ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1307/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1307/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1307/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1307 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1307/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3) Η. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 5)Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6)Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7) Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 8)Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 9)Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 10)Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 11)Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12)Θ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 13)Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 14) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ...,17) Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 18) Χ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 19) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 20) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 21) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 22) Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 23) Η. Φ. του Κ., κατοίκου ..., και 24) Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν όλοι δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ερνέστου Τσακαλία και Μαρίας Γεωργιτσοπούλου, οι οποίοι ανακάλεσαν την ανωτέρω δήλωση παράστασής τους και παραστάθηκαν διορίζοντας για όλους τους αναιρεσείοντες και τον παραστάντα δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Σταμέλου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2014 αγωγή και με τις από 20-10-2014 και 19-3-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1613/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24/7/2020 (αρ. κατ. 5206/632/27.7.2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η από 9/3/2018 (αρ. κατ. 24294/1673/12.3.2018) έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) και η από 18/4/2018 (αρ. κατ. 38479/2684/20.4.2018) έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1613/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πιο πάνω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την από 20/2/2014 (αρ. κατ. 25119/624/24.2.2014) αγωγή και τις από 20/10/2014 (αρ. κατ. 119117/4063/23.10.2014) και από 19/3/2015 (αρ. κατ. 44448/1491/20.4.2015) συμπληρωματικές αγωγές των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), πρώην εργαζομένων, με την ειδικότητα των ιπτάμενων χειριστών, της εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ" και μεταφερθέντων, κατά τις διατάξεις του ν. 3717/2008, στην Υ.Π.Α. με την ειδικότητα των χειριστών αεροσκαφών και μετέπειτα τεθέντων σε διαθεσιμότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 ν. 4172/2013, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των παροχών του άρθρου 34 παρ. 3 περ. δ' του ν. 2682/1999 και του άρθρου 34α παρ. 1 περ. α', γγ'του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006 (επιδόματα Eurocontrol), δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως προς τη βάση της αναγνώρισης ακυρότητας της θέσης των εναγόντων σε διαθεσιμότητα και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως αποδοχές υπερημερίας, με τον νόμιμο τόκο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ενώπιον του οποίου μεταβιβάσθηκε με την άνω έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η ανωτέρω αξίωσή τους για την παροχή επιδόματος Eurocontrol, κατά το κρίσιμο για την παρούσα δίκη μέρος της, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά το μέρος της αυτό προσβάλλεται με την κρινόμενη αναίρεση η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 27/7/2020, ήτοι πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας δύο ετών από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 8/11/2019 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Περαιτέρω, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, ενώ προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, δηλαδή όταν το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον σχετικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 16 αυτού (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 1244/2022), αλλά με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 1299/2021). Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος, ή ήταν αλυσιτελής, ή που προβλήθηκε απαραδέκτως και, συνεπώς, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ2/1989, ΑΠ 440/2024).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με τον νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός, με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας. Ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση, από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας, όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα (ΑΠ 1118/2024, ΑΠ 622/2022). Το δεδικασμένο δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΑΠ 622/2022, ΑΠ 558/2020). Δεδικασμένο αποτελεί και ενδεχομένη άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 622/2022, ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1156/2017).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό τους περί ύπαρξης δεδικασμένου από την υπ'αριθμ. 1806/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής των 1ου, 3ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 10ου, 11ης, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 16ου, 19ου, 20ου, 21ου και 22ου των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) για το ίδιο δικαίωμα για προγενέστερο του επίδικου χρονικό διάστημα. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες έρευνας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι με τις από 8/4/2019 νομίμως κατατεθειμένες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις των εναγόντων-εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) προβλήθηκε ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου, που απέρρεε από την νομίμως προσκομισθείσα υπ'αριθμ. 1806/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι, αφού εξαφανίσθηκε με αυτήν η υπ'αριθμ. 412/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας στη συνέχεια επί της από 27/12/2013 αγωγής των προαναφερόμενων εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά για παροχές του άρθρου 34 και 34Α του ν. 2682/1999, τις οποίες έκρινε ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε σ'αυτούς για το χρονικό διάστημα από 4/4/2011 μέχρι 22/11/2013 (πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα), κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της μισθολογικής ισότητας. Επίσης, από την επισκόπηση των δικογράφων της από 20/2/2014 ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, αλλά και των από 20/10/2014 και 19/3/2015 ένδικων συμπληρωματικών αγωγών τους, προκύπτει ότι με αυτές οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), επικαλούμενοι ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα συνιστούσε sui generis καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, που ήταν, για τους λόγους που ανέφεραν, άκυρη, ζητούσαν να τους επιδικασθούν τα αιτούμενα ποσά ως αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα της διαθεσιμότητας, αλλά και μετά τη λήξη της, στις οποίες (αποδοχές) συμπεριελάμβαναν τα αιτούμενα με τις αγωγές τους ποσά για παροχές των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 (επιδόματα Eurocontrol), που ισχυρίζονταν ότι συνιστούν μισθολογική προσαύξηση, για το διάστημα από τον Δεκέμβριο 2013 έως 31/5/2015. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στις ένδικες αγωγές, κύρια και συμπληρωματικές, η σχετική αξίωση βασίζεται ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 και όχι στο άρθρο 4 του Συντάγματος και την αρχή της μισθολογικής ισότητας, ενώ με την επικαλούμενη υπ'αριθμ. 1806/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου που απορρέει από αυτή, κρίθηκαν ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμες οι αξιώσεις των 1ου, 3ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 10ου, 11ης, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 16ου, 19ου, 20ου, 21ου και 22ου των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου λόγω παραβίασης της μισθολογικής ισότητας και αντίθεσης των διατάξεων, με τις οποίες εξαιρέθηκαν οι ενάγοντες από τη χορήγηση των παροχών των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, με τα άρθρα 4 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, χωρίς να υπάρχει λόγος γενικότερου ή δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας και ο σχετικός ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση ως προς τους πιο πάνω ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ως μη νόμιμος, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη υπόψη δε του ισχυρισμού αυτού από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 2682/1999 (ΦΕΚ Α 16/8.2.1999), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ Α' 94/9.5.2001), για τον εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη και λειτουργία του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας, συστάθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός λογαριασμός, στον οποίο αποδίδονται μηνιαία από τα αποδιδόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την ασφάλεια των πτήσεων [EUROCONTROL] ποσά, ως τέλη διαδρομής και τέλη τερματικής περιοχής εννέα (9) ευρώ, ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής και δη α) δύο (2) από τα παραπάνω ευρώ χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την κάλυψη της δαπάνης που απαιτείται για την κάλυψη του πτυχίου ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας για λόγους υγείας, θανάτου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων ή αντικειμενικής αδυναμίας άσκησης καθηκόντων (παρ. 1) και, β) τα υπόλοιπα επτά (7) ευρώ αποδίδονται στον συνιστώμενο ως άνω ειδικό λογαριασμό και χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δαπανών αποζημίωσης του προσωπικού της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), που συμβάλλει στην τιμή μονάδας και στη θέση κόστους των ως άνω τελών υπό αυστηρούς όρους εκμετάλλευσης του νέου συστήματος Radar, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος της εναέριας κυκλοφορίας και της μείωσης των καθυστερήσεων στην Ελλάδα και στο FIR Αθηνών, καθώς και με δαπάνες για την περαιτέρω ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό του συστήματος, των υπηρεσιών, της οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού της Εναέριας Κυκλοφορίας, αλλά και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων της ΥΠΑ για την έγκαιρη ανάπτυξη και θέση σε λειτουργία του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα στα Σπάτα (παρ. 2). Επίσης με την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 34 του ν. 2682/1999 ορίζεται ότι οι δαπάνες αποζημίωσης του προσωπικού (της ΥΠΑ) καθορίζονται και καταβάλλονται μηνιαία ως κίνητρο βελτίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών, μείωσης των καθυστερήσεων, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος και της εναέριας κίνησης ως εξής: α) για τον κλάδο των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας ΠΕ2-ΤΕ2 δύναται να καταβληθεί έως ποσοστό 44% εκ των ως άνω μηνιαίων αποδόσεων. Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων του κλάδου σε ίσα μερίσματα, επαυξημένα για τους ελεγκτές της ειδικότητας Radar κατά 20%, στους ελεγκτές ειδικότητας Αεροδρομίου, Προσέγγισης και Περιοχής με πραγματική άσκηση της ειδικότητάς τους.. , β) για τον κλάδο Ηλεκτρονικών Συστημάτων Εναέριας Κυκλοφορίας, καθώς και τους χειριστές αεροσκαφών ΕΣΙΔ της υπηρεσίας δύναται να καταβληθεί έως ποσοστό 17% εκ των ως άνω αποδόσεων. Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων σε ίσα μερίσματα, γ) για τον κλάδο των Τηλεπικοινωνιακών ΠΕ3-ΤΕ3, δύναται να καταβληθεί έως ποσοστό 6% εκ των ως άνω αποδόσεων. Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων του κλάδου με πραγματική απασχόληση σε θέσεις εργασίας.. κεντρικού συστήματος... αμιγώς αεροναυτικών επικοινωνιών και δ) για τους λοιπούς κλάδους δύναται να καταβληθεί ποσοστό έως 23%. Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων των κλάδων αυτών... (παρ. 4). Περαιτέρω ορίζεται ότι οι διαδικασίες για τη διαχείριση, καθώς και κάθε συναφής λεπτομέρεια του εν λόγω λογαριασμού, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών (παρ. 5), ενώ τυχόν υπόλοιπα της μηνιαίας ως άνω καθοριζόμενης διαχείρισης επιστρέφουν στον λογαριασμό Τελών Διαδρομής ως Δημόσια Έσοδα (παρ. 6, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 76 περ. γ'του ν. 4427/2016, ΦΕΚ Α' 188). Τέλος, η διαχείριση του ανωτέρω λογαριασμού γίνεται από την ΥΠΑ για τους ανωτέρω σκοπούς, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου, εκταμιεύσεις δε από το λογαριασμό αυτό πραγματοποιούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Οικονομικών (παρ. 7). Εξάλλου, με το άρθρο 73 του Ν. 3431/2006 (ΦΕΚ Α' 13/3.2.2006) μετά το ως άνω άρθρο 34 του Ν. 2682/1999 προστέθηκε το άρθρο 34α, κατά το οποίο στο λογαριασμό που είχε συσταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 2682/1999, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, αποδίδεται μηνιαία από τον Οργανισμό EUROCONTROL επί πλέον ποσό ως τέλος διαδρομής που ανέρχεται σε δέκα ευρώ ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής. Το ποσό αυτό χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση δαπανών της ΥΠΑ, που συμβάλλουν στην τιμή μονάδος και στη βάση κόστους των τελών διαδρομής ως ακολούθως: α) δύο (2) ευρώ καταβάλλονται μηνιαίως στο προσωπικό της ΥΠΑ ως επίδομα ετοιμότητας και διαθεσιμότητας, ως κίνητρο για τη διατήρηση της υψηλής αποδοτικότητας και του μεγίστου βαθμού ασφαλείας των παρεχομένων υπηρεσιών αεροναυτιλίας και καθορίζονται ως εξής: αα) για τον κλάδο Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας ΠΕ2-ΤΕ2 επιτρέπεται να καταβληθεί ποσοστό έως 27% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων, ββ) για τον κλάδο Ηλεκτρονικών Μηχανικών Συστημάτων Εναέριας Κυκλοφορίας ΠΕ4-ΤΕ4 επιτρέπεται να καταβληθεί ποσοστό έως 16% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων, γγ) για τους λοιπούς κλάδους συμπεριλαμβανομένου και του κλάδου χειριστών αεροσκαφών ΕΣΙΔ επιτρέπεται να καταβληθεί ποσοστό έως 57% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων, β) οκτώ (8) ευρώ μηνιαίως διατίθενται για την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας και αποδοτικότητας των αντίστοιχων συστημάτων και των παρεχόμενων υπηρεσιών αεροναυτιλίας της ΥΠΑ (παρ. 1). Το ποσοστό που καταβάλλεται σε κάθε μία από τις κατηγορίες προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου προκύπτει από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων των κλάδων (παρ. 2). Η διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης και κάθε σχετική λεπτομέρεια χρήσης των ανωτέρω μονάδων καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3), ενώ τα παραπάνω ποσά της παραγράφου 1 καταβάλλονται δύο φορές τον χρόνο από το ποσό που επιστρέφεται στο Ελληνικό Δημόσιο από την εταιρία "AELOS SA". Σε εκτέλεση των ανωτέρω άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 εκδόθηκαν οι ΚΥΑ με αριθμό 2/44611/Α0024/1999 (ΦΕΚ Β' 1336/1999) και Δ11/Α/18488/7838/2006 (ΦΕΚ Β' 645/2006).

Περαιτέρω, με τον ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α' 239/26.11.2008) παρασχέθηκε στο προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", εκτός των άλλων, και η δυνατότητα μεταφοράς του αναλόγως σε κενές ή προσωποπαγείς θέσεις του δημοσίου τομέα ως προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που τεθεί η εν λόγω εταιρία σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων και τήρηση της διαδικασίας που περιγράφεται στον ίδιο νόμο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3783/2009 (ΦΕΚ Α' 136/7.8.2009), ορίσθηκαν σχετικά με τη μεταφορά του προσωπικού της άνω εταιρίας τα εξής: "Η μεταφορά γίνεται εντός τετραμήνου από την αίτηση σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει ο μεταφερόμενος. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερόμενου. Η προσωποπαγής θέση καταργείται με την καθ'οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση αυτού που την κατέχει. Οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου Χειριστή την 1η Ιανουαρίου 2009 έχουν δικαίωμα μεταφοράς στην Υ.Π.Α. σε προσωποπαγείς θέσεις της ειδικότητας του "Χειριστή Αεροσκαφών" που συνιστώνται στην Υπηρεσία αυτή, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα μεταφοράς στην ΥΠΑ. Οι με τον τρόπο αυτό μεταφερόμενοι στην ΥΠΑ Ιπτάμενοι Χειριστές τίθενται στη διάθεση του Διοικητή της ΥΠΑ, ο οποίος τους αναθέτει καθήκοντα και εργασίες κατά τις ανάγκες της Υπηρεσίας, οι οποίες προσιδιάζουν προς τα επαγγελματικά, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των μεταφερομένων και των λοιπών απασχολούμενων στην ΥΠΑ με την ειδικότητα αυτή. Οι αποδοχές των με τον παραπάνω τρόπο μεταφερομένων στην ΥΠΑ Ιπτάμενων Χειριστών, καθώς και η προβλεπόμενη ασφάλεια ζωής και πτυχίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών και δεν μπορεί να είναι κατώτερες για κάθε μεταφερόμενο ατομικά του ενενήντα τοις εκατό (90%) των τακτικών μηνιαίων αποδοχών της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3717/2008, όπως αυτές ισχύουν και εξελίσσονται σε κλιμάκια, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα κατά την 1η Οκτωβρίου 2008 συλλογική σύμβαση εργασίας Ολυμπιακών Αερογραμμών - ΕΧΠΑ. Στους ανωτέρω δεν καταβάλλονται οι παροχές της παραγράφου 3 του άρθρου 34 του ν. 2682/1999 (ΦΕΚ 16Α) και του άρθρου 73 του ν. 3431/2006 (ΦΕΚ 13Α)". Επίσης, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 3913/2011 (ΦΕΚ Α 18/17.2.2011) ορίστηκε ότι: "Το προσωπικό της ΥΠΑ που προήλθε ή θα προέλθει από τις εταιρείες "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε.", σε εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 3717/2008 και που έχει την ειδικότητα του Ιπτάμενου Χειριστή,... εφόσον διαπιστώνεται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, που λαμβάνεται με βάση τις υπηρεσιακές ανάγκες, ότι πλεονάζει, μετατάσσεται ή μεταφέρεται, χωρίς αίτησή του, σε φορείς ή υπηρεσίες του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 και στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1232/1982 (ΦΕΚ 22 Α'), όπως ερμηνεύτηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α'), σε κενές οργανικές θέσεις ή σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, συναφείς με την ειδικότητα ή το πτυχίο που κατέχει, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η μετάταξη ή μεταφορά γίνεται εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και του αρμόδιου Υπουργού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του ν. 3717/2008 (ΦΕΚ 239 Α`).... Η διάθεση του πλεονάζοντος προσωπικού γίνεται από την Επιτροπή που συστάθηκε με την παράγραφο 6 της οικ. 47094/393/27.8.2009 (ΦΕΚ 1829 Β') κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδόθηκε με βάση την παρ. 12 του άρθρου 7 του ν. 3717/2008". Η ανωτέρω παράγραφος 1 του άρθρου 26 του άνω νόμου καταργήθηκε από της ισχύος της με το άρθρο 144 του ν. 4070/2012, με το οποίο ορίστηκε συγκεκριμένα ότι: "1. Η παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3913/2011 καταργείται, αφότου ίσχυσε. 2. Μετατάξεις ή μεταφορές προσωπικού που είχαν ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, διατηρούνται σε ισχύ. 3. Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, το προσωπικό του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του καταργούμενου άρθρου 26 του ν. 3913/2011 δύναται με αίτηση του η οποία δεν είναι δεσμευτική για την υπηρεσία, να τοποθετείται σε οργανικές μονάδες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες ή να μεταφέρεται στην Αρχή Συντονισμού Πτήσεων ή στην Επιτροπή Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων. 4. Η τοποθέτηση του ανωτέρω προσωπικού σε οργανικές μονάδες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, καθώς και η μεταφορά του στην Αρχή Συντονισμού Πτήσεων ή στην Επιτροπή Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων θα πραγματοποιείται μετά από ένταξη του σε υφιστάμενους κλάδους των ως άνω Υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τα τυπικά τους προσόντα, όπως ορίζονται στο Π.Δ. 50/2001, σε κενές οργανικές θέσεις ή σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Με την παράγραφο δε 2 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 26 του ν. 3913/2011, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 67 παρ. 2 του ν. 4427/2016 που ίσχυε κατά το επίδικο διάστημα, αλλά και κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 1613/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και που εφαρμοζόταν κατ'άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), ορίστηκε ότι: "Στους κατ` εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 3717/2008 (ΦΕΚ 239 Α'), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3783/2009 (ΦΕΚ 136 Α'), μεταφερόμενους στην ΥΠΑ ιπτάμενους χειριστές δεν καταβάλλονται οι παροχές της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 2682/1999 (ΦΕΚ 16 Α') και του άρθρου 73 του ν. 3431/2006 (ΦΕΚ 13 Α')". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3913/2011 στο άρθρο 26, οι ανωτέρω ρυθμίσεις καθίστανται αναγκαίες, δεδομένου ότι στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που προβλέπουν τη δημιουργία ισάριθμων με τις σχετικές αιτήσεις προσωποπαγών θέσεων, μεταφέρεται πλεονάζων αριθμός προσωπικού των παραπάνω ειδικοτήτων χειριστών και μηχανικών αεροσκαφών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, τη στιγμή που οι υπηρεσιακές ανάγκες, καθώς και οι υφιστάμενες κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, δεν επιτρέπουν την απορρόφηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ιπτάμενων χειριστών και μηχανικών. Στο μεταξύ στο άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 προστέθηκε με το ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010) παράγραφος 22, με την οποία ορίστηκε ότι: "όσοι από 1/1/2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό, καταργείται.... Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των ΝΠΙΔ που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από ΟΤΑ και ΟΚΑ. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1/1/2011". Με βάση την ανωτέρω διάταξη καθορίστηκαν και οι αποδοχές του μεταφερόμενου κατά τα ανωτέρω προσωπικού ιπταμένων χειριστών (ως χειριστών αεροσκαφών) στην ΥΠΑ, οι οποίοι πλέον θα ελάμβαναν τις αποδοχές που προβλέπονται για τους αντίστοιχους υπαλλήλους της ΥΠΑ, χωρίς όμως να τους καταβάλλονται οι παροχές των άρθρων 34 παρ. 3 και 34α του ν. 2682/1999, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006, σύμφωνα με τη ρητή εξαίρεση του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 3737/2008, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3783/2009, εξαίρεση η οποία δεν καταργήθηκε με την ανωτέρω διάταξη (της παραγράφου 22 του τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το ν. 3899/2010), και ρητώς επαναλήφθηκε και στη μεταγενέστερη διάταξη του άνω άρθρου 26 παρ. 2 (τελευταίο εδάφιο) του ν. 3913/2011, ισχύουσα κατά τον προκείμενο κρίσιμο χρόνο. Οι αποδοχές των χειριστών αεροσκαφών της ΥΠΑ, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, μετά το ν. 3899/2010 ισχύουν και για το μεταφερόμενο προσωπικό με την αυτή ειδικότητα από άλλη υπηρεσία του Δημοσίου, μέχρι την 1/11/2011 καθορίζονταν βάσει της υπ'αριθ. 2/65093/0022/9.12.2002 (ΦΕΚ Β'/19.2.2002) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών. Την 1/11/2011, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 4024/2011 "συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο βαθμολόγιο, μισθολόγιο κλπ", καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα που ελάμβαναν οι χειριστές αεροσκαφών έως 31/10/2011, πλην οικογενειακού επιδόματος και επιδόματος παραμεθορίων περιοχών, και κατά τα άρθρα 28 και 29 του νόμου αυτού ο βασικός τους μισθός καθορίσθηκε με βάση την εκπαιδευτική τους βαθμίδα και την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία τους κατά τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Σε περίπτωση δε που οι νέες από 1/11/2011 τακτικές αποδοχές προέκυπταν μειωμένες κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 25% επί των αποδοχών που ελάμβαναν έως την 31/10/2011 η συνολική μείωση θα κατανέμετο κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 περ. α και β (δηλαδή 25% στις αποδοχές της 31/10/2011 και το επί πλέον ποσό σε χρονικό διάστημα δύο ετών, που αρχίζει ένα έτος μετά την 1/11/2011). Όμως με το εδάφιο 2 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012 ανεστάλη η εφαρμογή της παρ. 2 περ. β' του ως άνω άρθρου 29 μέχρι 31/12/2016. Τέλος, με το άρθρο 32 παρ. 4 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ 14 Α/2.2.2012) προβλέπεται ότι δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Δεύτερου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 οι υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου που κατέχουν θέση ιπτάμενων χειριστών αεροσκαφών και ελικοπτέρων στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε Ν.Π.Δ.Δ., αλλά οι αποδοχές τους θα καθοριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία θα ισχύει αναδρομικά από 1/11/2011.

Συνεπώς, οι αποδοχές των χειριστών αεροσκαφών της ΥΠΑ εξακολουθούν να ορίζονται βάσει του ν. 4024/2011 χωρίς, όμως, επιπλέον μειώσεις πέραν του αρχικού 25% επί των τακτικών αποδοχών που ελάμβαναν μέχρι 31/10/2011, μέχρι τελικού καθορισμού τους με την αναμενόμενη ΚΥΑ που προβλέπεται από το άρθρο 32 παρ. 4 του ν. 4038/2012, ενώ στους μεταφερόμενους στην ΥΠΑ χειριστές αεροσκαφών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθετική εξαίρεση του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 3717/2008, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3783/2009 και στη συνέχεια με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 26 ν. 3913/2011, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δεν καταβάλλονται οι παροχές των άρθρων 34 παρ. 3 και 34α του ν. 2682/1999, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006 (πρβλ ΑΠ 613/2025). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Με τον δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 και 4 του Συντάγματος, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2δ' του ν. 2682/1999, την οποία δεν έπρεπε να εφαρμόσει, διότι εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος τους. Από την κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με τον λόγο έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων, ήδη αναιρεσειόντων, ότι τα αιτήματα εκάστου αυτών για επιδίκαση των παροχών των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 (επιδόματα Eurocontrol) ορθώς απερρίφθησαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμα, διότι οι ιπτάμενοι χειριστές, που μεταφέρθηκαν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας δυνάμει των διατάξεων του ν. 3717/2008, δεν δικαιούνται τις παροχές των διατάξεων των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, αφού εξαιρούνται ρητά από τη χορήγησή τους δυνάμει των άρθρων 7 παρ. 5 του ν. 3717/2008 και 26 παρ. 2 του ν. 3913/2011. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των εναγόντων ως αβάσιμο, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη με αριθμό 1613/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει επίσης ως μη νόμιμη την αξίωση της επιδίκασης, κατ'εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, των αιτούμενων ποσών ως επιδόματα Eurocontrol των άρθρων 34 παρ. 3 και 34α του ν. 2682/1999, των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), μεταφερθέντων από την "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 3 περ. δ' και 34α παρ. 1 περ.α', γγ' του ν. 2682/1999, προστιθεμένου του τελευταίου με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006, και των άρθρων 7 παρ. 5 του ν. 3717/2008 και 26 παρ. 2 του ν. 3913/2011, όπως εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και δεν τις παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω επικαλούμενων με τις ένδικες αγωγές πραγματικών περιστατικών, που ορθά υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ενώ επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, που δεν αποτελούσαν, όπως προεκτέθηκε και στην υπό στοιχείο Ι σκέψη, βάση των ένδικων αγωγών των αναιρεσειόντων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικά προβαλλόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 4048/2012 (ΦΕΚ Α'34/23.2.2012), υπό τον τίτλο "Αρχές της καλής νομοθέτησης", όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του ως άνω νόμου με το άρθρο 119 περ.1 του Ν. 4622/2019, ορίζονται τα εξής: "1. Η ποιότητα των ρυθμίσεων διασφαλίζεται με την τήρηση των αρχών καλής νομοθέτησης, όπως είναι ιδίως: α. Η αναγκαιότητα. β. Η αναλογικότητα (καταλληλότητα, εύλογη σχέση μέσου και σκοπού με υιοθέτηση του λιγότερο επαχθούς μέτρου). γ. Η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου των ρυθμίσεων. δ. Η αποφυγή αποκλινουσών από την κατά περίπτωση γενική πολιτική ή αντιφατικών ρυθμίσεων. ε. Η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα με συνεκτίμηση τόσο των θεμελιούντων τη ρύθμιση των οικονομικών και άλλων στοιχείων, όσο και των συνεπειών της ρύθμισης, στ. Η διαφάνεια. ζ. Η επικουρικότητα και λογοδοσία με τον προσδιορισμό των αρμόδιων οργάνων εφαρμογής των ρυθμίσεων. η. Η ασφάλεια δικαίου. θ. Η προσβασιμότητα στις ρυθμίσεις και με ηλεκτρονικά μέσα. ι. Η δυνατότητα υποβολής προτάσεων σχετικών με τις ρυθμίσεις κατά το στάδιο της κατάρτισης και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους (ανοιχτή διαδικασία), ια. Η ισότητα των φύλων, ιβ. Η δημοκρατική νομιμοποίηση. 2. Οι αρχές της καλής νομοθέτησης εφαρμόζονται: α. κατά την κατάρτιση και αξιολόγηση νόμων και κανονιστικών πράξεων, β. κατά την απλούστευση, με την τροποποίηση ή κατάργηση διατάξεων, την αναμόρφωση και την κωδικοποίηση, καθώς και κατά την ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου, γ. κατά την κατάρτιση προτάσεων νόμου". Με το άρθρο 14 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Οργανωτικές μονάδες της καλής νομοθέτησης είναι το Γραφείο Καλής Νομοθέτησης, όπως μετονομάζεται το Γραφείο Υποστήριξης της Καλής Νομοθέτησης, που έχει συσταθεί και λειτουργεί στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, και τα Γραφεία Νομοθετικής Πρωτοβουλίας των Υπουργείων, τα οποία συνιστώνται με το νόμο αυτόν και υπάγονται απευθείας στον οικείο Υπουργό". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Βουλή και στην Κυβέρνηση. Τέλος, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο έλεγχος από τα δικαστήρια της συνταγματικότητας των νόμων αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο των νόμων και όχι τη διαδικασία ψήφισής τους, που αφορά τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής, που δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια (πρβλ. ΟλΣτΕ 655/2016). Από τις ως άνω διατάξεις επίσης συνάγεται ότι η αρχή της καλής νομοθέτησης είχε ανατεθεί στις οριζόμενες από το άρθρο 14 του ν. 4048/2012 οργανωτικές μονάδες (Γραφείο Καλής Νομοθέτησης της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γραφεία Νομοθετικής Πρωτοβουλίας των Υπουργείων) στο πλαίσιο της κατάρτισης νομοσχεδίων, καθώς και στη Βουλή, στην οποία υπάγεται κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της η νομοθετική λειτουργία και, ως εκ τούτου, η τήρηση της ως άνω αρχής δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, ελέγχουν μόνο τη συνταγματικότητα ή την αντισυνταγματικότητα του περιεχομένου των νόμων.

Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας δικαίου (που προβλέπεται ως ένα από τα στοιχεία της καλής νομοθέτησης στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4048/2012 και ήδη στο άρθρο 58 παρ. 1 του ν. 5622/2019), η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων διοικητικών καταστάσεων [ΣτΕ Ολομ. 1738/2017, 691/2019, ΣτΕ 644/2022). Οι αρχές, όμως, της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις για το μέλλον, ακόμα και για το παρελθόν, εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν (ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 1464/2021, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 2429/2018). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η διάταξη της παρ. 2 εδ. δ' του άρθρου 26 ν. 3913/2011, που τους εξαιρεί από τη χορήγηση των ένδικων παροχών του άρθρου 34 και 34Α του ν. 2682/1999, εισάγοντας αντισυνταγματική μεταχείρισή τους, διότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4048/2012, που ορίζει τις αρχές της καλής νομοθέτησης. Ο πιο πάνω ισχυρισμός, που συνιστά αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι κατά τη νομοθέτηση της διάταξης της παρ. 2 εδ. δ' του άρθρου 26 ν. 3913/2011 παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 4048/2012, που ορίζει τις αρχές της καλής νομοθέτησης, πλην όμως, και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νόμιμη σκέψη που προηγήθηκε η διάταξη αυτή (που ορίζει τις αρχές καλής νομοθέτησης) απευθύνεται προς τις οριζόμενες από το άρθρο 14 του ν. 4048/2012 οργανωτικές μονάδες της Κυβέρνησης, αλλά και προς τη Βουλή, κατά την άσκηση του νομοθετικού της έργου, η δε τυχόν παραβίαση της ως άνω αρχής κατά τη διαδικασία νομοθέτησης δεν ελέγχεται από τα Δικαστήρια, τα οποία έχουν μόνο την αρμοδιότητα του ελέγχου της συνταγματικότητας του ουσιαστικού περιεχομένου των νόμων.

Περαιτέρω, ελέγχεται μεν από τα Δικαστήρια αν με την ψήφιση των νόμων παραβιάσθηκε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, παραβίαση, όμως, που οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στην ένδικη υπόθεση ότι έγινε με την ως άνω νομοθέτηση της διάταξης της παρ. 2 εδ. δ' του άρθρου 26 ν. 3913/2011. Σε κάθε περίπτωση, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αλυσιτέλειάς του, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε προς κρίση στα Δικαστήρια ουσίας με τις προαναφερθείσες αγωγές των αναιρεσειόντων, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) του περιεχομένου τους, με αυτές δεν ζήτησαν την αναγνώριση ότι με τη διάταξη της παρ. 2 εδ. δ' του άρθρου 26 ν. 3913/2011 (που τους εξαιρεί από τη χορήγηση των ένδικων παροχών του άρθρου 34 και 34Α του ν. 2682/1999), εισάγεται αντισυνταγματική μεταχείρισή τους, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 4048/2012, που ορίζει τις αρχές της καλής νομοθέτησης (πρβλ. ΑΠ 870/2024).

ΙV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ολ ΑΠ 14/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1043/2024, ΑΠ 452/2023, ΑΠ 631/2022, ΑΠ 497/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1043/2024, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 970/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν διαλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα περί της ένδικης αξίωσής τους, παρότι παραθέτει τις διατάξεις των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, ενώ με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προβάλλουν πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι δεν ελήφθη υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η υπ'αριθμ. 92/30.11.2015 ένορκη βεβαίωση, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεών τους, την οποία επανέφεραν παραδεκτά ως νέο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του Εφετείου. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αξίωση των αναιρεσειόντων από τα άρθρα 34 και 34Α του ν. 2682/1999 και δεν προέβη σε κατ'ουσίαν έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών τους, ώστε δεν στοιχειοθετούνται από την ως άνω απόρριψη οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 11γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ομοίως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι έκτος και έβδομος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστο το αίτημά τους για επίδειξη εγγράφων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και από τα οποία αποδεικνυόταν η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσής τους, αλλά και παραβίαση από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, λόγω της υποβολής αιτήματος για επίδειξη εγγράφων, αντιστράφηκε το βάρος απόδειξης και το αναιρεσίβλητο έφερε πλέον το βάρος να αποδείξει την ουσιαστική αβασιμότητα της αξίωσής τους, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ως προς την ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων για επιδίκαση ως αποδοχών υπερημερίας των παροχών των άρθρων 34 και 34Α ν. 2682/1999 και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, αντίθετα, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή τους, ως προς τις ένδικες αυτές αξιώσεις, ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα να μην ιδρύονται οι εκ των αριθμών 9 (πρβλ ΑΠ 567/2021, ΑΠ 687/2017) και 13 του ως άνω άρθρου λόγοι αναίρεσης (πρβλ. ΑΠ 74/2022, ΑΠ 131/2012). Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, κατά την, αμφιμερώς ισχύουσα, διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδ. με την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/7/2020 (αρ. κατ. 5206/632/27.7.2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6197/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή