ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1300/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1300/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1300/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1300 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1300/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ANAVADIA ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα την περιοχή Κολύμπια Ρόδου που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καραβοκύρη ο οποίος ανακάλεσε την από 13-03-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσίβλητου: B. R. (Μ. Ρ.) του A., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλαϊτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-03-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με τις : α) από 31-05-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/2022 αίτησή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Ρόδου και β) με την από 31-05-2022 αίτησή της και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16/2022, ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 178/2023, ΑΠ 1208/2020).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, κατά δε, το άρθρο 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 995/2024, ΑΠ 1334/2023, ΑΠ 1005/2023, ΑΠ 490/2023, ΑΠ 277/2023, ΑΠ 221/2020). Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται είτε με συνομολόγηση της τελεσιδικίας, είτε με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 60/2017). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων, ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο άσκησης της κατ' αυτής αναίρεσης, είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή τους, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 221/2020, ΑΠ 285/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 375/2013).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522,553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ που προσδιορίζουν: α) την έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, β) τις αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση γ) τα ζητήματα τα σχετικά με την άσκηση της αναίρεσης όταν προσβάλλονται με αυτή δύο ή περισσότερες αποφάσεις του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ'ουσίαν, η τελευταία αυτή απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 864/2024, ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1167/2015, ΑΠ 1206/2013, ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1498/2006).

Εξ άλλου, η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής. Ειδικότερα κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση κατά πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και επιδόθηκε, ασκείται για τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, που αρχίζει από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι, επίσης, για τους διαμένοντες στην Ελλάδα, τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 101/2021, ΑΠ 1372/2021). Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015, ΑΠ 793/2014). Στην ειδική όμως περίπτωση που έχουν σωρευθεί πολλά αγωγικά αιτήματα σε ένα δικόγραφο και εκδοθεί μεν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απόφαση για όλα τα ζητήματα, στη συνέχεια δε, ασκηθεί έφεση κατά των διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης, για μερικά μόνο από τα αιτήματα αυτής, σε αναίρεση υπόκειται τόσον η απόφαση του εφετείου, όσον και η πρωτόδικη απόφαση, η τελευταία όμως μόνον ως προς τις μη εκκληθείσες ή απαραδέκτως εκκληθείσες διατάξεις της. Η αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας ασκείται στην περίπτωση αυτή μόνο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του εφετείου, οπότε και αρχίζει και η προθεσμία αναιρέσεως κατά των μη εκκληθεισών ή απαραδέκτως εκκληθεισών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 916/2013, ΑΠ 162/1997, ΑΠ 698/1983, ΑΠ 413/1979, ΑΠ 760/1975).

Τούτο όμως δεν συμβαίνει, και συνεπώς, απαραδέκτως ασκείται αίτηση αναίρεσης κατά της διάταξης της πρωτοβάθμιας απόφασης για τη δικαστική δαπάνη, η οποία δεν επλήγη με λόγο έφεσης, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 193 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση, που προσβάλλει μόνο τη διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα και μόνον εφόσον στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και λόγος, που πλήττει την ουσία της υπόθεσης. Ως ουσία της υπόθεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκου μέσου, μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως, αν με την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η διάταξη της απόφασης για τα δικαστικά έξοδα, τότε αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1737/2024, ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 277/2023, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 1276/2017, ΑΠ 2193/2013).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ελέγχου του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 12.3.2015 αγωγή της η εδρεύουσα στη Ρόδο ξενοδοχειακή ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε, επικαλούμενη τη σύναψη με τον εναγόμενο εργολάβο οικοδομικών εργασιών δύο εγγράφων συμβάσεων έργου, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει το ποσό των 7.300 ευρώ ως αποζημίωση για τη μη εκτέλεση του έργου, το ποσό των 12.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα λόγω υπερημερίας και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη στην επαγγελματική της φήμη από τις συκοφαντικές καταγγελίες των εργατοτεχνιτών του εναγομένου, οι οποίοι προέβησαν σ'αυτές μετά από δική του παραίνεση. Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η με αριθμό 125/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς το αίτημα της καταβολής αποζημίωσης και καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και ως ουσία αβάσιμη ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η παραπάνω οριστική απόφαση επιδόθηκε στην ηττηθείσα εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα στις 7.4.2021, η οποία άσκησε κατ' αυτής νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 6.5.2021 έφεσή της, χωρίς με αυτή να πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τη διάταξη των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων ύψους 5.500 ευρώ. Επί της παραπάνω έφεσης, εκδόθηκε η με αριθμό 73/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, ακολούθως απέρριψε άπαντες τους λόγους της, που αφορούσαν στην εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (κατά τα κονδύλια της αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας), και ως ουσία αβάσιμης (κατά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης) και επέβαλε την δικαστική δαπάνη του δευτέρου βαθμού εις βάρος της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, ύψους 10.500 ευρώ. Με την κρινόμενη, από 31.5.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται αμφότερες οι παραπάνω αποφάσεις, δηλαδή : (α) η με αριθμό 73/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.5.2021 έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας) και (β) η με αριθμό 125/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε την από 12.3.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Αντίθετα, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που πλήττει αυτοτελώς τη με αριθμό 125/2021 πρωτόδικη οριστική απόφαση, μόνον, ως προς την διάταξή της περί επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος της ηττηθείσας ενάγουσας-ήδη αναιρεσείουσας, καθόσον, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, παρόλο που η πρωτοβάθμια απόφαση δεν επλήγη με λόγο έφεσης ως προς τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης, είναι ανεπίτρεπτη η προσβολή της με αίτηση αναίρεσης με λόγο που αφορά μόνον στη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υπόθεσης, η οποία, όμως, σε κάθε περίπτωση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τους σχετικούς λόγους έφεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298,330,681, 688,690 και 694 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης (κύριος του έργου), να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή, η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.

Περαιτέρω, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 του ΑΚ, δικαιώματα, που ρυθμίζουν την ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη-κύριο του έργου, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 1591/2022, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 183/2011). Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε και παραδόθηκε από αυτόν, δεδομένου ότι πριν από την παράδοση του δεν γεννώνται οι από τις διατάξεις αυτές αξιώσεις και δικαιώματα (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 345/2018, ΑΠ 1281/2018, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1587/2013) προκύπτει, ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συνολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε, αντί αυτών, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί της υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει το έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα. Eπουσιώδη είναι τα ελαττώματα, τα οποία παραβλάπτουν τη χρήση του έργου, χωρίς όμως να το καθιστούν άχρηστο. Αντιθέτως, ουσιώδη ελαττώματα είναι αυτά που καθιστούν το έργο άχρηστο. Τα ελαττώματα αυτά, ωστόσο, δεν θα πρέπει να καθιστούν το έργο εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχαν συμφωνήσει τα μέρη αρχικώς (aliud), διότι σε αυτή την περίπτωση θα πρόκειται για μη εκπλήρωση της οφειλόμενης εκ μέρους του εργολάβου παροχής, οπότε θα εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ενοχικού δικαίου. Στις ελλείψεις του έργου περιλαμβάνεται και η έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 1294/2018). Συντρέχει συνεπώς, στη περίπτωση των διατάξεων αυτών διαζευκτική συρροή δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του, ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο, διότι σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 του ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με την δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα παραπάνω δικαιώματα (ΟλΑΠ 50/2005, ΑΠ 729/2021, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 935/2019, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 109/2014) και ανεπίδεκτη αιρέσεως και προθεσμίας των οποίων τυχόν προσθήκη καθιστά την επιλογή άκυρη, δηλαδή θεωρείται ότι αυτή δεν έγινε (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1281/2018, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 985/2015).

Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα διόρθωσης των ελαττωμάτων του έργου εάν η προθεσμία που έταξε ο εργοδότης στον εργολάβο προς διόρθωση των ελαττωμάτων παρέλθει άπρακτη, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος. Το ίδιο συμβαίνει και αν αρνηθεί τη διόρθωση, εξαιτίας δε της υπερημερίας ο εργοδότης δικαιούται να εκτελέσει ο ίδιος τη διόρθωση με δικές του δαπάνες, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 687 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 ΚΠολΔ, τις οποίες (δαπάνες) δικαιούται να απαιτήσει από τον εργολάβο μαζί με τις οποιεσδήποτε υπόλοιπες αξιώσεις αποζημίωσης, που συνδέονται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων (ΑΠ 935/2019, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1587/2013, ΑΠ 40/2010). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ύπαρξη των συρρεουσών αξιώσεων και η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος συνδέονται με συγκεκριμένα ελαττώματα και ελλείψεις του έργου σε συγκεκριμένο χρόνο καθώς και με τη φύση και την έκταση αυτών. Αν όμως, διαπιστωθεί αργότερα και άλλη έλλειψη ή και άλλο ελάττωμα, που υφίσταντο μεν κατά το χρόνο παράδοσης του έργου, αποκαλύφθηκαν, όμως, αργότερα και επιφέρουν διαφορετικές και δυσμενέστερες συνέπειες στο έργο, ο εργοδότης δικαιούται να ασκήσει εκ νέου κάποιο από τα λοιπά δικαιώματα, που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις (ΑΠ 729/2021, ΑΠ 203/2019).

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η περίπτωση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο την θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 552/2016, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1792/2007). Ο λόγος είναι ορισμένος, όταν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο. Ειδικότερα πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 513/2024, ΑΠ 510/2021).

Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της από 12.3.2015 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας προκύπτει ότι σ'αυτή εξετίθεντο τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: 'Ότι η ενάγουσα διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή "Κολύμπια" στη Ρόδο, εντός ακινήτου ιδιοκτησίας της, και ότι με τον εναγόμενο εργολάβο οικοδομικών εργασιών κατήρτισαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, που κατετέθησαν νόμιμα στη ΔΟΥ Ρόδου, με αντικείμενο την ανάθεση στον εναγόμενο της κατασκευής περίφραξης του ακινήτου της. Συγκεκριμένα συνήψαν: Α. Την από 22.4.2014 σύμβαση, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών (α) σκυροδέτησης, τσιμεντοκονίας και τοποθέτησης πλακιδίων, αντί 40 ευρώ ανά κυβ.μέτρο χωρίς ΦΠΑ και (β) τσιμεντοκονίας και τοποθέτησης πλακιδίων, αντί 11 ευρώ ανά τετ.μέτρο, χωρίς ΦΠΑ, με ημερομηνία παράδοσης του έργου εντός 30 ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού, ποινική ρήτρα 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην παράδοση του έργου, και πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του εναγομένου, μετά υπολογισμό του από τους συμβαλλομένους, με μεταχρονολογημένες επιταγές 6,12 και 18 μηνών από την ολοκλήρωση του έργου. Επί πλέον συμφωνήθηκε, ότι ο εργοδότης διατηρούσε το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση αζημίως, για τις περιπτώσεις καθυστέρησης στη παράδοση του έργου και διαπίστωσης κακοτεχνιών, όπως και σε κάθε άλλη παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου. Β. Την από 25.4.2014 σύμβαση, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών (α) σκυροδέτησης, αντί 40 ευρώ ανά κυβ. μέτρο, χωρίς ΦΠΑ, (β) τσιμεντοκονίας και τοποθέτησης πλακιδίων, αντί 11 ευρώ ανά κυβ. μέτρο χωρίς ΦΠΑ, (γ) τοποθέτησης πέτρας, αντί 16 ευρώ ανά τετ.μέτρο χωρίς ΦΠΑ, (δ) μόνωσης, αντί 4 ευρώ ανά τετ.μέτρο χωρίς ΦΠΑ, (ε) σοβατίσματος, αντί 6 ευρώ ανά τετ.μέτρο χωρίς ΦΠΑ, (στ) σταμπωτού δαπέδου, αντί 12 ευρώ ανά τετ. μέτρο χωρίς ΦΠΑ, (ζ) μπετόν πισίνας, καλουπώματος και δεσίματος σίδερου, αντί 7.500 ευρώ κατ' αποκοπή και (η) πισίνας, μόνωσης σοβάδων, τσιμεντοκονίας, τοποθέτησης πλακιδίων και σκαρών, αντί 11.795 ευρώ κατ' αποκοπή, και συμφωνήθηκε η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του εναγομένου, μετά υπολογισμό του από τους συμβαλλομένους, με τρείς (3) μεταχρονολογημένες επιταγές εξαμηνιαίων δόσεων. Επί πλέον συμφωνήθηκε, ότι ο εργοδότης διατηρούσε το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση αζημίως, για τις περιπτώσεις καθυστέρησης στη παράδοση του έργου και διαπίστωσης κακοτεχνιών, όπως και σε κάθε άλλη παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου. Ότι τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανωτέρω εργασίες θα βάρυναν την ενάγουσα εταιρεία, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές των εργατών και τεχνιτών που θα χρησιμοποιούνταν θα βάρυναν τον εναγόμενο εργολάβο, καθώς και ότι μετά από διενεργηθείσα επιμέτρηση των εργασιών, η αξία τους καθορίστηκε στο ποσό των 49.316,55 ευρώ. Ότι κατά τον μήνα Μάϊο 2014 ο εναγόμενος παρέδωσε το κατασκευασθέν έργο, το οποίο όμως ήταν "πλημμελώς ολοκληρωμένο" και εμφάνιζε κακοτεχνίες, οφειλόμενες σε αμέλειά του. Ότι συγκεκριμένα, ένα μεγάλο τμήμα της υφισταμένης περίφραξης του ακινήτου, περίπου 30 μέτρων, κατασκευασμένης από τσιμεντόλιθους πάχους 0,20 μ. και ύψους 2,00 μ. καταστράφηκε ολοσχερώς μετά τις βροχοπτώσεις του Νοεμβρίου 2014, διότι ο εναγόμενος δεν συνέδεσε την παλαιά περίφραξη με τη νέα, όπως οι κακοτεχνίες αυτές διατυπώθηκαν στην από 13.2.2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ., που διενήργησε αυτοψία. Ότι η ενάγουσα ανέθεσε εκ νέου στον εναγόμενο την αποκατάσταση της κατεστραμμένης περίφραξης, με την κατασκευή νέου τοιχίου από οπλισμένο σκυρόδεμα, πλην όμως κατά γενομένη αυτοψία στις αρχές Δεκεμβρίου 2014 διαπιστώθηκε, ότι είχε γίνει μερική κατασκευή του καλουπώματος-σιδερώματος του τοιχίου της νέας περίφραξης, ενώ κατά την δεύτερη αυτοψία της 13ης.12.2015 διαπιστώθηκε ότι παρέμεινε στην ίδια φάση που βρισκόταν στην πρώτη αυτοψία. Ότι κατόπιν αυτών η ενάγουσα κατήγγειλε τις μεταξύ αυτής και του εναγομένου συμβάσεις έργου, εξ αιτίας της υπερημερίας του και των κακοτεχνιών του έργου. Ότι προς αποκατάσταση των ζημιών και κατασκευή νέας περίφραξης 40 μέτρων τοιχίου, η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 7.300 ευρώ (όπως οι μέρους εργασίες αναλύονται με την αξία εκάστης). Ότι από το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του ο εναγόμενος έλαβε μέσω επιταγών που εισπράχθηκαν, το ποσό των 6.788,78 ευρώ και το ποσό των 5.000 ευρώ. Ότι κατόπιν προτροπής και υπόδειξης του εναγομένου ορισμένοι εργάτες του συνεργείου του, προέβησαν τον Ιανουάριο 2015 σε ψευδείς έγγραφες καταγγελίες περί μη ασφάλισής τους κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν στα παραπάνω έργα, με συνέπεια να υποστεί η ενάγουσα προσβολή στην επαγγελματική φήμη της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει: (1) ως αποζημίωση το ποσό των 7.300 ευρώ για το μη εκτελεσθέν έργο (2) το ποσό των 120.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα εξ αιτίας της καθυστέρησης του έργου για το χρονικό διάστημα από 1.12.2014 που ήταν αυτό παραδοτέο έως 31.3.2015 που αυτό παραδόθηκε, και (3) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, και συνολικά το ποσό των 177.300 ευρώ νομιμοτόκως από της ημερομηνίας που το έργο ήταν παραδοτέο, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως αόριστη ως εκ των ελλείψεων και του αντιφατικού περιεχομένου της. Ειδικότερα, δεν γίνεται σαφής επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο, των επί μέρους εργασιών που φέρεται να ανέλαβε ο εναγόμενος με εκάστη από τις δύο συμβάσεις έργου που κατήρτισε με την ενάγουσα εταιρεία, καθόσον ενώ εκτίθεται ότι αμφότερες οι επίδικες συμβάσεις έργου αφορούν σε μία κατασκευή, δηλαδή την κατασκευή περίφραξης του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται η ξενοδοχειακή μονάδα της ενάγουσας, οι εργασίες που τις αφορούν αφενός ταυτίζονται κατά το είδος και την αξία τους κατά μονάδα (στη δεύτερη σύμβαση επαναλαμβάνονται οι εργασίες της πρώτης και συγκεκριμένα, η σκυροδέτηση, η τσιμεντοκονία και η τοποθέτηση πλακιδίων), αφετέρου δε παρατίθενται εργασίες συναφείς προς άλλες κατασκευές (πισίνα) με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να εξακριβωθεί το έργο που αντιστοιχεί σε εκάστη, και από την ελαττωματική κατασκευή του οποίου απέρρευσαν οι ένδικες αξιώσεις.

Περαιτέρω, ενώ κατά τα εκτιθέμενα, με βάση το πρώτο (από 22.4.2014) συμφωνητικό, το έργο ορίστηκε να παραδοθεί από τον εναγόμενο εντός 30 ημερών από την κατάρτιση του συμφωνητικού, δηλαδή στις 22.5.2014, σε άλλο σημείο της αγωγής, με το οποίο ζητείται η με βάση το αυτό ως άνω συμφωνητικό, συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, χρόνος παράδοσης του έργου εκτίθεται αυτός της 1ης Δεκεμβρίου 2014, που συνιστά κατά τα εκτιθέμενα και την αφετηρία της υπερημερίας του εναγομένου εργολάβου έως τις 31.3.2014, χρόνο για τον οποίο ζητείται η επιδίκαση ποινικής ρήτρας, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί από το δικαστήριο, ποίος ο χρόνος παράδοσης του έργου, αν τελικά αυτά ήσαν δύο ή ταυτίζονταν κατά περιεχόμενο, και πότε τελικώς παραδόθηκε αυτό (ή αυτά) και αν ήσαν τελικώς δύο, σε ποία από αυτές, αφορούν οι επικαλούμενες κακοτεχνίες και συγκεκριμένα η εξ αμελείας μη συνένωση της υφισταμένης περίφραξης με την νέα, η οποία (περίφραξη), κατά τα εκτιθέμενα, με αφορμή τις βροχοπτώσεις του Νοεμβρίου 2014 καταστράφηκε ολοσχερώς.

Περαιτέρω και παρόλο που κατά τα εκτιθέμενα, η ενάγουσα εργοδότιδα, εξ αιτίας του ότι κατά τους ισχυρισμούς της, το έργο (ή τα έργα) έφερε ελαττώματα, επέλεξε να ασκήσει το διαζευκτικώς παρεχόμενο σε αυτή εκ του άρθρου 688 του ΑΚ δικαίωμα της διόρθωσης αυτών, εν τούτοις επιδιώκει την καταβολή αποζημίωσης, επικαλούμενη ταυτοχρόνως προς θεμελίωση του αιτήματός της: (α) μη εκπλήρωση της σύμβασης (β) κακοτεχνίες του έργου (γ) υπερημερία στην εκτέλεση του έργου και (δ) καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της, χωρίς όμως ουδόλως να καθίσταται σαφές ποίος ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εν λόγω αξίωσης, δεδομένου ότι κατά νόμον, εκάστη των ανωτέρω παραβιάσεων γεννά διαφορετικά δικαιώματα υπέρ του εργοδότη, τούτο δε, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες ελλείψεις του αγωγικού δικογράφου, ως προς τον αριθμό των έργων, τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσής τους, την ταυτότητα των εργασιών και την παράδοση ή μη των έργων, ώστε να μην δυνατόν να κριθεί, σε ποια εκ των δύο συμβάσεων αφορά η αξίωση αποζημίωσης, αν πράγματι συνέτρεξε υπερημερία του εργολάβου, και η εντεύθεν ενεργοποίηση του όρου για την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, καθώς και η φύση της γενομένης καταγγελίας με τις συνέπειες αυτής. Οι παραπάνω ελλείψεις και αντιφάσεις καθιστούν την αγωγή πλήρως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπώς, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς τα αιτήματα αποζημίωσης και καταβολής ποινικής ρήτρας, δεν έσφαλε, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας της εσφαλμένης κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 183 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ η οποία αναφέρεται στην δικαστική δαπάνη είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010) η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 121/2008, ΑΠ 1515/2007).

Εξ άλλου, τα οριζόμενα στα άρθρα 63 επομ. του ν. 4194/2013 (κώδικα δικηγόρων), όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 118/2011), ώστε δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 405/2022, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 969/2020, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 613/2010).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1 αποδίδει στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 189-191 του ΚΠολΔ και αυτών των άρθρων 58,63,68,69 και 84 του ν. 4194/2013 (κώδικα δικηγόρων) την καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου, τα οποία καθόρισε στο υπερβολικό ποσό των 10.500 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τον προσήκοντα υπολογισμό τους με βάση τις παραπάνω διατάξεις, αυτά ανέρχονται στο μικρότερο ποσό των 7.241 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα οριζόμενα στα παραπάνω άρθρα του κώδικα δικηγόρων όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, χωρίς όμως να απαγορεύεται να ορισθεί σε ποσό ανώτερο, το δε δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει περί τούτου την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των παραβόλων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσής της κατά αμφοτέρων των προσβαλλομένων αποφάσεων και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.5.2022 αίτηση αναίρεσης κατά των : (α) με αριθμό 125/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και (β) με αριθμό 73/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή