Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1278 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1278/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ
ΙΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (πρώην "METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο που ανακάλεσε την από 21/3/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4732/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3529/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3529/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ασφαλιστικής εταιρίας, κατά της 4732/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 28-12-2016 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, για αξιώσεις του, από τη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας, σύμβαση ασφάλισης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων, 1 επ., 7, 27, 31 και 32 του ν. 2496/1997, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. ΕμπΝ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημιές, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανώτερης βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 1957/2013, ΑΠ 1303/2009).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του παραπάνω νόμου, ''κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή''. Κατά δε την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, ''σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος''. Από τις πιο πάνω διατάξεις, συνάγονται τα εξής: Κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αφενός του ασφαλιστή και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες και απαραίτητο για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στην περίπτωση ασφάλισης της υγείας, τέτοιο περιστατικό είναι εκείνο, το οποίο επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας, οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας. Εάν η σύμβαση συναφθεί με βάση έντυπες ερωτήσεις του ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, θεωρούνται τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου και δεν μπορεί αυτός μεταγενέστερα να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη υπό στοιχεία α', β' και γ' πλημμέλειες. Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσης πληροφόρησης του ασφαλιστή από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει την σύμβαση εντός της οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, επιφέροντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1733/2014, ΑΠ 442/2012). Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου, καθόσον η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή. Επιπλέον, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφτηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστική το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1093/2010). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του πιο πάνω ασφαλιστικού νόμου, 2496/1997, ορίζεται ότι, ''κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει κατ' αρχήν ότι το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω ασφαλιστικού νόμου αποτελούν ρυθμίσεις ''ημιαναγκαστικού'' δικαίου με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν. Με τον κανόνα αυτό του ημιαναγκαστικού χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου εκδηλώνεται για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος. Πράγματι, στη σύγχρονη ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου καταναλωτή, δηλαδή του προσώπου που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, ενόψει του ότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών με ενδεχόμενη συνέπεια τη φαλκίδευση της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας. Με την ίδια, όμως, διάταξη εισάγονται δύο εξαιρέσεις από τον προαναφερόμενο κανόνα. Η πρώτη αναφέρεται σε διαφορετικού περιεχομένου ειδικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού, η δε δεύτερη εξαίρεση αναφέρεται στις ασφαλίσεις μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και στη θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες κατονομάζονται περιοριστικά (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015, ΟλΑΠ 14/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του άνω ν. 2496/1997 για την ιδιωτική ασφάλιση, με την οποία ορίζεται ότι, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλεια ασθενειών περιλαμβάνει τις ασθένειες που προέρχονται από αιτίες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξη τους κατά τη σύναψη της σύμβασης, σαφώς προκύπτει ότι τα μέρη στην ασφαλιστική σύμβαση ασθενειών και νοσοκομειακής περίθαλψης μπορεί να συμφωνήσουν την κάλυψη μιας ή περισσότερων ή όλων των ασθενειών του λήπτη της ασφάλισης ή να εξαιρέσουν, εφόσον πρόκειται για γενική κάλυψη ασθενειών ορισμένες ασθένειες ή ορισμένη κατηγορία ασθενειών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση της εξαίρεσης ορισμένης ασθένειας από τη σύμβαση ασφάλισης, οπότε ελλείπει η ασφαλιστική κάλυψη, δεν ενδιαφέρει αν ο ασφαλισμένος αγνοούσε δικαιολογημένα την ύπαρξη της συγκεκριμένης ασθένειας κατά τη σύναψη της σύμβασης, αφού αυτή, κατά επιτρεπτή κατά την εν λόγω διάταξη επιλογή των μερών, τέθηκε εκτός πεδίου ασφαλιστικής κάλυψης (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 2264/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, ''περί προστασίας των καταναλωτών'', όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Ως καταναλωτής νοείται και ο ασφαλισμένος με ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους (ΟλΑΠ 13/2015), παρέχει, μεταξύ άλλων, κάλυψη κατά κινδύνων ζημιών. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο ανωτέρω νόμος αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 ''σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές''. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της προαναφερόμενης οδηγίας ορίζεται, ότι ''ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση''. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (ΟλΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αναφέρονται ενδεικτικά και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί (ΟλΑΠ 13/2015), χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στην υπό στοιχείο ιγ' περίπτωση του προαναφερόμενου άρθρου προβλέπεται ότι καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, προκειμένου να κριθεί με βάση τα προσδιοριζόμενα σε αυτές κριτήρια η ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών τις οποίες αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΟλΑΠ 15/2007). Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική (ΟλΑΠ 15/2007) σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών, εξετάζεται δε και ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για τη διατήρηση του ελεγχόμενου όρου και ποιο το συμφέρον του καταναλωτή για την κατάργησή του. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, δεν υπόκεινται κατ' αρχήν σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητος, κατ' άρθρο 2 του ν. 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιαστεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 1707/2023, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 237/2012).
Στη συνέχεια, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο κρίνοντας άκυρο το σχετικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι εκ γενετής ανωμαλίες και οι συνθήκες που προέρχονται από αυτές και, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου, το σχετικό λόγο της έφεσής της, παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με τη μη εφαρμογή τους, αν και ήταν εφαρμοστέες και αυτές των άρθρων 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και 2 παρ. 6 και 7 περ. β και ιγ του ν. 2251/1994, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την κρίση του περί της καταχρηστικότητας του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".... Κατόπιν της από 8-3-2011 αιτήσεως του ενάγοντος, (αναιρεσίβλητου) η εναγοµένη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) εξέδωσε το υπ' αριθ. ... Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Σύνθετης Προστασίας µε αντισυμβαλλόμενο και ασφαλισµένο τον πρώτο. Ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της ασφαλίσεως ορίσθηκε η 8-3-2011 και η κάλυψη διάρκειας 6 µηνών, µε δυνατότητα ανανέωσης στο τέλος κάθε περιόδου, για την οποία αντιστοιχούν τα καταβληθέντα ασφάλιστρα. Με το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο η εναγοµένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον αντισυμβαλλόμενό της ασφαλιστική κάλυψη για πλείονες κινδύνους, μεταξύ των οποίων και για τον κίνδυνο νοσοκομειακής περίθαλψης στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, συνεπεία ασθένειας ή ατυχήματος, δυνάμει του συμπληρωματικού συμβολαίου µε τίτλο, "ΑBC MEDIGUARD" ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ, το οποίο προβλέπει ανώτατο ποσό αποζημίωσης ανά ασφαλιστικό έτος, ανώτατο αναγνωριζόµενο ποσό για νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ημερησίως, εκπιπτόµενο ανά νοσηλεία ποσό, ημερήσιο επίδομα σε περίπτωση νοσηλείας σε κρατικό νοσοκομείο, κάλυψη εξόδων επείγουσας αεροµεταφοράς και ειδικό επίδοµα θεραπείας καρκίνου. Με το ως άνω συμπληρωματικό συμβόλαιο, η εναγοµένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον αντίδικο ασφαλισµένο της (σύμφωνα µε τον Πίνακα Παροχών και Ασφαλίστρων, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί και ίσχυε από την 08.03.2016, δυνάµει σχετικής Προσθέτου Πράξεως που εκδόθηκε κατά την ετήσια επέτειο του ενδίκου υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου), καταβολή αποζημιώσεως για τις δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης, που θα προέκυπταν κατά το διάστηµα συνεχούς νοσηλείας του σε δίκλινο δωμάτιο νοσοκομείου στην Ελλάδα ή το εξωτερικό ανά συνεπεία ασθένειας ή ατυχήματος, µε ανώτατο ποσό αποζημίωσης ανά ασφαλιστικό έτος, το ποσό των 337.652,64 ευρώ, ανώτατο αναγνωριζόµενο όριο για παραμονή στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ημερησίως μέχρι 1.490,91 ευρώ και με εκπιπτόμενο από τα αναγνωριζόμενα έξοδα ανά νοσηλεία το ποσό των 3.727,31 Ευρώ, κατά το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα επιβαρύνεται αυτός (ο ασφαλισµένος). Για την περίπτωση νοσηλείας του τελευταίου, σε συνεργαζόµενο µε την εναγοµένη νοσοκομείο, συμφωνήθηκε ότι για κάθε πρώτη νοσηλεία το εκπιπτόµενο ποσό θα ανέρχετο στο 50% του αρχικώς συμφωνηθέντος και στο 30% για κάθε επόµενη νοσηλεία. Για την περίπτωση νοσηλείας σε συνεργαζόµενο µε την εναγοµένη νοσοκομείο, συμφωνήθηκε επιπλέον κάλυψη του 100% των εξόδων για τις αμοιβές ιατρών, χειρουργών, βοηθών χειρουργών και αναισθησιολόγων. Η βασική και οι συμπληρωματικές καλύψεις του επίδικου υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου σύνθετης προστασίας παρείχοντο υπό τους γενικούς και ειδικούς όρους αυτού και τους ειδικούς ανά συμπληρωματικό συμβόλαιο όρους. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων, περί τις βραδινές ώρες της 20-9-2016 ένιωσε κεφαλαλγία, εφίδρωση, ζάλη και αιμωδίες. Διεκομίσθη στο Τµήµα Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου "Ερρίκος Ντυνάν", όπου προοδευτικά επιδεινώθηκε η υγεία του και διασωληνώθηκε. Μετά την διενέργεια αξονικής τοµογραφίας και αγγειογραφίας εγκεφάλου αναδείχθηκε αιµάτωµα δεξιού ημισφαιρίου παρεγκεφαλίδας µε πιεστικά φαινόμενα επί του στελέχους σε έδαφος πιθανώς ραγείσας αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας στην οπίσθια, ραχιαία, δεξιά επιφάνεια του στελέχους. Χειρουργήθηκε δε αυτός επειγόντως µε υπινιακή, δεξιά κρανιεκτοµή και υφολική αφαίρεση αιµατώµατος και µηνιγγοπλαστική και τοποθέτηση εξωτερικής κοιλιακής παροχέτευσης και οδηγήθηκε διασωληνωμένος, στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Την επομένη, στις 21-9-2016, υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία και αγγειογραφία εγκεφάλου και επιβεβαιώθηκε η υποψία αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας. Διεκομίσθη στις 24-9-2016 στο ιδιωτικό νοσοκομείο "Υγεία", όπου στις 2-11-2016 υπεβλήθη σε εκλεκτική ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου και στις 30-11-2016, σε συνεδρία στερεοτακτικής ραδειοχειρουργικής µε τεχνική "γ- Knife", παρέμεινε δε νοσηλευόµενος στο εν λόγω νοσοκομείο µέχρι και τις 16-12-2016, οπότε έλαβε εξιτήριο. Οι δαπάνες νοσηλείας του ενάγοντος, που περιλαμβάνουν τις επιµέρους ιατρικές πράξεις, στις οποίες αυτός υπεβλήθη, τις διαγνωστικές εξετάσεις, την παραμονή του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και στο θάλαμο ασθενών, τα φάρμακα και τις αμοιβές των ιατρών ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 159.174 ευρώ (δεν μεταβιβάζεται, ως προς το σκέλος αυτό, το αντίστοιχο αίτημα, καθόσον η εκκαλούσα δεν παραπονείται µε ειδικό λόγο έφεσης, για την μερική κατ' ουσίαν αποδοχή του, µετά την αφαίρεση του εκπιπτόµενου ποσού των 1.863,65 ευρώ). Κατά τη διαδικασία της αποζημίωσης και µετά από την προσκόμιση όλων των απαραιτήτων ιατρονοσηλευτικών εγγράφων εκ µέρους του, διαπιστώθηκε ότι η νοσηλεία του ανωτέρω ασφαλισμένου οφείλετο σε αυτόματη ρήξη αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, η οποία, βάσει ιατρικής βιβλιογραφίας είναι συγγενούς αιτιολογίας πάθηση (παρούσα κατά τη γέννηση) και σχετίζεται µε την ελαττωματική κατασκευή του αγγειακού δικτύου, το οποίο δημιουργείται κατά την εµβρυϊκή ζωή. Επίσης, από το ιστορικό του ασφαλισμένου ουδεμία επίκτητη αιτία δημιουργίας αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας προέκυψε και ως εκ τούτου η µοναδική αιτία της εν λόγω πάθησής του ήταν η συγγενής. Ακολούθως, η εναγοµένη, αφού έλαβε όλα τα δικαιολογητικά και τα ιατρικά έγγραφα που της υποβλήθηκαν σχετικά µε τη νοσηλεία του ενάγοντος αρνήθηκε να καλύψει την ένδικη νοσηλεία του, διότι η ως άνω νοσηλεία του αφορούσε στην αντιμετώπιση αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, που αποτελεί συγγενή πάθηση, εμπίπτει στις εξαιρέσεις της επίδικης υπ' αριθ. ... ασφαλιστικής σύμβασης και εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα, στο "ΜΕΡΟΣ VΙ" της σύμβασης, υπό τον τίτλο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" του συμπληρωματικού συμβολαίου νοσοκομειακής περίθαλψης υπό τον τίτλο "ΑΒC MEDIGUARD", προβλέπεται ότι: "Η ασφάλιση σύμφωνα µε αυτό το Συμπληρωματικό Συμβόλαιο δεν καλύπτει περιπτώσεις που έχουν σχέση µε: 1..... 2. Ανωμαλίες εκ γενετής και συνθήκες που προέρχονται από αυτές .....". Περαιτέρω, η εκκαλούσα επαναφέρει, µε την έφεσή της, την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση, περί απαλλαγής της από την υποχρέωση για καταβολή του ασφαλίσµατος, ισχύουσας της ως άνω συμβατικής εξαίρεσης. Σύμφωνα και µε τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ο ως άνω όρος αντίκειται στο άρθρο 33 του ν. 2496/1997, είναι δε και καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος, ως αντίθετος στο άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ. β? του Ν. 2251/1994, αφού περιορίζει τις ανειληµµένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες της εναγοµένης και διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, µε την επέλευση περιορισμού των δικαιωμάτων του ασφαλιζόµενου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Και τούτο, διότι από το συνδυασμό των προαναφεροµένων διατάξεων, συνάγεται ότι δικαιολογητικός λόγος και πυρήνας της ασφάλισης είναι η αβεβαιότητα ως προς την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Για το λόγο αυτό και κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, όταν η περίπτωση έχει ήδη επέλθει και αυτό τελεί σε γνώση του ασφαλισμένου. Δεν είναι ως εκ τούτου ορθό να εξομοιώνεται η γνώση µε την άγνοια και µάλιστα σε απαλλακτική ρήτρα, που περιορίζει το σκοπό της σύμβασης, ως προς τα βασικά δικαιώµατα του ασφαλισμένου που απορρέουν από αυτήν. Η σύµβαση πρέπει να διαμορφώνεται µε τέτοιο τρόπο, ώστε να µη µαταιώνεται πλήρως ο σκοπός της κάλυψης.
Συνεπώς, ο ένδικος συµβατικός όρος, που εξαιρεί από την κάλυψη ασθένειες προγενέστερες της ασφάλισης, τις οποίες δεν γνώριζε ο ασφαλισµένος, περιορίζει υπέρµετρα την κάλυψη και αναιρεί κατ' αυτόν τον τρόπο το βασικό δικαιολογητικό λόγο της ασφάλισης, που είναι η ύπαρξη αβεβαιότητας και η αιφνίδια οικονομική ανάγκη από την επέλευση του πιθανού κινδύνου, που καλείται να καλύψει ο ασφαλιστής. Κατόπιν όλων αυτών, το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλούµενη απόφαση έκανε εν µέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε το ως άνω ποσό υπέρ του ενάγοντος, δεν έσφαλε κατά την ερµηνεία και εφαρµογή του νόμου, ορθά δε εκτίµησε τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και ο σχετικός ( μοναδικός ) λόγος της εφέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιµος ....". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει για τα έξοδα νοσηλείας του, λόγω της συγγενούς πάθησης της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, το ποσό των 157.310,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η νοσηλεία του αναιρεσίβλητου οφειλόταν σε αυτόματη ρήξη αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, ήτοι πάθηση συγγενούς αιτιολογίας (παρούσα κατά τη γέννηση), σχετιζόμενη µε την ελαττωματική κατασκευή του αγγειακού δικτύου, που δεν γνώριζε ο αναιρεσίβλητος, κατά την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης έκρινε ότι ο όρος της σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τον οποίο εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης, ''ανωμαλίες εκ γενετής και συνθήκες που προέρχονται από αυτές'' είναι άκυρος, (όπως και πρωτόδικα). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και 2 παρ. 6 και 7 περ. β του ν. 2251/1994 και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 ν. 2496/1997. Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης της επελθούσας ασφαλιστικής περίπτωσης του αναιρεσίβλητου, στηριζόμενο στον όρο ''ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ'' του κεφαλαίου VI του συμπληρωματικού συμβολαίου "ABC MEDIGUARD ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ", σύμφωνα με τον οποίο εξαιρούνται της κάλυψης οι εκ γενετής ανωμαλίες και οι συνθήκες που προέρχονται από αυτές, δεχόμενο ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος, αφενός μεν, ως αντίθετος στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997, αφετέρου λόγω της καταχρηστικότητάς του, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ. β? του ν. 2251/1994. Προς τούτο, δέχθηκε ότι ο όρος αυτός περιορίζει υπέρμετρα τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες της εναγομένης και διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, με τον περιορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλιζόμενου, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται ματαίωση του σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης, καθόσον αποκλείει την εφαρμογή της, για ασθένειες που δεν ήταν γνωστές στον ασφαλισμένο, εξομοιώνοντας έτσι τη γνώση με την άγνοια σε απαλλακτική ρήτρα που περιορίζει το σκοπό της σύμβασης, ως προς τα βασικά δικαιώματα του ασφαλισμένου. Επίσης, δέχθηκε ότι με την εξαίρεση που εισάγεται με τον όρο αυτό διαταράσσεται σημαντικά σε βάρος του ασφαλισμένου καταναλωτή η ισορροπία της συμβατικής σχέσης, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα της ασφαλιστικής κάλυψης και την καλόπιστη και εύλογη προσδοκία του ασφαλισμένου για κάλυψη ασθενειών που προέκυψαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, οφειλόμενες σε εκ γενετής πάθηση, που δεν βρίσκονταν σε γνώση του, καθώς και ότι η άνω εξαίρεση απέκλεισε πλήρως στην πράξη την κάλυψη για ασφαλιστικές περιπτώσεις στις οποίες το στοιχείο της αβεβαιότητας του κινδύνου και άγνοιας του ασφαλισμένου υπήρχε κατά τη σύναψη της σύμβασης, αναιρώντας κατά τον τρόπο αυτό το βασικό δικαιολογητικό λόγο της ασφάλισης, που είναι η ύπαρξη αβεβαιότητας και η αιφνίδια οικονομική ανάγκη του ασφαλισμένου, από την επέλευση του πιθανού κινδύνου, που καλείται να καλύψει ο ασφαλιστής, ήτοι στοιχεία με βάση τα οποία πραγματικά επέρχεται διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου, και στα οποία στηρίζεται η κρίση περί της καταχρηστικότητας του όρου αυτού. Το Εφετείο δε κρίνοντας τον όρο αυτό άκυρο, ορθά δεν εφάρμοσε στη συνέχεια τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 2496/1997, που πλέον δεν είχε εφαρμογή, αλλά εφάρμοσε εκείνη του άρθρου 33 παρ. 1 του ίδιου νόμου και αυτές του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 περ. β του ν. 2251/1994.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό του παραπάνω όρου ως καταχρηστικού, δεχόμενο ότι ο όρος αυτός περιορίζει τις ανειληµµένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες της αναιρεσείουσας και διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, µε την επέλευση περιορισμού των δικαιωμάτων του ασφαλιζόµενου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Οι παραπάνω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα μέρη του. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος μετά την απόρριψη της αναίρεσης στο σύνολό της δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3529/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης