ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1302/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1302/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1302/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1302 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1302/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 01-01-2017, από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. και Σία ΕΕ", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποιούμενη η αναίρεση στους: 1) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ε. χήρα Γ. Μ., κατοίκου ... και 5) Γ. Μ. του Π., κατοίκου ... Οι 2ος, 3ος και 4η με την ιδιότητά τους ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Γ. Μ. του Α., Άπαντες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, την από 15-07-2015 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 03-11-2016 πρόσθετη παρέμβαση των καθ' ους κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 07-04-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, Ι. Π. Κ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 7.4.2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 158/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πράξη ορισμού ως αρχικής δικασίμου της 29ης 1.2024, και μετά του παρά πόδας ακριβούς αντιγράφου της, με αριθμό πρωτοκόλλου ....2024, βεβαίωσης της γραμματέως του Αρείου Πάγου, για την αναβολή της υπόθεσης εκ του οικείου πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (31.3.2025) και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Χρόνη Χρονόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ". Η τελευταία όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, ως αν ήταν αυτή παρούσα (αρθ.568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς και του άρθρου 558 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν, κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, καθόσον χωρίς την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αναίρεσης (αρθ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1875/2023, ΑΠ 1471/2023, ΑΠ 618/2023, ΑΠ 205/2019, ΑΠ 797/2018, ΑΠ 424/2017). Με την από 7.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 158/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η απόφαση αυτή υπήρξε αποτέλεσμα της παρακάτω διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (αρθ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης. Με την από 22.10.2014 ανακοπή της, κατ' άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, η ήδη αναιρεσίβλητη προσέβαλε επί ακυρώσει τις αναφερόμενες στην ανακοπή της, ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ Τρίπολης, μετά των αντιστοίχων ατομικών βεβαιώσεων χρεών, με τις οποίες είχαν βεβαιωθεί εις βάρος της, οφειλές προερχόμενες από μισθώματα που αυτή όφειλε στους συγκυρίους-εκμισθωτές του περιγραφομένου στην ανακοπή μισθίου ακινήτου, την αξίωση της είσπραξης των οποίων αυτοί εξεχώρησαν στο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προς αποφυγή συνυπολογισμού αυτών στο καθαρό εισόδημά τους. Το καθού η ανακοπή (αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο, εκδοχέας των ανωτέρω μισθωμάτων, με την από 15.7.2015 προσεπίκλησή του, προσεπικάλεσε τους εκχωρητές αυτών-εκμισθωτές, να παρέμβουν υπέρ αυτού στη δίκη της ανακοπής και οι τελευταίοι άσκησαν την από 3.11.2016 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Τα παραπάνω δικόγραφα συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η με αριθμό 127/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ανακοπή και ακύρωσε τις πληττόμενες με αυτή ταμειακές βεβαιώσεις. Μετά την άσκηση της από 11.9.2017 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 158/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον δέχθηκε αντίθετα προς την τελευταία, ότι η ένδικη οφειλή της ανακόπτουσας υπήρξε υπαρκτή και νόμιμη και μετά απόρριψη του σχετικού λόγου ανακοπής, προέβη στην έρευνα του μη ερευνηθέντος πρωτοδίκως, δευτέρου λόγου ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα προσέβαλε επί ακυρώσει τις με την ανακοπή πληττόμενες ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ Τρίπολης, εξ αιτίας της ατελούς περιγραφής των απαιτήσεων που αυτές ενσωμάτωναν, έκανε τον λόγο αυτό ανακοπής δεκτό ως βάσιμο και κατ' ουσίαν, και ακύρωσε τις ταμειακές βεβαιώσεις. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό ....2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. Ν., ακριβές αντίγραφο της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον Γεώργιο Γαλανόπουλο, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο (αρθ. 96, 143 ΚΠολΔ) των προσθέτως παρεμβαινόντων. Είναι, επομένως, η ένδικη αίτηση παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως αντ. με την παρ.2 του άρθρου 7 του Ν.4224/2013, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ.5 του ίδιου ως άνω Ν.4224/2013, ορίζει ότι: "Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας(ν.4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β' της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.4174/2013.

Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επόμενη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος...".

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.", "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α)... β)...γ)... δ)...ε)Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες...", ενώ κατά το άρθρο 61 παρ.2 του ίδιου π.δ., "Η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης...". Επίσης, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ως άνω ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε, υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν/Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως. δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ'ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση (Ολ. ΑΠ 5/2019). Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή εκτελεστό τίτλο. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην, μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα 175/2024. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 1960/2022, ΑΠ 821/2021). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του δικογράφου της από 22.10.2014 ένδικης ανακοπής της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη ανακοπή της, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι δυνάμει του από 1.4.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακάλυπτου χώρου, το οποίο συνήφθη μεταξύ αφενός των 1)...... και 9) Μ. συζ. Π. Γ.,-συγκυρίων του μισθίου ακινήτου, κατά ποσοστά 6/72 ο πρώτος, 6/72 ο δεύτερος, 3/72 ο τρίτος, 3/72 η τέταρτη, 3/72 ο πέμπτος, 3/72 η έκτη, 17/72 ο έβδομος, 24/72 ο όγδοος και 7/72 η ένατη, και αφετέρου της Α. συζ. Κ. Σ., οι πρώτοι εξ αυτών εκμίσθωσαν προς την δεύτερη έναν ακάλυπτο χώρο συνολικής επιφάνειας 4.865 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, αρχόμενη την 1η-4-2002 και λήγουσα την 31-3-2008 αντί μηνιαίου μισθώματος 5.241 ευρώ πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου για το πρώτο μισθωτικό έτος, ενώ για τα επόμενα μισθωτικά έτη συμφωνήθηκε το μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται κατά 4% και συγκεκριμένα από 1-4-2003 έως 31-3-2004 5.451 ευρώ, από 1-4-2004 έως 31-3-2005 5.669 ευρώ, από 1-4-2005 έως 31-3-2006 5.896 ευρώ, από 1-4-2006 έως 31-3-2007 6.132 ευρώ και από 1-4-2007 έως 31-3-2008 6.377 ευρώ. Ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τη μισθώτρια Α.Σ. ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Περαιτέρω, ότι δυνάμει του από 1-4-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού παράτασης μισθώσεως ακαλύπτου χώρου, το οποίο συνήφθη μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων μερών, η ως άνω μίσθωση παρετάθη για 9 επιπλέον χρόνια, ήτοι από 1-4-2008 έως 31-3-2017 αντί μηνιαίου μισθώματος 6.632 ευρώ πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου για το πρώτο μισθωτικό έτος της ανωτέρω παράτασης. Ότι για τα επόμενα μισθωτικά έτη της παράτασης συμφωνήθηκε εκ νέου, το μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό 4% επί του καταβαλλομένου. Ότι, τέλος, δυνάμει του από 30-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης μισθώσεως ακαλύπτου χώρου και σύμφωνα με τους περιεχόμενους σε αυτό όρους, το οποίο συνήφθη μεταξύ των ιδίων αφενός συμβαλλομένων-εκμισθωτών-συγκυρίων του μισθίου ακινήτου και αφετέρου της Α. συζ. Κ. Σ., αλλά και της Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ. συμφωνήθηκε να υπεισέλθουν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω μισθώσεως-πέραν της αρχικής μισθώτριας Α. συζ. Κ. Σ. και τα άλλα δύο φυσικά πρόσωπα, ήτοι η Γ. θυγ. Κ. Σ. και ο Ι. Κ. Σ. Συμφωνήθηκε δε το μηνιαίο μίσθωμα μέχρι την 30η Νοεμβρίου 2012 να μειωθεί στο ποσό των 4.729, 73 €, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6%, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 4.900 ευρώ. Ότι κατόπιν αιτήσεως των ως άνω εκμισθωτών εκδόθηκαν εναντίον των Α. συζ. Κ. Σ., Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ. αφενός μεν η με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέτασσε τους ως άνω καθ' ών η αίτηση να αποδώσουν στους εκμισθωτές τον ως άνω εκμισθωμένο χώρο...αφετέρου δε η με αριθμό .../2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέτασσε τους καθ' ών η αίτηση να καταβάλουν συμμέτρως στους αιτούντες το ποσό των 16.823,33 ευρώ, το οποίο αφορούσε μισθώματα μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και 13 ημερών του μηνός Μαΐου 2012, νομιμοτόκως από την επομένη της λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μισθώματος. Ότι οι ως άνω εκμισθωτές προχώρησαν ακολούθως σε εκτέλεση της με αριθμό .../2012 διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου κατά των ως άνω μισθωτών-φυσικών προσώπων- τους οποίους και απέβαλαν από το μίσθιο στις 14.0.2012, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό .../2012 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. Ότι, περαιτέρω, κάποιοι εκμισθωτές, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.7 του Ν.2238/94, προχώρησαν στην εκχώρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο των οφειλομένων σ' αυτούς μισθωμάτων και ειδικότερα: Α. Ο Γ. Μ. του Ν. συνιδιοκτήτης του μισθίου κατά ποσοστό 24/72 προέβη στην από 10.7.2012 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ' Αθηνών, στην οποία αναφέρει ότι δυνάμει του από 30-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είχε εκμισθώσει στους Α. συζ. Κ. Σ., Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ., σημειώνοντας ωστόσο στα στοιχεία του μισθωτή οφειλέτη τα στοιχεία της ανακόπτουσας εταιρείας "Γ. Σ. και Σια ΕΕ" το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς επίσης ότι οι ως άνω μισθωτές δεν του έχουν καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τα μισθώματα της περιόδου από 21.10.2011 έως 31.12.2011 μηνιαίου ποσού 4.729,73 € και συνολικού ποσού 3.704,95 ευρώ, τα οποία και εκχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο, σημειώνοντας μάλιστα, ότι επισυνάπτει στην εν λόγω εκχώρηση τα εξής έγγραφα: (α) το από 30.6.2010 συμφωνητικό μίσθωσης, (β) τη με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις με αριθμούς ....2012, ....2012 και ....2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π. Β. Ο ίδιος ως άνω εκμισθωτής (Γ. Μ. του Ν.) προέβη και στην από 13.11.2013 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ'Αθηνών στην οποία αναφέρει ότι δυνάμει του από 1.4.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είχε εκμισθώσει στην ανακόπτουσα εταιρεία "Γ. Σ. και Σια ΕΕ" το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς επίσης ότι η ως άνω μισθώτρια δεν του έχει καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τα μισθώματα της περιόδου από 1.1.2012 έως 13.5.2012 μηνιαίου ποσού 4.900 ευρώ και συνολικού ποσού 21.723,33 ευρώ, τα οποία και εκχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο, σημειώνοντας μάλιστα, ότι επισυνάπτει στην εν λόγω εκχώρηση τα εξής έγγραφα: (α) τα από 1.4.2002, 1.4.2008 και 30.6.2010 συμφωνητικά μίσθωσης, (β) τη με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις με αριθμούς ....2012, ....2012, ....2012, ....2013, ....2013, ....2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π. Γ. Ο Γ. Μ. του Α. συνιδιοκτήτης του ως άνω μισθίου ακινήτου κατά ποσοστό 23,61 % προέβη στην από 17.7.2012 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ' Αθηνών, στην οποία αναφέρει ότι δυνάμει του από 30.6.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είχε εκμισθώσει στους Α. συζ. Κ. Σ., Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ., σημειώνοντας ωστόσο στα στοιχεία του μισθωτή οφειλέτη τα στοιχεία της ανακόπτουσας εταιρείας "Γ. Σ. και Σια ΕΕ", το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς επίσης ότι οι ως άνω μισθωτές δεν του έχουν καταβάλει, νομίμως και προσηκόντως, τα μισθώματα της περιόδου από 21.10.2011 έως 31.12.2011 μηνιαίου ποσού 4.729,73 € και συνολικού ποσού 2.624,34 ευρώ, τα οποία και εκχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο, σημειώνοντας, επίσης, ότι επισυνάπτει στην εν λόγω εκχώρηση τα εξής έγγραφα: (α) το από 30.6.2010 συμφωνητικό μίσθωσης, (β) τη με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις ....2012, ....2012 και ....2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π. Δ. Ο ίδιος ως άνω εκμισθωτής (Γ. Μ. του Α.) προέβη και στην από 3.9.2013 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. Α'Αθηνών, στην οποία αναφέρει ότι δυνάμει του από 30.6.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είχε εκμισθώσει στους Α. συζ. Κ. Σ., Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ., σημειώνοντας ωστόσο στα στοιχεία του μισθωτή οφειλέτη τα στοιχεία της ανακόπτουσας εταιρείας "Γ. Σ. και Σια ΕΕ" το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς επίσης ότι οι ως άνω μισθωτές δεν του έχουν καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τα μισθώματα της περιόδου από 1.1.2012 έως 13.5.2012 μηνιαίου ποσού 4.729,73 € και συνολικού ποσού 4.947,16 ευρώ, τα οποία και εκχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο, σημειώνοντας, επίσης, επισυνάπτει στην εν λόγω εκχώρηση τα εξής έγγραφα: (α) το από 30.6.2010 συμφωνητικό μίσθωσης, (β) την με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη με αριθμό 424/2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου και (γ) τις με αριθμούς ....2013, ....2013 και ....2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π. Ε. Ο Γ. Μ. του Π., συνιδιοκτήτης του ως άνω μισθίου ακινήτου κατά ποσοστό 6/72 προέβη στην από 27.6.2012 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, στην οποία αναφέρει ότι δυνάμει του από 30.6.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είχε εκμισθώσει στους Α. συζ. Κ. Σ., Γ. θυγ. Κ. Σ. και Ι. Κ. Σ., σημειώνοντας ωστόσο στα στοιχεία του μισθωτή οφειλέτη τα στοιχεία της ανακόπτουσας εταιρείας "Γ. Σ. και Σια ΕΕ", το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς επίσης ότι οι ως άνω μισθωτές δεν της έχουν καταβάλει νομίμως και προσηκόντως τα μισθώματα της περιόδου από 21.10.2011 έως 31.12.2011 μηνιαίου ποσού 4.729,73 € και συνολικού ποσού 926,23 ευρώ, τα οποία και εκχώρησε προς το Ελληνικό Δημόσιο, σημειώνοντας, επίσης, ότι επισυνάπτει στην εν λόγω εκχώρηση τα εξής έγγραφα: (α) το από 30.6.2010 συμφωνητικό μίσθωσης, (β) την με αριθμό .../2002 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις με αριθμούς ....2012, ....2012 και ....2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π. Ότι κατόπιν των ως άνω εκχωρήσεων και επί τη βάσει αυτών η Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως προχώρησε στις κάτωθι ταμειακές βεβαιώσεις οφειλών προς το Δημόσιο κατά της φερομένης ως οφειλέτιδας ανακόπτουσας εταιρίας και συγκεκριμένα: α) στη με αριθμό ....2013 ταμειακή βεβαίωση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ....2013 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, για χρέος της ανακόπτουσας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 6.988,63 ευρώ, κατόπιν της από 13.11.2013 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ'Αθηνών του Γ. Μ. του Ν. για ποσό 21.723,33 ευρώ, η οποία έλαβε αριθμό χρηματικού καταλόγου ΑΧΚ ....2013 β) στη με αριθμό ....2014 ταμειακή βεβαίωση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ....2014 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, για χρέος της ανακόπτουσας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 926,23 ευρώ, κατόπιν της από 26.7.2012 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου του Γ. Μ. του Π. για ποσό 926,23 ευρώ, η οποία έλαβε αριθμό χρηματικού καταλόγου ΑΧΚ ....2014, γ) στη με αριθμό ....2014 ταμειακή βεβαίωση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ....2014 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, για χρέος της ανακόπτουσας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 4.947,15 ευρώ κατόπιν της από 3.9.2013 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. Α'Αθηνών του Γ. Μ. του Α., για ποσό 4.947,15 ευρώ, η οποία έλαβε αριθμό χρηματικού καταλόγου ΑΧΚ ....2014, δ) στη με αριθμό ....2014 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ....2014 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, για χρέος της ανακόπτουσας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 2.624,02 ευρώ, κατόπιν της από 17.7.2012 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ' Αθηνών του Γ. Μ. του Α., για ποσό 2.624,34 ευρώ, η οποία έλαβε αριθμό χρηματικού καταλόγου ΑΧΚ ....2014 και ε) στη με αριθμό ....2014 ταμειακή βεβαίωση, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό ....2014 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, για χρέος της ανακόπτουσας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 3.704,90 ευρώ, κατόπιν της από 10.7.2012 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΕ' Αθηνών, του Γ. Μ. του Ν., για ποσό 3.704,95 ευρώ, η οποία έλαβε αριθμό χρηματικού καταλόγου ΑΧΚ ....2014. Ότι τις παραπάνω ταμειακές βεβαιώσεις και τις βάσει αυτών εκδοθείσες ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της ΔΟΥ Τριπόλεως, ανακόπτει, ισχυριζόμενη με τον πρώτο λόγο ανακοπής της ότι ουδέποτε συνεβλήθη ως μισθώτρια με τους αναφερόμενους εκμισθωτές, ούτε ότι υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση των φυσικών προσώπων μισθωτών με τους εν λόγω εκμισθωτές, με τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις, με τον δε δεύτερο λόγο ανακοπής της ότι οι ανωτέρω προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις και ατομικές ειδοποιήσεις χρεών είναι ακυρωτέες εξ αιτίας της αοριστίας τους, καθόσον πέραν του αναγραφομένου ως οφειλομένου χρηματικού ποσού, ουδόλως διευκρινίζεται η αιτία της οφειλής και αν αυτή αποτελεί κεφάλαιο ή τόκους και ποίο το ποσό εκάστου αυτών, με συνέπεια να υφίσταται αυτή πρόδηλη βλάβη από την αδυναμία της αμυνθεί. Με τη προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Στις προσβαλλόμενες με αριθμούς ....2013, ....2014, ....2014, ....2014 και ....2014 ταμειακές βεβαιώσεις αναγράφονται τα ποσά εκάστης βεβαιωθείσας οφειλής (ήτοι ποσό 6.988,63 ευρώ, ποσό 926,23 ευρώ, ποσό 4.947,15 ευρώ, ποσό 2.624,02 ευρώ, και ποσό 3.704,9 ευρώ αντίστοιχα) πλην όμως δεν αναγράφεται η ημερομηνία και η αιτία της οφειλής, με ειδικότερο προσδιορισμό των κονδυλίων κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους αυτής, αλλά αναφέρεται αόριστα ότι οι βεβαιωθείσες οφειλές αναφέρονται σε "εκχώρηση μισθωμάτων στο Δημόσιο". Η σχετική αοριστία δεν ήρθη από τα λοιπά προσκομιζόμενα έγγραφα, καθόσον στις αντίστοιχες ατομικές ειδοποιήσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Τρίπολης προς την ανακόπτουσα, αναφέρεται ότι αφορούν σε οφειλές από "εκχώρηση" χωρίς να εξειδικεύεται το είδος αυτών και να αναφέρεται η αιτία της οφειλής και το οικονομικό έτος στο οποίο ανάγεται και το χρονικό διάστημα στο οποίο αυτές αφορούν. Επίσης από την εκτίμηση των αυτών ως άνω αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι η ανακόπτουσα υφίσταται βλάβη από την ατελή και αόριστη περιγραφή των ενδίκων απαιτήσεων, η οποία συνίσταται στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής και να προβάλει τους αμυντικούς έναντι αυτής ισχυρισμούς της και δεν μπορεί να αναιρεθεί με άλλο τρόπο, παρά με την κήρυξη της ακυρότητας των προσβαλλομένων ταμειακών βεβαιώσεων και συνακόλουθα των εδραζομένων επ' αυτών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει δεκτού γενομένου του δευτέρου λόγου ανακοπής, να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή και να ακυρωθούν οι με αριθμούς... ταμειακές βεβαιώσεις.". Το αναιρεσείον με το πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλείται ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2, 4 και 75 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε). Ειδικότερα αυτό ισχυρίζεται ότι, περιόρισε αποκλειστικά, την έννοια του νομίμου τίτλου στις ταμειακές βεβαιώσεις και τις αντίστοιχες ατομικές ειδοποιήσεις της Δ.Ο.Υ. Τριπόλεως, στις οποίες και μόνον αναζήτησε, για το ορισμένο του νόμιμου τίτλου, τα προσδιοριστικά της επίδικης οφειλής στοιχεία, αν και με βάση τα αμέσως προηγουμένως εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, τα οποία αποτελούν τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του δικαιώματός της που ασκήθηκε με την ανακοπή, προκύπτει σαφώς, ότι η ανακόπτουσα πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής της, είχε λάβει γνώση όλων των αναγκαίων στοιχείων που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 ΚΕΔΕ, τα οποία προσδιόριζαν την οφειλή της και έπρεπε, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου να κριθούν επαρκή, καθόσον με αυτά η ανακόπτουσα είχε πλήρη γνώση της ακριβούς αιτίας και του ύψους της οφειλής της, και δη κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της (τα οποία, μάλιστα, παρέθεσε στο δικόγραφο της ανακοπής της και προσκόμισε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας), με αποτέλεσμα να μη συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση ακύρωσης των προσβαλλομένων ταμειακών βεβαιώσεων με επίκληση του λόγου αοριστίας τους, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ, σχετικά με το στοιχείο της βλάβης. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως βάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης που προπαρατέθηκε, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει, ότι η ανακόπτουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής της, είχε πλήρη γνώση τόσο για το ακριβές ύψος όλων των οφειλών της που βεβαιώθηκαν δυνάμει των προσβαλλόμενων πράξεων της Δ.Ο.Υ. Τρίπολης, την αιτία των οφειλών της, το οικονομικό έτος στο οποίο ανάγονται και το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο οποίο αυτές αφορούσαν, αφού είχε λάβει γνώση όλων των δηλώσεων εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων, με τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα, ήτοι: (α) το από 30.6.2010 συμφωνητικό μίσθωσης, (β) την με αριθμό .../2012 διαταγή απόδοσης μισθίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (γ) τη με αριθμό .../2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (δ) τις προαναφερθείσες εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γ. Π., καθώς και των οικείων χρηματικών καταλόγων, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, εκάστη των οποίων, όπως και η ίδια αναφέρει, είχε εκδοθεί για κάθε ξεχωριστή δήλωση εκχώρησης των ανείσπρακτων μισθωμάτων από τους εκχωρητές προς το Ελληνικό Δημόσιο, και, άρα, για κάθε ξεχωριστό (εκχωρούμενο) οφειλόμενο ποσό (χωρίς τόκους και προσαυξήσεις), με αποτέλεσμα να είναι δυνατός ο έλεγχος από αυτήν της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής της και να μπορεί να αντιτάξει άμυνα κατά της επισπευδομένης, με τους άνω τίτλους, διοικητικής εκτέλεσης, και έτσι να μη υφίσταται οποιαδήποτε δικονομική βλάβη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, κατέληξε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ότι, δηλαδή, η ανακόπτουσα υφίσταται βλάβη από την ατελή και αόριστη περιγραφή των ενδίκων απαιτήσεων, η οποία συνίσταται στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής και να προβάλει τους αμυντικούς της ισχυρισμούς, και, συνακόλουθα, εξ αυτής της αιτίας, κήρυξε την ακυρότητα των προσβαλλομένων επίδικων ταμειακών βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. Τρίπολης, έσφαλε, περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2, 4 και 75 του ν.δ. 356/1974(Κ.Ε.Δ.Ε), τις οποίες ευθέως παραβίασε. Κατόπιν αυτών, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του συναφούς δεύτερου σκέλους αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 75 ΚΕΔΕ, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών), ως αλυσιτελούς, αφού, τυχόν παραδοχή του θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και καλύπτει με την αναιρετική του εμβέλεια τον επόμενο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης εν μέρει και να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση, εν όψει δε, της δεσμευτικής για το Εφετείο ενέργειας της παρούσας απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο της απόφασης αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης, βάσει της έκτασης της αναίρεσης (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 252/2017, ΑΠ 353/2015, σχετ. ΟλΑΠ 42/2005). Ειδικότερα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 127/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, να κρατηθεί η υπόθεση και, επαναδικαζομένης της ένδικης από 22.10.2014 (αρ.εκθ.κατ. 372/31.10.2014) ανακοπής της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως προς τον δεύτερο λόγο της, να απορριφθεί και αυτός ο λόγος της και συνακόλουθα η (ανακοπή) στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Περαιτέρω, και λόγω του προνομίου της ατέλειας, που απολαμβάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης και δεν έχει κατατεθεί τέτοιο, δεν τίθεται θέμα απόδοσής του. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και αυτών της παρούσας δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ.134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 158/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά τούτο.

Απορρίπτει την από 22.10.2014 (αρ.εκθ.κατ. 372/31.10.2014) ανακοπή στο σύνολό της.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή