Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1306 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1306/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σύμπραξης των κάτωθι νομικών και φυσικών προσώπων(μελετητικών γραφείων): 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΩΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΩΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" και το δ.τ. "ΓΕΩΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ Α.Ε.Μ.ΓΕ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΥΠΟΔΟΜΗΣ" και το δ.τ. "ΤΟΜΗ Α.Ε.Μ.Ε.Υ." που εδρεύει στην Αθήνα και 5) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Χασάπη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "Α. Γ. & συνεργάτες Ε.Μ.Ε."(δ.τ. CNWAY ΣΥΜΒΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΕΜΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Φωτεινής Σάχνικα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 4/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3679/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30/9/2022 (αρ. κατ. 7401/819/30.9.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 3679/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 614 παρ. 5 περ. α' ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 1/3/2022 (αρ. κατ. 17064/995/1.3.2022) έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε κατά της με αριθμό 4/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε εν μέρει δεκτή η από 31/7/2018 (αρ. κατ. 81499/182/3.9.2018) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθεί το ποσό των 78.450 ευρώ ως νόμιμη αμοιβή για εκπονηθείσα μελέτη μηχανικού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 30/9/2022, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 11/7/2022 (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, παρότι γίνεται σχετική επίκληση από την αναιρεσείουσα, περί επιδόσεως από την αναιρεσίβλητη της ως άνω αποφάσεως στις 1-9-2022, δεν προκύπτει επίδοση αντιγράφου αυτής, διότι δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με επισημείωση δικαστικού επιμελητή, ούτε έκθεση επίδοσης αυτής, πρέπει δε η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 στοιχ. Β περ. δ' του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) και ισχύει από 23/1/2017 (και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 22 Ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α 146, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου από 16/9/2024), το οποίο εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 5 ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 30/9/2022 αίτησης αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με αντικείμενο διαφορά μεταξύ των διαδίκων από αμοιβή μηχανικού, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθμ. .../2022 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά από αμοιβές απαλλάσσεται της καταβολής παράβολου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 298/2025, ΑΠ 831/2023).
Ι. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Κατά το άρθρο δε 64 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους. Οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που, κατά το καταστατικό, τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον δε απονεμήθηκε από τον νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους και, κατ' επέκταση, νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ' ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης, ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων, δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2007, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 626/2016).
Περαιτέρω, η ένωση προσώπων που στερείται νομικής προσωπικότητας απαρτίζεται από οποιονδήποτε αριθμό προσώπων, επιδιώκει ορισμένο σκοπό, που μπορεί να είναι και κερδοσκοπικός, εμφανίζεται ως ενότητα και η υπόστασή της είναι ανεξάρτητη από τις μεταβολές των προσώπων-μελών της, απαιτείται δικαιοπρακτική συνένωση των προσώπων, η οποία να κατατείνει στην επιδίωξη κοινών σκοπών, η ένωση πρέπει να συνιστά μια οργανωμένη δραστηριότητα και τα πρόσωπα που την αποτελούν πρέπει να τελούν σε μόνιμο διαρκή σύνδεσμο. Κατά τα παραπάνω η ένωση προσώπων διαφέρει από την εταιρεία, τόσο κατά το μεταβλητό της προσωπικής σύνθεσης, όσο και ως προς τον τρόπο οργάνωσης της ομάδας προσώπων και τη δημιουργία σχέσης σωματειακής υφής, καθώς στην ένωση υπάρχει μια οργανωμένη ενότητα με σωματειακή λειτουργία, χωρίς να υπάρχει νομικός δεσμός ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ στην εταιρία υπάρχει ενοχικός δεσμός ανάμεσα στα μέλη της και κοινωνία κέρδους και ζημίας. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 62 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση ενώσεως προσώπων ή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει, είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται και να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν, ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (ΟλΑΠ 14/2007, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 626/2016).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) και εφαρμόζεται λόγω του κρίσιμου για την υπόθεση χρόνου, "την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης". Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 ΑΚ, αρχίζει από την επομένη της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή της περάτωσης με άλλο τρόπο της δίκης (ΑΠ 198/2021). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολοκλήρωση της άσκησης αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (ΑΠ 144/2025, ΑΠ 530/2024). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, ορίζοντας ότι με την παραίτηση ή απόρριψη της αγωγής η διακοπή λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή. Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Η δε τελεσιδικία της απόφασης αυτής επέρχεται όταν, κατά το άρθρο 321 KΠολΔ, δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά της ως άνω απόφασης, λόγω παρέλευσης της προθεσμίας για την άσκηση των τακτικών αυτών ενδίκων μέσων ή λόγω παραίτησης από αυτά ή λόγω αποδοχής της πρωτοβάθμιας απόφασης, για το δικονομικό δε αυτό ζήτημα δημιουργείται δεδικασμένο κατά το άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β' KΠολΔ. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης, υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 144/2025, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 505/2020, ΑΠ 125/2020).
ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2024, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 18/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 355/2021) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής. Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 326/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία", ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1107/2023, ΑΠ 322/2023, ΑΠ 182/2021).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1951/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020).
IV. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 31/7/2018 αγωγή η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ετερόρρυθμη μελετητική εταιρεία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ένωση προσώπων, ως σύμπραξη μελετητικών γραφείων να της καταβάλει το ποσό των 78.450,53 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, ως νόμιμη αμοιβή για εκπονηθείσες, για λογαριασμό και με εντολή της εναγομένης, μελέτες στατικών των τοίχων αντιστήριξης της επαρχιακής οδού Ζακύνθου-Βολίμων, στο πλαίσιο της δημόσιας σύμβασης μελέτης με τον τίτλο "ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΟΔΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ-ΒΟΛΙΜΩΝ", που η εναγόμενη είχε αναλάβει να εκτελέσει. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, η με αριθμό 56/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, κατ'άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της από 7/5/2012 προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης με την ίδια αγωγική βάση και αίτημα, που είχε απορριφθεί με την υπ'αριθμ. 2676/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως αόριστη. Αφού επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπό κρίση υπόθεση με κλήση της ενάγουσας, μετά την έκδοση της με αριθμό 1309/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, η με αριθμό 4/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η ένσταση παραγραφής της ένδικης απαίτησης, που προέβαλε η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, κατ'αποδοχή της αντένστασης παραγραφής, που καθ'υποφοράν με την αγωγή είχε προβάλλει η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι αυτή ασκείται εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη για μη ουσιαστικό λόγο της από 7/5/2012 προγενέστερης αγωγής της κατά της αυτής εναγομένης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 58.450,53 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης από 7/5/2012 αγωγής. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 1/3/2022 (αρ. κατ. 17064/995/1.3.2022) έφεση, επαναφέροντας με σχετικό λόγο αυτής και την ένσταση παραγραφής, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη με αριθμό 3679/2022 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
V. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, επανέφερε την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επικαλούμενη ότι παρήλθε πενταετία από την ημερομηνία που έγινε απαιτητή η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, στις 8/12/2011 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ με την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι διακόπηκε η παραγραφή της ένδικης αξίωσης από τον χρόνο άσκησης της προγενέστερης χρονικά αγωγής, διότι δεν υπήρχε ταυτότητα προσώπων ανάμεσα στην πρώτη χρονικά από 7/5/2012 αγωγή και την ένδικη από 31/7/2018 αγωγή και ειδικότερα διότι στην πρώτη αγωγή μέλη της εναγόμενης σύμπραξης μελετητικών γραφείων είναι η ΓΕΩΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΕΠΕ, η Θ. Κ., ο Κ. Π., ο Α. Δ. και η ΤΟΜΗ ΑΕΜΕΥ, ενώ στην ένδικη αγωγή μέλη είναι η ΓΕΩΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΕΠΕ, η Θ. Κ., ο Κ. Π., ΤΟΜΗ ΑΕΜΕΥ και ο Α. Μ. Επίσης με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου προβάλλεται η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ, αποδίδοντας στην αναιρεσείουσα ως σύμπραξη μελετητικών γραφείων την ιδιότητα άτυπης εταιρείας, ενώ, τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το εφετείο περιέλαβε αντιφατική αιτιολογία σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αφού αφενός χαρακτηρίζει την εναγομένη ως σύμπραξη μελετητικών γραφείων του ν. 716/1977, που εμπίπτει στην κατά το άρθρο 62 παρ. 2 ΚΠολΔ έννοια των εχόντων ικανότητα δικαίου διαδίκου ως ένωση προσώπων, αλλά στη συνέχεια αντιφατικά την αντιμετωπίζει ως άτυπη εταιρεία με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο, ιδιότητες ανύπαρκτες στη σύμπραξη του ν. 716/1977. Από την επισκόπηση, για την ανάγκη έρευνας του αναιρετικού λόγου, του τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η σχετική ένσταση παραγραφής, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Εξάλλου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας-εναγόμενης... β) περί του ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού, καίτοι η τελευταία επιχείρησε με την υπό κρίση αγωγή της να θεραπεύσει την αοριστία της προγενέστερης από 7/5/2012 και με αριθμό κατάθεσης 99681/23 5/2012 αγωγής της και άρα, σύμφωνα με το άρθρο 263 του ΑΚ, η παραγραφή να λογιστεί διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης αγωγής της, αυτό το αποτέλεσμα δεν επήλθε λόγω της μη ταύτισης των εναγομένων και στις δύο αγωγές, εκ των οποίων ισχυρισμών ... ο δεύτερος (συνιστά) νόμιμη, κατ' άρθρο 250 του ΑΚ, ένσταση. Τούτο δε διότι ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει η εναγόμενη ως αυτοτελής ένωση προσώπων που ανέλαβε την εκπόνηση του ανωτέρω δημοσίου έργου, ενώ ουδέποτε μεταβλήθηκε ο ορισθείς για τους σκοπούς της ανάληψης και εκπόνησης του έργου διαχειριστής της και συνεπώς ο νόμιμος εκπρόσωπός της Νέστωρας Ζύγρας. Αντιθέτως η ίδια η εναγόμενη παρέστη κατά τη συζήτηση της ως άνω από 7/5/2012 αγωγής (στις 22/1/2013) ως σύμπραξη "Γεωαπεικόνιση ΕΠΕ-Κ. Θ.-Κ. Π.-Α. Δ.-Τομή ΑΕΜΕΥ" και ήδη "Γεωαπεικόνιση ΕΠΕ-Κ. Θ.-Κ. Π.-Τομή ΑΕΜΕΥ-Α. Μ.", ήτοι με ένα νέο μελετητικό μέλος στη θέση του Δ. Α., πρόβαλε υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς, άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης το ένδικο μέσο της έφεσης και παραστάθηκε και ενώπιον όλων των δικαστηρίων που έκτοτε επιλήφθηκαν της διαφοράς των διαδίκων. Επομένως, όλες οι προαναφερθείσες αποφάσεις στο πλαίσιο της πρώτης δίκης επί της από 7/5/2012 αγωγής, εκδόθηκαν με διάδικο και φορέα της έννομης σχέσης την εναγόμενη ως σύμπραξη "Γεωαπεικόνιση ΕΠΕ-Κ. Θ.-Κ. Π.-Τομή ΑΕΜΕΥ-Α. Μ.", και άρα επί της ίδιας αξίωσης με την επίδικη και με τους ίδιους διαδίκους". Έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, επανέφερε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν θεωρείται ότι διακόπηκε η παραγραφή αυτής από τον χρόνο άσκησης της προγενέστερης χρονικά από 7/5/2012 αγωγής, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα των εναγομένων ενώσεων προσώπων των δύο αγωγών, λόγω μεταβολής των προσώπων που τις αποτελούν, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 5, 261 και 263 ΑΚ και δεν παραβίασε αυτές ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, που ορθά υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού του ότι υπήρξε ταυτότητα προσώπων ανάμεσα στις εναγόμενες ενώσεις προσώπων των δύο αγωγών και ιδιαίτερα ότι η ένωση προσώπων, εναντίον της οποίας στρεφόταν η πρώτη χρονικά από 7/5/2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ταυτιζόταν με την ένωση προσώπων, εναντίον της οποίας στρέφεται η ένδικη αγωγή, διότι δεν έπαυσε να υπάρχει η εναγόμενη ως αυτοτελής ένωση προσώπων, που είχε αναλάβει την εκπόνηση του δημόσιου έργου, δεν μεταβλήθηκε ο ορισθείς για τους σκοπούς της ανάληψης και εκπόνησης του έργου νόμιμος εκπρόσωπός της, αλλά αντίθετα εξακολουθούσε να επιδιώκει τον ίδιο σκοπό και να εμφανίζεται ως ενότητα, ενώ η υπόστασή της είναι ανεξάρτητη από τις μεταβολές των προσώπων-μελών της. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος. Εξάλλου το δεύτερο και τρίτο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου ερείδονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ένωση προσώπων κρίθηκε ότι αποτελεί άτυπη εταιρεία, ενώ, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, κρίθηκε, κατ' αρχήν ανέλεγκτα, ότι η αναιρεσείουσα ως σύμπραξη μελετητικών γραφείων του ν. 716/1977 εμπίπτει στην κατά το άρθρο 62 παρ. 2 ΚΠολΔ έννοια των εχόντων ικανότητα διαδίκου προσώπων, ως ενώσεως προσώπων που αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη και επιδιώκει κοινό σκοπό, προέχον στοιχείο του οποίου είναι η ανάληψη και εκπόνηση μελετών δημόσιων έργων στα πλαίσια της, κατά τα άνω, κοινής επιχειρηματικής συνεργασίας, χωρίς να είναι σωματείο, ούτε εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, παρίσταται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών της. Επομένως, οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμες και ο λόγος αυτός καθίσταται απορριπτέος στο σύνολό του.
VI. Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης έργου, φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, με βάση την οποία ο μηχανικός έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974 (ΑΠ 1309/2019, ΑΠ 214/2019). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΠΔ 696 της 8/8.10.1974 (ΦΕΚ Α' 301), όπως τα άρθρα 2 και 3 αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 1 και 2 του ΠΔ 515 της 4/5.10.1989 (ΦΕΚ Α' 219) και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν δηλαδή από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελάχιστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α' 32/2.3.2011), προκύπτει ότι η αμοιβή για την εκπόνηση των μελετών των αναφερόμενων στο άρθρο 1 κατηγοριών έργων (συγκοινωνιακών, υδραυλικών, κτιριακών) και εργασιών καθορίζεται κατά τμήματα και κεφάλαια, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους, ήτοι: α) Σε ποσοστό επί τοις εκατό του προϋπολογισμού, β) Κατά μονάδα έργου (πχ. χιλιόμετρο οδού, στρέμμα επιφάνειας κλπ.), γ) Κατ' αποκοπή ή ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησης και, δ) Κατά ειδικό τρόπο, που καθορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του διατάγματος αυτού (άρθρο 2 παρ. 1) και, επίσης, ότι οι αμοιβές για τις μελέτες, που υπολογίζονται με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, προκύπτουν από τον προβλεπόμενο τύπο (άρθρο 2 παρ. 2 και 3). Ο προϋπολογισμός, ο οποίος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ΠΔ 696/1974, λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, όπως εγκρίνεται από τον εργοδότη, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών, που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά τον χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης (ΑΠ 994/2017, ΑΠ 279/2016, ΑΠ 82/2016). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο ανωτέρω προϋπολογισμός αποτελεί οικονομικό μέγεθος, το οποίο διαμορφώνεται με βάση αφενός τα "κονδύλια" του έργου και αφετέρου τις "τιμές μονάδας εργασιών". Ως κονδύλια του έργου νοούνται οι συνεχόμενες προς την εκτέλεσή του αναγκαίες υποδιαιρέσεις αυτού, οι οποίες είτε αποτελούν επί μέρους ζητήματα της μελέτης, είτε συνίστανται σε κατ' ιδίαν εργασίες ή υλικά που διαμορφώνουν το κόστος (ΑΠ 1146/2012). Δηλαδή, ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει την αξία των επιμέρους εργασιών που συνιστούν το έργο, η οποία προκύπτει από τις ποσότητες των εργασιών αυτών, που υπολογίζονται από τον μηχανικό, και τις τιμές των εργασιών αυτών. Η συνολική αυτή δαπάνη του έργου, προϋπολογιζόμενη κατά το (αρχικό) στάδιο εκπόνησης των αναγκαίων μελετών, με βάση τους κανόνες που τίθενται για τον προσδιορισμό της στις ως άνω διατάξεις, αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αμοιβής του μηχανικού. Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η αντίθετη εκδοχή ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης του μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος κατά τα ανωτέρω ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός όσον αφορά το ύψος των επί μέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξίωσης του μηχανικού από αμοιβή του υπολογιζόμενη με βάση τον προϋπολογισμό του έργου για την εκπονηθείσα μελέτη, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν ενέκρινε ή δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού και έτσι να ματαιώσει τη γένεση αξίωσης καταβολής της νόμιμης αμοιβής του μηχανικού. Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στον χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή υπολογισμό της αμοιβής (ΑΠ 994/2017, ΑΠ 279/2016). Στα συγκοινωνιακά έργα, στα οποία πραγματοποιούνται και τα έργα οδών και τα τεχνικά έργα αυτών (άρθρο 1 παρ. 2 βα του ΠΔ 696/1974), η αμοιβή των ιδιωτών μηχανικών για την εκπόνηση των μελετών των εν λόγω έργων καθορίζεται σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των έργων, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο μαθηματικό τύπο (άρθρο 28 επ). Η αμοιβή αυτή, σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (ΑΠ 1309/2019, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 82/2016).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974, ως τεχνικά έργα της οδού νοούνται οι κάθε λογής γέφυρες, οχετοί, πτερυγότοιχοι, τοίχοι αντεπιστροφής, τοίχοι αντιστηρίξεως, στραγγιστήρια, έργα προστασίας πρανών, σήραγγες κλ.π. Για τον καθορισμό της αμοιβής του μελετητή τα πάσης φύσεως τεχνικά έργα της οδού κατατάσσονται, στο άρθρο 30, σε πέντε κατηγορίες. Κατά το άρθρο 31 παρ. 1, ο προϋπολογισμός ΣΑ των έργων της κατηγορίας Α υπολογίζεται αθροιστικώς κατά τμήματα οδού μήκους 3 χλμ., αρχής γενομένης από της συμβατικής αρχής της οδού, του τελευταίου τμήματος θεωρουμένου ως ακεραίου τοιούτου έστω και αν υπολείπεται των 3 χλμ, ενώ κατά το άρθρο 32 η αμοιβή για τις εργασίες του μελετητή τεχνικών έργων οδού ορίζεται βάσει ποσοστών προϋπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 4, κατά τα προεκτεθέντα, με μαθηματικό τύπο, οι συντελεστές του οποίου συναρτώνται και με την κατηγορία κάθε έργου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του ίδιου ΠΔ, η κατανομή της αμοιβής μελέτης τεχνικών έργων οδού γίνεται κατά στάδια, που είναι τα εξής: α) προκαταρκτική επεξεργασία και προγραμματισμός αναγκαιουσών ερευνών, β) προμελέτη και, γ) οριστική μελέτη (ΑΠ 648/2010), πλην, όμως, στην παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι στα τεχνικά έργα κατηγορίας Α, τα στάδια 1 και 2 παραλείπονται. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω διατάξεις, για έργα της κατηγορίας Α του άρθρου 30 παρ. 1α ΠΔ 696/74, στα οποία κατατάσσονται και οι τοίχοι αντιστήριξης, η σχετική μελέτη εκπονείται σε ένα στάδιο (ήτοι σε στάδιο οριστικής μελέτης), o δε προϋπολογισμός τους υπολογίζεται αθροιστικώς κατά τμήματα της οδού μήκους 3 χιλιομέτρων, ενώ η αμοιβή του μελετητή υπολογίζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό επί του προϋπολογισμού των τεχνικών, που εμπεριέχονται σε κάθε τμήμα της οδού μήκους, με συντελεστές κ=0,90 και μ= 17,00. (ΑΠ 1309/2019).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από αυτήν, παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 716/1977 και του άρθρου 3 παρ. 1 του ΠΔ 696/1974, που ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές μελετητή, υπεργολάβου αναδόχου δημόσιας σύμβασης μελέτης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με σχετικό λόγο έφεσης είχε προσβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής της ενάγουσας-εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) για τα τμήματα του έργου, α) στην περιοχή των χιλιομετρικών θέσεων από 12 έως 15 της οδού, όπου ο εγκεκριμένος από το Δημόσιο προϋπολογισμός των τοίχων αντιστήριξης Τ1, Τ2, Τ3, Τ3Α, Τ3Β, Τ4 και Τ5 ανερχόταν σε 1.001.335 ευρώ και όχι σε 2.256.610 ευρώ, στο οποίο ποσό εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι ανερχόταν ο προϋπολογισμός της ένδικης μελέτης, β) στην περιοχή των χιλιομετρικών θέσεων από 15 έως 18 της οδού, όπου ο εγκεκριμένος από το Δημόσιο προϋπολογισμός των τοίχων αντιστήριξης Τ6, Τ7, Τ8, Τ9, Τ10, Τ10Α, Τ11, Τ12, Τ13, Τ14 και Τ15 ανερχόταν σε 1.082.436 ευρώ και όχι σε 2.026.850 ευρώ, στο οποίο ποσό εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ανερχόταν ο προϋπολογισμός της ένδικης μελέτης και, γ) στην περιοχή των χιλιομετρικών θέσεων από 18 έως 21 της οδού, όπου ο εγκεκριμένος από το Δημόσιο προϋπολογισμός των τοίχων αντιστήριξης Τ16 και Τ17 ανερχόταν σε 109.371 ευρώ και όχι σε 183.345 ευρώ, στο οποίο ποσό εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ανερχόταν ο προϋπολογισμός της ένδικης μελέτης, δεχόμενο ότι η νόμιμη αμοιβή της αναιρεσίβλητης ανέρχεται στα πιο πάνω, μεγαλύτερα του εγκεκριμένου από το Δημόσιο προϋπολογισμού, ποσά και ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό της κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του νόμου και με ανεπαρκή αιτιολογία, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν δύναται να υπάρχουν για το ίδιο έργο δύο διαφορετικοί, εγκεκριμένοι, προϋπολογισμοί. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όπως αυτός εκτίθεται στο σχετικό τμήμα του αναιρετηρίου, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε η αναιρεσιβαλλόμενη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων που επικαλείται στο αναιρετήριο και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά περί του ύψους του ένδικου προϋπολογισμού της εκπονηθείσας μελέτης, ο οποίος, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, αποτελεί οικονομικό μέγεθος, το οποίο διαμορφώνεται κατόπιν μαθηματικού υπολογισμού, με βάση αφενός την αξία των επιμέρους εργασιών που συνιστούν το έργο, η οποία προκύπτει από τις ποσότητες των εργασιών αυτών, που υπολογίζονται από τον μηχανικό, και τις τιμές των εργασιών αυτών, ως προς τα οποία δεν γίνεται αναφορά στον σχετικό αναιρετικό λόγο. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι επίσης αόριστος, διότι δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί του ύψους του ένδικου προϋπολογισμού, αλλά παρατίθεται αποσπασματικά και μόνον το τμήμα αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε ο αρνητικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ενώ επίσης δεν παρατίθενται οι ανεπάρκειες, που προσάπτονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, για να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της νόμιμης αμοιβής της αναιρεσίβλητης, ώστε να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν τα περιστατικά αυτά είναι επαρκή. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ως άνω αναιρετικός λόγος αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξή της σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα.
Επομένως, εφόσον δεν αποδίδεται με αυτόν πλημμέλεια με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες, εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, δεν παραθέτει στο σύνολό τους, αλλά μόνο αποσπασματικά και κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προτάθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή (ΟλΑΠ 294/1981), δηλαδή, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (ΑΠ 473/2022), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών στο Εφετείο, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ (και ήδη μόνο του άρθρου 527 ΚΠολΔ). Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 376/2018, ΑΠ 724/2011, ΑΠ 389/2010). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000 ΑΠ 71/2023), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 2001/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994), ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1595/2024, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 1087/2014). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 1183/2015). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 473/2022).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, συνισταμένης στο ότι ενώ, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η ενάγουσα ιστορούσε ότι εκπόνησε εμπροθέσμως την, ανατεθείσα σε αυτή από την εναγομένη, πλήρη και οριστική μελέτη στατικών των τοίχων αντιστήριξης, θεμελιώνοντας την αξίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό υποστήριξε ότι κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, στις 30/11/2011 μικρό τμήμα της μελέτης δεν ήταν δυνατόν να παραδοθεί και ότι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο η ενάγουσα ήταν σε θέση να παραδώσει το 80% των ξυλοτύπων και οπλισμών των τοίχων αντιστήριξης και απέμενε η ολοκλήρωση των λοιπών σχεδίων και των τευχών, τα οποία ήταν παραδοτέα μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2011, μεταβάλλοντας έτσι απαραδέκτως την ανωτέρω ιστορική βάση της αγωγής της και περαιτέρω ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, που περιέχεται στην ανεπίτρεπτη, κατά το αναιρετήριο, μεταβολή της βάσης της αγωγής και απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο κατ'ουσίαν την αξίωση της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση, για την ανάγκη έρευνας του αναιρετικού λόγου, του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ζητούσε να της επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό ως νόμιμη αμοιβή για την εκπόνηση οριστικής μελέτης τεχνικών έργων της επαρχιακής οδού ..., την οποία της ανέθεσε η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, με συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης αρχικώς τον Ιούνιο 2011 και, κατόπιν συμφωνηθεισών παρατάσεων, στις 30/11/2011, η οποία ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις και έγινε πραγματική προσφορά για παράδοσή της στην αναιρεσείουσα, πλην όμως δεν παραδόθηκε, λόγω της άρνησης της τελευταίας να καταβάλει ταυτοχρόνως τη συμφωνηθείσα νόμιμη αμοιβή.
Περαιτέρω, από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα το δικόγραφο των προτάσεων της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να διαπιστωθεί από τον Άρειο Πάγο αν πράγματι έλαβε χώρα η επικαλούμενη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν προέκυψε η επικαλούμενη μεταβολή της βάσης της αγωγής, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έκρινε παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και την ερεύνησε περαιτέρω.
Εξάλλου, ερευνωμένου του ίδιου αναιρετικού λόγου ως προς την επικληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής, από την επισκόπηση του τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά ως προς τον συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης και την πραγματική προσφορά του έργου τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη.. συμφώνησε με την ενάγουσα να εκπονήσει η τελευταία την εν λόγω μελέτη, έναντι αμοιβής καθοριζομένης με βάση το Π.Δ. 696/1974... Ως προθεσμία ολοκλήρωσης του τρίτου σταδίου, το οποίο περιείχε την επίδικη οριστική μελέτη τεχνικών οδού, ορίστηκε με διαδοχικές παρατάσεις η 30.11.2011... Κατά τον ανωτέρω χρόνο, ήτοι κατά τη λήξη της προθεσμίας αποπεράτωσης του τρίτου σταδίου του έργου, αποδεικνύεται ότι η επίδικη μελέτη των τοίχων αντιστήριξης είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, τμήματα της οποίας άλλωστε ήδη παραδίδονταν, προκειμένου να εκπονούνται και τα λοιπά τμήματα της μελέτης (οδοποιίας, υδραυλικών κλπ.), ενώ τα διάδικα μέρη βρίσκονταν ακόμη σε επικοινωνία και ανταλλαγή νέων συμπληρωματικών στοιχείων, τα οποία η ενάγουσα έπρεπε να επεξεργαστεί και να αποτυπώσει στη μελέτη (βλ. τα από 16.11.2011, 21.11.2011 και 28.11.2011 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ε. Γ. προς τη συνεργάτρια της ενάγουσας Δ. Δ.). Ωστόσο τότε, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν και η συνεργασία τους διακόπηκε. Ειδικότερα, η εναγόμενη, δια του ανωτέρω εκπροσώπου της Ν. Ζ., απέστειλε στον εκπρόσωπο της ενάγουσας, Α. Γ., την από 5.12.2011εξώδικη πρόσκληση, δήλωση και διαμαρτυρία, επιδοθείσα αυθημερόν στην ενάγουσα, με την οποία αφού επικαλέστηκε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για εκπόνηση της μελέτης των τοίχων αντιστήριξης και για καταβολή αμοιβής μετά την έγκριση του έργου και την είσπραξη των σχετικών πιστοποιημένων ποσών, διαμαρτυρήθηκε για τη μη εμπρόθεσμη παράδοση έως τις 30.11.2011 του πλήρους φακέλου της μελέτης των τοίχων αντιστήριξης και της έταξε προθεσμία προς τούτο μέχρι τις 8.12.2011, οπότε και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η μεταξύ τους σύμβαση θα θεωρείτο καταγγελθείσα και η εναγόμενη θα τροποποιούσε την πρόταση της στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων για υποκατάσταση από άλλο μελετητή, επιφυλασσόμενη για την αποκατάσταση τυχόν ζημίας της. Ακολούθησε η από 6.12.2011 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία- πρόσκληση- όχληση της ενάγουσας, επιδοθείσα στην εναγόμενη στις 7.12.2011, με την οποία, αφού εξέφρασε την αντίθεση της στα ισχυριζόμενα από την αντίδικο της περί του τρόπου καταβολής της αμοιβής της και τη δυσαρέσκεια της για τον τρόπο χειρισμού του ζητήματος της υποκατάστασης, της δήλωσε ότι θα της παρέδιδε αμέσως τα σχέδια των ξυλοτύπων όλων των τεχνικών και τα σχέδια οπλισμών που ήταν ήδη έτοιμα κατά ποσοστό 80% του συνόλου των τεχνικών και στις επόμενες ημέρες το υπόλοιπο τμήμα της στατικής μελέτης, αφού ολοκληρωνόταν η επεξεργασία των νέων στοιχείων που η εναγόμενη της έθεσε στις 28.11.2011, με την προϋπόθεση ταυτόχρονης καταβολής της αμοιβής που αντιστοιχεί σε αυτά τα σχέδια, ποσού 40.000 ευρώ, ή παράδοσης ισόποσης τραπεζικής επιταγής εξάμηνης λήξης. Η εναγόμενη αρνήθηκε να καταβάλει την αμοιβή στην ενάγουσα και η τελευταία δεν της παρέδωσε την εκπονηθείσα μελέτη (βλ. την από 8.12.2011 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-πρόσκληση- όχληση της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγόμενη), οπότε και η εναγόμενη απέστειλε την από 9.12.2011 εξώδικη πρόσκληση, δήλωση και διαμαρτυρία προς τον Δ. Α., επιδοθείσα σε αυτόν στις 12.12.2011, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος ανέθεσε την εκπόνηση της επίδικης μελέτης στην ενάγουσα και ως εκ τούτου ευθύνεται για την μη εμπρόθεσμη παράδοσή της, έθεσε δε και σε εκείνον προθεσμία δύο ημερών από την επίδοση του ανωτέρω εξωδίκου... Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, ξεκίνησε να εκπονεί την επίδικη μελέτη των στατικών στις αρχές του έτους 2011 κατόπιν ανάθεσης από την εναγόμενη... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι έκτοτε η ενάγουσα εκπονούσε προσηκόντως το ανατεθέν έργο σε διαρκή επικοινωνία με την εναγόμενη, κατόπιν αποστολής των κρίσιμων τεχνικών στοιχείων, σε συνάρτηση με τις λοιπές μελέτες του τρίτου σταδίου (οδοποιία, ύδρευση, κτηματολόγιο κ.α.) που εκπονούνταν ταυτόχρονα και με βάση τις όποιες τροποποιήσεις λάμβαναν χώρα ανά πάσα στιγμή στη χάραξη της οδού, ενώ προέβαινε και σε τμηματική παράδοση της μελέτης, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η παράδοση του όλου δημοσίου έργου λάμβανε χώρα ανά τμήματα και του ότι η εναγόμενη εκπονούσε ταυτόχρονα και τις λοιπές μελέτες, η οποιαδήποτε δε αλλαγή σε κάποιο τμήμα επηρέαζε και τα υπόλοιπα. Ωστόσο, οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν όταν κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής του έργου, η εναγόμενη ζήτησε την άμεση παράδοση της μελέτης, χωρίς όμως να προτίθεται κατά το χρονικό εκείνο σημείο να καταβάλει αμοιβή στην ενάγουσα, ενώ η ενάγουσα αξίωσε την ταυτόχρονη καταβολή μέρους της αμοιβής της, εκτιμώντας ότι τούτο έπρεπε να πράξει για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της, δεδομένου ότι δεν είχε τακτοποιηθεί το ζήτημα της υποκατάστασης του Δ. Α. Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο, η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει σχεδόν όλη την μελέτη, επέκειτο δε η πλήρης εκπόνηση της το αργότερο μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2011, όπως και πράγματι συνέβη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη της προωθούσε νέα τεχνικά στοιχεία προς επεξεργασία ακόμη και στις 28.11.2011... Επιπρόσθετα, η ίδια η εναγόμενη είχε τάξει προθεσμία παράδοσης μέχρι τις 8.12.2011 με το από 5.12.2011 ως άνω εξώδικο της... Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκπρόθεσμη παράδοση του έργου ή για παράδοση ημιτελούς έργου, η δε ενάγουσα είχε δικαίωμα να ζητήσει την αμοιβή της εφόσον εκτέλεσε το έργο και οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον προέβη σε πραγματική προσφορά αυτού προς την εναγόμενη και η τελευταία λάμβανε γνώση του περιεχομένου του τμηματικά". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση ερευνώντας τους αγωγικούς ισχυρισμούς κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο είναι ανέλεγκτο αναιρετικά, ότι ο συμφωνηθείς, κατόπιν των προεκτεθεισών παρατάσεων, χρόνος παράδοσης του έργου ήταν η 8/12/2011 και ότι κατά τον χρόνο αυτό η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ήταν σε θέση να παραδώσει το έργο, το οποίο προσέφερε πραγματικά στην αναθέτουσα αναιρεσείουσα. Επομένως, δεν προέκυψε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της αγωγικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, αλλά δεχόμενη κατ'ουσίαν την προεκτεθείσα βάση της αγωγής, απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, χωρίς να υποπέσει στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος αναιρετικός λόγος ως αβάσιμος. Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθμ. .../2022 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 30/9/2022 (αρ. κατ. 7401/819/30.9.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3679/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ