Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1279 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1279/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Κουδρόγλου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Βουλγαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 13384/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1786/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28-12-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3215/319/ 2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1786/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-7-2022 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 13384/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10889/8957/2020) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και α) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 6.638,65 ευρώ και β) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 14.882,04 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 28-11-2023 (βλ. σχετική σημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Δ. - Α. Π. επί του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα αντιγράφου της απόφασης) και η ένδικη αίτηση ασκήθηκε στις 28-12-2023 με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 17-7-2020 αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι οπτικός και εργάστηκε στο κατάστημα οπτικών του τελευταίου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί έξι ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Σάββατο) και κατά τις ώρες λειτουργίας του καταστήματος που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, αρχικά ως πωλήτρια από 1-4-2002 έως 30-9-2002 και ακολούθως ως υπεύθυνη του καταστήματος από 1-10-2002 έως 16-6-2020, οπότε απολύθηκε χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.583 ευρώ (1.000 ευρώ μηνιαίος μισθός + 583 ευρώ η κατά μήνα αναλογία του σταθερά καταβαλλόμενου ετήσιου μπόνους ύψους 7.000 ευρώ). Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.638,65 ευρώ (23.353,16 ευρώ υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης + 1.538 ευρώ αποδοχές αδείας 2020 + 548,16 ευρώ υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2020 + 316,60 ευρώ αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2020 + 837,73 ευρώ υπόλοιπο δώρου Πάσχα) με βάση τη σύμβαση εργασίας της και την εργατική νομοθεσία και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 13384/2021 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, επειδή οι αξιώσεις της ενάγουσας πηγάζουν απευθείας από το νόμο και τις δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης για το πέραν των 12 μηνιαίων μισθών ποσό, επειδή κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012 (12-11-2012) η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη 17 χρόνια προϋπηρεσίας (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 12 περ. 3 του Ν. 4093/2012), και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.520,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις, κατόπιν μερικής παραδοχής της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης μερικής εξόφλησης. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα επίδειξης των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας για τα έτη 2002 έως 2020, που είχε υποβάλει ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος με την από 19-7-2022 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1786/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει, αφενός να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019), και αφετέρου να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005 ΑΠ 1620/2022). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 στοιχ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ίδιου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, 1333/2018, 79/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2022, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014, 574/2010, 737/2008, 1300/2006, 1207/ 2005).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 118/2025, 64/2022, 19/2022). Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 103/2017, ΑΠ 684/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 625/2008, 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 1857/2024, 79/2023, 26/2022, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1857/2024) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1857/2024, 79/2023). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 1020/2019, 1681/2018, 1593/2017, 1632/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 1648/2024, 19/2022).
Περαιτέρω, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1648/2024, 19/2022), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1648/2024, 19/2022). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής ή της ένστασης, γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αν και δεν προτάθηκε, ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπόψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 19/2022, 922/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 1648/2024, 510/2022, 571/2021, 1110/2021) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1648/2024, 510/2022, 598/2010). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τα εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 σκέλη αυτού προβάλλεται η αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου (με ελλιπείς αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 138, 139, 156, 180 και 183 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι οι συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με άλλους (πλην του εναγομένου) εργοδότες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν εικονικές και ότι αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της μόνο στον εναγόμενο, αφενός χωρίς να αιτιολογήσει "πώς και βάσει ποιων διατάξεων είναι ανεκτή και επιδοκιμαστέα η συμπεριφορά της αντιδίκου (ενν. της ενάγουσας), που εξάγει ωφελήματα από όλες τις σχέσεις, που η ίδια με τη σύναψη αντιφατικών και παράλληλων συμβάσεων δηλώνει ότι δημιούργησε και δη πριν η ίδια προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ώστε τούτες να παύσουν να αναδίδουν έννομες συνέπειες", και αφετέρου διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του την "απρόσφορη αιτιολογία" ότι δεν ήταν λογικό η ενάγουσα να εργάζεται σε άλλη πόλη από αυτή που διαμένει η οικογένειά της ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ή ενώ παρίστατο σε κοπή πίτας στην έδρα του εναγομένου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, όσον αφορά τις εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του, καθόσον υπό την επίφαση των εν λόγω πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί πραγματικών περιστατικών. Με το εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του ιδίου ως άνω λόγου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του "εμφανίζεται μία άπειρη μισθωτή να λαμβάνει μισθό ίσο με πρωτοδιοριζόμενο Δικαστή και μάλιστα ενώ η επιχείρηση δεν έχει καν ανάγκη το μοναδικό προσόν της, ήτοι την άδεια οπτικού". Ως προς το εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Εφετείο στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Με τα εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του ως άνω λόγου προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα παραδεκτώς και συγκεκριμένα τον προβληθέντα προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιεχόμενο (μόνο) στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι οι συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με άλλους (πλην του εναγομένου) εργοδότες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν εικονικές και ότι αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της μόνο στον εναγόμενο, και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο τον ως άνω ισχυρισμό, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτόν ως αόριστο, αιτιάσεις τις οποίες, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, είχε προβάλει με σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίφθηκε από το Εφετείο.
Από την επισκόπηση των από 16-1-2023 κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: 1) Η τελευταία προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον επίμαχο περί εικονικότητας ισχυρισμό, παραδεκτά κατ' άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως εφεσίβλητη, προς υποστήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι απαραδέκτως προβλήθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. 2) Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο αυτού, ήτοι αναφέρονται ονομαστικά οι λοιποί (πλην του εναγομένου) εργοδότες, στους οποίους η ενάγουσα φέρεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες της, επίσης δε, αναφέρονται οι διευθύνσεις των καταστημάτων οπτικών που διατηρούσαν οι τελευταίοι, καθώς και το χρονικό διάστημα που φέρεται να έχει απασχοληθεί η ενάγουσα σε έκαστο των εν λόγω εργοδοτών.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε τον περί εικονικότητας ισχυρισμό, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτόν ως αόριστο. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τα εκ των αριθμών 1 και 19 σκέλη αυτού προβάλλεται η αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281, 156 και 183 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτους (επειδή προβλήθηκαν για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ) τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος α) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να προβάλει τον προαναφερθέντα (στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης) ισχυρισμό περί εικονικότητας και β) περί παραιτήσεως αυτής από το δικαίωμά της να προβάλει τον ως άνω ισχυρισμό.
Ως προς τα εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, ενώ με τον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση είτε της νομικής είτε της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, με τον λόγο δε εκ του αριθμού 19 του ως άνω άρθρου ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων.
Με τα εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του ως άνω λόγου προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος παραδεκτώς προταθέντες από αυτόν με σχετικό λόγο έφεσης, προς αντίκρουση του περί εικονικότητας ισχυρισμού της ενάγουσας, τον οποίο για πρώτη φορά προέβαλε αυτή με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς i) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να προβάλει τον προαναφερθέντα (στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης) ισχυρισμό περί εικονικότητας και ii) περί παραιτήσεως αυτής από το δικαίωμά της να προβάλει τον ως άνω ισχυρισμό και β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα απέρριψε ως απαράδεκτους τους ανωτέρω υπό στοιχ. α' ισχυρισμούς. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ως προς τα εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του, τα οποία αντιφάσκουν, καθόσον ο αναιρεσείων επικαλείται αφενός μη λήψη υπόψη και αφετέρου απόρριψη από το Εφετείο των επίμαχων ισχυρισμών του, σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αβάσιμος ως προς τα εν λόγω σκέλη του, διότι: Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας προέβη στην ακόλουθη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση (13384/2021) πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: ""Ο ισχυρισμός μας είναι ότι εργαστήκαμε από το 2001 μέχρι και τον Ιούνιο του 2020.... βέβαια ενδιάμεσα εμφανιζόμαστε να έχουμε ένσημα σε άλλους εργοδότες, σε συγκεκριμένους δύο, τρεις εργοδότες, γιατί; Γιατί η ενάγουσα ήταν οπτικός. Είχε άδεια οπτικού και ο εργοδότης της ο κ. Π., σαν γενικός γραμματέας του Σωματείου Οπτικών και της μίσθωνε την άδεια οπτικού σε άλλους συναδέλφους του χωρίς τη θέλησή της. Και γι' αυτόν τον λόγο, ενώ προκύπτει και από έγγραφα και από καταθέσεις σε Τράπεζες, αλλά και από τους μάρτυρες ότι τα χρήματα τα κατέβαλλε ο Π. Κανείς άλλος από αυτούς που την ασφάλιζαν τυπικά, δεν είχε καμία σχέση μαζί της, εκτός από τα ένσημα". Τους ανωτέρω ισχυρισμούς προέβαλε εκτενώς η ενάγουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της (βλ. σελ. 13-15), στις οποίες κατονομάζει τους φερόμενους ως εργοδότες της και αναφέρει τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία φέρεται να έχει απασχοληθεί στα καταστήματα οπτικών που διατηρούσαν οι τελευταίοι σε περιοχές της Β. Ελλάδας. Τους ανωτέρω ισχυρισμούς, που πρότεινε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραδεκτώς κατ' άρθρο 591 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, αντέκρουσε ο εναγόμενος, για πρώτη φορά, με τον τρίτο λόγο της από 19-7-2022 έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας με αυτόν τους ισχυρισμούς α) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να προτείνει τον προαναφερθέντα ισχυρισμό περί εικονικότητας και β) περί παραιτήσεως αυτής από το δικαίωμά της να προτείνει τον ως άνω ισχυρισμό, επικαλούμενος την εκ μέρους της ενάγουσας προβολή του περί εικονικότητας ισχυρισμού για πρώτη φορά με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της. Τους ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' ισχυρισμούς του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απέρριψε το Εφετείο ως απαράδεκτους, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκαν από αυτόν για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, τη συνδρομή των οποίων άλλωστε δεν επικαλέστηκε ο εκκαλών. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς που προέβαλε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και απέρριψε αυτούς ως απαράδεκτους, συνεπώς δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο δύναται να ζητήσει την επίδειξη, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Εξάλλου, το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ανωτέρω λόγο, αλλά για αίτημα, το οποίο εντάσσεται στο λόγο από τον αριθμό 9 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 1862/2022, 1492/2021, 353/2020, 1180/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 10 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τα εκ των αριθμών 1 και 19 σκέλη αυτού προβάλλεται η αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, 17 του Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας", 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 παρ. 1 εδ. β' και 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμο το (απορριφθέν πρωτοδίκως ως αβάσιμο κατ' ουσίαν) αίτημα επίδειξης εγγράφων, που είχε υποβάλει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης. Ως προς τα εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: 1) Όσον αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επειδή το αίτημα επίδειξης εγγράφων, που είχε υποβάλει πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επανέφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, κρίθηκε μη νόμιμο και συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε τούτο κατ' ουσίαν, ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο εκ του αριθμού 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης. 2) Όσον αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω λόγος είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμο το αίτημα επίδειξης εγγράφων με περισσότερες αυτοτελείς επάλληλες αιτιολογίες και ειδικότερα: α) Κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 85 παρ. 2 του Ν. 2238/1994 και 27 του Ν. 4624/2019, από τον συνδυασμό των οποίων έκρινε ότι συνάγεται "ότι απαγορεύεται η γνωστοποίηση των φορολογικών δηλώσεων των φορολογουμένων και προς τη Δικαστική Αρχή, εφόσον δεν υπάρχει ρητή για το αντίθετο νομοθετική ρύθμιση, επαφιεμένου στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αναλόγως την άρνηση του διαδίκου να προσκομίσει τη φορολογική του δήλωση, αν το ζητήσει ο αντίδικός του" και ότι συνεπώς "το απόρρητο των φορολογικών δηλώσεων που καθιερώνεται κατά τα ανωτέρω, συνιστά νόμιμο λόγο άρνησης επίδειξης αυτών, με οποιονδήποτε τρόπο και αν υποβάλλεται το σχετικό αίτημα" (πρώτη επάλληλη αιτιολογία) και β) με το σκεπτικό ότι "για την απόδειξη των ποσών που έλαβε η ενάγουσα ως μισθούς και μπόνους, κατά τα έτη 2002 έως 2020, δεν αρκεί η αναγραφή και μόνο στις φορολογικές της δηλώσεις των ποσών που επικαλείται ότι έλαβε ούτε αντίθετα η μη αναγραφή αυτών στις φορολογικές της δηλώσεις αποδεικνύει τη μη λήψη των ποσών αυτών, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προκύπτει ούτε γίνεται επίκληση ότι οι φορολογικές δηλώσεις αυτής ελέγχθηκαν από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και βρέθηκαν ειλικρινείς και, επομένως, δεν κρίνεται ότι τα έγγραφα αυτά είναι σε κάθε περίπτωση πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου" (δεύτερη επάλληλη αιτιολογία), ενώ με το εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης πλήττεται μόνο η πρώτη από τις ως άνω επάλληλες αιτιολογίες. Με τα εκ των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του τρίτου λόγου αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσης του, την άρνηση της ενάγουσας να προσκομίσει στο Δικαστήριο τις αιτηθείσες από τον εναγόμενο φορολογικές της δηλώσεις (αριθ. 8) και β) δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος 1) ως προς το εκ του αριθμού 8 σκέλος του, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, επειδή η άρνηση της ενάγουσας να προσκομίσει στο Δικαστήριο τις αιτηθείσες από τον εναγόμενο φορολογικές της δηλώσεις δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, και 2) ως προς το εκ του αριθμού 10 σκέλος του, προεχόντως ως αόριστος, επειδή ουδόλως αναφέρονται τα πράγματα που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, σε κάθε περίπτωση δε ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 4640/2019 "Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις κλπ." (ΦΕΚ Α' 190/30-11-2019), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/ 2019 (ΦΕΚ Α'204/16-12-2019), στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ. 1). Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παρ. 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος (περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω). Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα (παρ. 2). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, παρότι δεν κατατέθηκε με το δικόγραφο αυτής ούτε με τις προτάσεις της ενάγουσας, το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 ενημερωτικό έγγραφο, απαράδεκτο το οποίο προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης με το σκεπτικό ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αγωγής, είχε προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση της ενάγουσας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ως προς τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με εκούσια προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, όπως προέκυπτε από την από 15-7-2020 έγγραφη ενημέρωση, την οποία προσκόμισε η ενάγουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατόπιν κλήτευσης από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 227 ΚΠολΔ, προς συμπλήρωση της σχετικής παράλειψης. Η ως άνω έγγραφη ενημέρωση, που μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να σημειωθεί ότι προηγείται χρονικά τόσο της κατάθεσης της αγωγής στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 17-7-2020, όσο και της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 16-4-2021 και, ως εκ τούτου, εκπληρώθηκε ο σκοπός του νόμου, που είναι η εξοικείωση των πολιτών με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και η υποχρεωτική ενημέρωσή τους σχετικά με αυτήν και τα οφέλη της, ως εναλλακτική οδό επίλυσης των διαφορών και όχι ως υποκατάστατο της προσφυγής στη δικαιοσύνη (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4640/2019 επί της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2). Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 9 και 14 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται σε επιδίκαση μη αιτηθέντος με την αγωγή ποσού (αριθ. 8) και παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου (αριθ. 14), το οποίο είχε προβάλει ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο έφεσης και αφορά αοριστία της αγωγής μετά τον περιορισμό του αιτήματός της εν μέρει σε αναγνωριστικό.
Από τη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή της, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, για υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, το ποσό των 23.353,16 ευρώ, το οποίο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περιόρισε εν μέρει, και δη κατά το ποσό των 6.638,65 ευρώ, σε αναγνωριστικό και διατήρησε ως καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσό των 16.654,51 ευρώ, το οποίο όμως ήταν εσφαλμένο, αφού κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό το εναπομένον, μετά τον ως άνω περιορισμό, προς καταψήφιση ποσό ανερχόταν σε (23.353,16 - 6.638,65 =) 16.714,51 ευρώ, ήτοι υπερέβαινε κατά εξήντα (60) ευρώ το αιτηθέν ποσό των 16.654,51 ευρώ. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 13384/2021 απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1786/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έκρινε ότι το υπόλοιπο της οφειλόμενης στην ενάγουσα αποζημίωσης απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των 19.659,50 ευρώ, εκ των οποίων αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να της καταβάλει εντόκως 6.638,65 ευρώ και υποχρέωσε αυτόν να της καταβάλει εντόκως το συνολικό ποσό των 14.882,04 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται (μαζί με τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας) και το ποσό των (19.659,50 - 6.638,65 =) 13.020,85 ευρώ ως καταψηφιστικά οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, δεν επιδίκασε στην ενάγουσα ποσό μη αιτηθέν, αντιθέτως επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 19.659,50 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, ήτοι μέρος του αιτηθέντος, για την ως άνω αιτία, ποσού των 23.353,16 ευρώ.
Περαιτέρω, ο περιορισμός του επίμαχου αγωγικού αιτήματος εν μέρει σε αναγνωριστικό, έστω και με εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, δεν κατέστησε τούτο αόριστο, αφού μετά τον ως άνω περιορισμό το συγκεκριμένο αίτημα διαμορφώθηκε σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 6.638,65 ευρώ και σε καταψηφιστικό κατά το ποσό των 16.654,51 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένης σε αυτά της διαφοράς των εξήντα (60) ευρώ που οφείλεται σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, ώστε να μη γεννάται ζήτημα, αν το ποσό τούτο (των 60 ευρώ) τράπηκε σε αναγνωριστικό ή διατηρήθηκε ως καταψηφιστικό, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων με το εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του πέμπτου λόγου.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, εκ των αριθμών 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η ενάγουσα τα τελευταία έτη πριν την απόλυσή της λάμβανε, λόγω της θέσης της ως υπεύθυνης του καταστήματος οπτικών του εναγομένου, μπόνους 7.000 ευρώ ετησίως. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αφού συνεκτίμησε, όπως ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης (βλ. 16ο φύλλο αυτής), την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης και την από 30-9-2002 πρόταση συνεργασίας του εναγομένου προς την ενάγουσα.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3215/319/ 2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1786/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ