Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1285 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1285/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Τομπουλίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Φ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Τσιτσίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4140/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2.1.2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 4140/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι. Το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, το οποίο προσετέθη με το από 6 - 17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ'. Αναθεωρητικής Βουλής (Α'. 84), ορίζει τα εξής : "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" [όπως τροποποιηθείς ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 84 ν/ 4624/2019 "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Συμβουλίου της 27.4.2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της 27.4.2016 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 137/29.8.2019)] ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς τους παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.... β)... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο στ) "Διασύνδεση", μορφή επεξεργασίας που συνίσταται στη δυνατότητα συσχέτισης των δεδομένων ενός αρχείου με δεδομένα αρχείου ή αρχείων που τηρούνται από άλλον ή άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας ή που τηρούνται από τον ίδιο υπεύθυνο επεξεργασίας για άλλο σκοπό, ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας ι) "Αποδέκτης" το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση δ) ...Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...". Στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.γ'της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)....β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο. γ) ... δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ...ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει κανόνες επεξεργασίας για τις πλέον συνήθεις κατηγορίες επεξεργασιών και αρχείων, οι οποίες προφανώς δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται με κανονισμούς που καταρτίζει η Αρχή και κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης". Στο άρθρο 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3741/2006 : "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. 4. Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικώς εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν". Στο άρθρο 11 ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του β) τον σκοπό της επεξεργασίας γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί την συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς.." Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως...". 2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή τις ακόλουθες πληροφορίες: α) όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους β) τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών γ) την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του δ) την λογική αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με την συνδρομή ειδικού ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση ή τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής, ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες 3. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν...". Στο άρθρο 15 ότι: "1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά...". Στο άρθρο 19 ότι: "1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... ζ)... η)... θ)... ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος...". Στο άρθρο 23 ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη...". Στο άρθρο 24 ότι: "1... 2....3... Για αρχεία που λειτουργούν και επεξεργασίες που εκτελούνται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι υπεύθυνοι επεξεργασίας οφείλουν να προβούν στην κατά την παρ. 1 του άρθρου 11 ενημέρωση των υποκειμένων μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής. Η ενημέρωση, εφόσον αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων μπορεί να γίνει και δια του τύπου. Στην περίπτωση αυτή τις λεπτομέρειες καθορίζει η Αρχή...". Στο πλαίσιο της παρεχόμενης από τα άρθρα 19 παρ.1 στοιχ. ι και 24 παρ. 3 αυτού του Νόμου ειδικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία εναρμονίζεται προς το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής: Αρχή) εξέδωσε την 1/1999 κανονιστική πράξη (ΦΕΚ Β` 555/1999), η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της ατομικής ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων, ορίζει τα εξής: Άρθρο 1 "1. Η ενημέρωση του υποκειμένου από τον υπεύθυνο επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 ν. 2472/1997 γίνεται είτε το υποκείμενο παρέχει την συγκατάθεση ή συνδρομή του για την συλλογή των δεδομένων είτε όχι. 2. Η ενημέρωση περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο τα εξής στοιχεία: α) Το ονοματεπώνυμο, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του, προς τον οποίο το υποκείμενο οφείλει να απευθυνθεί προκειμένου να ασκήσει τα κατά τα άρθρα 12 και 13 του ν. 2472/1997 δικαιώματά του β) Τον σκοπό της επεξεργασίας κατά τρόπο εύληπτο και σαφή γ) Τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων δ) Την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης, ε) Την ύπαρξη του δικαιώματος αντίρρησης για τα δεδομένα που αφορούν το υποκείμενο. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο και για κάθε μεταβολή των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου" ... Άρθρο 3 "1. Όταν το υποκείμενο παρέχει τη συγκατάθεση ή συνδρομή του, η ενημέρωση γίνεται εγγράφως ... 2. Όταν για την συλλογή και επεξεργασία δεδομένων δεν απαιτείται ούτε ζητείται συγκατάθεση του υποκειμένου, η ενημέρωσή του γίνεται με τον πιο πρόσφορο και σαφή κατά τις περιστάσεις τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η όσο το δυνατόν απρόσκοπτη και επαρκής πληροφόρηση του υποκειμένου. Ενδεικτικά η ενημέρωση μπορεί να γίνει: α) ... 3. .... Κατ' εξαίρεση και ύστερα από άδεια της Αρχής, η οποία παρέχεται είτε για επί μέρους κλάδους ή τομείς δραστηριότητας ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, είτε για συγκεκριμένο κάθε φορά αρχείο ύστερα από αίτηση του υπευθύνου επεξεργασίας, όταν η ενημέρωση αφορά μεγάλο αριθμό υποκειμένων, επιτρέπεται η ενημέρωσή τους δια του τύπου, είτε με οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο και σαφή τρόπο, σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας του οικείου κλάδου ή τομέα εφόσον υπάρχουν." Περαιτέρω, στο άρθρο 1 της με αριθμό 408/1998 κανονιστικής απόφασης της ίδιας Αρχής "Ενημέρωση υποκειμένων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια του τύπου" (ΦΕΚ Β' 1250/1998) εξειδικεύεται η αόριστη νομική έννοια του "μεγάλου αριθμού υποκειμένων" και ορίζεται ότι: "Υπεύθυνοι επεξεργασίας αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υπόχρεοι σε ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997 μπορούν να ενημερώνουν δια του τύπου τα υποκείμενα σε επεξεργασία άτομα, όταν ο αριθμός των ατόμων αυτών είναι ίσος ή υπέρτερος των χιλίων (1.000)". Τούτο, εξ άλλου, προβλέπεται ρητώς και στη με αριθμό ...-2004 κανονιστική απόφαση της Αρχής με τον τίτλο "Προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" (ΦΕΚ Β'- 684/11.5.2004 ), με την οποία εξειδικεύθηκαν οι όροι που πρέπει να τηρούν οι εταιρείες διαπίστωσης πιστοληπτικής ικανότητας, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων στην οποία προβαίνουν να τηρεί τις απαιτήσεις του ν. 2472/1997, και στην οποία ορίζεται μεταξύ άλλων ότι: " Ι. Ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τη σύναψη πιστωτικών συμβάσεων με αφερέγγυους πελάτες και εν γένει από τη δημιουργία επισφαλών απαιτήσεων και τελικά η προστασία της εμπορικής πίστης και η εξυγίανση των οικονομικών συναλλαγών. Το νόμιμο της συλλογής των πληροφοριών από τις εταιρείες εμπορίας πληροφοριών... χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου: Η εξ επαγγέλματος συλλογή πληροφοριών για τα προσωπικά δεδομένα χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου είναι νόμιμη με βάση την εξαίρεση του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. ε' του ν. 2472/1997 διότι πρώτον είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος το οποίο επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο τρίτος αποδέκτης των δεδομένων. Το συγκεκριμένο έννομο συμφέρον συνίσταται στην άσκηση του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας με βάση πληροφορίες που εξασφαλίζουν την εμπορική πίστη, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των συναλλαγών. Είναι εύλογο ότι χωρίς τη δυνατότητα πρόσβασης σε ορθές και επίκαιρες πληροφορίες, οι οποίες αφορούν στη πιστοληπτική ικανότητα των συναλλασσομένων η ικανοποίηση του εν λόγω εννόμου συμφέροντος δυσχεραίνεται σημαντικά. Το συγκεκριμένο έννομο συμφέρον υπερέχει προφανώς των συμφερόντων των υποκειμένων που δεν θίγονται ουσιωδώς και πάντως η ικανοποίησή του δεν θίγει τις θεμελιώδεις ελευθερίες των υποκειμένων.
Συνεπώς, η επεξεργασία επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, αφού βέβαια αυτό ενημερωθεί (άρθρα 11 παρ. 1 και 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997). 2. ... 4. Αποδέκτες των δεδομένων, σύμφωνα με τον σκοπό της επεξεργασίας, δικαιολογείται να είναι μόνο οι τράπεζες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι εταιρείες διαχείρισης πιστωτικών καρτών, καθώς και φορείς του δημόσιου τομέα, όχι τρίτοι μετέχοντες στις οικονομικές συναλλαγές και ακόμη λιγότερο μη μετέχοντες ..." (σχετ. ΣτΕ 1878/2024, ΣτΕ 2768/2020, ΣτΕ 2965/2017). Η ρυθμιστική εμβέλεια των ως άνω κανονιστικών αποφάσεων της Αρχής, που ευρίσκονται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης των άρθρων 19 παρ.1 στοιχ. ι και 24 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, όταν πρόκειται για ενημέρωση μεγάλου αριθμού υποκειμένων (τουλάχιστον χιλίων), δεν περιορίζεται μόνο στις κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου εκτελούμενες επεξεργασίες, αλλά καλύπτει αναλόγως και τις μεταγενέστερες επεξεργασίες, καθόσον, ενόψει και της ομοιότητας αμφοτέρων των περιπτώσεων, δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση.
Εξ άλλου ο ν. 3259/2004 (ΦΕΚ Α' 149/6.8.2004) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3476/2009 (ΦΕΚ Α'- 27), διέλαβε ρυθμίσεις ειδικώς για τα "αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς", και συγκεκριμένα, ότι: "2. Επιτρέπεται στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα η διαβίβαση προς καταχώριση δεδομένων επί των εκάστοτε ανεξόφλητων υπολοίπων δανείων ή και πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των υφιστάμενων, που χορηγούν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, σε αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί νόμιμα, χάριν αυτών, χωρίς την προϋπόθεση του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997 (Α' 50). Η πρόσβαση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στα ως άνω δεδομένα επιτρέπεται μόνο κατά τους όρους και προϋποθέσεις του ν. 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει και εφαρμόζεται. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών των δεδομένων δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία." (ΣτΕ 1878/2024). Με τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ως τέτοια δεδομένα θεωρούνται όχι μόνο τα αναφερόμενα στην ιδιωτική ζωή του υποκειμένου, αλλά και τα προοριζόμενα για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα (άρθρο 2 περ. α' του ν. 2472/1997), η δε παρεχόμενη προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες. Η προστασία, όμως, αυτή δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, αλλά καλύπτεται με τη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τους οποίους είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ώστε να επιτυγχάνεται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος του υποκειμένου επί των προσωπικών του δεδομένων και της ικανοποιήσεως άλλων εννόμων δικαιωμάτων τρίτων. Στα πλαίσια δε, του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9 Α' του Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεώς τους (άρθρο 5 Α' του Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων: α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος, κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων. Η ενημέρωση των υποκειμένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγάλος (ίσος ή υπέρτερος των χιλίων), μπορεί να γίνει δια του τύπου, με την τήρηση των ειδικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στις ως άνω δύο κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής. Η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν είναι απαραίτητη για το επιτρεπτό της επεξεργασίας, μεταξύ άλλων εξαιρέσεων και όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή του τρίτου, προς τον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι το συμφέρον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του. Η ανωτέρω εξαίρεση μπορεί να συντρέχει, εφόσον η επεξεργασία γίνεται για ορισμένες κατηγορίες δεδομένων και για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος ορισμένων αποδεκτών. Έτσι, όταν πρόκειται για δυσμενή δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς (όπως είναι οι διαταγές πληρωμής) και για αποδέκτες που έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων (όπως είναι οι τράπεζες), η επεξεργασία, η οποία αποσκοπεί στην εκ μέρους του αποδέκτη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πιστοληπτών και γίνεται από εταιρίες ή άλλους υπευθύνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες στον Ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (γνωστοποίηση του αρχείου, ακρίβεια των δεδομένων, ενημέρωση του υποκειμένου, κλπ), είναι επιτρεπτή και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Και τούτο, διότι α) η επεξεργασία αυτή είναι πράγματι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος των συγκεκριμένων αποδεκτών, για την άσκηση, δηλαδή, από αυτούς του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας βάσει ορθών και επίκαιρων πληροφοριών, σχετικών με την οικονομική φερεγγυότητα των πιστοληπτών και, για την ταυτότητα του λόγου, των εγγυητών τους και β) το έννομο τούτο συμφέρον υπερέχει προδήλως του εννόμου συμφέροντος του πιστολήπτη για πληροφοριακό αυτοκαθορισμό του, η δε ικανοποίησή του δεν θίγει και πάντως "θίγει" κατά τρόπο ανεκτό τις θεμελιώδεις ελευθερίες του υποκειμένου (σχετ. ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΣτΕ 2965/2017, ΣτΕ 1616/2012, ΣτΕ 2254/2005, ΣτΕ 3908/2004). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής β) ηθική βλάβη γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 860/2022, ΑΠ 186/2020, ΑΠ 1079/2018, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΣτΕ 1863/2021, ΣτΕ 2965/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών εγγράφων της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, και κατά το ενδιαφέρον τον εδώ αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Με την από 26.7.2011 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε (μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής με την τροπή του εν όλω σε αναγνωριστικό) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστης των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα, εταιρεία παροχής πληροφορικών πιστοληπτικής ικανότητας με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, οφειλομένης στην προσβολή της προσωπικότητος που αυτός υπέστη από την δόλια, άλλως οφειλόμενη σε βαρεία αμέλεια, άλλως σε ελαφρά αμέλεια, παράλειψή τους να προβούν σε έλεγχο και εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητος του μη κατονομαζομένου προσώπου, το οποίο, κάνοντας παράνομη χρήση του κλαπέντος δελτίου ταυτότητας του ιδίου (ενάγοντος) και πλαστογραφώντας έγγραφα με τα στοιχεία του τελευταίου , εμφανίστηκε ως δήθεν ο ενάγων και προέβη σε συναλλαγές, το τίμημα των οποίων δεν εξόφλησε, με συνέπεια τα προσωπικά του δεδομένα (ενάγοντος) ως δήθεν οφειλέτη, να καταστούν αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας, εκ μέρους των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 150/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς την πέμπτη εναγομένη, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, ως προς την τρίτη εταιρεία - αναιρεσείουσα (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ) και τετάρτη (εισπρακτική εταιρεία) εναγόμενες, και έκανε αυτή δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τις λοιπές, πρώτη και δεύτερη των εναγομένων (Εθνική Τράπεζα ΑΕ και ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕ αντιστοίχως), αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, εκάστη, ως χρηματική του ικανοποίηση, νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής. Μετά από ασκηθείσες εφέσεις του ενάγοντος, της δεύτερης εναγομένης και αντέφεση της πρώτης εναγομένης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 4140/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία απέρριψε την έφεση της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕ" και την αντέφεση της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς τις λοιπές εναγόμενες και δη, την τρίτη (αναιρεσείουσα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ") και τέταρτη εναγόμενες. Με τη προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μετά συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, κατά πιστή αντιγραφή του κειμένου της, τα εξής: "Μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εναγομένης συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου η συνεργαζόμενη επιχείρηση (δεύτερη εναγόμενη) ανέλαβε την υποχρέωση να μεσολαβεί προς τους πελάτες της και να προωθεί προϊόντα λιανικής τραπεζικής που διαθέτει η πρώτη εναγομένη τράπεζα στη δική της πελατεία... Στο παράρτημα Α'του ιδίου συμφωνητικού ορίστηκε ότι η συνεργαζόμενη επιχείρηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να προωθεί την έκδοση πιστωτικών καρτών Visa electron ή Go Mastercard ή Go Visa προς τους πελάτες της για το σκοπό δε αυτό, ειδικά εκπαιδευμένοι υπάλληλοι της συνεργαζομένης επιχείρησης ανέλαβαν την υποχρέωση να εξηγούν στους πελάτες αυτής, τη λειτουργία των καρτών, και εφόσον οι πελάτες δηλώνουν ότι επιθυμούν την έκδοση καρτών, οι ως άνω υπάλληλοι θα συμπληρώνουν τα στοιχεία των ενδιαφερομένων στη σχετική ηλεκτρονική αίτηση και θα τους ενημερώνουν σχετικά με την υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών (παρ. 2 παραρτήματος).
Εξάλλου, οι υπάλληλοι της συνεργαζομένης επιχείρησης υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν σε κάθε περίπτωση την πληρότητα και την ακρίβεια όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων της αίτησης, όπως και την υπογραφή του αιτούντος και να εγγυώνται ότι οι υπογραφές στην αίτηση για την έκδοση της κάρτας στους όρους της σύμβασης και στην πρόσθετη σ'αυτή πράξη είναι του προσώπου που αναφέρεται σ'αυτήν ( παρ. 3 του παραρτήματος). Κατά τη παρ.7 του ως άνω παραρτήματος, η αίτηση για την έκδοση της κάρτας πρέπει απαραίτητα να φέρει την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της συνεργαζομένης επιχείρησης και τη σφραγίδα αυτής, ενώ η συνεργαζόμενη επιχείρηση, διά του αρμοδίου υπαλλήλου της, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταρτίζει το φάκελο του κάθε πελάτη με πληρότητα και επιμέλεια, αμέσως μόλις η αίτηση εγκριθεί. Περαιτέρω, ορίζεται ότι στο φάκελο πρέπει να περιέχονται απαραίτητα τα ακόλουθα δικαιολογητικά: η αίτηση για την έκδοση της κάρτας, η σύμβαση και η πρόσθετη σ'αυτή πράξη, συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα, καθώς και ευανάγνωστη φωτοτυπία δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου του αιτούντος την έκδοση της κάρτας...
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, είχε αφήσει το με αριθμό ... δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας προς φύλαξη στην οικία της μητέρας του στη Βούλα Αττικής (οδός ...). Κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 έως και το θέρος του έτους 2006, ο Φ. Κ., ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την αδελφή του ενάγοντος Φ. Σ., αφαίρεσε το άνω δελτίο ταυτότητος του ενάγοντος από την ως άνω οικία και άρχισε να το χρησιμοποιεί ενώπιον των αρχών και άλλων υπηρεσιών, εμφανιζόμενος ψευδώς ως ο ενάγων. Ειδικότερα, ο Φ. Κ. συνέταξε το από 10.1.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας με φερόμενους ως συμβαλλόμενους αφενός μεν την αδελφή του ενάγοντος, ως διατηρούσα δήθεν επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "UNIQUE INSTITUTE HELLAS" αφετέρου δε, τον ενάγοντα, σύμφωνα με το ψευδές περιεχόμενο του οποίου ο τελευταίος αντί μηνιαίας αμοιβής 3.000 ευρώ, ανέλαβε δήθεν την υποχρέωση να προετοιμάσει εισηγήσεις σεμιναρίων προσωπικής ανάπτυξης και αυτοβελτίωσης με διοργανώτρια την αδελφή του, και έθεσε επ' αυτού στη θέση των συμβαλλομένων πλαστές υπογραφές του ιδίου και της αδελφής του, ως δήθεν προερχόμενες από αυτούς, χωρίς τη συναίνεσή τους.
Περαιτέρω ο Φ. Κ., συνέταξε την από 12.7.2006 πλαστή βεβαίωση αποδοχών με το εξής ψευδές περιεχόμενο "Βεβαίωση μηνιαίων αποδοχών 2005: Ο Σ. Ε. του Φ., κάτοικος Αθηνών με ΑΔΤ- ... και ΑΦΜ ... ΔΟΥ Γλυφάδας, εργάζεται από το 2005 στο Ινστιτούτο μας ως εκπαιδευτής, σύμβουλος εκπαίδευσης και εισηγητής σεμιναρίων προσωπικής αυτοβελτίωσης και για το χρονικό διάστημα 1.1.2005 έως 31.12.2005 έλαβε συνολικά καθαρές αποδοχές από μισθούς και πρόσθετες αμοιβές 36.750 ευρώ (τριάντα εξ χιλιάδες επτακόσια πενήντα ευρώ), Αθήνα, 12.7.2006, UNIQUE INSTITUTΕ HELLAS" και έθεσε επί του εγγράφου αυτού, στη θέση του βεβαιούντος το ανωτέρω περιεχόμενο, πλαστή υπογραφή της αδελφής του ενάγοντος, ως δήθεν προερχόμενη από αυτήν χωρίς τη συναίνεσή της. Ακολούθως, ο Φ. Κ., συνέταξε πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του ενάγοντος, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του, ως δήθεν προερχόμενη από αυτόν (ενάγοντα) χωρίς τη συναίνεσή του, σχετικά με το ότι την υπέβαλε στην ΔΟΥ Γλυφάδας, στις 3.8.2006 με το ειδικότερο περιεχόμενο της δήθεν πραγματοποίησης από αυτόν (ενάγοντα) εισοδήματος 36.750 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) δηλαδή για δήθεν εισόδημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005, αφού φρόντισε να τεθεί επί ενός αντιτύπου της δήλωσης αυτής, που κράτησε ο ίδιος, η σφραγίδα ελέγχου και παραλαβής της δήλωσης εκ μέρους του αρμοδίου υπαλλήλου της παραπάνω ΔΟΥ, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία περί της καταθέσεώς του τα πιο πάνω έγγραφα, μετέβη στις 30.8.2016 στο ευρισκόμενο στη Γλυφάδα Αττικής κατάστημα της δεύτερης εναγομένης και προσποιούμενος ότι είναι ο ενάγων πραγματοποίησε αγορές ύψους 3.212,89 ευρώ και ζήτησε προς εξόφληση του τιμήματος αυτού να εκδοθεί επ' ονόματί του, πιστωτική κάρτα με εκδότρια την πρώτη εναγομένη. Προς το σκοπό τούτο, έθεσε την υπογραφή του στη με ίδια ημερομηνία αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας Go MasterCard και στη σχετική με αυτή πρόσθετη πράξη, αποδεχόμενος όλους τους όρους που αναγράφονται στην τελευταία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι για τα ισχύοντα σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του τηρουμένου στην εκδότρια Τράπεζα προς εξυπηρέτηση της πιστωτικής κάρτας λογαριασμού, και αφορούν (α) στην καταγγελία της διέπουσας τη σχέση του κατόχου της κάρτας και της τράπεζας σχετικής σύμβασης και στην αποστολή των στοιχείων του κατόχου της κάρτας στο πληροφοριακό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που τηρεί η "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" και (β) στην ανάθεση της είσπραξης των οφειλομένων ποσών σε τρίτα προ αυτήν (τράπεζα) πρόσωπα, με την αποστολή σ'αυτήν των προσωπικών στοιχείων του κατόχου της κάρτας... Κατά τη συμπλήρωση της αίτησης, ο Φ. Κ. υπέβαλε αντίγραφο του αφαιρεθέντος από τον ενάγοντα δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας το οποίο, δημιουργήθηκε με επιμέλεια του αρμοδίου υπαλλήλου της δευτέρας εναγομένης, από το κλαπέν πρωτότυπο δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας του ενάγοντος. Οι προστηθέντες υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης που έλαβε τα πιο πάνω έγγραφα, από υπαιτιότητά τους δεν εξακρίβωσαν αν ο ενώπιόν τους εμφανισθείς αγοραστής και ενδιαφερόμενος για την έκδοση πιστωτικής κάρτας ήταν το ίδιο πρόσωπο με τα στοιχεία που αναφέρονταν στην αίτηση και κυρίως στο επιδεχθέν πρωτότυπο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και στο υποβληθέν αντίγραφο αυτής. Όφειλαν δε και μπορούσαν να πράξουν τούτο, δεδομένου ότι, όπως και η ίδια η δεύτερη εναγομένη εκθέτει διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της στις προτάσεις της , επρόκειτο για δελτίο ταυτότητας που είχε εκδοθεί προ 25ετίας, πράγμα το οποίο σε κάθε περίπτωση όφειλε να επισημάνει στα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης τράπεζας. Τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος που συνελέγησαν κατά τον πιο πάνω τρόπο από τη δεύτερη εναγομένη χωρίς τη συναίνεσή του, είναι το όνομα και το επώνυμό του, η οικογενειακή του κατάσταση, η εν Ελλάδι διεύθυνση της κατοικίας του, το σταθερό τηλέφωνο, η επαγγελματική του κατάσταση και το ατομικό του εισόδημα. Εξάλλου, και η πρώτη εναγομένη τράπεζα, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της όφειλε και μπορούσε να προβεί σε έλεγχο των στοιχείων του εμφανισθέντος αγοραστή στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης, ιδίως δε από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι το προσκομισθέν από αυτόν δελτίο ταυτότητος ήταν παλαιού τύπου, αφού είχε εκδοθεί προ 25ετίας περίπου από τη στιγμή που υποβλήθηκε η επίμαχη αίτηση...Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα τόσο η πρώτη εναγομένη τράπεζα όσο και η δεύτερη εναγομένη συνεργαζόμενη επιχείρηση προέβησαν σε παράνομη συλλογή και επεξεργασία των ανωτέρω αναφερθέντων προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, αφού καταχώρισαν αυτά στα ηλεκτρονικά αρχεία τους, ενώ περαιτέρω προέβησαν στη διαβίβασή τους σε τρίτους αποδέκτες, ήτοι στην τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, χωρίς γι'αυτή την ενέργειά τους να προβούν σε οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση του ενάγοντος. Επιπλέον αμφότερες οι τρίτη και τέταρτη των εναγομένων προέβησαν παρανόμως σε επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, χωρίς να έχουν τη συναίνεσή του, αφού εκτός του ότι τα αποθήκευσαν στα αρχεία τους, τα χρησιμοποίησαν, θέτοντας αυτά όχι μόνον υπόψη των υπαλλήλων τους, και στη διάθεση των μελών τους, όπως ο Τειρεσίας δηλ. όλων των τραπεζών και όλων των επιχειρήσεων που μπορούν να έχουν πρόσβαση στα αρχεία της και να αντλούν προσωπικά δεδομένα, όπως και τα παράνομα αποκτηθέντα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, προξενώντας σ'αυτόν σημαντική βλάβη επί του δικαιώματος της προσωπικότητός του, αφού σε όλα αυτά τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα ως άνω αρχεία των εναγομένων, ο ενάγων εμφανιζόταν επί μακρό χρονικό διάστημα ότι ήταν οφειλέτης ικανών ποσών, ενώ στη πραγματικότητα ουδέν όφειλε, αλλά και ότι δεν εξοφλούσε κανονικά τις οφειλές του. 'Οφειλαν συνεπώς και η 3η και η 4η των εναγομένων προ της επεξεργασίας και της θέσεως υπόψη σε τρίτους των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, να επιμεληθούν και να λάβουν την συγκατάθεσή του και σε κάθε περίπτωση να ελέγξουν και οι ίδιες βάσει ποίων δεδομένων και κυρίως ποίων εγγράφων που έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος και ποίων δημοσίων εγγράφων ταυτοπροσωπίας, όπως ειδικότερα είναι η αστυνομική ταυτότητα, αποδεικνύοντας ότι ο ενάγων είχε δώσει πραγματικά ο ίδιος την συγκατάθεσή του για την ένδικη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, καθόσον, αν προέβαιναν σε τέτοιο έλεγχο θα είχε αποκαλυφθεί η έλλειψη της ταυτοπροσωπίας και της πλαστογραφήσεως της υπογραφής του. Και τούτο είναι προφανές και αφορά άπασες τις εναγόμενες, αφού πρωτίστως η γνήσια υπογραφή του ενάγοντος ήτοι η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του με λατινικά γράμματα, δεν είχε ουδεμία σχέση ή συνάφεια με την πλαστή υπογραφή που έθεσε ο εμφανισθείς στη πραγματικότητα Φ. Κ., όπως επίσης και η φωτογραφία στην γνήσια ταυτότητα του ενάγοντος, που απεικόνιζε το πρόσωπό του, επίσης ουδεμία σχέση δεν είχε ως προς τα χαρακτηριστικά, τα μαλλιά και την ηλικία του εμφανισθέντος Φ. Κ. Επιπλέον επειδή είχε παρέλθει το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα των 25 ετών από την έκδοση του γνησίου δελτίου ταυτότητος του ενάγοντος έως ότου εμφανίστηκε ο Φ. Κ. ενώπιον της δευτέρας εναγομένης, προκειμένου να διαπράξει τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο ιστορικό σε βάρος του ενάγοντος, έπρεπε και μπορούσαν οι εναγόμενες αφού το επεσήμαναν και το συνομολογούν τουλάχιστον η δευτέρα εναγομένη με τις προτάσεις, χρησιμοποιώντας εσφαλμένα το επιχείρημα τούτο, ως απαλλακτικό της ευθύνης τους, ενώ είναι εξόχως επιβαρυντικό της ευθύνης τους, που είχαν στη διάθεσή τους, διαδοχικά, τα έγγραφα του φακέλου του ενάγοντος και κυρίως το αντίγραφο του γνησίου δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας, να ερευνήσουν με περισσότερη επιμέλεια το ζήτημα της ταυτοπροσωπίας και να ζητήσουν και άλλες πληροφορίες ή έγγραφα πριν προβούν στην επεξεργασία και διάθεση σε τρίτους των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, προκειμένου να εξακριβώσουν αν ο τελευταίος είχε πράγματι δώσει την συγκατάθεσή του προς τούτο. Επί πλέον, όσον αφορά στον ισχυρισμό της 3ης και 4ης των εναγομένων ότι πείστηκαν η βασίστηκαν στον έλεγχο ταυτοπροσωπίας που έκαναν οι δύο πρώτες εκκαλούσες, τούτος προβάλλεται αλυσιτελώς και δεν επιδρά ούτε αναιρεί την ευθύνη τους, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων αφού αφορά την σχέση των εναγομένων μεταξύ τους και όχι την σχέση εκάστου των εναγομένων με τον ενάγοντα. Εξακολούθησαν δε, άπασες οι εναγόμενες και μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 2.8.2011 όπου τους ετέθησαν υπόψη με πάσα λεπτομέρεια, τόσο οι πλημμελείς ενέργειές τους για τη διακρίβωση της ταυτοπροσωπίας και τη χορήγηση της συγκαταθέσεως του ενάγοντος για τις ένδικες συμβάσεις και για την επεξεργασία και διάθεση των προσωπικών του δεδομένων, να συμπεριφέρονται σαν να ήταν ακριβής η ταυτοπροσωπία και γνήσια η ως άνω συγκατάθεση του ενάγοντος και ουδέν έπραξαν για να περιορίσουν τουλάχιστον χρονικώς και εις το μέλλον τις ως άνω παράνομες πράξεις τους, αλλά εξακολουθούσαν υπαιτίως να διαθέτουν και να επεξεργάζονται παρανόμως τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος. Επισημαίνεται ότι οι εναγόμενες, ουδόλως ανταπέδειξαν ότι ανυπαιτίως αγνοούσαν τα θεμελιωτικά του πταίσματός τους πραγματικά περιστατικά προκειμένου να απαλλαγούν από την τεκμαιρόμενη εκ του νόμου ευθύνη τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ'αυτόν σοβαρή ηθική βλάβη, ενώ τα όργανά τους και οι προστηθέντες υπάλληλοί τους, κατά την επεξεργασία (λήψη, διαβίβαση, διάθεση κλπ) των προσωπικών δεδομένων του, χωρίς την εξακρίβωση της ταυτοπροσωπίας και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή του, μπορούσαν και όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επελεύσεως της συγκεκριμένης ηθικής βλάβης..". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ως προς την αναιρεσείουσα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ", παραβίασε ευθέως και δη με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ρητώς μνημονευόμενες, στη προσβαλλομένη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 γ' , 5 παρ. 1 και 2ε', 11 παρ. 1 και 3, 24 παρ. 3 του ν. 2472/1997, 6 παρ. 1δ' και 3, 11 παρ. 1 της Κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τις οποίες εφάρμοσε, αν και αυτές δεν ήσαν εφαρμοστέες ως προς την αναιρεσείουσα, μη συγκροτουμένου του πραγματικού των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων, δεχόμενο εσφαλμένως, ότι έγινε παραβίαση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας παροχής πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ", των, από τις παραπάνω διατάξεις, υποχρεώσεών της, να είχε προβεί σε νόμιμη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσιβλήτου, με την καταχώριση, διατήρηση και αποθήκευση στα αρχεία της (ως αυτοτελών εργασιών επεξεργασίας) των ορθών στοιχείων ταυτότητός του, προκειμένου αυτά να είναι σε διάθεση των μελών της, σε πρόσφορη και σαφή ενημέρωση αυτού (αναιρεσιβλήτου), ως υποκειμένου της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, περί του σκοπού της επεξεργασίας, των αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των στοιχείων της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" ως υπεύθυνης επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων, και τέλος, σε λήψη εκ μέρους του, της σαφούς και με πλήρη επίγνωση συγκατάθεσής του για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν, δεν υφίσταται υποχρέωση για το σύννομο της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ατομικής ενημέρωσης του υποκειμένου και λήψη της συγκατάθεσης αυτού, αρκούσης της in abstracto,διά του τύπου, ενημέρωσης του τελευταίου, στη περίπτωση που ως εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, υφίστανται δυσμενή δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς του υποκειμένου (αναιρεσιβλήτου) και αποδέκτες (μέλη της αναιρεσείουσας) με προφανώς υπέρτερο έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, χάριν της προστασίας της εμπορικής πίστης, μέσω επεξεργασίας διενεργουμένης από υπεύθυνο επεξεργασίας (εν προκειμένω της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ") και εντός των πλαισίων του καταστατικού του σκοπού, που είναι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των υποκειμένων-πιστοληπτών, με συνέπεια την κατ'αυτό τον τρόπο τήρηση της αρχής της νόμιμης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου.
Εξ άλλου, η, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ανακριβής καταχώριση και διατήρηση επί σκοπώ περαιτέρω διάθεσης ή ανακοίνωσης, στο αρχείο της αναιρεσείουσας, των ανακριβών δεδομένων ως προς τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητος του αναιρεσιβλήτου, εξ αιτίας δόλιας ενέργειας τρίτου προσώπου, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, παραπλάνησε την δεύτερη εναγομένη, συνεργαζόμενη με την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία (μη διαδίκους εν προκειμένω) δεν μεταβάλλει τις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι η τελευταία υποχρεούται να καταχωρεί στα αρχεία της, τα στοιχεία ταυτότητος και οικονομικής συμπεριφοράς του υποκειμένου, μετά γενομένη διαβίβασή τους από άλλα αρχεία πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, μη νοουμένης συνεπώς υποχρέωσης της αναιρεσείουσας πρωτογενούς ελέγχου αυτών κατά τη διαδικασία καταχώρισης και αποθήκευσης αυτών, αλλά ούτε - σε κάθε περίπτωση- υποχρέωσης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης για την περαιτέρω επεξεργασία (διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε αποδέκτες) αφού η ενημέρωση και η συγκατάθεση προϋποθέτουν φυσικό πρόσωπο γνωστής ταυτότητος ή ταυτότητος που δύναται να εξακριβωθεί (αρθ. 2 γ' ν. 2472/1997) στοιχείο, που εκ των πραγμάτων αποκλείεται στην περίπτωση της επεξεργασίας που ενεργείται από την "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" ως υπεύθυνης επεξεργασίας, δεδομένου του σχηματισμού του αρχείου προσωπικών δεδομένων της τελευταίας, μέσω προηγούμενης διαβίβασης των στοιχείων ταυτότητας και των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων (υποκειμένων επεξεργασίας) υπό την αρχική μορφή κατά την οποία αυτά συνελέγησαν και καταχωρήθηκαν από τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μέλη της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" με σκοπό τη συγκρότηση της οικονομικής συμπεριφοράς του υποκειμένου όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αναξιοπιστία και την αφερεγγυότητα της πιστοληπτικής του ικανότητας (αρθ. 70 παρ. 2 ν. 3746/2009).
Περαιτέρω, η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να τηρεί την ποιότητα των δεδομένων, όπως αυτή αποτυπώνεται στη παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2472/1997, και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας που παρατίθενται στο άρθρο 5 του ιδίου νόμου, και συνεπώς να προβαίνει σε τακτική επικαιροποίηση αυτών προς εξασφάλιση της εμπορικής πίστης, της αξιοπιστίας και της ασφάλειας των συναλλαγών, δεν παραβιάζεται εξ αιτίας της, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης κοινοποίησης της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, η απλή αμφισβήτηση δι' αγωγής, της ταυτοποίησης των στοιχείων του αναιρεσιβλήτου, δεν θεμελιώνει υποχρέωση της αναιρεσείουσας να προβεί σε τροποποίηση (επικαιροποίηση) των καταχωρίσεων που τον αφορούν, προβαίνοντας η ιδία σε έλεγχο των αγωγικών ισχυρισμών και των τυχόν προσκομιζομένων εξωδίκως στοιχείων. Τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού, συντρέχει νόμιμη υποχρέωση της αναιρεσείουσας ως νομίμως λειτουργούντος αρχείου δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς να τηρεί τα ανεπίκαιρα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς του υποκειμένου για καθορισμένο κατά περίπτωση χρόνο, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των προδιαληφθεισών διατάξεων είναι βάσιμος. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού πρώτου λόγου, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους , αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο αυτό αποτέλεσμα (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 204/2017) πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί η αγωγή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή ως νομικά αβάσιμη καθόσον τα διαλαμβανόμενα σε αυτή περιστατικά, κατά το μέρος που αφορούν στην αναιρεσείουσα δεν στοιχειοθετούν αστική ευθύνη αυτής από παραβίαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μετά δε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας γιά την παρούσα δίκη, όπως και των δικαστικών εξόδων αυτής και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της ήττας αυτού (αρθ. 176,183 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα γίνει λόγος περί παραβόλου λόγω της υπαγωγής της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας στις εργατικές διαφορές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 4140/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα.
Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση επί της από 26.7.2011 (αρ.εκθ.κατ. 137438/4246/26.7.2011) αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα αυτής για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ