Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1292 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1292/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "OLYMPIC BREWERY S.A.", που εδρεύει στο Βαθύ Αυλίδος Ευβοίας, νομίμως εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Βασίλειο Κωνσταντινίδη, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στο Κυπαρίσσι Αταλάντης Ν. Φθιώτιδας και διατηρούσας γραφεία στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CRYSTAL BEVERAGES-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "CRYSTAL BEVERAGES A.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κανελλόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-04-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9072/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1578/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.12.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 1578/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Α. Από τη διάταξη του άρθρου 974 του ΑΚ που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή (ΑΠ 119/2022). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 976 ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Κατά το άρθρο 984 του ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη, είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτή έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, συνιστά δε προσβολή της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα, που συνεπάγεται για το νομέα ολική ή μερική απώλεια της νομής του (ΑΠ 1514/2009, ΑΠ 861/2007). Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει, χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα η κακή πίστη του προσβολέα (ΑΠ 1792/2005, ΑΠ 784/2001). Η σχετική αγωγή του νομέα, που αποβλήθηκε από τη νομή στρέφεται, κατ'άρθρο 989 ΑΚ, κατά του προσβολέα με αίτημα την απόδοση της νομής (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 119/2022, ΑΠ 95/2019), ενώ, ενάγων στην αγωγή αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 984 και 987 ΑΚ, μπορεί να είναι εκείνος που έχει τη νομή του πράγματος, τη φυσική δηλαδή εξουσία με διάνοια κυρίου, κατά το χρόνο της αποβολής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να είναι καλής πίστεως και χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε τη νομή (ΑΠ 1141/2002).
Εξ άλλου, η προκειμένη αξίωση υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, που αρχίζει από την προσβολή, επί της βραχυπρόσθεσμης δε αυτής παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260 - 270 ΑΚ (ΑΠ 95/2019, ΑΠ 771/2017). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 277 ΑΚ η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της με ένσταση από τον οφειλέτη , ο οποίος, κατ' άρθρο 272 ΑΚ, λόγω της συμπλήρωσής της, μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 656/2022, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017). Β. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα, τα αναγκαία στοιχεία της αγωγής του νομέα που αποβλήθηκε από την νομή είναι: (α) η νομή του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής (β) η περιγραφή του επιδίκου αντικειμένου ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του (γ) παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα αποβολή του από τη νομή (δ) η αξία του αντικειμένου της δίκης και (ε) το αίτημα της αγωγής που είναι η απόδοση του πράγματος (ΑΠ 119/2022, ΑΠ 1195/2011, ΑΠ 1622/2009, ΑΠ 953/2008, ΑΠ 204/2008, ΑΠ 345/2007, ΑΠ 1417/2002).
Περαιτέρω, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η περίπτωση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 552/2016, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1792/2007).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1307/2018,ΑΠ 1420/2013). Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη κατά το άρθρο 200 του ΑΚ είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου (ΑΠ 1307/2018, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1608/2014, ΑΠ 1588/2013), ενώ συναλλακτικά ήθη, κατά το αυτό ως άνω άρθρο, είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας ("συνήθειες") που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 797/2014) Έναντι των συναλλακτικών ηθών υπερέχουν όμως οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου , τα χρηστά ήθη και η αντίθετη ιδιωτική βούληση. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή. Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995). Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013). Παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, ΑΠ 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της από 4.4.2016 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι σ'αυτή εξετίθεντο τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ότι η πρώτη ενάγουσα είναι παραγωγός και έμπορος προϊόντων ζύθου και η δεύτερη, θυγατρική της πρώτης και διανομέας των προϊόντων της. Ότι η διαδικασία διακίνησης και προώθησης της βαρελίσιας μπύρας παραγωγής ή εμπορίας της πρώτης εταιρείας στην ελληνική αγορά, γίνεται μέσω της δεύτερης θυγατρικής της εταιρείας, με την παραχώρηση στις συνεργαζόμενες με αυτές επιχειρήσεις (σημεία πώλησης: καφέ, μπαρ, ουζερί, εστιατόρια κλπ) της χρήσης ειδικών ψυκτών για τη ψύξη της περιεχόμενης στα βαρέλια μπύρας και ειδικών φιαλών ανθρακικού για τον εμπλουτισμό του περιεχομένου μπύρας, και την παράδοση σε χονδρεμπόρους -διανομείς των προϊόντων μπύρας που αυτή παράγει σε συσκευασίες βαρελιών, τα οποία φέρουν ως διακριτικά γνωρίσματα, μία εμφανή περιμετρική λωρίδα μπλε ή κόκκινου χρώματος στο επάνω μέρος τους, και επί πλέον, ανάγλυφα το σήμα-διακριτικό γνώρισμα "ΕΖΑ" ή το σήμα των συνεργαζομένων με την πρώτη ενάγουσα εταιρειών (πχ. Krombacher, Lowenbrau,Moringer). Ότι ακολούθως, κάθε συνεργαζόμενο σημείο λιανικής πώλησης βαρελίσιας μπύρας παραλαμβάνει από τον χονδρέμπορο της περιοχής του, συνήθως περισσότερα του ενός, πλήρη με μπύρα (επαναγεμιζόμενα) βαρέλια της εταιρείας της κυριότητος της πρώτης ενάγουσας, τα οποία ο εκάστοτε συνεργάτης συνδέει με τη βρύση στην οποία έχει επιτεθεί το σήμα της μάρκας, στην οποία αντιστοιχεί το συνδεδεμένο βαρέλι, και από αυτή γεμίζει ποτήρια μπύρας που παραγγέλλουν οι καταναλωτές -πελάτες του. Ότι οι χονδρέμποροι που μεταπωλούν το περιεχόμενο (μπύρα) των βαρελιών (και όχι το ίδιο το βαρέλι που επαναγεμίζεται) χρεώνονται λογιστικά από την δεύτερη των εναγουσών ποσό εγγυοδοσίας ίσο προς 41 ευρώ για κάθε συσκευασία βαρελιού που παραλαμβάνουν προς μεταπώληση-διανομή. Ότι όταν το περιεχόμενο των παραληφθέντων βαρελιών από ένα κατάστημα κοντεύει να εξαντληθεί, ο συνεργάτης παραγγέλλει εκ νέου και έγκαιρα από τον χονδρέμπορο γεμάτα βαρέλια, τα οποία του αποστέλλονται από τον χονδρέμπορο μέσω συνεργατών μεταφορέων (πχ. φορτηγά δημόσιας χρήσης) και κατά την παράδοση των γεμάτων βαρελιών ο συνεργάτης παραδίδει στον μεταφορέα προς επιστροφή στον χονδρέμπορο και από τον τελευταίο, στις εγκαταστάσεις του ομίλου τους (εναγουσών) στη Φθιώτιδα τα κενά βαρέλια, και τότε πιστώνεται λογιστικά ο χονδρέμπορος με το προαναφερόμενο ποσό των 41 ευρώ ανά βαρέλι. Ότι η διακίνηση της βαρελίσιας μπύρας εξαρτάται απολύτως από την απρόσκοπτη κυκλοφορία και ροή των άδειων βαρελιών προς τις εγκαταστάσεις των εναγουσών και αντιστρόφως την ροή των γεμάτων βαρελιών προς το δίκτυο λιανικής. Ότι την αυτή πρακτική διακίνησης ακολουθεί και η εναγομένη εταιρεία η οποία είναι εταιρεία συναφούς σκοπού, η οποία προέκυψε τον Νοέμβριο 2014 από τη συγχώνευση της Ολυμπιακής Ζυθοποιϊας που διακινούσε την μπύρα FIX με την εταιρεία MYTHOS, και είναι μέλος ενός από τους μεγαλύτερους διεθνώς πολυεθνικούς ομίλους, της εταιρείας CARLSBERG. Ότι μετά την κατά τα μέσα Απριλίου 2016, διαπίστωση των εναγουσών, ότι μεγάλος αριθμός άδειων βαρελιών της κυριότητός τους κατέληγαν στις εγκαταστάσεις της ανταγωνίστριας εναγομένης εταιρείας, και την εντεύθεν σοβαρή δυσχέρειά τους να εξυπηρετήσουν τις παραγγελίες του δικτύου διανομής τους, μετά από έρευνα και καταμέτρηση που έκαναν οι ίδιες οι ενάγουσες, απευθύνθηκαν στην υπεύθυνη της εναγομένης, η οποία αρχικά παραδέχθηκε ότι είχε στη κατοχή της 1.260 βαρέλια και τελικώς, μετά νέα καταμέτρηση, ότι είχε στην κατοχή της 3.990 βαρέλια της πρώτης αυτών (εναγουσών) ενώ αρνήθηκε την απόδοσή τους στις ενάγουσες, αξιώνοντας για την επιστροφή τους το συνολικό ποσό των 239.000 ευρώ (3.990 βαρέλια Χ 60 ευρώ/ανά βαρέλι). Ότι οι ενάγουσες αρνήθηκαν την καταβολή του παραπάνω χρηματικού ποσού και επικαλούμενες αποβολή από τη νομή και κατοχή τους επί των βαρελιών που βρίσκονταν παράνομα στην κατοχή της εναγομένης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η νομή τους επί των 3.990 βαρελιών που φέρουν τα διακριτικά των εταιρειών του ομίλου τους και συγκεκριμένα, γαλάζια ή κόκκινη περιμετρική λωρίδα στο άνω μέρος τους και ανάγλυφη την επιγραφή "ΕΖΑ" ή "Lowenbrau" ή "Krombacher" ή "Arcobrau" ή "Augustin" ή "Golden Draak" ή "Moninger" και βρίσκονταν στην φυσική εξουσίαση της εναγομένης, διατασσομένης της τελευταίας να αποδώσει στην δεύτερη από αυτές την κατοχή των άνω βαρελιών. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή απόδοσης νομής ήταν πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνουσα άπαντα τα ανωτέρω προεκτεθέντα ως αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης και ιδίως ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Ειδικότερα, στην αγωγή λεπτομερώς οι ενάγουσες περιγράφουν τα επίδικα βαρέλια μπύρας, κατά τα προσδιοριστικά τους στοιχεία, και δη σε βαθμό ατομικότητος, καθόσον αυτά εξειδικεύονται με βάση συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία, που τα διαφοροποιούν από οποιαδήποτε άλλα βαρέλια μπύρας τρίτων εταιρειών, και δη με βάση την περιμετρική λωρίδα χρώματος κόκκινου ή μπλε που φέρουν στο επάνω μέρος τους, καθώς και την ειδική ανάγλυφη επιγραφή, με το σήμα αφ' ενός της μπύρας παραγωγής της πρώτης ενάγουσας εταιρείας (ΕΖΑ), αφετέρου δε, της μπύρας παραγωγής άλλων εταιρειών ζύθου, που η πρώτη ενάγουσα εμπορεύεται, δηλαδή των βαρελιών μπύρας με τις ενδείξεις : "Lowenbrau" ή "Krombacher" ή "Arcobrau" ή "Augustin" ή "Golden Draak" ή "Moninger", ενώ ουδεμία αοριστία προκαλείται από την επικαλούμενη ως έλλειψη, της μη αναφοράς στην αγωγή "ποία από τα επίδικα βαρέλια μπύρας είχαν παραδοθεί σε τρίτους χονδρεμπόρους και επεστράφησαν στην εναγομένη αντί καταβολής 60 ευρώ για έκαστο" και "αν τα βαρέλια αυτά είχαν φτάσει στην κατοχή της εναγομένης με άλλο τρόπο, πχ. με πώληση από τρίτους ή μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης", καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν έννομη επιρροή στο ορισμένο της αγωγής, διότι προς τούτο δεν απαιτείται προσδιορισμός της ιστορικής διαδρομής μετά την οποία τα επίδικα περιήλθαν στην νομή της αναιρεσείουσας, αρκούντος του ισχυρισμού, ότι αυτή ευρίσκεται σε αυτή παρανόμως και παρά την θέληση της αναιρεσίβλητης ως πρότερον νομέως των επιδίκων κινητών.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, δεν παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου είναι αβάσιμος. Εξ άλλου αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος είναι ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 247 και 992 του ΑΚ, συναφώς προς την προβληθείσα από την ίδια (αναιρεσείουσα ως εναγομένη-εκκαλούσα) ενιαύσιο παραγραφή των αξιώσεων από την αποβολή της νομής, για το λόγο ότι δεν εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο ξεκίνησε η κατοχή των επίδικων βαρελιών από την ίδια. Τούτο διότι, κατ' αναλογία της υποχρέωσης του ενάγοντος να παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά τα αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής του, και στην περίπτωση της επίκλησης από τον εναγόμενο αυτοτελούς ισχυρισμού του (ένστασης), της υποχρέωσης δηλαδή, να διαλαμβάνει στην ένστασή του σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, η προβαλούσα εν προκειμένω εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) την ένσταση ενιαύσιας παραγραφής της αξίωσης από την αποβολή της νομής, ήταν η ίδια υποχρεωμένη να προέβαινε σε επίκληση όλων των αναγκαίων περιστατικών, για την αφετηρία του χρόνου παραγραφής της επίδικης αξίωσης, δηλαδή του χρόνου κατά τον οποίο έγινε απαιτητή η αγωγική αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, από τον οποίο ακολούθως θα προέκυπτε και εάν είχε αυτός συμπληρωθεί έως την άσκηση της αξίωσης, εναπόκειτο δε, στις ενάγουσες το δικαίωμα επίκλησης κατ' αντένσταση, γεγονότων που τυχόν επέφεραν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 906/2006), μη υφισταμένης, συνεπώς, ως εκ τούτου, ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Γ. Από τη παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής : "Η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ ΑΕ" δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην παραγωγή και διανομή ζύθου. Για το λόγο αυτό διατηρεί εργοστάσιο ζύθου στην περιοχή της Αταλάντης Φθιώτιδας, στο οποίο παράγει συναφή προϊόντα όπως οι μπύρες Pils Hellas, Berlin Premium Lager και ΕΖΑ, κυρίως δε, βαρελίσια μπύρα, η οποία διατίθεται στα καταστήματα λιανικής πώλησης μέσα σε βαρέλια, επιπλέον δε, διακινεί άλλα προϊόντα ζύθου, όπως τις μπύρες Krombacher, Acrobrau, Augustin, Golden Draak κ.α. Η εν λόγω εταιρεία διατηρεί μερίδιο στην ελληνική αγορά ανερχόμενο σε ποσοστό 4,4% περίπου. Η δεύτερη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CRYSTAL BEVERAGES ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είναι θυγατρική της πρώτης και δραστηριοποιείται κατ' αποκλειστικότητα στην διανομή των προϊόντων παραγωγής της μητρικής της εταιρείας, πρώτης ενάγουσας. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "OLYMPIC BREWERY" τυγχάνει ομοίως, εταιρεία παραγωγής και εμπορίας ζύθου και δραστηριοποιείται επίσης, και στην εμπορία βαρελίσιας μπύρας με τα εμπορικά σήματα FIX και ΜΥΘΟΣ, διαθέτοντας μερίδιο ανερχόμενο σε ποσοστό 27,3 % στην ελληνική αγορά. Η διαδικασία διακίνησης και προώθησης της βαρελίσιας μπύρας στην ελληνική αγορά γίνεται από τις ενάγουσες, την εναγομένη όπως και τον αντίστοιχο κλάδο γενικότερα με τον ακόλουθο τρόπο: Η πρώτη ενάγουσα διαμέσου της εταιρείας διανομής της δεύτερης ενάγουσας, παρέχει στις συνεργαζόμενες με αυτή επιχειρήσεις (σημεία λιανικής πώλησης) τη χρήση ειδικών ψυκτών για την ψύξη της περιεχόμενης στα βαρέλια μπύρας, καθώς και ειδικών φιαλών ανθρακικού για τον εμπλουτισμό του περιεχομένου της μπύρας που εξάγεται από τα βαρέλια, προς διάθεση στους τελικούς καταναλωτές. Τα προϊόντα μπύρας που έχουν παραχθεί και συσκευασθεί σε συσκευασία βαρελιών παραδίδονται από την πρώτη ενάγουσα στη δεύτερη και από εκεί στους χονδρεμπόρους-διανομείς, οι οποίοι με τη σειρά τους τα παραδίδουν στα σημεία λιανικής πώλησης. Ως εξασφάλιση για την επιστροφή των βαρελιών η δεύτερη ενάγουσα η οποία έχει την ευθύνη της διανομής των προϊόντων της πρώτης ενάγουσας, χρεώνει λογιστικά τους χονδρεμπόρους με το ποσό των 41 ευρώ ανά παραδιδόμενο βαρέλι, ενώ το αντίστοιχο ποσό χρέωσης της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 60 ευρώ ανά βαρέλι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, περί τα μέσα Απριλίου του έτους 2015 που αποτελεί για τις εταιρείες παραγωγής και διακίνησης ζύθου περίοδο αυξημένης ζήτησης, οι ενάγουσες αντιμετώπισαν σοβαρές δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση των παραγγελιών του δικτύου διανομής τους, και ειδικότερα τα γεμάτα βαρέλια υπερέβαιναν κατά πολύ τα κενά βαρέλια που επιστρέφονταν από το δίκτυο διανομής, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Τον Μάϊο του 2015, οι ενάγουσες μετά από έρευνα και καταμέτρηση, διαπίστωσαν ότι βαρέλια κυριότητος, νομής και κατοχής τους, συστηματικά, και σε μεγάλους αριθμούς κατέληγαν στην εναγόμενη εταιρεία, στερώντας από τις ενάγουσες την χρήση τους...Οι ενάγουσες απευθύνθηκαν στην εναγομένη προκειμένου να ανακτήσουν την νομή και κατοχή αυτών αντίστοιχα. Η εναγομένη επιβεβαίωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 4.8.2015 ότι πράγματι, είχε στη κατοχή της 1.260 βαρέλια 30 λίτρων ...ενώ στις 16.10.2015 η εναγομένη απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις ενάγουσες, με το οποίο συνομολογούσε ότι έχει στην κατοχή της, συνολικά 3.990 βαρέλια των εναγουσών, για τα οποία απαιτούσε την καταβολή ποσού 239.400 ευρώ. Η πρώτη ενάγουσα αρνήθηκε να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό προς την εναγομένη, και αξίωσε με την από 29.12.2015 επιστολή της, την άμεση απόδοση του συνόλου των βαρελιών, επιφυλασσόμενη να αξιώσει την αποκατάσταση και κάθε περαιτέρω ζημίας της. Η εναγόμενη τέλος, με την από 26.1.2016 επιστολή της, ισχυρίστηκε ότι από παραδρομή είχαν περιέλθει τα βαρέλια αυτά στην κατοχή της, ότι είχε δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής επ' αυτών, για το λόγο ότι είχε πιστώσει στους χονδρεμπόρους το ποσό των 60 ευρώ για την επιστροφή σ'αυτή του κάθε βαρελιού και απαίτησε την καταβολή του ποσού αυτού και συνολικά του ποσού των 239.400 ευρώ, προκειμένου να επιστρέψει τα εν λόγω βαρέλια....Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέβαλε την πρώτη ενάγουσα από τη νομή των επίδικων βαρελιών, τη δε δεύτερη από την κατοχή αυτών, παράνομα αντιποιούμενη τα δικαιώματα των εναγουσών, χωρίς να έχει αντίστοιχα νόμιμα προς τούτο δικαίωμα καθώς στα επίδικα βαρέλια δεν είχε αποκτήσει κυριότητα, αφού τα απέκτησε κακή τη πίστει, από μη κυρίους, αλλά ούτε και δικαίωμα νομής ή κατοχής αυτών, ήταν δε επιλήψιμη νομέας και κάτοχος έναντι των εναγουσών, αφού γνώριζε κατά την απόκτησή τους, ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επ' αυτών. Το γεγονός ότι η εναγομένη είχε αποκτήσει την κυριότητα και νομή των επιδίκων βαρελιών με κακή πίστη και ήταν επιλήψιμος νομέας αυτών συνάγεται από τον μεγάλο αριθμό βαρελιών (3.990) των εναγουσών, τα οποία της επιστράφηκαν από τους χονδρεμπόρους το επίδικο χρονικό διάστημα, αριθμός ο οποίος μπορούσε να γίνει ορατός και μη οφειλόμενος σε παραδρομή, ενώ δεν ήταν δυνατόν να μην υποπέσει στην αντίληψη των υπαλλήλων της εναγομένης.
Εξάλλου το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλε στους χονδρεμπόρους το ποσό της εγγυοδοσίας (60 ευρώ για κάθε βαρέλι και συνολικά το ποσό των 239.400 ευρώ) δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση αξίωση των εναγουσών, την ως άνω δε αξίωσή της η εναγομένη μπορεί να αναζητήσει από τις ενάγουσες ως αδικαιολογήτως καταβληθείσα. Ειδικότερα, η ως άνω εγγυοδοσία είχε την έννοια της ποινικής ρήτρας, δηλαδή είχε συμφωνηθεί η κατάπτωσή της σύμφωνα με τα άρθρα 404,405 και 406 του ΑΚ, για τη περίπτωση είτε υπαίτιας αδυναμίας επιστροφής των βαρελιών από τους χονδρεμπόρους, είτε περιέλευσής τους σε υπερημερία. Το γεγονός δε ότι στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη πίστωσε τους χονδρεμπόρους που της παρέδωσαν επίδικα βαρέλια των εναγουσών με ποσό 60 ευρώ για το κάθε βαρέλι, που είχε καταβληθεί από τους τελευταίους ως εγγυοδοσία, δεν αναιρεί τη δυνατότητα των εναγουσών να αναζητήσουν τα επίδικα βαρέλια από την εναγομένη, καθώς όπως προαναφέρθηκε, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας δεν είχε συμφωνηθεί ως νόμιμη αιτία μεταβίβασης της κυριότητος και νομής τους. Η πρώτη δε ενάγουσα δεν απώλεσε την κυριότητα και νομή των επιδίκων βαρελιών, ασκώντας την κατοχή τους μέσω των προσώπων που τα αποκτούσαν, διά του προαναφερθέντος τρόπου διανομής, τα οποία τα κατείχαν επ' ονόματί της δυνάμει των συμφωνιών που είχαν καταρτισθεί για λογαριασμό της (παρακαταθήκη, χρησιδάνειο κλπ) ενώ η δεύτερη ενάγουσα ήταν νόμιμη κάτοχος αυτών δυνάμει εννόμου σχέσεως που είχε καταρτίσει με την πρώτη ενάγουσα ως θυγατρική εταιρεία της τελευταίας. Επίσης δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, η έρευνα του γεγονότος αν οι χονδρέμποροι προέβαιναν σκόπιμα στην επιστροφή βαρελιών των εναγουσών, στην εναγομένη, προκειμένου να λάβουν το αυξημένο ποσό της εγγύησης που η τελευταία τους πίστωνε (60 ευρώ ανά βαρέλι έναντι 41 ευρώ που τους πίστωναν οι ενάγουσες), ούτε αν η εναγομένη προέβαινε σκόπιμα στην παραλαβή μεγάλου αριθμού βαρελιών των εναγουσών, προκειμένου να δημιουργήσει δυσχέρεια στη διακίνηση της βαρελίσιας μπύρας από την πρώτη ενάγουσα, επ' ωφελεία της, ως ανταγωνίστρια εταιρεία, παραβιάζοντας της διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αποτελεί εμπορική πρακτική του οικείου κλάδου τα βαρέλια με τα οποία διατίθεται η βαρελίσια μπύρα στην αγορά να κυκλοφορούν ελεύθερα στην αγορά και να αποκτώνται νομίμως κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από όποιον παραγωγό ζύθου ήθελε παραλάβει αυτά, για το λόγο ότι παραδοχή τέτοιας πρακτικής αντιστρατεύεται το γεγονός ότι η χρήση των εν λόγω βαρελιών είναι αναγκαία και αποσκοπεί στην διακίνηση της βαρελίσιας μπύρας στην αγορά από κάθε εταιρεία, για το λόγο δε αυτό, φέρουν σήματα των παραγωγών εταιρειών, πιστοποιώντας έτσι πρόδηλα την προέλευσή τους και έμμεσα τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα νομής και κατοχής τους... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις... πρέπει συνεπώς...να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η υπό κρίση έφεση..". Δ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη, για τις πλημμέλειες της ευθείας (πρώτο σκέλος του λόγου) και εκ πλαγίου (δεύτερο σκέλος του λόγου) παράβασης αντιστοίχως (αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για το λόγο ότι το Εφετείο " ...εσφαλμένα ερμήνευσε τις μεταξύ των εταιρειών μας συναλλακτικές πρακτικές..." και παρόλο που διαπίστωσε κενό και αμφιβολία ως προς την "...μεταξύ των μερών εμπορική πρακτική.. και ως προς το τι είχε συμφωνηθεί..", γεγονός συναγόμενο από την χρήση των λέξεων "συνάγεται", "είχε την έννοια", "αντιστρατεύεται", και της αποκατάστασης που παρείχε η εγγυοδοσία των χονδρεμπόρων, εν τούτοις δεν κατέφυγε στη χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρθ. 173,200 του ΑΚ) προκειμένου να ανεύρει το ακριβές νόημα της συμφωνίας των μερών συναφώς προς τα άνω ζητήματα, που ήταν η ελεύθερη κυκλοφορία των βαρελιών, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι αναιρεσείουσες, μετά την απομάκρυνση από τις εγκαταστάσεις τους των γεμάτων βαρελιών ζύθου και την παράδοσή τους στους χονδρεμπόρους προς μεταπώληση σε πελάτες λιανικής, χάνουν "τον έλεγχο της πορείας τους" επερχομένης έτσι επιτρεπτής "ανάμιξης" των βαρελιών που προέρχονται από διαφορετικές ζυθοπαραγωγικές εταιρείες στα τελικά σημεία πώλησης και στις αποθήκες των χονδρεμπόρων, της συναλλακτικώς καθιερωμένης αυτής πρακτικής εξασφαλιζομένης με την εγγυοδοσία, η οποία ως εκ τούτου δεν συνιστά συμφωνημένη ποινική ρήτρα. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, ως αναλυτικά προεκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αντικείμενο ερμηνείας είναι μόνον μονομερείς δικαιοπραξίες και συμβάσεις και όχι "συναλλακτικές πρακτικές", υπό την έννοια προδήλως των συναλλακτικών ηθών, τα οποία συνιστούν κριτήρια και όχι αντικείμενο της ερμηνείας, αλλά και διότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε συμφωνία με συμβαλλόμενα μέρη τις διαδίκους. Όμως, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τα διάδικα μέρη δεν συνδέονται μεταξύ τους με οποιοδήποτε συμβατικό δεσμό, μη έχοντας καταρτίσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία, ώστε διαπιστουμένου κενού στη μεταξύ τους σύμβαση, να υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να προβεί σε ερμηνεία αυτής κατά τις άνω διατάξεις. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος. Τούτο διότι η μόνη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υφισταμένη στη προκειμένη περίπτωση συμφωνία, είναι αυτή μεταξύ (α) των αναιρεσιβλήτων και (β) των χονδρεμπόρων οι οποίοι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αγοράζουν τις ποσότητες βαρελίσιας μπύρας από τη πρώτη αναιρεσίβλητη, παραλαμβάνουν αυτές από τις εγκαταστάσεις διανομής της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων θυγατρικής εταιρείας της πρώτης, και ακολούθως τις μεταπωλούν σε πελάτες λιανικής-συνεργαζόμενα σημεία πώλησης, ρητώς όμως εξαιρουμένης της πώλησης στους τελευταίους, των βαρελιών συσκευασίας των ποσοτήτων μπύρας που χρεώνονται αυτοί λογιστικά το ποσό των 41 ευρώ για κάθε βαρέλι μπύρας, ενώ πιστώνονται λογιστικά το αυτό ποσό, ταυτόχρονα με την επιστροφή στις αναιρεσίβλητες του άδειου βαρελιού μπύρας, ώστε να εξασφαλίζεται η συμφωνημένη επιστροφή του στις τελευταίες. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει (κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών της), ότι η παρεπόμενη αυτή συμφωνία μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων αναπτύσσει ουσιώδη μετενέργεια στις ένδικες σχέσεις των διαδίκων μερών, καθόσον συνιστά "εμπορικό έθιμο", σύμφωνα με το οποίο έχει καθιερωθεί ως εμπορική πρακτική του κλάδου της ζυθοποιΐας, η ελεύθερη κυκλοφορία των βαρελιών μπύρας, και τούτο διότι, κατά την ισχύουσα συναλλακτική πρακτική, κάθε ζυθοπαραγωγός εταιρεία κυρία των βαρελιών στα οποία συσκευάζει την μπύρα που διαθέτει στην αγορά, χάνει την κατοχή της στα κενά βαρέλια μόλις αυτά απομακρυνθούν από το χώρο ευθύνης της και παραδοθούν στους αγοραστές της βαρελίσιας μπύρας χονδρεμπόρους, προς μεταπώληση στους πελάτες λιανικής, με συνέπεια με την διακίνηση αυτή να επέρχεται "ανάμιξη" των βαρελιών που προέρχονται από διάφορες εταιρείες ζυθοπαραγωγής, καταβάλλοντας δε, η ίδια στους χονδρεμπόρους το ποσό των 60 ευρώ ανά άδειο βαρέλι, που συνιστά το ποσό εγγυοδοσίας με το οποίο εκείνη τους χρεώνει για την επιστροφή των δικών της βαρελιών, καθίσταται κυρία αυτών, αιτία πωλήσεως, δυναμένη να αποκρούσει την ένδικη αγωγή, προβάλλουσα δικαίωμα ιδίας κυριότητος επ' αυτών. Η ως άνω περιγραφόμενη συναλλακτική πρακτική, παρεκτός που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ρητώς αποκρούστηκε ως μη αποδειχθείσα και ισχύουσα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο ερμηνείας της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα παρεπόμενης συμφωνίας, καθόσον προσκρούει στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1034 και 1036 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες η μεταβίβαση κυριότητος κινητού κατ' αρχήν προϋποθέτει την ύπαρξη κυριότητος στο πρόσωπο του μεταβιβάσαντος, πλην όμως η έλλειψη κυριότητος θεραπεύεται όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συναίνεσης, έγκρισης ή καλόπιστης κτήσης του κινητού από τον αποκτώντα.
Στη προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αφενός μεν, ουδέποτε οι αναιρεσίβλητες απώλεσαν την νομή και κατοχή επί των επιδίκων βαρελιών, την οποία ασκούσαν διά μέσου των χονδρεμπόρων ως κατόχων αυτών και στο όνομα και για λογαριασμό τους (αναιρεσιβλήτων), αφετέρου δε, η αναιρεσείουσα τελούσε σε πλήρη γνώση του δικαιώματος της κυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων κινητών πραγμάτων, και συνεπώς, της έλλειψης κυριότητος επί των επιδίκων βαρελιών στο πρόσωπο των χονδρεμπόρων, από τους οποίους επομένως, παρά την εκ μέρους της καταβολή του ποσού των 60 ευρώ, κατά την υλική παράδοση εκάστου άδειου βαρελιού, ουδέν δικαίωμα κυριότητος επ' αυτών απέκτησε, ελλείποντος στο πρόσωπό της του στοιχείου της καλής πίστης. Τούτο δε, ανεξαρτήτως και πέραν του νομικού χαρακτηρισμού της συμφωνίας μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων ως εγγυοδοσίας, ή ποινικής ρήτρας, (όπως δέχεται η προσβαλλομένη) καθόσον η εγγυοδοσία ως ένα είδος "προκαταβολής" για ενοχική υποχρέωση που θα μείνει ανεκτέλεστη ή η ποινική ρήτρα ως μέσον εξαναγκασμού και κύρωση για τη περίπτωση αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης (εν προκειμένω ως υποχρέωσης νοουμένης της επιστροφής των άδειων βαρελιών στην κυρία αυτών πρώτη των αναιρεσιβλήτων ή στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για λογαριασμό της πρώτης) καταπίπτουν υπέρ του δανειστού υπέρ του οποίου συνομολογήθηκαν ως παρεπόμενες συμφωνίες. Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα είναι τρίτη στη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων παρεπόμενη αυτή συμφωνία, με συνέπεια η εκ μέρους της καταβολή στους χονδρεμπόρους, του ποσού των 60 ευρώ ανά βαρέλι, αφενός μεν, δεν απαλλάσσει αυτούς από την υποχρέωση επιστροφής των άδειων βαρελιών στις αναιρεσίβλητες, αφετέρου δε, δεν προσπορίζει στην αναιρεσείουσα οποιοδήποτε δικαίωμα επί των βαρελιών, και σε απώλεια του δικαιώματος κυριότητος, νομής και κατοχής των αναιρεσιβλήτων. Τέλος, η ισχυριζομένη ύπαρξη του επικαλουμένου εθίμου είναι νόμω απαγορευμένη και για το λόγο ότι προσκρούει σε απαγορευτικές διατάξεις αναγκαστικού δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΑΚ, οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα. Όμως "το έθιμον δεν καταργεί νόμον", σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΝΔ της 7/10 Μαΐου 1946 (ΦΕΚ Α'151) "Περί αποκαταστάσεως του αστικού κώδικος και του εισαγωγικού αυτού νόμου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, και 3 του ΑΚ, οι κανόνες δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν καταργήσει αυτόν ρητώς ή σιωπηρώς και δια της ιδιωτικής βουλήσεως δεν δύναται να αποκλεισθεί η εφαρμογή κανόνων δημοσίας τάξεως. (ΑΠ 871/2013). Οι χονδρέμποροι, συνεπώς, που κατά παράβαση των συμφωνιών επιστροφής των βαρελιών στις αναιρεσίβλητες εταιρείες πωλούν αυτά σε τρίτους, παραβιάζουν την διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, η οποία απαγορεύει και τιμωρεί την υπεξαίρεση, η δε αποκτώσα την νομή τους αναιρεσίβλητη, την διάταξη του άρθρου 394 ΠΚ, η οποία απαγορεύει και τιμωρεί την αποδοχή των υπεξαιρεθέντων προϊόντων εγκλήματος.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εκ πλαγίου παράβαση (αρ. 19 αρθ. 559 ΚΠολΔ) των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εξ αιτίας της ελλιπούς, άλλως αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης σχετικά με τη έλλειψη διευκρίνισης, "ποίος αριθμός βαρελιών και ποίος αριθμός συναφών συμφωνιών καταδεικνύει τελικά συναλλακτική πρακτική και όχι μεμονωμένο περιστατικό" ελέγχεται ως αβάσιμος καθόσον προϋποθέτει νομιμότητα του ισχυρισμού περί της υπάρξεως συναφούς "συναλλακτικής πρακτικής", η οποία δεν υφίσταται εν προκειμένω κατά τα αμέσως προεκτεθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε, τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά, αρκεί το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1474/2022). Δεν αναιρείται συνεπώς, η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010), ενώ το γεγονός, ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τούτο έχει και η μη ρητή αξιολόγηση και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1393/2023, ΑΠ 855/2022).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δεν κατέστη απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη με αριθμό ....2016 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Αλιβερίου Εύβοιας Α. Ν., βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Κ. σε συνδυασμό με τις τρείς (3) φωτογραφίες που προσεκόμισε με επίκληση, στις οποίες αποτυπωνόταν η διαδικασία πώλησης μπύρας παραγωγής της, συσκευασμένης σε βαρέλι με την ένδειξη της ιδίας (αναιρεσείουσας εταιρείας). Από το προεκτεθέν περιεχόμενο, τις παραδοχές, τις αιτιολογίες και τη ρητή μνεία της με αριθμό 2548/2016 ένορκης βεβαίωσης στην προσβαλλομένη, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ζήτημα της διαδικασίας διακίνησης και προώθησης της βαρελίσιας μπύρας από τις αναιρεσίβλητες, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με όλες τις λοιπές αποδείξεις τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα δε, με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ξεχωριστή αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει τον λόγο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εξ άλλου, από το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το υποστηριζόμενο από την αναιρεσείουσα. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ.2, 216 παρ. 1, 224, 335, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός είναι η διαδικασία υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών σε μία συγκεκριμένη νομική διάταξη που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπλεκομένων μερών, και δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων, που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή, και, όπως στη συνέχεια αυτά προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό χαρακτηρισμό τους, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση εφόσον δηλαδή το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προσβάλλεται από τους διαδίκους, να λαμβάνει υπόψη του πράγματα μη προταθέντα ή να παραλείπει να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1,8,9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο στη περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1468/2005).
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ελέγχεται ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, κατά αμφότερα τα σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα, καθόσον προσέδωσε στις συναλλακτικές σχέσεις της με τις αναιρεσίβλητες, νομικούς χαρακτηρισμούς επί αγωγικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί, και συγκεκριμένα, αντί του νομικού χαρακτηρισμού της αποδειχθείσας τηρουμένης πρακτικής στην επιστροφή των βαρελιών μπύρας ως αυτής της εγγυοδοσίας, απέδωσε τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό αυτής (πρακτικής) ως ποινικής ρήτρας, της οποίας δεν έγινε επίκληση. Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι οι εν λόγω νομικοί χαρακτηρισμοί δεν αφορούν τις μεταξύ των διαδίκων συναλλακτικές σχέσεις αλλά την παρεπόμενη συμφωνία μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων για την επιστροφή των άδειων βαρελιών μπύρας μετά την μεταπώληση του περιεχομένου τους στους πελάτες λιανικής, αλλά και του ότι κρίσιμο εν προκειμένω υπήρξε το γεγονός της προσβολής της νομής των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, χωρίς ουδόλως να ασκεί επιρροή το είδος της έννομης σχέσης από την οποία απέρρευσε η εξουσία των προσώπων που αποκτούσαν τη κατοχή των επίδικων βαρελιών και κατείχαν αυτά για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων ως αντιπροσωπευομένων (ΑΠ 305/2019). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.12.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1578/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ