ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1309/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1309/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1309/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1309 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1309/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 3) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Λαϊνά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Φωτεινής Καμπισιούλη πληρεξουσίας Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2559/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3011/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-9-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2904/290/8-4-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3011/4-5-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 21-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 911/2018) έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (και 25 ακόμη εναγόντων μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) κατά της με αριθ. 2559/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, ερήμην του δευτέρου εναγομένου Σ. Κ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, επί της από 4-9-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 116540/4358/2013) αγωγής των εναγόντων (συνολικά 54) κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια, ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασής αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 50/2025, 891/2018). Επομένως, δεν είναι διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές, εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς. Ως εκ τούτου, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 475/2018, 1325/2010).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 50 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989, 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977 και 197 παρ. 1 του ΚΔιοικΔ προκύπτει ότι οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε με αυτές, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με αυτές έγινε δεκτό. Δεν καλύπτονται, συνεπώς, τα πλεοναστικώς κριθέντα (ΑΕΔ 18/2005) ή τα κριθέντα παρεμπιπτόντως. Έτσι οι αποφάσεις του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (ΟλομΑΠ 39/1988, ΑΠ 1134/2023, 302/2011), δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια κατ' άρθρα 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1134/2023, 1690/2022, 1230/2022, 20/2020, 552/2002).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 4-9-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 116540/4358/2013) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (συνολικά 54 μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ) κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, είτε αρχικώς με αντίστοιχες συμβάσεις έργου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκαν στη συνέχεια σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, είτε εξαρχής με αντίστοιχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έκαστος με την ειδικότητα και το συμφωνημένο μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή, παρείχαν δε τις υπηρεσίες τους στην ως άνω εργοδότρια εταιρεία ΕΡΤ Α.Ε. έως 11-6-2013, οπότε η τελευταία καταργήθηκε με την υπ' αριθ. ΟΙΚ.02/11-6-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, με τίτλο "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρία (ΕΡΤ Α.Ε.)", η οποία δημοσιεύθηκε την 11-6-2013 στο ΦΕΚ Β' 1414/11 -6-2013, προβλέποντας (άρθρο 3) τη λύση όλων των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων από τη δημοσίευσή της. Επικαλούμενοι δε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή τους, ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης την 11-6-2013 καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, β) να υποχρεωθούν το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Μ. (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), ως ειδικός διαχειριστής της ΕΡΤ Α.Ε. δυνάμει της υπ' αριθ. ΟΙΚ.03/12-6- 2013 ΚΥΑ, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το αιτούμενο από κάθε ενάγοντα ποσό, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12-6-2013 έως 12.2.2014 (πιθανή ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής τους), με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, με την ειδικότητα, όρους και συνθήκες εργασίας που ίσχυαν κατά τον χρόνο της απόλυσής τους, με απειλή σε βάρος εκάστου εναγομένου χρηματικής ποινής ποσού 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την ανωτέρω υποχρέωση, και δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επικουρικά, σε περίπτωση, που κριθεί έγκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ανερχόμενη για κάθε ενάγοντα στο ποσό που αναφέρεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από 11-6-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρχικώς εξέδωσε την υπ' αριθ. 919/2014 μη οριστική απόφαση, με την οποία ανέβαλε, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ, την έκδοση της οριστικής του απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το εκκρεμές ζήτημα της συνταγματικότητας της ΚΥΑ 02/11.6.2013 και στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2559/2015 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επί ασκηθείσας δε έφεσης εκ μέρους 29 εναγόντων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες) κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3011/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τη οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "[....] η κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε." έγινε κατ' ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, οπότε τόσο η κατάργηση της "Ε.Ρ.Τ. Α.Ε." όσο και η συγκατάργηση των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας απάντων των ως άνω εναγόντων, έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην ΚΥΑ της κατάργησης. Ενόψει των ισχυρισμών των εναγόντων, οι οποίοι διατείνονται ότι η κατάργηση και λήξη των επιδίκων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους έγινε κατόπιν καταγγελίας ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους και εξ αντιδιαστολής του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 222, 249, 284 και 331 ΚΠολΔ θα πρέπει στο σημείο τούτο να σημειωθεί ότι το προδικαστικό ζήτημα της παρούσης πολιτικής δίκης και συγκεκριμένα το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ, ήτοι της υπ' 02/11-6-2013 ΚΥΑ (δεδομένου ότι κύριο αντικείμενο της παρούσης δίκης τυγχάνει η καταχρηστικότητα της επίδικης απόλυσης των εναγόντων από την ΕΡΤ Α.Ε. με βάση αυτή καθαυτή την ανωτέρω καταργητική ΚΥΑ, η οποία αποτελεί και το νομικό υπόβαθρο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων) αποτελεί επιπρόσθετα και κρίσιμο παράγοντα της οριοθέτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου. Το δε ανωτέρω προδικαστικό ζήτημα κρίθηκε ήδη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της υπ' αριθ. 1901/2014 απόφασης αυτής, το δεδικασμένο της οποίας (επί του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος του κύρους της ΚΥΑ κατάργησης της ΕΡΤ Α.Ε.) δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, τόσο ως προς τη δικαιοδοσία τους, όσο και ως προς τα κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα κριθέντα παρεμπιπτόντως, διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία αποτελούν προδικαστικά ζητήματα στην παρούσα εκκρεμή πολιτική δίκη (δεδομένου ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΚΠολΔ έχουν τη δυνατότητα παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης, η οποία -δυνατότητα- υφίσταται όταν δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ περί του κύρους των πράξεων της Διοίκησης), καθόσον: (α) υφίσταται πραγματική εξάρτηση της υπό διάγνωση διαφοράς (αφού κύριο αντικείμενο της δίκης είναι η φύση-προέλευση της αιτίας της καταγγελίας και της αντίστοιχης λήξης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας απάντων των εναγόντων) από την κρίση περί του (στην προκειμένη δίκη) διοικητικής φύσεως προδικαστικού ζητήματος της νομιμότητας έκδοσης της οικείας ΚΥΑ, που αποτέλεσε την αιτία καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων, η οποία (κρίση) διαπίστωση και διάγνωση του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος έλαβε χώρα κυρίως ασφαλέστερα στα πλαίσια της ετέρας ανοιχθείσας ενώπιον του ΣτΕ δίκης και μάλιστα ενώπιον της Ολομέλειας αυτού και (β) η ένδικη υπόθεση είναι διαφορά που άμεσα απορρέει και εξαρτάται στην πλήρη της έκταση από τη φύση και έκδοση της υπ' αριθ. 02/11-06-2013 ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία συνεχίζει να παράγει έννομες συνέπειες στο εργασιακό καθεστώς των εναγόντων χωρίς να έχει έως σήμερα ακυρωθεί, Σύμφωνα δε, με την ανωτέρω υπ' αριθ. 1901/2014 απόφαση της Ολομ. του ΣτΕ και κατ' ερμηνεία αυτής, εκτός από τη συνταγματική κατοχύρωση και τη νομιμότητα έκδοσης της καταργητικής ως άνω ΚΥΑ (ως προδικαστικού ζητήματος στην παρούσα δίκη) κρίθηκε και η αληθής φύση της ένδικης διαφοράς ως την ουσία διοικητικής φύσεως. Κατ' ακολουθίαν [....] τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτης, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης εξετάζεται αυτεπάγγελτα, δεδομένου επιπρόσθετα των ανωτέρω ότι: (α) η κατάργηση από τη Διοίκηση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ασκούν δημόσια λειτουργία αποτελεί άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, όπως και η κρίσή περί των απορρεόντων από αυτήν επιμέρους ζητημάτων που αφορούν το εργασιακό καθεστώς του προσωπικού τους, (β) η ένδικη υπόθεση αποτελεί διαφορά που απορρέει από την έκδοση της υπ' αριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ, η οποία εκδόθηκε κατ' ενάσκηση δημόσιας και δη κανονιστικής εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, και επομένως οι αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω ΚΥΑ τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσεως, (γ) δυνάμει δε της υπ' αριθ. 1901/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ανωτέρω ΚΥΑ κρίθηκε νόμιμη και συνταγματική, καθόσον η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. έγινε κατ' ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, οπότε τόσο η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε., όσο και η συγκατάργηση των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας απάντων των ως άνω εναγόντων, έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην υπ' αριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ της κατάργησης [το κύρος της οποίας πλέον, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε αμετάκλητα δυνάμει της αριθ. 1901/2014 απόφασης της Ολ.ΣτΕ], δεδομένου ότι η υπ' αριθ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ, με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ Α.Ε. και παύει να υπάρχει πάροχος της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, δεν αντιτίθεται στις εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει την απρόσκοπτη (συνεχή) λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, καθόσον κάθε αντίθετη αιτίαση στηρίζεται στην εσφαλμένη εκδοχή ότι από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση, ενώ (δ) η κατάργηση του υφιστάμενου φορέα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και η διακοπή λειτουργίας του μέχρι τη λειτουργία νέου προς τον σκοπό "εξορθολογισμού της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού-προτύπου" συνιστά επιλογή του νομοθέτη αρχικώς και της κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως τελικώς και επομένως εισάγει ακυρωτική, διοικητικής φύσεως διαφορά και (ε) το δε δεδικασμένο της υπ' αριθ. 1901/2014 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ (επί του ανωτέρω προδικαστικού ζητήματος) δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο ως προς τα κριθέντα παρεμπιπτόντως (για την προκειμένη δίκη) ενώπιον του ΣτΕ διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία αποτελούν προδικαστικά ζητήματα στην παρούσα εκκρεμή πολιτική δίκη και τα οποία (προδικαστικά ζητήματα - κύρος καταργητικής ΚΥΑ) συμπαρασύρουν δικονομικά και το κύριο αντικείμενο της παρούσης δίκης (καταχρηστικότητα της εφαρμογής της ανωτέρω ΚΥΑ) ως διαφοράς της αυτής διοικητικής φύσεως [....]". Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η επίδικη διαφορά είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια, και όχι ιδιωτική, αφού δεν αφορά έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια η ένδικη αγωγή να είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, έσφαλε, διότι ναι μεν το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, ήτοι το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ Α.Ε. (ΚΥΑ 0ικ.02/11-6-2013) κρίθηκε ήδη δυνάμει της υπ' αριθ. 1901/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως το κύριο ζήτημα της παρούσας δίκης, που αφορά τις συνέπειες από ενδεχόμενη υπερημερία του εργοδότη κατά την εκτέλεση των επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθώς και την υποχρέωση αυτού προς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης σε περίπτωση έγκυρης καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων, έχει αναμφιβόλως χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1690/2022, 20/2020). Το ανωτέρω σφάλμα προβάλλεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή νομική υπαγωγή από τον αριθ. 14 του ιδίου άρθρου, δεδομένου ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και έχει δικαιοδοσία για έρευνα της αγωγής, την απορρίπτει λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου (βλ. ΟλομΑΠ 2/1999, 4/1992, ΑΠ 1690/2022).

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της οικ. 134423/8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ616/2024), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3011/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή