για τα επικείµενα, ήτοι δεν επεκτείνεται το δικαίωµα των δικαιούχων και σε πρόσωπα πέραν των ιδιοκτητών. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν θεσπίστηκε αποκλίνουσα ρύθμιση από αυτή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑ), κατά την οποία τόσο η διαδικασία, όσο και τα νομιμοποιούµενα πρόσωπα για τον προσδιορισμό (οριστικής και προσωρινής) αποζημίωσης, ορίζονται στον τελευταίο νόµο, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτά οι νομείς και κάτοχοι. Μετά δε και την άνω ειδική ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3130/2003, η οποία αφορούσε αποκλειστικά τη διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων της ως άνω απαλλοτρίωσης και κρίθηκε ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 8 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 5/2007), το Εφετείο παρέμεινε αρμόδιο για τον προσδιορισμό οριστικά της αποζημίωσης και για την απαλλοτρίωση αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 2, 6 και 12 του ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικά και αμετάκλητα με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιός είναι δικαιούχος να εισπράξει την αποζημίωση και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτού κτισμάτων. Από το συνδυασμό όσων προεκτέθηκαν σαφώς συνάγεται ότι, όταν ο νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 και σε αυτήν του άρθρου 21 του ν. 2882/2001 κάνει λόγο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, μη διακρίνοντας περαιτέρω, εννοεί τόσο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και επικειμένων, όσο και τον καθορισμό οριστικής ιδιαίτερης αποζημίωσης, για την από την απαλλοτρίωση μείωση της αξίας του απομένοντος στον ιδιοκτήτη τμήματος του ακινήτου του, αφού ο καθορισμός και των δύο επιβάλλεται να γίνεται ενιαίως, η δε καταβολή και των δύο είναι επιβεβλημένη προκειμένου να έχει καταβληθεί πλήρης η από την απαλλοτρίωση αποζημίωση και να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 10/2004, ΑΠ 641/2004, ΑΠ 627/2007).

Εξάλλου, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση ''δίκαιης και εύλογης ισορροπίας'', μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 'Eτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και έτσι είναι ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, ''περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων'' (ήδη άρθρο 20 του ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (ΟλΑΠ 10/2004, ΟλΑΠ 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, καθώς και κάθε άλλο συναφές με την απαλλοτρίωση ζήτημα και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10/2004, ΟλΑΠ11/2004, ΑΠ 1006/2021). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ''παράβαση νόμου'', δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (AΠ 483/2024, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1282/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017), καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και δ) τα αναγκαία παρεμπίπτοντα ζητήματα, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά (ΑΠ 560/2016). Έτσι, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα εν λόγω ζητήματα (ΑΠ 483/2024, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου, από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κύριου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια. Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 483/2024, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1599/2021). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 544 παρ. 1, 8 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, εάν εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες παράγουν δεδικασμένο, αφορούν την ίδια έννομη σχέση και τους ίδιους διαδίκους και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν καθίστανται αυτοδικαίως ανενεργείς, αλλά ισχύει κατ' αρχάς το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεώτερη απόφαση, με βάση την ημερομηνία έκδοσης, εφόσον αυτή δεν υπόκειται πλέον σε αναίρεση ή αναψηλάφηση, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 544 αριθμ. 1, 545 παρ. 3α και 549 παρ. 2, που ορίζουν αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση αναψηλάφησης προς εξαφάνιση της δεύτερης απόφασης. Από την ανωτέρω αρχή, κατά την οποία υπερισχύει το δεδικασμένο που πηγάζει από τη νεώτερη απόφαση, δικαιολογείται παρέκκλιση, όταν από τη διαμόρφωση της διαδικασίας, η προγενέστερη απόφαση, παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας, οπότε αυτή πρέπει να υπερισχύει. Τέτοια υπερισχύουσα εγγύηση ορθής κρίσης γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και στην περίπτωση που η αρχική τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε από το Εφετείο, ενώ η αντίθετη νεώτερη από το Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο ή όταν το κρίσιμο ουσιαστικό ζήτημα εξετάστηκε στη νεώτερη απόφασή ως παρεμπίπτον, ενώ στην παλαιότερη ως κύριο ή αν η απόφαση εκδόθηκε κατά διαδικασία που παρέχει τα εχέγγυα μείζονος ορθότητας (ΑΠ 560/2016, ΑΠ 493/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, ''αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών''. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση δίκης ζήτημα του αληθινού δικαιούχου της αποζημίωσης των επικείμενων καλλωπιστικών φυτών, λόγω της απαλλοτρίωσης, με την αναφερόμενη ΚΥΑ, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε δεδικασμένο, απορρέοντος από τη με αριθμό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους για τον καθορισμό αποζημίωσης, που αναλογεί στα επικείμενα (καλλωπιστικά φυτά), ενώ δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από τη νεώτερη, με αριθμό 427/2012 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκαν οι ίδιοι κατά ποσοστό 1/3 καθένας, ως αποκλειστικοί δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτής. Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι αυτοί, ως έχοντες ενοχικό μόνο και όχι εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και επομένως ως κάτοχοι (μισθωτές), του εν λόγω ακινήτου, δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση για το δικαίωμα κατοχής τους στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου, ούτε νομιμοποιούνται ενεργητικά να ζητήσουν τον καθορισμό της αποζημίωσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων, 6 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες αυτού και 17 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά δικαιώματα, τα οποία έχουν οικονομική αξία. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τους άνω ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα: " .....Με την υπ' αριθμ. 1111495/11703/0010/ 7.12.1999 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονοµικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ), έκτασης 1.240.220 τµ, επί του ενιαίου κτήµατος "Πάτημα Δήμογλη" που ευρισκόταν στην περιοχή Λεκάνες του Δήμου Αχαρνών Αττικής, για την ανέγερση από τον Οργανισμό του Ολυμπιακού Χωριού και των συνοδευτικών αυτού εγκαταστάσεων. Οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) ήταν µισθωτές στο ως άνω απολλοτριωθέν κτήµα δυνάμει του από 22.9.1992 µισθωτηρίου συμβολαίου που είχαν υπογράψει µε τη διαχειριστική επιτροπή του συνιδιοκτήτη, µε το οποίο είχαν µισθώσει µία έκταση σαράντα στρεμμάτων για επαγγελματική ανθοκοµική καλλιέργεια, στην οποία, µε δικές τους δαπάνες είχαν εγκαταστήσει είκοσι (20) θερμοκήπια και καλλιεργούσαν φρέζιες, τρουμπέτες, ζουμπούλια και ανεμώνες. Στη συνέχεια, µε την µε αριθµό πρωτ. Δ12/3727/26.1.2004 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (Διεύθυνση Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων) διορθώθηκε ο αρχικός από 27.7.2000 κτηµατολογικός πίνακας της ως άνω απαλλοτρίωσης που είχε συνταχθεί από τον μηχανικό Τ. Κ. και συγκεκριµένα στον τοµέα Τ6 του κτηματολογικού σχεδίου του απαλλοτριωµένου κτήματος, καταγράφηκαν ότι ανήκαν στους εκκαλούντες, ως µισθωτές, τα παρακάτω επικείµενα, καλλιέργειες, φρέζιες σε έκταση 3.500 τµ (βολβοί 200.000 τεμάχια), τρουμπέτες σε έκταση 1.000 τµ (βολβοί 140.000 τεμ.), ζουμπούλια σε έκταση 2.400 τµ (βολβοί 52.800 τεμ.), ανεμµώνες σε έκταση 1.500 τµ (βολβοί 80.000 τεµμ.), αλλά και είκοσι 29 θερμοκήπια τύπου toll, εμβαδού 175 τµ έκαστο. Ήδη, οι εκκαλούντες είχαν υποβάλει στη Διοικητική Επιτροπή του άρθρου 39 του ν. 3130/2003 την µε αριθµό 292/2.9.2003 αίτησή τους, µε την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι για τα ανωτέρω επικείµενα, πλην, όµως, η αίτησή τους απορρίφθηκε, στη συνέχεια µε την υπ' αριθμ. 361/2008 απόφαση της Επιτροπής αυτής, διότι τα επικείµενα αυτά δεν περιλαμβάνονταν στον αρχικό κτηµατολογικό πίνακα του Τ. Κ. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες κατέθεσαν την από 27.2.2007 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία του ν. 2882/2001 σε βάρος του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ο.Ε.Κ, και ζητούσαν να καθοριστεί οριστική τιµή µονάδος για τα είκοσι (20) θερμοκήπια που είχαν καταγραφεί στον ως άνω διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε µε την 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι οι εκκαλούντες ως µισθωτές και επομένως απλοί κάτοχοι της απαλλοτριωθείσας έκτασης δεν έχουν αυτοτελές δικαίωµα αποζημίωσης και δεν νομιμοποιούνται ως διάδικοι, σε δίκη καθορισμού αποζημίωσης και επομένως η σχετική αίτησή τους έπασχε από έλλειψη ενεργητικής νοµιµοποίησης. Η απόφαση αυτή, στη συνέχεια, κατέστη, αµετάκλητη, µετά την απόρριψη αίτησης αναίρεσης, που άσκησαν οι εκκαλούντες κατά αυτής, δυνάµει της 1608/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, αφού δεν υπόκειται και σε αναψηλάφηση (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α του ν. 2881/2001). Το δικαίωµα αποζημίωσης των εκκαλούντων επί των επικειµένων της ως άνω απαλλοτρίωσης αποτελούσε προδικαστικό ζήτηµα που εξετάστηκε από το Εφετείο κατά την εξέταση της αίτησης για τον προσδιορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα επικείµενα που αναφέρονταν στην αίτηση των εκκαλούντων, ήτοι των είκοσι (20) θερµοκηπίων που καταγράφηκαν στον διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, αφού η κρίση του ως άνω δικαστηρίου για το κύριο ζήτημα της δίκης (προσδιορισμός της οριστικής αποζημίωσης), εξαρτάται από την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος των εκκαλούντων, που τελικά οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης, λόγω έλλειψης ενεργητικής νοµιµοποίησης, εξαιτίας ανυπαρξίας του δικαιώματος αυτών να αξιώσουν ως απλοί κάτοχοι-μισθωτές αποζημίωση για τα επικείµενα της απαλλοτρίωσης. Το, δε, Εφετείο, κατά τη διαδικασία οριστικού καθορισμού αποζημίωσης, είχε αρμοδιότητα για να κρίνει το ως άνω προδικαστικό ζήτημα, εφόσον θα μπορούσε σε αυτό να υποβληθεί αίτηση για την αναγνώριση των εκκαλούντων ως δικαιούχων αποζημίωσης των επικειμένων, για τα οποία αιτούνταν τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, ώστε µε ενιαία διαδικασία να αποφανθεί, όχι µόνο παρεμπιπτόντως, αλλά και κυρίως για το ζήτημα αυτό, σύµφωνα µε τα εκτιθέµενα στη µε στοιχείο (Ι) νοµική σκέψη. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες, αφού είχε απορριφθεί η µε αριθµό 292/2.9.2003 αίτησή τους από την αρμόδια διοικητική επιτροπή του άρθρου 39 ν. 3130/2003, όπως ήδη έχει λεχθεί, άσκησαν την από 19.3.2008 ανακοπή τους (δυνάμει της παρ. 12 του ίδιου ως άνω άρθρου), κατά του υπέρ ου η απαλλοτρίωση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία ζητούσαν, ως µισθωτές, να αναγνωριστούν δικαιούχοι κατά ποσοστό 1/3 έκαστος της αποζημίωσης για το σύνολο των επικειµένων της ως άνω απαλλοτρίωσης, ήτοι τόσο για τις καλλιέργειες, όσο και για τα θερμοκήπια, όπως καταγράφηκαν στον διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 472/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), κατά της οποίας, δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε τακτικού ή έκτακτου ένδικου µέσου (παρ. 12 αρθρ. 39 ν. 3130/2003) και συνεπώς και η απόφαση αυτή είναι αµετάκλητη. Η τελευταία απόφαση αναγνώρισε τους εκκαλούντες δικαιούχους αποζημίωσης, κατά το 1/3 ο καθένας, της αποζημίωσης που ορίστηκε µε την υπ' αριθμ. 6672/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόριζε οριστική αποζημίωση για τα επικείµενα που αναφέρονται στον ως άνω διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα, στον τοµέα Τ6 του κτηματολογικού σχεδίου, ήτοι καλλιέργειες σε βολβούς και θερμοκήπια. Δυνάμει της µε αριθµό 472/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό µε την υπ' αριθμ. 6672/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τον διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα της ως άνω απαλλοτρίωσης, εκδόθηκε µετά από αίτηση των εκκαλούντων η µε αριθµό .../2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία διατάχθηκε το εφεσίβλητο, ήδη καθολικός διάδοχος του υπέρ ου η ως άνω απαλλοτρίωση ν.π.δ.δ µε την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας", στα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε µετά την κατάργηση αυτού (δυνάµει της διάταξης του άρθρου 35 παρ.1, 2 του ν. 4144/2013), να καταβάλει σε ποσοστό 1/3 σε έκαστο των εκκαλούντων, ως δικαιούχων αποζημίωσης επικειµένων, το συνολικό ποσό των 3.468.818,74 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικ?ν εξόδων. Εκ των ανωτέρω, συνεπώς, προκύπτει ότι κατά το χρόνο έκδοσης της µε αριθμ. 472/2012 απόφασης, είχε ήδη κριθεί, από την προγενέστερη µε αριθµό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προδικαστικό ζήτημα η ανυπαρξία του δικαιώματος των εκκαλούντων στην αποζημίωση των επικειµένων της ίδιας απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, δε, από την απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει δεδικασµένο για το ζήτημα αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του προδικαστικού αυτού ζητήματος, στο οποίο (δεδικασμένο) προσκρούει η µε αριθµό 472/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε το να αναγνωρίζει τους εκκαλούντες δικαιούχους αποζημίωσης για το σύνολο των επικειµένων που αναφέρονται στον διορθωµένο κτηµατολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, κάνοντας δεκτό ότι οι εκκαλούντες νομιμοποιούνται ως κάτοχοι-μισθωτές, στην υποβολή της ανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και στις δύο ως άνω δίκες, έστω και αν αυτές έχουν διαφορετικό αντικείµενο (ιστορική και νοµική αιτία), κρίθηκε το ίδιο νοµικό ζήτημα, κυρίως στην µε αριθµό 472/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρεμπιπτόντως στην µε αριθµό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήτοι το δικαίωµα των εκκαλούντων να αξιώσουν αποζημίωση στα επικείµενα στην ως άνω απαλλοτρίωση ως απλοί κάτοχοι-μισθωτές. Εφόσον, συνεπώς, συντρέχουν αντιφατικά δεδικασµένα, υπερισχύει το δεδικασµένο από τη µε αριθµό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παρέκκλιση της αρχής ότι υπερισχύει το δεδικασµένο από την νεότερη απόφαση, διότι η απόφαση του Εφετείου Αθηνών προέρχεται από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, σε διαδικασία που προβλεπόταν η άσκηση του έκτακτου ενδίκου µέσου της αναίρεσης και η ορθότητα της απόφασης αυτής επικυρώθηκε και µε την αριθµ. 1608/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την σχετική αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής. Επομένως, η ως άνω εφετειακή απόφαση παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας και υπερισχύει της νεότερης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έστω και αν το δεδικασµένο της απόφασης του Εφετείου παράγεται από την κρίση του επί προδικαστικού και όχι επί κύριου ζητήματος. Εξάλλου, τόσο στο ν. 2882/2001, όσο και στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3130/2003, δεν θεμελιώνεται δικαίωµα αποζημίωσης από τους απλούς κατόχους σε επικείµενα επί του απαλλοτριωθέντος κτήµατος.

Συνεπώς, τα ισχύοντα στο ν. 3130/2003 ως προς το δικαίωµα των εκκαλούντων σε αποζημίωση στα επικείµενα εναρμονίζονται µε το δεδικασµένο από την µε αριθµό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η εκκαλουµένη που έκρινε τα ίδια ως άνω, ήτοι ότι οι εκκαλούντες δεν έχουν δικαίωµα ως απλοί κάτοχοι-μισθωτές να διεκδικήσουν αποζημίωση στα επικείµενα του απαλλοτριωθέντος κτήματος, ως έχει κριθεί µε δύναμη δεδικασµένου και, αφού έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής (τρίτος λόγος ανακοπής), ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόµενη µε αριθµό .../2019 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς δεν υφίσταται η επιδικαζόµενη µε αυτήν απαίτησή τους, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, µε τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται: α) για παράβαση του δεδικασµένου εκ της υπ' αριθμ. 427/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (α' σκέλος) και β) για εσφαλμένη εκτίµηση των αποδείξεων σχετικά µε την κρίση αν αυτοί είναι ή όχι αληθινοί δικαιούχοι αποζημίωσης (β' σκέλος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος.

Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιµος τυγχάνει ο δεύτερος λόγος της έφεσης περί αοριστίας της ανακοπής του εφεσιβλήτου και δη του ως άνω τρίτου λόγου αυτής (περί ύπαρξης δεδικασµένου), επειδή δεν προσδιορίζεται το πρόσωπο που έχει διεκδικήσει την αποζηµίωσή τους ή έχει αναγνωρισθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3130/20038, ως ο αληθής δικαιούχος αυτής, αφού δεν ασκεί καμία επιρροή στην κρίση περί της ύπαρξης δεδικασµένου από την µε αριθµό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το πρόσωπο που δικαιούται ή έχει λάβει την αποζημίωση των επικειµένων, αλλά µόνο το προδικαστικό ζήτημα της νοµιµοποίησης των εκκαλούντων, απλών κατόχων - μισθωτών, ως δικαιούχων αποζημίωσης των επικειµένων.

Εξάλλου, όπως ήδη έχει λεχθεί, τόσο στο ν. 2882/2001, όσο και στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3130/2003, δεν θεμελιώνεται δικαίωµα αποζημίωσης από τους απλούς κατόχους σε επικείµενα επί του απαλλοτριωθέντος κτήµατος, αφού για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, κατά το άρθρο 39 του ν. 3130/20093, δεν θεσπίστηκε αποκλίνουσα ρύθμιση από αυτή του ν. 2882/2014 (Κ.Α.Α), ώστε τόσο η διαδικασία, όσο και τα νομιμοποιούµενα πρόσωπα για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, ορίζονται στον νόµο 2882/2001. Έτσι, αποκλείεται ρητώς η αναγνώριση ως δικαιούχου αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση του έχοντος επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωµα νοµής, πολύ δε περισσότερο κατοχής επ' αυτού και των συστατικών του δυνάµει ενοχικής έννοµης σχέσης (π.χ μίσθωσης), ούτε αξίωση αποζημίωσης έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση. Οι ως άνω ρυθμίσεις είναι σύμφωνες µε τις διατάξεις του άρθρου 17 Συντάγματος και δεν προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε µε το ν.δ 5957/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αφού το δικαίωµα κατοχής των εκκαλούντων επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι αυτά δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείµενο κυριότητας ή άλλου εµπράγµατου δικαιώματος, ενώ στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση πράγματος για δηµόσια ωφέλεια του άρθρου 17 παρ. 2 Σ περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών, ενώ οι εκκαλούντες ως δυνάμει ενοχικής σχέσης κάτοχοι (µισθωτές) του ακινήτου δεν στερούνται του δικαιώματος να διεκδικήσουν τις τυχόν αξιώσεις τους για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά (καλλωπιστικά φυτά) από τον ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου που είναι και δικαιούχος της αποζημίωσης.

Συνεπώς και ο τρίτος λόγος έφεσης και το συμπληρωματικό τρίτο σκέλος του πρ?του λόγου, µε τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι η εκκαλουµένη µε την κρίση της περί µη ύπαρξης δικαιώματος αυτών για αποζημίωση των επικειµένων της απαλλοτρίωσης, ως και της απαίτησης που επιδικάστηκε µε την ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής, παραβίασε τα άρθρα 17, 20 παρ. 1 , 25, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, αρθρ. 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (για το δικαίωµα στην περιουσία), 17 και 47 ΧΘΔΕΕ, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιµοι...". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη ανακοπή του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του λόγου της, για παραβίαση του δεδικασμένου από την άνω, με αριθμό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη με την ανακοπή, με αριθμό .../2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας το Εφετείο (όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο), ότι υπερισχύον δεδικασμένο από τις πιο πάνω ένδικες αντιφατικές αποφάσεις, ήτοι την 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αναίρεσης, με την 1608/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, και την 427/2012, ομοίως αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι το απορρέον από την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, που παρείχε και τα μεγαλύτερα εχέγγυα ορθότητας, ως εκδοθείσα από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, σε διαδικασία που προβλεπόταν η άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, η ορθότητα της οποίας επικυρώθηκε από την 1608/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων, 321, 322, 324 και 331 KΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε ορθά την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την προγενέστερη με αριθμό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, απορρίφθηκε αίτηση των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό της αποζημίωσης για τα επικείμενα, κρίνοντας το δικαστήριο, ότι οι ήδη αναιρεσείοντες, ως µισθωτές - απλοί κάτοχοι της απαλλοτριωθείσας έκτασης, δεν έχουν αυτοτελές δικαίωµα αποζημίωσης και δεν νομιμοποιούνται ως διάδικοι, σε δίκη καθορισμού αποζημίωσης και επομένως η σχετική αίτησή τους έπασχε από έλλειψη ενεργητικής νοµιµοποίησης και όχι από τη νεώτερη με αριθμό 472/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία οι αναιρεσείοντες με την ίδια ιδιότητα αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση της ύπαρξης αντιφατικών δεδικασμένων, όπως στις άνω αποφάσεις, όπου κρίθηκε το ίδιο νομικό ζήτημα, του αληθινού δηλαδή δικαιούχου της αποζημίωσης για τα επικείμενα, λόγω της απαλλοτρίωσης, ως κύριο ζήτημα στη νεώτερη με αριθμό 472/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ως προδικαστικό στην προγενέστερη με αριθμό 4407/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπερισχύει το δεδικασμένο που απορρέει από την τελευταία απόφαση, η οποία παρέχει τα εχέγγυα μείζονος ορθότητας, ως εκδοθείσα από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, σε διαδικασία που προβλεπόταν η άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, η ορθότητα της οποίας, άλλωστε, επικυρώθηκε από την 1608/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται από το ότι το δικαίωμα αποζημίωσης των αναιρεσειόντων επί των επικειμένων, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, με την άνω απόφαση του Εφετείου (4407/2009), αφού, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα, εφόσον αυτό αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση της διάγνωσης του κυρίου ζητήματος της ενώπιον του Εφετείου δίκης για τον καθορισμό της αποζημίωσης και ως εκ τούτου η κρίση επί του προδικαστικού στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, το δε επιληφθέν δικαστήριο σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, στη δίκη καθορισμού της αποζημίωσης είχε αρμοδιότητα να ερευνήσει το ζήτημα αυτό. Επομένως, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσείοντες, με την ιδιότητα των κατόχων - μισθωτών δεν δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση για τα επικείμενα, δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 6 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και 17 του Συντάγματος, καθόσον σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, ναι μεν οι ως άνω διατάξεις επιτάσσουν το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται έλλειψη σεβασμού της περιουσίας των αναιρεσειόντων, ως δυνάμει ενοχικής σχέσης κατόχων - μισθωτών, η οποία υφίσταται όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτοί, ως δυνάμει ενοχικής σχέσης κάτοχοι επικείμενων συστατικών σε τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας, στο οποίο λειτουργούσε η ως άνω επιχείρησή τους, δεν στερούνται του δικαιώματος να διεκδικήσουν τις τυχόν αξιώσεις τους αναφορικά με συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και τις γενόμενες σ' αυτό για τη λειτουργία της επιχείρησής του δαπάνες από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με τον οποίο συνδέονται ενοχικά, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης, είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων ή αδικαιολογήτου πλουτισμού ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου. Επομένως και ο άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3876/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή