Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1304 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Τ. του Α., ..., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μ. Δάβαλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Χ., ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2023 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν.5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973, 2 παρ.1 του Ν.Δ από 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 117 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι το λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, είτε ένας είτε μερικοί ή και όλοι κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς, η όλη δε χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, το τελευταίο των οποίων ορίζει ότι "Μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση" συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ` ονόματι δύο η περισσοτέρων καταθετών σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του σε ποιόν από αυτούς ανήκαν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως, όλων ή μέρους αυτών, από τον έναν των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 204/2023, ΑΠ 1755/2022), αυτός δε καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε, είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως καθενός από τους καταθέτες έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης ή οι καταθέτες, που δεν έκαναν την ανάληψη, έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των εσωτερικής σχέσεως, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, δικαιούνται να λάβουν ποσό χρημάτων, που αντιστοιχεί στα χρήματα που αναλήφθηκαν διαιρούμενα δια του αριθμού των δικαιούχων του λογαριασμού. Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Ειδικότερα, η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, κατ` αντιδιαστολή δε, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής.
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 204/2023, ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1001/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην Κοιλάδα Λάρισας, την 18-2-1996. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τρία (3) τέκνα, ήδη ενήλικα, και συγκεκριμένα, α) την Α. Μ. (γεν. την ...-1996), β) τη Μ. Μ. (γεν. την ...-1998) και γ) το Χ. Μ. (γεν. την ...-2002). Ωστόσο η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά το μήνα Μάρτιο του έτους 2018. Ο ενάγων-εκκαλών(ήδη αναιρεσίβλητος), κατά την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ασκούσε αγροτική δραστηριότητα, ενώ από το 2006 διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής, εισαγωγής και εμπορίας γεωργικών μηχανημάτων στη Μάνδρα Λάρισας. Η εναγόμενη-εφεσίβλητη(ήδη αναιρεσείουσα) από την πλευρά της, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ασχολείτο με την καλλιέργεια βαμβακιού και σιτηρών, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως κομμώτρια, μέχρι δε το έτος 2013 είχε εισοδήματα και από την εκμίσθωση ενός (1) διαμερίσματος, που βρίσκεται στην πόλη της Λάρισας. Οι διάδικοι διατηρούσαν διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς για την κάλυψη τόσο των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων όσο και των οικογενειακών τους αναγκών - δαπανών. Στις 15-11-2012 ο ενάγων-εκκαλών προέβη στο άνοιγμα προθεσμιακής κατάθεσης στην Τράπεζα Πειραιώς, ποσού 300.000,00 ευρώ, τύπου REFERENCE, με αριθμό ..., με ημερομηνία λήξης την 15η-2-2013 και με συνδικαιούχους την εναγόμενη-εφεσίβλητη και τις δύο θυγατέρες των διαδίκων, Α. και Μ. Μ., με πιστούμενο λογαριασμό τον υπ' αριθμ. ... της ανωτέρω τράπεζας, στον οποίο είχε οριστεί δικαιούχος ο ενάγων-εκκαλών και συνδικαιούχοι η εναγόμενη-εφεσίβλητη και τα ως άνω τρία (3) τέκνα των διαδίκων. Επίσης, οι διάδικοι διατηρούσαν, α) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος τον υπ' αριθμ. ... κοινό καταθετικό λογαριασμό, με πρώτο (1°) δικαιούχο τον ενάγοντα-εκκαλούντα και συνδικαιούχους την εναγόμενη-εφεσίβλητη και τα τρία (3) τέκνα των διαδίκων, β) τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, με πρώτη (1η) δικαιούχο την εναγόμενη-εφεσίβλητη και συνδικαιούχους αρχικά τον ενάγοντα-εκκαλούντα και τα τέκνα των διαδίκων Μ. και Α. Μ., από τον οποίο όμως ο ενάγων- εκκαλών διαγράφηκε στις 2-7-2018...και γ) τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, με πρώτη (1η) δικαιούχο την εναγόμενη-εφεσίβλητη και συνδικαιούχο τον ενάγοντα-εκκαλούντα. Μετά τη λήξη της παραπάνω προθεσμιακής κατάθεσης, ήτοι στις 21-5-2013, η εναγόμενη-εφεσίβλητη μετέβη στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και εκδίδοντας δύο (2) τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. ... και ..., ποσού 100.000,00 ευρώ εκάστης, ανέλαβε το συνολικό ποσό των 200.000,00 ευρώ. Τις επιταγές αυτές κατέθεσε, τη μεν πρώτη (1η) στην τράπεζα "Alpha Bank" τη δε δεύτερη (2η) στην τράπεζα "Eurobank", όπως ειδικότερα αποδεικνύεται από τα σχετικά έντυπα πλήρων στοιχείων επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς, που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων-εκκαλών...Ακολούθως, στις 27-2-2014, ο ενάγων- εκκαλών προέβη στο άνοιγμα νέας προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 101.934,66 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 27η-5-2014 και συνδικαιούχους την εναγόμενη-εφεσίβλητη και τα τέκνα των διαδίκων. Με τη λήξη της ανωτέρω προθεσμιακής κατάθεσης στην Τράπεζα Πειραιώς και των ανανεώσεών της, το χρηματικό ποσό των 105.072,79 ευρώ πιστώθηκε στον ως άνω, υπ' αριθμ. ..., κοινό λογαριασμό. Από τον τελευταίο αυτό λογαριασμό η εναγόμενη-εφεσίβλητη ανέλαβε, α) στις 23-7-2015 το συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ...το οποίο όμως μετέφερε αυθημερόν στον έτερο κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην ίδια τράπεζα, υπ' αριθμ. ...... και β) στις 30-9-2015 με τραπεζική επιταγή (υπ' αριθμ. ...) το ποσό των 40.000,00 ευρώ και το κατέθεσε σε λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ειδικότερα αποδεικνύεται από το σχετικό έντυπο πλήρων στοιχείων επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς, που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων-εκκαλών... Τέλος, γ) από τον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος τραπεζικό λογαριασμό, υπ' αριθμ. ..., την 30-8-2017 η εναγόμενη-εφεσίβλητη ανέλαβε με την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή το χρηματικό ποσό των 10.000,00 ευρώ. Το συνολικό χρηματικό ποσό των 300.000,00 ευρώ της αρχικής υπ' αριθμ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, από το οποίο το ποσό των 105.072,79 ευρώ κατατέθηκε στον τηρούμενο στην Τράπεζα Πειραιώς με αριθμό ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων, αλλά και τα κατατιθέμενα χρηματικά ποσά των υπολοίπων ως άνω κοινών λογαριασμών, προέρχονταν από τα εισοδήματα ,αμφοτέρων των διαδίκων τόσο από την ως άνω εμπορική-επαγγελματική τους δραστηριότητα όσο και από τα μισθώματα που η εναγόμενη-εφεσίβλητη εισέπραττε από την εκμίσθωση του διαμερίσματος, όπως προαναφέρθηκε, που βρίσκεται στην πόλη της Λάρισας, στον ισόγειο όροφο της οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού καθαρού 105,36 τ.μ., το οποίο απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα από γονική παροχή του πατρός της Α. Τ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1995 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Λάρισας, Σ. Ζ. Ε. και το οποίο εκμίσθωνε σε τρίτους η ίδια για λογαριασμό της...Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως το γεγονός ότι οι εν λόγω τραπεζικοί λογαριασμοί χρησιμοποιούνταν από αμφοτέρους τους διαδίκους και περιείχαν καταθέσεις χρηματικών ποσών από αμφοτέρους, επιβεβαιώνονται ειδικότερα, α) από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Μ., Μ. Μ., θυγατέρων των διαδίκων και Π. Τ., αδελφής της εναγόμενης-εφεσίβλητης, που προσκομίζει η τελευταία, οι οποίες βεβαίωσαν σχετικά με την επαγγελματική δραστηριότητα της εναγόμενης-εφεσίβλητης, β) από τις φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων των ετών 2014-2019, από τις οποίες ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη-εφεσίβλητη διέθετε περίπου ίσα-αντίστοιχα εισοδήματα με αυτά του ενάγοντος-εκκαλούντος και γ) από τα αποσπάσματα της κίνησης των κοινών λογαριασμών, από τα οποία αποδεικνύεται ειδικότερα ότι οι διάδικοι προέβησαν στο άνοιγμα και τη χρήση τους για την κάλυψη των επαγγελματικών υποχρεώσεων αμφοτέρων, αλλά και των κοινών οικογενειακών τους αναγκών-δαπανών, καθώς και ότι σε πράξεις διαχείρισης, όπως αναλήψεις και μεταφορές χρηματικών ποσών, προέβαιναν αμφότεροι οι διάδικοι, ενώ η εναγόμενη-εφεσίβλητη προέβαινε και σε πληρωμές-εισπράξεις-καταθέσεις και αναλήψεις χρηματικών ποσών σε ευρώ και επιταγών τόσο για τις δικές της επαγγελματικές ανάγκες όσο και για τις ανάγκες της ατομικής εμπορικής επιχείρησης του ενάγοντος- εκκαλούντος. Το τελευταίο στοιχείο εξάλλου συνομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων-εκκαλών με τις προτάσεις του... Από κανένα δε πειστικό αποδεικτικό στοιχείο και δη έγγραφο και μαρτυρία προσώπου τρίτου προς τους διαδίκους δεν αποδείχθηκε ειδικότερα ότι η εναγόμενη-εφεσίβλητη ορίστηκε συνδικαιούχος των εν λόγω λογαριασμών με την ειδική-ρητή εντολή του ενάγοντος-εκκαλούντος να αναλάβει τα χρήματα μόνο σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου. Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε, τη διαχείριση των λογαριασμών αυτών είχαν αμφότεροι οι διάδικοι, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους κάποια ιδιαίτερη συμφωνία που απέκλειε τον έναν εκ των διαδίκων και δη την εναγόμενη- εφεσίβλητη, από τη διαχείριση αυτών και από το δικαίωμα ανάληψης χρηματικών ποσών ή συμφωνία που παρείχε στον ενάγοντα-εκκαλούντα δικαίωμα επί του συνόλου των καταθέσεων ή μεγαλύτερου ποσοστού από αυτό που καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Ωστόσο, ως προς τα συγκεκριμένα ειδικότερα ποσά, που ανέλαβε κατά τα ανωτέρω η ίδια η εναγόμενη-εφεσίβλητη ατομικά από τους επίμαχους λογαριασμούς (100.000,00€ + 100.000,006 + 40.000,006 + 10.000,00), πλην του ποσού των 40.000,00 ευρώ (30.000,006 + 10.000,006) που μετέφερε την 23-7-2015 κατά τα ανωτέρω από τον έναν κοινό λογαριασμό στον έτερο που διατηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς οι διάδικοι και το οποίο αναμίχθηκε με το υπόλοιπο του λογαριασμού και χρησιμοποιήθηκε για διάφορες πληρωμές αμφοτέρων των διαδίκων με τη χρήση του συγκεκριμένου λογαριασμού και μάλιστα και για την αποστολή εμβασμάτων σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό για τις ανάγκες εμπορίας του ενάγοντος-εκκαλούντος [από την επισκόπηση της κίνησης του λογαριασμού αυτού στις εγγραφές της κίνησης μετά την 23-7-2015 δεν προκύπτει ανάληψη ή μεταφορά του ποσού των 40.000,00€ αυτούσιου, αλλά διάφορες πληρωμές μεταξύ των οποίων και εμβασμάτων σε επιχειρήσεις του εξωτερικού για τις ανάγκες του ενάγοντος-εκκαλούντος] από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ειδικότερα ούτε ότι η εναγόμενη-εφεσίβλητη τα ανέλαβε κατόπιν εντολής του ενάγοντος-εκκαλούντος στα πλαίσια κάλυψης-πληρωμής των εμπορικών του υποχρεώσεων ή των οικογενειακών δαπανών-αναγκών των διαδίκων ούτε και ότι τα ανάλωσε για το σκοπό αυτό. Σημειώνεται ότι με το σχετικό υπ' αριθμ. 57 των προτάσεων της εναγόμενης-εφεσίβλητης προσκομίζονται σειρά τραπεζικών αποδείξεων κατάθεσης- μεταφοράς μετρητών ή πληρωμής-είσπραξης επιταγών με χρήση των Επίμαχων κοινών λογαριασμών στην Τράπεζα Πειραιώς (αριθμ. IBΑΝ ..., ... και ...), ενός ατομικού λογαριασμού του ενάγοντος-εκκαλούντος στην ίδια τράπεζα (IBAN ...) (όψεως), καθώς και του ως άνω λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (αριθμ. IBAN ...), στις οποίες προβαίνει η ίδια για λογαριασμό της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος-εκκαλούντος και αφορούν σε πληρωμές προς τρίτους ή εισπράξεις από τρίτους συναλλασσόμενους της ατομικής επιχείρησης του συζύγου της ή και μεταφορές ποσών μεταξύ των λογαριασμών, όμως οι χρόνοι που λαμβάνουν χώρα και τα μερικότερα ποσά αυτών δεν συμπίπτουν με τους ανωτέρω χρόνους της ανάληψης των ως άνω επίδικων ποσών από την ίδια την εναγόμενη-εφεσίβλητη [οι χρόνοι των συναλλαγών αυτών είναι 22-7-2014, 27-11-2014, 20-8-2015, 8-4-2015 (2) 5-8-2015 (2), 7-8-2015, 25-8-2015, 7-9-2015, 24-9-2015, 11-12-2015, 17- 12-2015 (2), 18-12-2015 (2), 23-12-2015, 2-3-2016, 11-3-2016, 5-4-2016, 25-4-2016, 11-10-2016, 12-10-2016, 22-2-2017, 28-3-2017, 12-4-2017 (2), 5-5-2017, 24-5-2017, 19-7-2017 (2), 31-7-2017, 13-9-2017 (3), 18-9-2017, 27-11-2017, 30-11-2017, 2-1-2018 (2), 8-1-2018, 22-1-2018, 11-4-2018, 2-7-2018, 9-7-2018 και 15-9-2018], ώστε βάσιμα να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι και οι επίμαχες αναλήψεις των ως άνω συγκεκριμένων υψηλών ποσών εντάσσονταν στην εξυπηρέτηση-διαχείριση της λειτουργίας της επιχείρησης του ενάγοντος-εκκαλούντος για λογαριασμό του οποίου προέβη στις συγκεκριμένες (επίμαχες) αναλήψεις η εναγόμενη-εφεσίβλητη, όπως η τελευταία αβάσιμα με τις προτάσεις της ισχυρίζεται. Ειδικότερα, η εναγόμενη-εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι, α) το ποσό των 200.000,00 ευρώ (100.000,00€ + 100.000,006) αναλήφθηκε την 21-5-2013 (από την ίδια την εναγόμενη-εφεσίβλητη) προκειμένου να πληρωθούν μηχανήματα (γεωργικά), που ο ενάγων-εκκαλών αγόρασε από το εξωτερικό ...και β) το ποσό των 80.000,00 ευρώ (40.000,00€ την 23-7-2015 + 40.000,00€ την 30-9-2015) αναλήφθηκε από την ίδια την εναγόμενη-εφεσίβλητη, όπως εξάλλου συνομολογεί η ίδια...αλλά, όπως ισχυρίζεται, εν γνώσει του ενάγοντος- εκκαλούντος και αναλώθηκε σταδιακά για την αποπληρωμή επαγγελματικών υποχρεώσεων του τελευταίου, της ίδιας της εναγόμενης- εφεσίβλητης και λοιπών οικογενειακών δαπανών των διαδίκων. Πλην, όμως, α) ως προς το υπό στοιχείο α' συνολικό ποσό (200.000,00), ο ισχυρισμός ότι δαπανήθηκε αυτό για την αγορά μηχανημάτων από το εξωτερικό, πέραν της πρόδηλης αοριστίας του αφού δεν περιγράφονται κατά ποιότητα και ποσότητα τα είδη προς αγορά, δηλαδή σε τι συνίστατο ακριβώς η αγορά για την οποία διατέθηκε το υψηλό αυτό ποσό (200.000,00), είναι αβάσιμος αφού ούτε εξηγείται πειστικά για ποιο λόγο το ποσό αναλήφθηκε σε δύο (2) επιταγές ούτε αποδεικνύεται-επιβεβαιώνεται από έγγραφα η αγορά των μηχανημάτων από το εξωτερικό και δη από έγγραφες παραγγελίες των μηχανημάτων, τιμολόγια αγοράς αυτών, τραπεζικά εμβάσματα ποσών προς τους φερόμενους πωλητές στο εξωτερικό των υποτιθεμένων μηχανημάτων στον ανωτέρω χρόνο (21-5-2013 ή αμέσως μετά), ανάλογα τελωνειακά έγγραφα για την εισαγωγή των μηχανημάτων (γεωργικών), στοιχεία που η εναγόμενη-εφεσίβλητη ως εμπλεκόμενη, όπως ισχυρίζεται, στη διαχείριση των πληρωμών-εισπράξεων και της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος- εκκαλούντος, είχε πρόσβαση και άρα την ευχέρεια να τα ανεύρει και να προσκομίσει προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού. Τούτο ουδόλως αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη- εφεσίβλητη προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού της, σε αμφότερα τα έντυπα "έκδοσης τραπεζικής επιταγής σε ευρώ από λογαριασμό" της Τράπεζας Πειραιώς, δυνάμει των οποίων αναλήφθηκε το συνολικό ποσό των200.000,00 ευρώ από την αρχική προθεσμιακή κατάθεση (εκδόθηκαν 2 επιταγές, με αριθμούς ... και ..., 100.000,00€ εκάστη) αναγράφεται στο κάτω μέρος του εντύπου με την ίδια γραμματοσειρά με τα λοιπά στοιχεία του εντύπου ότι "Η παρουσίαση της επιταγής για είσπραξη από τράπεζα του εξωτερικού θα συνεπάγεται χρέωση του λογαριασμού σας με την εκάστοτε ισχύουσα προμήθεια διακίνησης επιταγών εκτός Ελλάδος", καθόσον τούτο αποτελεί προδιατυπωμένη υπενθύμιση από την τράπεζα επί του εντύπου έκδοσης τραπεζικής επιταγής σε ευρώ από λογαριασμό και δεν συνιστά βεβαίωση ούτε απόδειξη ότι το ποσό μεταφέρθηκε στο εξωτερικό και δη εν προκειμένω για την πληρωμή-εξόφληση αγοράς μηχανημάτων για τις ανάγκες εμπορίας του ενάγοντος-εκκαλούντος. Όμως, από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο και δη, όπως προαναφέρθηκε, έγγραφα (παραγγελίες των μηχανημάτων, τιμολόγια αγοράς τελωνειακά έγγραφα σχετικά με την εισαγωγή) δεν αποδεικνύεται ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα που εκδόθηκαν οι ανωτέρω επιταγές έλαβε χώρα συναλλαγή του ενάγοντος- εκκαλούντος ως εμπόρου με ανάλογες επιχειρήσεις του εξωτερικού για την προμήθεια-αγορά μηχανημάτων και δη γεωργικών λόγω της συγκεκριμένης, από το 2006 και εντεύθεν, εμπορικής του δραστηριότητας. Σε αντίθετη ασφαλή κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η κατάθεση των ενόρκως βεβαιουσών θυγατέρων των διαδίκων και της αδελφής της εναγόμενης-εφεσίβλητης, που αόριστα αναφέρουν πανομοιότυπα ότι το ποσό αυτό των 200.000,00 ευρώ χρησιμοποιήθηκε για την αγορά μηχανημάτων από το εξωτερικό, επιβεβαιώνοντας μεν τη μητέρα τους, χωρίς όμως να εισφέρουν κάποιο ειδικότερο πειστικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι στον ανωτέρω χρόνο πράγματι ο ενάγων-εκκαλών αγόρασε και εισήγαγε από το εξωτερικό μηχανήματα (γεωργικά) για τις ανάγκες της εμπορίας του.
Εξάλλου, οι ίδιες παραδέχονται, καταθέτοντας πανομοιότυπα, προκειμένου βέβαια να υποστηρίξουν τη γνώση του ενάγοντος-εκκαλούντος ως προς την ανάμειξη στη διαχείριση-λειτουργία των λογαριασμών των διαδίκων της εναγόμενης- εφεσίβλητης, ότι για την έκδοση εμβάσματος πληρωμής προς το εξωτερικό απαιτείτο η παρουσία και υπογραφή του ίδιου του ενάγοντος-εκκαλούντος στην τράπεζα, τούτο δε συνομολογεί και η ίδια η εναγόμενη-εφεσίβλητη με τις προτάσεις της...και β) ως προς το ποσό των 40.000,00 ευρώ, που αναλήφθηκε από την εναγόμενη-εφεσίβλητη με επιταγή την 30-9-2015 από τον ίδιο κοινό λογαριασμό...ο ισχυρισμός ότι αναλήφθηκε μεν από την ίδια την εναγόμενη-εφεσίβλητη, αλλά εν γνώσει του ενάγοντος- εκκαλούντος και αναλώθηκε σταδιακά για την αποπληρωμή επαγγελματικών υποχρεώσεων του τελευταίου, της ίδιας της εναγόμενης- εφεσίβλητης και λοιπών οικογενειακών αναγκών-δαπανών των διαδίκων, είναι αβάσιμος, καθόσον η ανάληψη τέτοιου ποσού δεν δικαιολογείται λογικά για το σκοπό που αναφέρεται, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι από την όλη κίνηση τόσο του λογαριασμού επί του οποίου συρόταν η αρχική προθεσμιακή κατάθεση της Τράπεζας Πειραιώς, όσο και του ανωτέρω της Εθνικής Τράπεζας, αποδεικνύεται ειδικότερα ότι οι διάδικοι προέβαιναν συνεχώς σε αναλήψεις, καταθέσεις, πληρωμές και εισπράξεις για όλες τις ανάγκες τους, είτε αυτές ήταν επαγγελματικές είτε προσωπικές, μέσω συνεχών τραπεζικών συναλλαγών μικρότερων ποσών, δηλαδή των αναγκαίων κάθε φορά για το λόγο που απαιτείτο και δεν προέβαιναν σε αναλήψεις μετρητών μεγάλων ποσών προκειμένου σταδιακά να εκτελούν με τον τρόπο αυτό τις συναλλαγές τους, δηλαδή τα μόνα υψηλά ποσά που αναλήφθηκαν με τον προπεριγραφόμενο τρόπο και χρόνους από την εναγόμενη-εφεσίβλητη είναι τα επίδικα (100.000,00€ + 100.000,00€ + 40.000,00€ + 10.000,00) και με τον ίδιο "μηχανισμό", δηλαδή την έκδοση επιταγών στο όνομα της εναγόμενης-εφεσίβλητης, όπως ήδη εκτέθηκε.
Συνεπώς, τα ποσά αυτά δεν αποδεικνύεται ότι αναλήφθηκαν για τον ως άνω σκοπό που αβάσιμα επικαλείται η εναγόμενη-εφεσίβλητη. Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός, α) της χρονικής απόστασης των επίδικων αναλήψεων (2013, 2015, 2017) ούτε β) από το ότι και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η εναγόμενη-εφεσίβλητη μέχρι το τέλος του του έτους 2018 συνέχισε να προβαίνει σε πληρωμές - εισπράξεις τόσο για λογαριασμό της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος-εκκαλούντος όσο και για την εξυπηρέτηση των λοιπών δαπανών-αναγκών των διαδίκων και των μελών της οικογένειας τους μέσω των ίδιων κοινών λογαριασμών ούτε και γ) από το γεγονός της καθυστερημένης αντίδρασης του ενάγοντος- εκκαλούντος ως προς την ανάληψη το έτος 2013 των ποσών (100.000,00€ + 100.000,00€) από την εναγόμενη-εφεσίβλητη, αφού από τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι οι αναλήψεις των ποσών αυτών πράγματι έλαβαν χώρα για τις ανάγκες της εμπορίας του ενάγοντος-εκκαλούντος, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη-εφεσίβλητη ούτε και αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά παραδόθηκαν εις χείρας του ενάγοντος-εκκαλούντος για κάποια άλλη αιτία (π.χ. ως φύλαξη μετρητών ή για άλλο σκοπό), που εξάλλου δεν ισχυρίζεται σχετικά η εναγόμενη-εφεσίβλητη, ούτε όμως και προκύπτει χρήση των ποσών αυτών μέσω των έτερων κοινών λογαριασμών των διαδίκων για διάφορες πληρωμές μέσω αυτών, αφού τούτο θα εμφαίνονταν από τις προσκομιζόμενες κινήσεις των λογαριασμών. Η βούληση-απόφαση εξάλλου της εναγόμενης-εφεσίβλητης να αναλάβει σταδιακά τα ανωτέρω επίδικα ποσά σε ευρώ επιβεβαιώνεται από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Μ., συγγενούς των διαδίκων (2ος εξάδελφος αμφοτέρων, γεννημένος το έτος 1967), γνώστη των μεταξύ τους σχέσεων και διατηρούντος επαφή και καλές σχέσεις με αμφοτέρους, ο οποίος βεβαιώνει μετά λόγου γνώσεως ότι σε επιχειρούμενη από τον ίδιο απόπειρα συμβιβασμού των διαδίκων το έτος 2018, σε συνάντησή του με την εναγόμενη-εφεσίβλητη στη Νεάπολη Λάρισας για το σκοπό αυτό, η τελευταία παραδέχθηκε ότι ανέλαβε τα χρήματα [καταθέτει ο μάρτυρας επί λέξει τα εξής: "Κατά τη διάρκεια της συζήτησης η Θ., μου πέταξε τα βιβλιάρια των καταθέσεων πάνω στο τραπέζι, λέγοντάς μου επί λέξει τα εξής: "Του πήρα όλα τα λεφτά του που είχε μέσα στα βιβλιάρια και δεν θα τον αφήσω να φάει τα λεφτά με άλλες -γυναίκες...""]. Η εναγόμενη-εφεσίβλητη παραδέχεται με τις προτάσεις της ότι η συνάντηση αυτή με τον μάρτυρα έλαβε χώρα, αλλά αρνείται ότι διημείφθη κάτι σχετικό με τα επίδικα χρηματικά ποσά και ισχυρίζεται ότι η συζήτηση μεταξύ τους αφορούσε μόνο την επανασύνδεση των διαδίκων ως συζύγων. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, σε κάθε δε περίπτωση το γεγονός ότι η εναγόμενη- εφεσίβλητη έχει υποβάλει έγκληση σε βάρος του ανωτέρω μάρτυρα και της αδελφής του ενάγοντος-εκκαλούντος (ενόρκως βεβαιούσα Μ. Μ.) για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατά του ενάγοντος-εκκαλούντος συζύγου της για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε αυτές, που έχει ο προσδιοριστεί να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας (δικάσιμος 26-5-2023), δεν μπορεί ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση ούτε εξάλλου και το αστικό Δικαστήριο δεσμεύεται από την κρίση του ποινικού Δικαστηρίου (αθωωτική ή καταδικαστική)...Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην υπό στοιχείο -III- νομική σκέψη, στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθέτηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, το ίδιο, δε, ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων, οπότε στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη... Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ειδικότερα ότι, α) τα τέκνα των διαδίκων, που εμφανίζονται ως συνδικαιούχοι στους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και ο ανωτέρω επί του οποίου συρόταν η επίμαχη προθεσμιακή κατάθεση και τα οποία (τέκνα) εξάλλου κατά το μεγαλύτερο επίδικο χρονικό διάστημα των κινήσεων των λογαριασμών ήταν ανήλικα, δεν συμμετείχαν στην εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων των λογαριασμών γονέων τους ούτε είχαν πραγματικό δικαίωμα, ούτε και ανάλογο μερίδιο επί των χρηματικών ποσών των λογαριασμών με βάση τη διαμορφωθείσα αυτή εσωτερική σχέση και β) οι διάδικοι (ενάγων-εκκαλών και εναγόμενη- εφεσίβλητη) ως προς τους ανωτέρω επίδικους κοινούς λογαριασμούς δεν προέβλεψαν με βάση την εσωτερική τους σχέση συγκεκριμένα μερίδια αυτών ως συνδικαιούχων των κοινών τους λογαριασμών, δεδομένου ότι προέβαιναν σε καταθέσεις και αναλήψεις-μεταφορές χρηματικών ποσών και πληρωμές-εισπράξεις με αυτά αδιάκριτα, εξυπηρετώντας το σύνολο των ανωτέρω αναγκών τους (προσωπικών, επαγγελματικών, οικογενειακών).
Συνεπώς, πρέπει σύμφωνα με τα παραπάνω να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ (αναγωγή μεταξύ δανειστών), σύμφωνα ειδικότερα με την οποία, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση. Επομένως, ο ενάγων-εκκαλών έχει αναγωγικό δικαίωμα επί του ημίσεος του συνολικού επίδικου ποσού που ανέλαβε κατά τα ανωτέρω η εναγόμενη- εφεσίβλητη ως συνδικαιούχος των ως άνω κοινών λογαριασμών, ήτοι εν προκειμένω επί του ημίσεος του ποσού των 250.000,00 ευρώ (100.000,00€+ 100.000,006 + 40.000,00€ + 10.000,00€)". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η κυρία βάση της αγωγής του, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 125.000 ευρώ, δηλαδή το ήμισυ του ποσού, που είχε αναλάβει αυτή από τους κοινούς λογαριασμούς.
Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 493 ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, γιατί δέχθηκε εσφαλμένα ότι τα τρία τέκνα των διαδίκων, που ήταν συνδικαιούχοι των επιδίκων λογαριασμών, από τους οποίους ανέλαβε το ποσό των 250.000 ευρώ η αναιρεσείουσα, δεν είχαν πραγματικό δικαίωμα επί των χρημάτων αυτών, σύμφωνα με την εσωτερική σχέση, που τα συνέδεε με τους διαδίκους γονείς τους και δεν δικαιούνται ανάλογο μερίδιο από τα χρήματα και έτσι εσφαλμένα αντί να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των χρημάτων διαιρεμένο δια του αριθμού των συνδικαιούχων των λογαριασμών, που ήταν πέντε, δηλαδή το ποσό των (250.000 δια 5 ίσον) 50.000 ευρώ, του επιδίκασε το ίδιο ποσό διαιρεμένο δια δύο, δηλαδή 125.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αλλά υπό την επίκληση της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι τα τρία τέκνα των διαδίκων, που ήταν συνδικαιούχοι των επιδίκων λογαριασμών, δεν είχαν πραγματικό δικαίωμα επί των χρημάτων αυτών, σύμφωνα με την εσωτερική σχέση, που τα συνέδεε με τους διαδίκους γονείς τους και δεν δικαιούνται ανάλογο μερίδιο από τα χρήματα, ώστε να μην είναι εφαρμοστέα γι' αυτά η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ.
Περαιτέρω, έτσι που κατά τα ανωτέρω έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο προσδιόρισε την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας στο ήμισυ αντί στο 1/5 των χρημάτων, που ανέλαβε αυτή από τους κοινούς λογαριασμούς, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι στους αναφερόμενους στην απόφαση κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς κατά το ν. 5638/1932, από τους οποίους η αναιρεσείουσα ανέλαβε το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ, συνδικαιούχοι ήταν οι διάδικοι-σύζυγοι και τα τρία τέκνα τους Α. Μ., Μ. Μ. και Χ. Μ. β) Ότι τα τρία τέκνα των διαδίκων, με βάση την εσωτερική σχέση, που τα συνέδεε με τους διαδίκους γονείς τους δεν συμμετείχαν στην εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων των λογαριασμών γονέων τους ούτε είχαν πραγματικό δικαίωμα, ούτε και ανάλογο μερίδιο επί των χρηματικών ποσών των λογαριασμών. γ) Ότι τα χρηματικά ποσά των κοινών λογαριασμών, προέρχονταν από τα εισοδήματα ,αμφοτέρων των διαδίκων, τόσο από την εμπορική-επαγγελματική τους δραστηριότητα, όσο και από τα μισθώματα που η εναγόμενη-εφεσίβλητη εισέπραττε από την εκμίσθωση διαμερίσματος, που βρίσκεται στην πόλη της Λάρισας και ήταν σχεδόν ίσα μεταξύ τους. δ) Ότι τη διαχείριση των λογαριασμών αυτών είχαν αμφότεροι οι διάδικοι, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους κάποια ιδιαίτερη συμφωνία που απέκλειε τον έναν εκ των διαδίκων, ενώ αυτοί δεν προέβλεψαν με βάση την εσωτερική τους σχέση συγκεκριμένα μερίδια αυτών ως συνδικαιούχων των επιδίκων κοινών λογαριασμών.
Εξάλλου ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, μεταξύ της εφαρμογής του άρθρου 493 ΑΚ ως προς τους διαδίκους, που έγινε δεκτή, και του αποκλεισμού των τέκνων των διαδίκων από την εφαρμογή του άρθρου αυτού, γιατί το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι τα τρία τέκνα των διαδίκων, με βάση την εσωτερική σχέση, που τα συνέδεε με τους διαδίκους γονείς τους δεν συμμετείχαν στην εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων των λογαριασμών γονέων τους, ούτε είχαν πραγματικό δικαίωμα, ούτε και ανάλογο μερίδιο επί των χρηματικών ποσών των λογαριασμών και συνεπώς γι' αυτά δεν είναι εφαρμοστέο το άρθρο αυτό, το οποίο συνεπώς ορθά δεν εφάρμοσε το Εφετείο, αντίθετα δε αυτό ήταν εφαρμοστέο και ορθά εφαρμόστηκε για τους διαδίκους γονείς τους, για τους οποίους επίσης κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του έκρινε ότι ήταν δικαιούχοι των χρημάτων των κοινών λογαριασμών, χωρίς να προβλέψουν με βάση την εσωτερική τους σχέση συγκεκριμένα μερίδια. Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος και ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι Ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη το γεγονός ότι από την εσωτερική σχέση των διαδίκων είχαν εξαιρεθεί τα τρία τέκνα τους, χωρίς τούτο να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τα κατονομαζόμενα ρητά στο 6ο και στο 7ο φύλλο της απόφασης αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ομολογίες των διαδίκων και ένορκες βεβαιώσεις), υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας προσβάλλεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι από την εσωτερική σχέση των δικαιούχων των κοινών λογαριασμών είχαν εξαιρεθεί τα τρία τέκνα των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σημειωθεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, γιατί οι διάδικοι δεν είναι πλέον σύζυγοι, αφού ο γάμος τους έχει λυθεί με διαζύγιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 15-12-2023 αίτηση της Θ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 132/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ