Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1287 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1287/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: τράπεζας Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χονδρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. χήρας Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αθανασά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2008 ανακοπή και τους από 9-2-2015 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4856/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-3-2023 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 2144/2023, ΕΑΚ 207/2023 αριθμ. δικ. 701/2023) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 31/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 31/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των α) από 16-12-2021 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) από 22-2-2022 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 4856/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφού συνεκδίκασε την από 8-4-2008 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../2008 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../2008 ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης κατ'άρθρο 933 ΚΠολΔ και τους από 9-2-2015 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../2015 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../2015 πρόσθετους λόγους αυτής (ανακοπής), έκανε εν μέρει δεκτό τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής και απέρριψε κατά τα λοιπά την ανακοπή και τους λοιπούς πρόσθετους λόγους ανακοπής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 31/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αφού α) έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία της την από 16-12-2021 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και β) δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 22-2-2022 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης , εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού δέχτηκε εν μέρει τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής ακύρωσε εν μέρει την από 18-1-2008 επιταγή προς εκτέλεση ως προς μέρος του χρηματικού ποσού που η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επιτάσσεται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα - καθής η ανακοπή και ειδικότερα ως προς το ποσό των 355.389,54 ευρώ.
Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ. α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ. β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ. γ')". Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ.1, 2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου ( ΑΠ 397/2024, ΑΠ 45/2016, 132/2014, 345/2013). Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού ( ΑΠ 397/2024, ΑΠ 753/2024, ΑΠ 780/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 488/2017 ). Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως και ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 και έως 31.12.2000 (ΑΠ 753/2024, ΑΠ 191/2020, ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 842/2012). Ειδικότερα, όσον αφορά στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια. Η διαφοροποίηση της ρύθμισης στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλεται στη φύση της πίστωσης αυτής. Στα τοκοχρεολυτικά δάνεια οι καταβολές αποσβένουν τόσο τόκους όσο και χρέος και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ο λογαριασμός του δανείου εμφανίζει υπόλοιπο, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους συμβατικούς τόκους όσο και το κεφάλαιο. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όμως, κατά το τακτικό περιοδικό του κλείσιμο ανά τρίμηνο, εμφανίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο, το οποίο αφορά το κεφάλαιο, τους δεδουλευμένους τόκους από την τελευταία κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων, τα έξοδα και κάθε άλλη χρέωση ή πίστωση. Το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης όλων των χρεώσεων και όλων των πιστώσεων και την αφαίρεση των δεύτερων από τις πρώτες, δηλαδή από την οφειλή έχουν ήδη αφαιρεθεί όλες οι καταβολές ή άλλες πιστώσεις. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού από τη συνολική οφειλή θα πρέπει να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση αφού οι προηγούμενες έχουν ήδη αφαιρεθεί καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα αφαιρούνταν δύο φορές, μια κατά τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου και μία για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής ( ΑΠ 397/2024, ΑΠ 696/2021). H ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που o ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 426/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία. Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως (άρθρα 118 αριθμός 4, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ) να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες πραγματικές - ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 780/2019). Η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ], εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1219/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "... Με την υπ' αριθμ. ...-1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συναφθείσα στην Τρίπολη Αρκαδίας μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. και του Ι. Κ., συζύγου της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης Κ. χας Ι. Κ. το γένος Κ., η πιστώτρια Τράπεζα χορήγησε πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό στον πιστούχο μέχρι του ποσού των 60.000.000 δραχμών. Σε αυτή τη σύμβαση η Κ. χα Ι. Κ. υπέγραψε ως εγγυήτρια, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι κάθε αναγνώριση οφειλής από τον πιστούχο δεσμεύει και την ίδια. Εξάλλου, η Τράπεζα "Eurobank Ergasias Α.Ε." κατέστη καθολική διάδοχος της πιστώτριας τράπεζας "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." και ακολούθως, από το έτος 2020 και εφεξής, η ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη "Τράπεζα Eurobank Α.Ε." έχει καταστεί καθολική διάδοχος της Τράπεζας "Eurobank Ergasias Α.Ε." λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και μεταφοράς του στην ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις υπ' αριθμ. πρωτ. ... και .../2020 της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Περαιτέρω, για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος στις 15-3-1994 έκλεισε εμφανίζοντας υπόλοιπο ανερχόμενο σε 30.884.399 δραχμές και ακολούθως διασπάστηκε σε δύο λογαριασμούς με αριθμούς ... και ... Οι λογαριασμοί αυτοί ενώθηκαν στον τελευταίο με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος έκλεισε στις 15-11-1995 με χρεωστικό κατάλοιπο εις βάρος του πιστούχου ύψους 75.172.137 δραχμών. Αυτό δε το ποσό η πιστώτρια "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", με την από 8 - 1 - 1996 εξώδικη δήλωσή της το γνωστοποίησε στον πιστούχο και στην Κ. Κ., καλώντας τους στην καταβολή του. Οι τελευταίοι, όμως, δεν προέβησαν σε καταβολή του ανωτέρω ποσού και κατόπιν τούτου, ύστερα από αίτηση της πιστώτριας Τράπεζας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../1996 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε τον πιστούχο και την Κ. Κ. να καταβάλουν σε αυτήν (πιστώτρια Τράπεζα), εις ολόκληρον ο καθένας, το ανωτέρω ποσό των 75.172.137 δραχμών, νομιμοτόκως από 16-11-1995, επομένη ημέρα του οριστικού κλεισίματος του ως άνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, καθώς και 2.226.000 δραχμές για δικαστικά έξοδα εκδόσεως Διαταγής Πληρωμής. Ο πιστούχος και η Κ. Κ. άσκησαν την από 10-6-1996 (υπ' αριθμ. κατάθ. 5157/1996) ανακοπή τους κατά της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 561/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο πιστούχος και η Κ. Κ. άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 6125/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, ο πιστούχος με την από 18-10-2004 αίτησή του ζήτησε από την πιστώτρια Τράπεζα να επανακαθοριστεί η οφειλή του με βάση τη διάταξη του άρθρου 39 Ν 3259/2004. Η πιστώτρια Τράπεζα με την από 14-1-2005 εξώδικη δήλωσή της προς τον πιστούχο και την Κ. Κ., κοινοποιηθείσα στις 17-1-2005 (βλ. τη σχετική επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Γ. Κ. στο προσκομιζόμενο από την ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη αντίγραφο της εν λόγω εξώδικης δήλωσης), δήλωσε ότι, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 39 Ν 3259/2004, περιορίζει την απαίτησή της στο ποσό των 528.077 ΕΥΡΩ, εντόκως από 4-8-2004, και ρύθμισε την εξόφληση της οφειλής σε έντεκα εξαμηνιαίες ισόποσες δόσεις, ύψους 65.093,19 ΕΥΡΩ εκάστης, αρχής γενομένης από τις 4-8-2006 και τελευταίας καταβλητέας στις 4-8-2011. Η πιστώτρια Τράπεζα για τον υπολογισμό της απαίτησής της στο προαναφερόμενο ύψος έλαβε υπόψη της το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την ημερομηνία της τελευταίας εκταμίευσης, ήτοι στις 2-12-1995, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 176.035,47 ΕΥΡΩ. Στη συνέχεια το εν λόγω κατάλοιπο το πολλαπλασίασε με τον συντελεστή "3", με αποτέλεσμα να προκύψει το ύψος της απαιτήσεώς της, ανερχόμενο στο ποσό των 528.106,41 ΕΥΡΩ (176.035,47X3). Ακολούθως, αφαίρεσε τις καταβολές από την τελευταία εκταμίευση μέχρι τις 4-8-2004, ανερχόμενες στο ποσό των 29,41 ΕΥΡΩ, κι έτσι το ύψος της απαιτήσεώς της πιστώτριας Τράπεζας ανήλθε στο ως άνω ποσό των 528.077 ΕΥΡΩ (528.106,41 μείον 29,41). Όμως, στην προκειμένη περίπτωση η πιστώτρια Τράπεζα για τον επανυπολογισμό της οφειλής του πιστούχου και της Κ. Κ. κατ' άρθρο 39 Ν 3259/2004 έπρεπε να πολλαπλασιάσει το ως άνω κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 176.035,47 ΕΥΡΩ, όχι με το συντελεστή "3" αλλά με το συντελεστή "2", δεδομένου ότι το κλείσιμο του λογαριασμού έλαβε χώρα μεταξύ 1ης-1-1991 και 31-12-2000, και, κατόπιν τούτου, να προκύψει ως γινόμενο όχι το ανωτέρω ποσό των 528.106,41 ΕΥΡΩ, αλλά το ποσό των 352.070,94 ΕΥΡΩ (176.035,47X2). Αυτό, άλλωστε, δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, προβαίνοντας σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Όμως στη συνέχεια η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι από το προαναφερόμενο ποσό των 352.070,94 ΕΥΡΩ, που προέκυψε ως γινόμενο, έπρεπε να αφαιρεθεί μόνο το ως άνω ποσό των 29,41 ΕΥΡΩ, καθόσον "ουδεμία άλλη καταβολή αποδείχθηκε από την ανακόπτουσα που προέβαλε σχετικό ισχυρισμό" και, συνεπώς, η οφειλή της Κ. Κ. να ανέλθει αυτοδικαίως στο ποσό των 352.041,53 ΕΥΡΩ (352.070,94 μείον 29,41). Η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη τα παραπάνω, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Αυτό επειδή η πιστώτρια Τράπεζα έπρεπε να αφαιρέσει από το προαναφερόμενο ποσό των 352.070,94 ΕΥΡΩ, που προέκυψε ως γινόμενο, όχι το ως άνω ποσό των 29,41 ΕΥΡΩ, αλλά το σύνολο των προηγούμενων καταβολών που είχαν κάνει ο πιστούχος και η Κ. Κ., δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 8 Ν 3259/2004, κατά τον επανυπολογισμό της οφειλής στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του εν λόγω Νόμου, αφαιρούνται από τη βάση της οφειλής οι καταβολές "οποτεδήποτε" κι αν αυτές έλαβαν χώρα. Στην προκειμένη δε περίπτωση ο πιστούχος και η Κ. Κ. είχαν καταβάλει στην πιστώτρια Τράπεζα το ποσό των 15.000.000 δραχμών στις 30-3-1994, το ποσό των 6.099.867 δραχμών στις 21-7-1994 και το ποσό των 40.024.156 δραχμών στις 17-2-1995, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα της καρτέλας κίνησης των προαναφερομένων λογαριασμών με αριθμούς ... και ... (βλ. σελ. 1, 4 και 5 της καρτέλας κίνησης, όπου τα ανωτέρω ποσά εμφανίζονται στη στήλη "ΠΙΣΤΩΣΗ").
Συνεπώς ο πιστούχος και η Κ. Κ. είχαν καταβάλει στην πιστούχο Τράπεζα το συνολικό ποσό των 61.124.023 δραχμών (15.000.000 + 6.099.867 + 40.024.156), που ισοδυναμεί με 179.383,48 ΕΥΡΩ. Το τελευταίο ποσό, και όχι εκείνο των 29,41 ΕΥΡΩ, ήταν αυτό που, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έπρεπε να αφαιρεθεί από το προαναφερόμενο ποσό των 352.070,94 ΕΥΡΩ και, συνεπώς, η οφειλή της Κ. Κ. έπρεπε να ανέλθει αυτοδικαίως στο ποσό των 172.687,46 ΕΥΡΩ (352.070,94 μείον 179.383,48). Κατόπιν τούτου, πρέπει η υπό κρίση από 16-12- 2021 (υπ' αριθμ. κατάθ. 10080/7591/2021) έφεση της ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης Τράπεζας "Eurobank Α.Ε.", καθολικής διαδόχου της πιστούχου τράπεζας "Eurobank Ergasias Α.Ε.", να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της, ήτοι ως προς τον μοναδικό λόγο της που ανάγεται στην εκ μέρους της εκκαλουμένης απόφασης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, η ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη Τράπεζα "Eurobank Α.Ε." ισχυρίζεται με την υπό κρίση έφεσή της ότι ο εκ μέρους της πιστώτριας Τράπεζας πολλαπλασιασμός του ανωτέρω τελευταίου κατάλοιπου του υπ' αριθμ. ...-1994 αλληλόχρεου λογαριασμού με τον συντελεστή "3" έγινε βάσει των σχετικών διατάξεών του Ν 2789/2000, στις οποίες παραπέμπει για αναλογική εφαρμογή το άρθρο 39 παρ.12 του ν. 3259/2004. Ότι συγκεκριμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 2789/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 παρ. 12 Ν 3259/2004, για να πολλαπλασιαστεί το ανωτέρω τελικό κατάλοιπο με τον συντελεστή "2" θα έπρεπε η απαίτηση της Τράπεζας να έχει καταστεί τελεσίδικη πριν τη δημοσίευση του Ν 3259/2004, δηλαδή πριν τις 4-8-2004. Ότι εν προκειμένω η απαίτηση αυτής (εκκαλούσας - εφεσίβλητης Τράπεζας "Eurobank Α.Ε."), ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι είχε κριθεί τελεσίδικα μέχρι τις 4-8-2004, εμπίπτει στην εξαίρεση της παρ. 8 του άρθρου 30 Ν 2789/2000 - που ισχύει αναλόγως και στις ρυθμιζόμενες οφειλές κατ' άρθρο 39 Ν 3954/2004 οφειλές σύμφωνα με την παρ. 12 αυτού - η οποία ορίζει ότι: "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα". Στην κρινόμενη περίπτωση η επίδικη απαίτηση της πιστώτριας Τράπεζας, η οποία πηγάζει από την ανωτέρω υπ' αριθμ. .../1996 Διαταγή Πληρωμής, έχει καταστεί τελεσίδικη πριν τις 4-8-2004. Όπως προεκτέθηκε, ο πιστούχος και η Κ. Κ. άσκησαν ανακοπή κατά της εν λόγω Διαταγής Πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 561/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης οι ίδιοι άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 6125/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να καταστούν τελεσίδικες τόσο η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, όσο και η επίδικη απαίτηση της πιστώτριας Τράπεζας. Η δε εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 8 Ν 2789/2000 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η εν λόγω διάταξη ορίζει γενικώς και in abstracto ότι για τον υπολογισμό της απαίτησης στο πλαίσιο των ρυθμίσεων των Ν 2789/2000 και 3954/2004 "δεν επηρεάζονται όσα κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα", χωρίς, όμως, να εξαιρεί εξειδικευμένα και συγκεκριμένα κάποιες οφειλές, που είχαν κριθεί τελεσίδικα έως τις 4-8-2004. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η συνεκδικαζόμενη υπό κρίση από 22-2-2022 (υπ' αριθμ. κατάθ. 1498/1092/2022) έφεση της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης Κ. Κ. ως προς τον πρώτο λόγο της, με τον οποίο η τελευταία ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό της επίδικης οφειλής της.
Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου της ίδιας εφέσεως, ο οποίος προτείνεται επικουρικά υπό την αίρεση της απορρίψεως του πρώτου λόγου της. Κατόπιν τούτου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να συνεκδικασθούν οι ανωτέρω από 8-4-2008 (υπ' αριθμ. κατάθ. .../.../2008) ανακοπή και από 9-2-2015 (υπ' αριθμ. κατάθ. .../.../2015) πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, οι οποίοι εισήχθησαν αρμοδίως και παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είναι καθύλην και κατά τόπον αρμόδιο, προκειμένου να συζητηθούν κατά την τακτική διαδικασία, και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Ειδικότερα, για την ανωτέρω ανακοπή δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της 15ήμερης προθεσμίας από τη διενέργεια της πρώτης μετά την επιταγή πράξης εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, ήτοι μετά την παρέλευση 15 ημερών από την επίδοση στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη της υπ' αριθμ. ...-2008 Α' Επαναληπτικής Περίληψης Πλειστηριασμού του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Τ., η οποία εν προκειμένω είναι η πρώτη πράξη εκτέλεσης μετά την προσβαλλομένη ως άνω από 18-1-2008 επιταγή. Επίσης, οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι ανακοπής επιδόθηκαν εμπροθέσμως στην καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη Τράπεζα, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι προ 30 ημερών από τη δικάσιμο της 20ης-10-2020, κατά την οποία η ένδικη υπόθεση συζητήθηκε πρωτοδίκως. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο πρώτος πρόσθετος λόγος ανακοπής και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη ως άνω από 18-1-2008 επιταγή προς εκτέλεση ως προς το ποσό των 355.389,54 ΕΥΡΩ, που περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο συνολικό κεφάλαιο της απαίτησης, ύψους 528.077 ΕΥΡΩ, το οποίο η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα "- εφεσίβλητη επιτάσσεται να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη Τράπεζα (528.077 Ε μείον το ανωτέρω ποσό των 172.687,46 Ε, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, προέκυψε κατόπιν του κατ' άρθρο 39 Ν 3259/2004 καθορισμού της επίδικης οφειλής με πολλαπλασιασμό του τελικού καταλοίπου με τον συντελεστή "2" και αφαιρέσεως των καταβολών πριν την τελευταία εκταμίευση, ανερχομένων στο ανωτέρω συνολικό ποσό των 179.383,48 Ε). Περαιτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρ. 1 Ν 4335/2015, να διαταχθούν αφενός η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέθεσε η ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη Τράπεζα "Eurobank Α.Ε." για την άσκηση της υπό κρίση από 16-12-2021 (υπ' αριθμ. κατάθ. 10080/7591/2021) εφέσεώς της, αφετέρου η απόδοση στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη Κ. Κ. του παραβόλου, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της υπό κρίση από 22 -2-2022 (υπ' αριθμ. κατάθ. 1498/1092/2022) εφέσεώς της..." Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τα άρθρα 30 του ν.2789/2000 και 39 του ν.3259/2004 που ρυθμίζουν το ύψος των οφειλών προς τράπεζες από δάνεια ή πιστώσεις, αξιώνοντας την περαιτέρω εξειδίκευση του άρθρου 30 παρ.8 του ν.2789/2000, δεχόμενο ότι η εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 8 Ν 2789/2000 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον, η εν λόγω διάταξη ορίζει γενικώς και in abstracto ότι για τον υπολογισμό της απαίτησης στο πλαίσιο των ρυθμίσεων των Ν 2789/2000 και 3954/2004 "δεν επηρεάζονται όσα κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα", χωρίς, όμως, να εξαιρεί εξειδικευμένα και συγκεκριμένα κάποιες οφειλές, που είχαν κριθεί τελεσίδικα έως τις 4-8-2004, αναφορικά με τον περιορισμό του ύψους της οφειλής από το τριπλάσιο στο διπλάσιο, με αποτέλεσμα η οφειλή της αναιρεσίβλητης να μειωθεί εσφαλμένα κατά το ποσό των 176.035,47 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου η πιστώτρια Τράπεζα για τον υπολογισμό της απαίτησής της έλαβε υπόψη της το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την ημερομηνία της τελευταίας εκταμίευσης, ήτοι τις 2-12-1995, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 176.035,47 ΕΥΡΩ, και ακολούθως το πολλαπλασίασε με τον συντελεστή "3", με αποτέλεσμα να προκύψει το ύψος της απαιτήσεώς της, ανερχόμενο στο ποσό των 528.106,41 ΕΥΡΩ (176.035,47X3) ενώ έπρεπε να πολλαπλασιάσει το ως άνω κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 176.035,47 ευρώ, όχι με το συντελεστή "3" αλλά με το συντελεστή "2" δεδομένου ότι το κλείσιμο του λογαριασμού έλαβε χώρα μεταξύ 1ης-1-1991 και 31-12-2000, και, κατόπιν τούτου, να προκύψει ως γινόμενο όχι το ανωτέρω ποσό των 528.106,41 ΕΥΡΩ, αλλά το ποσό των 352.070,94 ΕΥΡΩ (176.035,47X2). Επομένως σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας ορθά εφαρμόστηκε το άρθρο 30 του ν.2789/2000 και 39 παρ.12 του ν.3259/2004 ως προς τον πολλαπλασιασμό του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού με τον συντελεστή "2" και όχι όπως εσφαλμένα η αναιρεσείουσα το πολλαπλασίασε με τον συντελεστή "3" διότι το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού έλαβε χώρα μεταξύ 1ης-1-1991 και 31-12-2000 και έπρεπε να πολλαπλασιαστεί το κατάλοιπο αυτού με συντελεστή δύο (2) και η ως άνω υπ'αριθμ..../1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη μετά τις 10-2-2000 (ημερομηνία ισχύος του ν. ν.2789/2000) με την υπ'αριθμ.6125/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 30 παρ.8 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001). Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001 και 39 ν.3259/2004 προκύπτει ότι με το άρθρο 39 ν.3259/2004 βελτιώθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, η δε διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 753/2024, ΑΠ132/2014) και επομένως ο κρίσιμος χρόνος τελεσιδικίας της απαίτησης είναι εκείνος της 10-2-2000 ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν.2789/2000 και όχι ο χρόνος της δημοσίευσης του ν. 3259/2004 (4-8-2004). Ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν.2789/2000 και του άρθρου 39 παρ. 8 και 12 του ν.3259/2004 καθόσον αφαίρεσε καταβολές που έλαβαν χώρα πριν την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού με αποτέλεσμα να αφαιρέσει εσφαλμένως από την οφειλή της αναιρεσίβλητης το ποσό των 179.383,48 ευρώ. Ο ως άνω λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος, καθόσον το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν.2789/2000 και του άρθρου 39 παρ. 8 και 12 του ν.3259/2004 με το να αφαιρέσει τις καταβολές που έγιναν στις 30-3-1994, στις 21-7-1994 και στις 17-2-1995 ήτοι πριν από την τελευταία εκταμίευση που έλαβε χώρα κατά τις παραδοχές στις 2-12-1995, ενώ στον αλληλόχρεο λογαριασμό όπως στην προκειμένη περίπτωση από τη συνολική οφειλή θα πρέπει να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αφού οι προηγούμενες καταβολές έχουν ήδη αφαιρεθεί καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα αφαιρούνταν δύο φορές, μια κατά τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου και μία για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το δεύτερο λόγο αυτής, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση , κατά το προαναφερθέν μέρος της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέβαλε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθμ. 31/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ