Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1301 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1301/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Θ. υιού της Μ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μικροπανδρεμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-01-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 631/2018 μη οριστική και 15836/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2106/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-03-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Α. Ζ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 23.3.2023 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 2106/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου αυτής που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (31.3.2025) και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα από τον αναιρεσίβλητο που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο τελευταίος όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ως αν ήταν αυτός παρών (αρθ.568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την από 23.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση εκδοθείσα, με αριθμό 2106/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.2.2022 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 15.836/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε ως γνήσιο τέκνο του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", σαφώς προκύπτει, ότι το έννομο συμφέρον συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση αυτής (αρθρ.73 ΚΠολΔ). Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, το οποίο μπορεί να είναι και υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, υφίσταται δε, γενικά, όταν πρόκειται για αβεβαιότητα της σχέσης, από την οποία δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του ενάγοντος, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, σε αποτροπή κινδύνου του οποίου τείνει η αιτούμενη αναγνώριση. Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος (όπως και της νομιμοποίησης του διαδίκου) ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (ΟλΑΠ 25/2008), η δε, μη συνδρομή του συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και όχι ως απαράδεκτης (ΑΠ 1295/2023, ΑΠ 1646/2022, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 1805/2012,ΑΠ 1881/2006).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1479 του ΑΚ, κατά την οποία "Η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο", σαφώς συνάγεται ότι η αγωγή της μητέρας ή του τέκνου, έκαστος των οποίων έχει αυτοτελές δικαίωμα για την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας (ΑΠ 1601/2013, ΑΠ 2216/2007) πρέπει να αναφέρει: α) τη γέννηση του τέκνου σε συγκεκριμένη ημερομηνία, χωρίς γάμο και β) τον ισχυρισμό πατρότητας του εναγομένου διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύλληψης δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό (αρθ. 1468 ΑΚ) ο πατέρας είχε σαρκική συνάφεια με την μητέρα, χωρίς στην αγωγή αυτή να χρειάζεται η μητέρα ή το τέκνο να αναφέρει ειδικά ή να αποδεικνύει το έννομο συμφέρον για την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου, αφού αυτό είναι αυτονόητο και η ιδιότητα της μητέρας ή του τέκνου θεωρείται ως επαρκής δικαιολογία για την άσκηση της αγωγής από τον ίδιο τον νομοθέτη (πρβλ. ΑΠ 334/2016).Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με όσα απαιτούνται κατά το νόμο να υπάρχουν για τη θεμελίωση των εννόμων συνεπειών, αυτών δηλαδή, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 248/2024, ΑΠ 1186/2014, ΑΠ 1360/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι ο ενάγων εξέθεσε ότι η μητέρα του διατηρούσε από τον μήνα Ιούλιο 1996 και συνεχώς έκτοτε, ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο και ότι από τις σαρκικές τους σχέσεις του χρονικού διαστήματος μεταξύ της 300ης και 180ης ημέρας πριν από τον τοκετό της μητέρας του, γεννήθηκε ο ίδιος, στις 26.1.1998. Ότι ενόψει του ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον ίδιο ως φυσικό του τέκνο, προβαίνει εμπρόθεσμα, εντός δηλαδή της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 1483 παρ. 2 ΑΚ στην άσκηση της ένδικης αγωγής με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι είναι φυσικό τέκνο του εναγομένου. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ελέγχεται ως πλήρως ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνει τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, όπως αυτά προπαρατέθηκαν, χωρίς να απαιτείτο για το ορισμένο αυτής η ειδικότερη παράθεση στοιχείων που αφορούσαν την προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, προκειμένου να θεμελιωνόταν το έννομο συμφέρον του προς άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον ως αναλυτικά προεκτέθηκε, αυτό είναι αυτονόητο, ως σύμφυτο προς την επικαλούμενη ιδιότητά του ως φυσικού τέκνου του εναγομένου. Ούτε, εξ άλλου, ήταν αναγκαίο να διαλάβει ο ενάγων στην αγωγή του την συναίνεση της μητέρας του για την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον αυτή προβλέπεται ως προϋπόθεση, στη περίπτωση της εκούσιας αναγνώρισης από τον πατέρα, του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο (αρθ. 1475 ΑΚ) και όχι στη περίπτωση της δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας που ασκείται από την μητέρα ή το τέκνο (ΑΠ 334/2016), ως εν προκειμένω. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1479 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, εξ αιτίας νομικής αοριστίας της αγωγής και έλλειψης εννόμου συμφέροντος στη άσκησή της, είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη απόρριψη από την προσβαλλομένη απόφαση, ως απαραδέκτων, των ιδίων ισχυρισμών του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος (περί αοριστίας της αγωγής και έλλειψης εννόμου συμφέροντος στην άσκησή της) εξ αιτίας της προβολής τους με την προσθήκη των προτάσεών του, για τον λόγο ότι αυτοί ήσαν εξ επαγγέλματος ερευνητέοι, προβάλλονται αλυσιτελώς, μετά την απόρριψή τους ως αβασίμων.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 1530/ 2008). Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται: α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1416/2023). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).
Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ' αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,11γ' και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος αντιστοίχως, ότι: (α) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" και δη, τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι αυτός δεν διατηρούσε σαρκικές επαφές με την μητέρα του ενάγοντα, αλλά αντιθέτως, ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης οι σχέσεις τους ήσαν καθαρά συναλλακτικές και επιχειρηματικές προερχόμενες από έγγραφη αναγνώριση χρηματικού χρέους της τελευταίας, το οποίο μάλιστα επιδικάστηκε εις βάρος της με βάση οριστική απόφαση, (β) για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών του είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, πλην δεν ελήφθησαν υπόψη, τη με αριθμό 31880/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που έκανε δεκτή την σχετική αγωγή του, τη με αριθμό 478/2003 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εξ αιτίας της ερημοδικίας της εναγομένης στο πρώτο βαθμό, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και διέταξε αποδείξεις, την από 6.3.2002 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εναγομένης και τη με αριθμό 13351/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που ανέστειλε την εκτέλεση της απόφασης, (γ) η ένδικη αγωγή έπρεπε να είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη διότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης που έφερε, μετά την ειδική και αιτιολογημένη άρνηση του εναγομένου των προϋποθέσεων του νόμου για την αναγνώριση του ενάγοντος ως φυσικού του τέκνου. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ελέγχεται ως απαράδεκτος, μη ιδρυόμενος, καθόσον τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και συνεπώς δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, όπως εξ άλλου απαράδεκτος είναι ο από τον αριθμό 11γ' του ιδίου άρθρου λόγος, καθόσον τα επίμαχα, φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, αφορούν, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δικόγραφο, περιστατικά σχετικά με τη μεταβίβαση προς τον εναγόμενο μετοχών ανώνυμης εταιρείας, που ανήκαν στη μητέρα του ενάγοντος, και τις δίκες που απέρρευσαν από την εν λόγω ενοχική σχέση, ζητήματα όμως, που ουδόλως σχετίζονται και έχουν νόμιμη επιρροή στο αποδεικτικό πόρισμα της επίδικης οικογενειακής φύσης διαφοράς, πολύ περισσότερο αφού τυχόν οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των ανωτέρω προσώπων δεν τελούν σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού με τις αποδειχθείσες σαρκικές τους επαφές. Τέλος, αλυσιτελής είναι και ο λόγος από τον αριθμό 13 του αυτού ως άνω άρθρου, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης θεμελιώθηκε όχι μόνον στις παραδοχές της μη ανατροπής του τεκμηρίου της πατρότητας του άρθρου 1481 ΑΚ, το οποίο προσβάλλει ο αναιρεσείων, αλλά και στις παραδοχές με βάση τους γενικούς κανόνες για την απόδειξη, σε συνδυασμό με τις ειδικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στις διαφορές γονέων και τέκνων και ειδικότερα, την πλήρη θετική απόδειξη της πατρότητας, που εξασφαλίζει η εξέταση DNA, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διάταξη προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, όταν η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που ορίζει η ως άνω διάταξη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, μεταβολή συμπεριφοράς αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, να προκαλείται δε, τόσο έντονη εντύπωση αδικίας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Περαιτέρω, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Επομένως, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα η ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη αντικειμενικών ορίων. Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται για μακρό χρονικό διάστημα, αλλά έλασσον του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016, 10/2012, 16/2006, ΑΠ 172/2019). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ (αρ. 1 αρθ.559 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας τον ανωτέρω κανόνα, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης από τον ενάγοντα του δικαιώματος δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας του ιδίου (εναγομένου- αναιρεσείοντος), για το λόγο ότι η αναγνώριση αυτή θα αναστατώσει βίαια την οικογενειακή, ηθική και οικονομική πραγματικότητα του ιδίου, της συζύγου του με την οποία συμβιώνει αρμονικά για χρονικό διάστημα πέραν των τριάντα ετών και των δύο τέκνων του, και θα διαταράξει απάντων των ανωτέρω την οικογενειακή γαλήνη, πολύ περισσότερο αφού η αγωγή αυτή ασκήθηκε από τον ενάγοντα χωρίς καμία συναισθηματική, υλική, ή ψυχολογική ανάγκη, αλλά με σκοπό την ψυχολογική και ηθική πίεση του ιδίου και των μελών της οικογενείας του. Συναφώς προς τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε κατά το ενδιαφέρον μέρος της (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τις εξής παραδοχές: "... Ο εναγόμενος κατά την αρχική συζήτηση της αγωγής, μετά την οποία εξεδόθη η μη οριστική με αριθμό 631/2018 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλε με δήλωση στο ακροατήριο, της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, επικαλούμενος αφενός την επίδοση της αγωγής μία ημέρα προ της εκπνοής της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας που ισχύει για το τέκνο και αρχίζει από την ενηλικίωσή του και αφετέρου την άσκηση αντιστοίχου αγωγής από την μητέρα του ενάγοντος, προ 20ετίας που καθιστούσε δυσχερή την ανεύρεση των αναγκαίων για την υποστήριξή του αποδεικτικών μέσων λόγω και του θανάτου στο μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Την ένσταση αυτή επανέλαβε και στην επαναληφθείσα μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης συζήτηση της αγωγής, κατόπιν της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, με τις κατατεθείσες προτάσεις του και την προσθήκη αυτών, εμπλουτίζοντάς την και με νέους ισχυρισμούς, αναφέροντας συγκεκριμένα, πέραν των ανωτέρω επιπλέον, ότι η άσκηση και η ενδεχόμενη παραδοχή της αγωγής, θα αναστάτωναν την προσωπική του κατάσταση και θα προκαλούσαν πόνο, θλίψη και αναστάτωση στην οικογένειά του, δεδομένου ότι είναι παντρεμένος από το έτος 1988 και έχει αποκτήσει δύο τέκνα με τη σύζυγό του, γεννηθέντα το 1989 και το 1993. Η ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, υπό το περιεχόμενο που προτάθηκε στην αρχική συζήτηση της αγωγής, παρίσταται μη νόμιμη, καθώς μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή όταν δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες, και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως, διαγραφομένων ορίων (ΑΠ 24/2022), πλην όμως στη προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει, υπό τα επικαλούμενα, η μακροχρόνια αδράνεια, καθώς ο ενάγων άσκησε την αγωγή εντός του διαστήματος του έτους που είχε στη διάθεσή του αφότου ενηλικιώθηκε, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μακρά αδράνεια, ενώ όπως ο εναγόμενος συνομολόγησε με τις προτάσεις του, εντός του έτους υπήρχε σχετική επαφή του με τον ενάγοντα, οι δε λοιπές ως άνω επικαλούμενες περιστάσεις, ήτοι η προηγηθείσα αγωγή της μητέρας του και η πάροδος πολλών ετών από τότε, δεν αφορούν στον ίδιο τον δικαιούχο ενάγοντα, αλλά στη μητέρα αυτού, το σχετικό δικαίωμα όμως της οποίας είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο εν προκειμένω, ένδικο δικαίωμα του ενάγοντος. Η ίδια ένσταση παρίσταται περαιτέρω απαράδεκτη καθό μέρος επιχειρήθηκε θεμελίωσή της στους λοιπούς ως άνω ισχυρισμούς περί δυσμενών συνεπειών στη προσωπική και οικογενειακή ζωή του εναγομένου που προτάθηκαν κατά την επαναληφθείσα συζήτηση της αγωγής, καθώς οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προτάθηκαν προφορικώς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, όπως επιτάσσει επί ποινή απαραδέκτου η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1δ' ΚΠολΔ, αλλά συμπεριλήφθηκαν στις κατατεθείσες κατά τη παραπάνω συζήτηση προτάσεις του εναγομένου και την προσθήκη-αντίκρουση αυτών, τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η ένσταση είχε προφορικώς προταθεί στην αρχική συζήτηση, εφόσον επρόκειτο για νέους προτεινόμενους προς θεμελίωσή της ισχυρισμούς που θα έπρεπε και αυτοί να προταθούν προφορικά κατά την ανωτέρω διάταξη, Σε κάθε δε περίπτωση, και υπό το συγκεκριμένο περιεχόμενό της, η ανωτέρω ένσταση παρίσταται μη νόμιμη, διότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υφίσταται, εκτός από την ειδικότερη περίπτωση και μορφή της αποδυνάμωσής του, όπως αυτή πιο πάνω εκτέθηκε και δεν συντρέχει εν προκειμένω, και στη περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε, της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν όχι κατ'ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή τον οικονομικό η κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (ΑΠ 64/2022), εν προκειμένω όμως, καμία προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος δικαιούχου δεν επικαλέστηκε ο εναγόμενος που να του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του και που να συνετέλεσε στην διαμορφωθείσα στο μεταξύ κατάσταση, παρά μόνον τις εκ της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού επαχθείς για τον ίδιο και την οικογένειά του συνέπειες. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη κατά τις ανωτέρω διακρίσεις σε σχέση με τους προβληθέντες προς θεμελίωσή της κατά την αρχική και την επαναληφθείσα συζήτηση ισχυρισμούς και περαιτέρω έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο ενάγων είναι γνήσιο τέκνο του εναγομένου, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και εκτίμησε το σύνολο των αποδείξεων.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης έφεσης...". 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ αφού, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ώστε οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες παραπάνω στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υφισταμένου ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176,183,191ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.3.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2106/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ