Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1283 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ι., 2) Ι. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Χρυσοχού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "CAIRO III FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καρναβά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2013 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2017 μη οριστική και 98/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 70/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 70/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων, κατά της 98/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 14-11-2013 αγωγή της αρχικά ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος αυτής, η ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία, "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", για τη διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 939, 941, 942 και 943 ΑΚ, συνάγεται ότι, οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών, είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές, ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά το χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 907/2024, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, τέτοια δε είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 822/2024, ΑΠ 907/2024, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 778/2015). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 822/2024, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 822/2024, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 430/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018).
Περαιτέρω από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, ''Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών'' προκύπτει ότι, ο δανειστής που είναι φορέας απαίτησης από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δεν είχε κλειστεί οριστικά ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί της διάρρηξης αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν, όμως, το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διάρρηξης αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 631/2023, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017). Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ, ΑΠ 822/2024, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018). Ακολούθως, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 του ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σε αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης, κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολίευσης δανειστών κεφαλαίου του ΑΚ (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 907/2024, ΑΠ 1088/2023, ΑΠ 52/2022, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλο-αναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 589/2024, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 420/2022).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονα πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 667/2023). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 631/2023, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους, πρώτο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, δεχόμενο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένδικη απαλλοτρίωση έγινε µε πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, προκειµένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη στον πρώτο αυτών πρόθεσης βλάβης της δανείστριας, κατά το χρόνο της ένδικης μεταβίβασης και ειδικότερα την γνώση του πρώτου από αυτούς περί της πορείας των τραπεζικών πιστώσεων της πρωτοφειλέτιδας ανώνυμης εταιρίας και τη μη εξυπηρέτηση από αυτή του ομολογιακού δανείου, και ως προς την αδυναμία ικανοποίησης της αναιρεσίβλητης από την υπολειπόμενη περιουσία του, εξαιτίας της αναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης ακινήτου του, προς τη θυγατέρα του. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον άνω αναιρετικό λόγο, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....... Δυνάμει της µε αριθµό ...-2001 σύμβασης παροχής πίστωσης µε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και της από 4-6-2002 και µε αριθµό ... πρόσθετης πράξης αυτής, που αποτελεί παράρτηµα και αναπόσπαστο τµήµα, η ενάγουσα ("Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η πρώτη αναιρεσίβλητη), χορήγησε πίστωση στην ανώνυμη εταιρία µε την επωνυμία "Σ. ΑΕ", µε εγγύηση του πρώτου εναγόµενου και ήδη πρώτου εκκαλούντος, Α. Σ. (πρώτου αναιρεσείοντος), και του αδερφού του, Α. Σ., αρχικά µέχρι του ποσού των 586.940,57 ευρώ, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε µέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ. Η πίστωση δεν λειτούργησε ομαλά και αφού έκλεισε ο λογαριασμός χορηγήσεων στις 27-8-2013, όταν το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 26.895,29 ευρώ, η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία, κατόπιν αίτησής της, πέτυχε την έκδοση της µε αριθµό 871/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία υποχρεωνόταν η πιστούχος εταιρία, καθώς και οι εγγυητές (πρώτος εναγόµενος και ήδη εκκαλών και Α. Σ.) να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 26.895,29 ευρώ νοµιµοτόκως. Ο ανωτέρω εκτελεστός τίλος επικυρώθηκε µε την υπ' αριθ. 69/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους ως άνω συνοφειλέτες ανακοπή (αριθ. καταθ. 555/2013) του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η δε απόφαση έγινε τελεσίδικη, µετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι συνοφειλέτες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, µε την υπ' αριθ. 170/8-4-2019 απόφασή του. Επομένως, η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη έχει βέβαιη και εκκαθαρισµένη απαίτηση σε βάρος (και) του πρώτου εκκαλούντος από την ανωτέρω αιτία (της σύμβασης πίστωσης). Εκτός από αυτήν την απαίτηση αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη διατηρεί σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος και έτερη απαίτηση. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρία µε την επωνυμία "Σ. Α.Ε." αποφάσισε την έκδοση κοινού οµολογιακού δανείου, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν. 3156/2003, ποσού 300.000 ευρώ, διαιρούµενου σε 297.000 και 3.000 ομολογίες στον κοµιστή (ανώνυμες), δυνάµει της από 11-3-2008 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, σε συνδυασμό µε την από 12-3-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της. Κάθε ομολογία είχε ονομαστική αξία ένα ευρώ και τιµή έκδοσης στο άρτιο, έφεραν αύξοντες αριθμούς από 1 έως 297.000 και από 297.001 έως 300.000 και εκδόθηκαν σε απλούς ή πολλαπλούς τίτλους. Την 18-03-2008 η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία εξέδωσε Πρόγραµµα Κοινού ομολογιακού δανείου 300.000 Ευρώ, µε το οποίο κοινοποίησε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη τους όρους του ομολογιακού δανείου και την καλούσε να συμμετάσχει στην κάλυψή του. Κατά την ίδια ως άνω ηµέρα, ήτοι την 18-03-2008, εξέδωσε στο Βόλο δύο τίτλους ομολογιών ομολογιακού δανείου και συγκεκριµένα, τον υπ' αυξ. αριθµό 1 και 2 πολλαπλό τίτλο 297.000 και 3.000 ομολογιών αντίστοιχα, µε ονομαστική αξία για όλες ένα ευρώ, τις οποίες και παρέδωσε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, αφού πρώτα αυτή της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ. Το δάνειο εκδόθηκε και καλύφθηκε την 18-3-2008 στο σύνολό του από την ενάγουσα-εφεσίβλητη υπό την προγενέστερη επωνυμία της, σε ποσοστό 99% και από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία µε την επωνυμία "ΕFG ΡR
ΙVΑΤΕ ΒΑΝΚ Luxemburg S.A" που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, σε ποσοστό 1%, σύµφωνα µε την από 14-3-2008 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξουσίου εκπροσώπου των ομολογιούχων, που συνήφθη µε τις τράπεζες και την ανώνυμη εταιρία και ως εκ τρίτου συµβαλλόμενους, τα αδέλφια Σ. (τον Α. Σ. και τον πρώτο εναγόµενο - εκκαλούντα), οι οποίοι συµβλήθηκαν υπό την Ιδιότητα των εγγυητών, ενεχόµενοι εις ολόκληρον µε την εκδότρια του ομολογιακού δανείου - Σ. Α.Ε.- ως αυτοφειλέτες, για την εµπρόθεσµη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε φύσεως απαιτήσεων των ομολογιούχων κατά της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, σύμφωνα µε τον υπ' αρ. 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης κάλυψης και τον υπ' αριθ. 15 όρο του δανείου. Ημερομηνία λήξης των ως άνω οµολογιακών δανείων ορίσθηκε η 8-4-2013 και συμφωνήθηκε η καταβολή των δεδουλευµένων τόκων ανά εξάµηνο, µε εξαίρεση την πρώτη περίοδο εκτοκισμού. Όμως η εκδότρια εταιρία µε την επωνυμία "Σ. ΑΕ" δεν εξόφλησε τη δήλη ηµέρα, ήτοι την 8-4-2013, τις ως άνω ομολογίες των συναφθεισών οµολογιακών δανείων, καταβάλλοντας το ποσό των 300.000 ευρώ, καθώς και τους, ληξιπρόθεσµους τόκους. Προς τούτο οχλήθηκε µε εξώδικη δήλωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης, η οποία, σύμφωνα µε τον όρο 4ιστ' του ομολογιακού δανείου, ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων και µοναδική ομολογιούχος του δανείου, την 28-8-2013 κατήγγειλε τις ως άνω συμβάσεις των οµολογιακών δανείων και κάλεσε τους συνοφειλέτες, υπό την προαναφερόµενη ιδιότητα των εγγυητών που παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως, να της καταβάλουν το ληξιπρόθεσµο οφειλόμενο κεφάλαιο των ανεξόφλητων ομολογιών µε αύξοντες αριθμούς 1-297-000, που ανερχόταν την 28-8-2015 σε ποσό 310.182,35 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών τόκων περιόδου από 8-4-2013 που έληξε η δήλη µέρα πληρωμής, έως την ηµεροµηνία της καταγγελίας) και το ποσό των 3.133,15 ευρώ, έντοκα για το οµολογιακό δάνειο εκ των ομολογιών µε αυξ. αρ. 2, ήτοι για τις ομολογίες από 297.001 μέχρι 300.000, έντοκα τα ως άνω ποσά από 29-8-2013, µε τον συμβατικό τόκο υπερηµερίας και εξαµηνιαίο ανατοκισµό των τόκων και µέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Για την ως άνω απαίτησή της η εφεσίβλητη- ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της µε αριθµό 857/23.9.2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία υποχρεώθηκαν ο πρώτος εκκαλών - πρώτος εναγόµενος, η ανώνυμη εταιρία µε την επωνυμία, "Σ. Α.Ε." και ο Α. Σ. να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 310.182,35 ευρώ και το ποσό των 3.133,15 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 28-08-2013 και εφεξής, µε εξάµηνο ανατοκισµό των τόκων, µέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και ποσό 6.808,57 ευρώ, για δικαστικά έξοδα. Ο ανωτέρω εκτελεστός τίτλος επικυρώθηκε µε την υπ' αριθ. 73/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους συνοφειλέτες ανακοπή (αριθ. καταθ. 556/2013) του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η δε απόφαση έγινε τελεσίδικη, µετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν οι συνοφειλέτες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας µε την υπ' αριθ. 160/1-4-2019 απόφασή του. Επομένως, η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη έχει βέβαιη και εκκαθαρισµένη απαίτηση σε βάρος (και) του πρώτου εκκαλούντος και από την ανωτέρω αιτία (του ομολογιακού δανείου). Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλουµένη απόφαση, παραδοχές για τις οποίες δεν παραπονούνται οι εκκαλούντες µε την έφεσή τους. Επίσης, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο έγερσης της από 14-11-2013 και µε αριθ. εκθ. καταθ. 185/26-11-2015 ένδικης αγωγής διάρρηξης, (η οποία επιδόθηκε στους εναγοµένους στις 30- 12-2013) και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, στις 2-5-2017 (µετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη µη οριστική υπ' αριθ. 184/2017 απόφαση του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου) και στις 21-1-2020 (µετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουµένη οριστική υπ' αριθ. 98/2020 απόφαση του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου), χρόνοι που είναι οι κρίσιµοι για τον έλεγχο της συνδροµής ή µη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομµιµοποίησης (62, 73, 216 παρ. 1α ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, είχε δικαίωµα να ζητεί τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, γιατί ήταν και ειδικότερα έγινε εκ νέου, δικαιούχος των προαναφερόµενων χρηµατικών απαιτήσεων .......... Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαίου γονικής παροχής κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Ζ., που έχει μεταγραφεί νόµιµα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Μηλέων στον τόμο 60 µε αριθµό 117, ο πρώτος εναγόµενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο εναγόµενο, υιό του, (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), µια κάθετη ιδιοκτησία και ειδικότερα μια διώροφη οικία συνολικού εμβαδού 62 τ.µ. που είναι κτισμένη στο νοτιοανατολικό τµήµα ενός ενιαίου οικοπέδου που βρίσκεται στον οικισμό Μηλέων της Δημοτικής Περιφέρειας Μηλέων Μαγνησίας Θεσσαλίας, στην περιφέρεια του Υποθηκοφυλακείου Μηλέων, εκτάσεως του όλου οικοπέδου 714,90 τ.µ. και του τµήµατος 312,90 τ.µ. µε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 438/1000 εξ αδιαιρέτου και δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης στο τµήµα αυτό (νοτιοανατολικό) του οικοπέδου. Η αντικειμενική αξία αυτού του περιουσιακού στοιχείου ανερχόταν στο ποσό των 58.528,18 ευρώ, που ταυτίζεται µε την εμπορική αξία του, όπως εκθέτει η ενάγουσα και δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόµενοι. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, κατά το χρόνο της μεταβίβασης (10-2-2011) ο πρώτος εναγόµενος - εκκαλών είχε ήδη αναλάβει υποχρεώσεις τόσο από τη σύμβαση παροχής πίστωσης µε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (που είχε καταρτιστεί στις 16-2-2001), όσο και από την κάλυψη του οµολογιακού δανείου (στις 14-3-2008), ως εγγυητής που παραιτήθηκε από τα δικαιώµατα της ένστασης διζήσεως (βλ. 16ο όρο της σύμβασης πίστωσης και 15ο όρο του ομολογιακού δανείου, που εσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής). Γνώριζε δε την πορεία των άνω πιστώσεων, καθώς αυτός και ο αδελφός του (Α. Σ.) ήταν οι ιδρυτές της αρχικώς ομόρρυθμης και στη συνέχεια ανώνυμης εταιρίας µε την επωνυμία ''Σ. ΑΕ'', που έλαβε την πίστωση και αποφάσισε την έκδοση του ομολογιακού δανείου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας της συµβολαιογράφου Βόλου Γ. Γ.-Ζ. Επομένως, έστω και εάν η μεταβίβαση έγινε σε χρόνο πριν από την καταγγελία και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ήταν ήδη γεννημένες οι στηριζόµενες σε αυτόν απαιτήσεις της εφεσιβλήτου ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας σε βάρος του εκκαλούντος, ενώ κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (2-7-2017), ήταν σε κάθε περίπτωση γεννηµένες και οι απαιτήσεις από το οµολογιακό δάνειο, που καταγγέλθηκε λόγω µη πληρωμής στις 28-8-2013, δύο έτη µετά τη μεταβίβαση. Γνώριζε δε την κακή πορεία του ομολογιακού δανείου καθώς οι καταβολές που πραγματοποιούνταν το προγενέστερο διάστηµα που γειτνιάζει µε το χρόνο της μεταβίβασης αφορούσαν µόνο καταβολές τόκων, όπως αποδεικνύεται από το ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής από 28-8-2013 αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού του ομολογιακού δανείου (17-5-2010 εξόφληση τόκων, 8-10-2010 έναντι τόκων κλπ). Η προαναφερόµενη απαλλοτρίωση κατέστησε τον πρώτο εκκαλούντα - εναγόµενο αφερέγγυο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (30-12-2013), που είναι και ο κρίσιµος χρόνος για τη συνδροµή των προϋποθέσεων για το χαρακτηρισμό της µεταβίβασης ως καταδολιευτικής (..........), καθώς αποδεικνύεται ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του ανωτέρω διαδίκου, όπως αυτή περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, δεν ήταν επαρκής προς ικανοποίηση της δανείστριας που διατηρεί απαίτηση συνολικού ύψους περίπου 340.000 ευρώ, όπως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόµενος έχει ποσοστό συγκυριότητας 10/16 εξ αδιαιρέτου επί αγροτεµαχίου (ελαιοπερίβολου) εμβαδού 775,50 τ.µ. στη θέση ''Καληφτέρη'' Αφήσσου Δήμου Νοτίου Πηλίου και την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεµαχίου εμβαδού δύο στρεμμάτων περίπου, στη θέση ''Αρκουδότρυπα'' Μηλέων του Δήμου Νοτίου Πηλίου. Τα ανωτέρω αγροτεµάχια βρίσκονται εκτός σχεδίου, είναι αγροτικά, µε µικρή αξία, ενώ κατά τα διδάγµατα της κοινής πείρας υπάρχει απροθυμία πλειοδοτών όταν εκποιούνται δια πλειστηριασμού ιδανικά µερίδια οικογενειακής περιουσίας, όπως είναι το αγροτεµάχιο στην Καληφτέρη Αφήσσου, στο οποίο συγκύριοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό είναι τα τέκνα του πρώτου εκκαλούντος. Η μηδαμινή αξία των αγροτεμαχίων ενισχύεται και από το γεγονός ότι ουδείς έχει σπεύσει µέχρι σήµερα να εγγράψει βάρος σε αυτά. Επιπλέον, ο πρώτος εναγόµενος έχει στην πλήρη κυριότητά του ένα αγροτεµάχιο στη Σκιάθο στη θέση Προφήτης Ηλίας - Μυροβήλι µε ΚΑΕΚ 35 071 18 20 142/0/0, εμβαδού 2.156 τ.µ., επί του οποίου η ενάγουσα έχει ήδη εγγράψει στις 26-9-2019 προσηµείωση υποθήκης για ποσό 30.000 ευρώ για εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τις δύο επίδικες διαταγές πληρωμής, όπως αποδεικνύεται από το 27-9-2013 πιστοποιητικό κτηµατολογικών εγγραφών, του Κτηματολογικού Γραφείου Σκιάθου. Τέλος, ο πρώτος εναγόµενος έχει το δικαίωµα επικαρπίας ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου µιας διώροφης µονοκατοικίας, συνολικού εμβαδού 238,72 τ.µ. µε υπόγειο εμβαδού 130,21 τ.μ. που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως 326,35 τ.µ. στη διασταύρωση των οδών ... στον Βόλο.
Συνεπώς, η εμφανής περιουσία του πρώτου εναγοµένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας. Επίσης, αποδεικνύεται ότι η αποξένωση από το ανωτέρω περιουσιακό στοιχείο έγινε εκ µέρους του πρώτου εναγοµένου µε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, καθόσον γνώριζε ο ίδιος ότι µε αυτές (μεταβιβάσεις) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να µην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της δανείστριας. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόµενος, εγγυητής στις προαναφερόμενες συμβάσεις και µέτοχος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, γνώριζε, κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, την παθητική σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας κατάσταση. Ενόψει του κινδύνου να επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του επέλεξε να καταρτίσει την ένδικη σύμβαση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόµενος, πλην της επίδικης μεταβίβασης προέβη κατά το ίδιο µε αυτήν έτος δυνάµει του υπ αριθ. ...-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Γ. - Ζ. σε μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής προς τη µη διάδικο στην παρούσα δίκη θυγατέρα του, Ζ. Σ., κατά ψιλή κυριότητα ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου από την περιγραφόµενη πιο πάνω διώροφη μονοκατοικία, της οποίας κράτησε ο ίδιος την επικαρπία, ενώ µετά από δύο χρόνια δυνάμει του υπ' αριθ. .../2013 µισθωτηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στον τόμο 567 και αριθµό 119 εκµίσθωσε αυτό, ομού µετά του δευτέρου εναγοµένου συγκυρίου και αυτού κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, το ως άνω ακίνητο στην θυγατέρα του, Ζ. Σ., για χρονικό διάστηµα 35 ετών, αντί ετήσιου μισθώματος 500 ευρώ, προκειµένου να το χρησιμοποιήσει αυτή ως κατοικία. Από τα προαναφερόµενα, σε συνδυασμό µε το γεγονός ότι µέχρι σήµερα ο πρώτος εναγόµενος και η πρωτοφειλέτρια απέφυγαν να ικανοποιήσουν την ενάγουσα, προτιμώντας µε τον παρόντα δαπανηρό δικαστικό αγώνα να καθυστερήσουν τη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, σαφώς προκύπτει ότι η ένδικη απαλλοτρίωση έγινε µε σκοπό βλάβης της ενάγουσας δανείστριας και προκειµένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, αφού γνώριζε ο πρώτος εναγόµενος ότι, κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου γονικής παροχής, που είναι ο κρίσιµος χρόνος των απαλλοτριώσεων, µε την επιχειρούµενη απαλλοτρίωση καθίστατο εντελώς αφερέγγυος και δεν ήταν δυνατό πλέον να εισπραχθεί από την ενάγουσα, έστω και εν µέρει, το εν λόγω χρέος της. Οι εναγόµενοι αντικρούοντας τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας περί πρόθεσης του πρώτου εναγόµενου βλάβης της ενάγουσας, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν µε λόγο της έφεσης τους ότι όταν προ δύο ετών έγινε η µεταβίβαση, τόσο ο πρώτος εναγόµενος όσο και πρωτοφειλέτρια ανώνυμη εταιρία είχαν εχέγγυα εξασφάλισης της απαίτησης της αντιδίκου τους, καθόσον ο πρώτος εναγόµενος "δεν απεκδύθηκε της πλήρους κυριότητας του επίδικου ακινήτου αν και θα μπορούσε", ενώ είχε και στην κυριότητα του µετοχές (1/2 του μετοχικού κεφαλαίου της Σ. ΑΕ), η δε πρωτοφειλέτρια εταιρία διαθέτει επαρκή περιουσία (οικόπεδο µετά του εργοστασίου), αξίας 2.929.850 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιµος και τούτο διότι, όσον αφορά στον πρώτο εναγόµενο, με την επίδικη δικαιοπραξία μεταβιβάστηκε το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, όπως προεκτέθηκε, η δε επίκληση ότι κατέχει μετοχές χωρίς να προσδιορίζει την αξία τους, όλως αορίστως προβάλλεται. Όσον αφορά την πρωτοφειλέτρια εταιρία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αδιάφορο όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης, όπως εν προκειμένω η εταιρία "Σ. Α.Ε.", διαθέτει επαρκή περιουσία (οικόπεδο µετά του εργοστασίου) για την ικανοποίηση του δανειστή κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης ή της άσκησης της αγωγής (ή ακόµα και της πρώτης συζήτησης), καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικώς και µόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος, δηλαδή του πρώτου εναγόµενου - εκκαλούντος, και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από την διάταξη του άρθρου 486 του ΑΚ. Τέλος, προς απόκρουση της αγωγής οι εναγόµενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν µε λόγο της έφεσης, ότι η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της να ζητεί διάρρηξη της επίδικης σύμβασης, καθώς η πρωτοφειλέτρια ανώνυμη εταιρία ''Σ. Α.Ε.'' έχει επαρκή περιουσία (ακίνητο εμβαδού 8.634 τ.µ. µε το εντός αυτού εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή Βόλου, αξίας 2.929.400 ευρώ), και ότι η ενάγουσα έπρεπε πρώτα να επιχειρήσει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της από αυτήν, αντί να στραφεί κατά του πρώτου εναγόµενου, η επιλογή δε της άσκησης της αγωγής διάρρηξης δηλώνει την κακόβουλη συμπεριφορά της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός τους όµως αυτός είναι αβάσιµος, διότι ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και µόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος (εν προκειμένω του πρώτου εναγόµενου - εγγυητή) και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοπών συνοφειλετών, όπως της πρωτοφειλέτριας εταιρίας.
Περαιτέρω, η δανείστρια ενάγουσα τραπεζική εταιρία έχει δικαίωµα να επιλέξει κατά ποιου συνοφειλέτη της θα στραφεί προκειµένου να πετύχει την ικανοποίηση της απαίτησής της, όπως αναφέρθηκε στη µείζονα σκέψη που προεκτέθηκε. Η επιλογή, επομένως, της άσκησης αγωγής διάρρηξης, ως νόµιµου τρόπου ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας, έναντι της έναρξης διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου στη βιομηχανική περιοχή του Βόλου και του εργοστασίου της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας, εντάσσεται στη στάθµιση των συμφερόντων της ενάγουσας και µόνο. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλουµένη ο απόφαση έκρινε οµοίως και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό δεν έσφαλε ως προς την εφαρµογή του νόµου και ορθά εκτίµησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες µε το σχετικό λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιµα και απορριπτέα. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, θεμελιώνεται δικαίωµα της εφεσίβλητης να ζητήσει τη διάρρηξη ένδικης δικαιοπραξίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε βάσιµη κατ' ουσίαν την αγωγή, και την έκανε δεκτή, απαγγέλλοντας τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης, ορθώς εκτίµησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις που διαλαµβάνονται στην έφεση, είναι αβάσιµες....". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 14-11-2013 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της καταδολιευτικής φύσης της επίδικης μεταβίβασης και περί συνδρομής περίπτωσης διάρρηξης αυτής. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) ο πρώτος των αναιρεσειόντων, ιδρυτής και μέτοχος της μη διαδίκου, ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία ''Σ. ΑΕ'', εν γνώσει του χρέους της τελευταίας, προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα από τη με αριθμό ...-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και την από 14-3-2008 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου, ύψους 300.000 ευρώ, με χρόνο λήξης στις 8-4-2013, στις οποίες συμβάσεις είχε συμβληθεί ως εγγυητής, ευθυνόμενος έναντι της άνω δανείστριας για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση των κάθε είδους απαιτήσεων της από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και τις ομολογίες, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το πιο πάνω περιουσιακό του στοιχείο στο δεύτερο αναιρεσείοντα, τέκνο του, με σκοπό βλάβης της δανείστριάς του πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού αυτός, ως ιδρυτής και µέτοχος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, γνώριζε, κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, την παθητική σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας κατάσταση και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω δικαιοπραξία, με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και β) η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος, μετά την ως άνω μεταβίβαση, αποτελούμενη από, ι) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού δύο στρεμμάτων περίπου, στη θέση ''Αρκουδότρυπα'' Μηλέων του Δήμου Νοτίου Πηλίου, ιι) ποσοστό συγκυριότητας 10/16 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεµαχίου (ελαιοπερίβολου) εμβαδού 775,50 τ.µ. στη θέση ''Καληφτέρη'' Αφήσσου Δήμου Νοτίου Πηλίου, που βρίσκονται εκτός σχεδίου, είναι αγροτικά και έχουν μικρή αξία, ιιι) ένα αγροτεµάχιο στη Σκιάθο στη θέση Προφήτης Ηλίας - Μυροβήλι µε ΚΑΕΚ 35 071 18 20 142/0/0, εμβαδού 2.156 τ.µ., επί του οποίου η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει ήδη εγγράψει στις 26-9-2019, προσηµείωση υποθήκης, για ποσό 30.000 ευρώ για εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τις δύο επίδικες διαταγές πληρωμής και vi) το δικαίωµα επικαρπίας, ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου µιας διώροφης µονοκατοικίας, συνολικού εμβαδού 238,72 τ.µ. µε υπόγειο εμβαδού 130,21 τ.μ. που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως 326,35 τ.µ. στη διασταύρωση των οδών ... στον Βόλο, την ψιλή κυριότητα του οποίου ο πρώτος αναιρεσείων κατά το ίδιο µε την ένδικη απαλλοτρίωση έτος, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τη µη διάδικο στην παρούσα δίκη θυγατέρα του, Ζ. Σ., κρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, ενώ στη συνέχεια εκµίσθωσε αυτό, ομού µετά του δευτέρου εναγοµένου συγκυρίου και αυτού κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, στην άνω θυγατέρα του, για χρονικό διάστηµα 35 ετών, αντί ετήσιου μισθώματος 500 ευρώ, δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της δανείστριας πρώτης αναιρεσίβλητης, συνολικού ύψους 340.000 ευρώ. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη: 1) η ειδικότερη σχέση του πρώτου από αυτούς με το νομικό πρόσωπο της πρωτοφειλέτιδας, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης μεταβίβασης ή της καταγγελίας των πιστώσεων, ως ιδρυτή, μετόχου ή διοικητή αυτής, 2) η αναφορά, σε σχέση με τη συνδρομή του στοιχείου της πρόθεσης βλάβης, της μη εξυπηρέτησης του ομολογιακού δανείου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης (2011), αφού, όπως προεκτέθηκε, για τη συνδρομή της πρόθεσης βλάβης αρκεί το ότι οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, χωρίς να αναιρείται η πρόθεση αυτή, από την τυχόν εξυπηρέτηση μερικότερων δόσεων της πίστωσης, ενώ δεν απαιτούνταν επιπλέον αιτιολογίες ως προς την αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης από το πιο πάνω υπό στοιχ. iv ακίνητο, λόγω της μίσθωσης αυτού, με περαιτέρω ενέργειες της τελευταίας επί του εν λόγω ακινήτου.
Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υφίσταται ως προς το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης του πρώτου αναιρεσείοντος, λόγω της γνώσης αυτού περί της κακής πορείας του ομολογιακού δανείου (μη εξυπηρέτησης αυτού), μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης, ότι οι καταβολές που πραγματοποιούνταν για το ομολογιακό δάνειο κατά το διάστημα που γειτνιάζει με το χρόνο της ένδικης μεταβίβασης αφορούσαν καταβολές τόκων, με την παραδοχή ότι η ημερομηνία λήξης του δανείου είχε οριστεί συμβατικά δύο έτη αργότερα (2013), οπότε τότε έπρεπε να εξοφληθούν οι ομολογίες, διότι τα παραγωγικά της απαίτησης της ομολογιούχου τραπεζικής εταιρίας (ενάγουσας) από τη σύμβαση του κοινού ομολογιακού δανείου είχαν συντελεστεί από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης κάλυψης του ομολογιακού δανείου, έτσι ώστε η απαίτηση να είναι ήδη γεγενημένη σε βάρος τόσο της εκδότριας (πρωτοφειλέτριας) ανώνυμης εταιρείας, όσο και του πρώτου αναιρεσίβλητου εγγυητή της σύμβασης. Η καταβολή δε των συμβατικών τόκων από την πρωτοφειλέτρια και μάλιστα όχι για το σύνολο όλων των δόσεων τόκων, αφού στις άνω παραδοχές γίνεται λόγος και για ''καταβολή, 8-10-2010, έναντι τόκων'', ουδόλως αναιρεί το γεγενημένο της απαίτησης από το ομολογιακό δάνειο, πριν το χρόνο λήξης του (έτος 2013). Σε κάθε δε περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πρόθεση βλάβης θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, όπως εν προκειμένω που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι άνω πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την αναγκαία, κατ' άρθρο 939 ΑΚ, προϋπόθεση της ύπαρξης του στοιχείου της πρόθεσης του πρώτου αναιρεσείοντος ως οφειλέτη - εγγυητή, πρόκλησης βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων, 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο, όμως, μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρο 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέστηκαν παραδεκτά οι διάδικοι (ΑΠ 1536/2023, 1001/2022). Για να είναι, όμως, λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σ' αυτά, ενώ κύρια στηρίχτηκε για να καταλήξει στο πόρισμά του και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 409/2015, ΑΠ 155/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που έχει προσκομίσει ένας διάδικος, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει την αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι τα μέσα απόδειξης, που προσκομίστηκαν νόμιμα, από ένα διάδικο, λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων θεμάτων, ακόμη και υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΑΠ 450/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ως προς την πρόθεση βλάβης του πρώτου αυτών, ότι ''γνώριζε την πορεία των δύο πιστώσεων, καθώς αυτός και ο αδελφός του (Α. Σ.) ήταν οι ιδρυτές της αρχικώς ομόρρυθμης και στη συνέχεια ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΑΕ", που έλαβε την πίστωση και αποφάσισε την έκδοση ομολογιακού δανείου'', έλαβε υπόψη την .../1989 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Γ. Ζ., η οποία, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων απάντων των διαδίκων, ουδόλως προσκομίστηκε. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων (εναγομένων - εκκαλούντων) ενώπιον του Εφετείου, οι τελευταίοι, προς υποστήριξη της έφεσής τους, προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους, το άνω έγγραφο, ήτοι ''αντίγραφο του με αριθμό ...-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βόλου Γ. - Γ. - Ζ., που έχει μεταγραφεί ....'', με αριθμό σχετικού, 1.12. Με την ως άνω νόμιμη προσκομιδή από τους αναιρεσείοντες, αντιδίκους των αναιρεσιβλήτων, το πιο πάνω έγγραφο κατέστη κοινό μέσο απόδειξης και συνεπώς το Εφετείο νομίμως (άρθρο 346 ΚΠολΔ) το έλαβε υπόψη. Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την παραδοχή του περί της πρόθεσης βλάβης του πρώτου από αυτούς κατά την κατάρτιση της άνω καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, θεμελίωσε κυρίως στα υπόλοιπα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο πιο πάνω έγγραφο (συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας) για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. Από τις ίδιες δε διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (AΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017). O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλούμενου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προυπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011). Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Για την επίκληση δε αυτή, πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 1706/2023, ΑΠ 1142/2022, ΑΠ 591/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πρόθεσης βλάβης του πρώτου από αυτούς, με την κατάρτιση της ένδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή, από 28-8-2023 αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού του ομολογιακού δανείου, και στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείο, κατά το οποίο υποχρέωση της οφειλέτιδας εταιρίας και του πρώτου αυτών ήταν η εξόφληση του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου κατά τη λήξη των ομολογιών την 8-4-2013 και η καταβολή των δεδουλευμένων τόκων ανά εξάμηνο, με εξαίρεση την πρώτη περίοδο εκτοκισμού και ότι το να εμφανίζει ο λογαριασμός του δανείου μόνο καταβολές τόκων ήταν συμφωνημένος όρος, και όχι τεκμήριο της κακής πορείας του ομολογιακού δανείου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν την ομολογία αυτή των άνω αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι η ως άνω αναφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης στην αγωγή της δεν συνιστά ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, καθόσον, όταν εκτέθηκαν στην αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης τα περιστατικά αυτά, δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας επιβλαβών γι' αυτήν περιστατικών, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για τη στήριξη της αγωγής. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς των αναιρεσίβλητων, λόγω της διαφορετικής υπεράσπισης αυτών, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 70/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για την καθεμία αναιρεσίβλητη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ