ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1310/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1310/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1310/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1310 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Α. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) Δ. Μ. του Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δημητρολόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχειρίσεως Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Ευάγγελου Τσάκαλου, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 485/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 97/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 20-12-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ.10638/1039/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 97/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτιστεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν, κατά τεκμήριο, οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 7 και 8/2011, 6/2001). Επακολούθησε ο νόμος 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από τον νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και γ) των άρθρων 5 και 11 του, σε εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας, εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19-7-2004), που διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οι οποίες (διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου) είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των προαναφερόμενων υπό στοιχ. β' και γ' διατάξεων και καλύπτουν, κατά τη φύση, τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος 164/2004. Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, 598/2019).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 829/2019, 1196/2017, 1005/ 2017). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτιστεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/γμα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό (Π.Δ. 164/2004), ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την, κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις, μετατροπή των ενεργών κατά την έναρξη ισχύος του διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση.... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση". Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (ΑΠ 15/2022, 538/2020, 788/2017, 280/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αρχικώς ενάγοντες (δεκατέσσερις συνολικά), μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες (τότε 5η και 7ος των εναγόντων), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8081/187/2018) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, προσέφεραν σε αυτό τις υπηρεσίες τους κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών, ειδικότερα δε, όσον αφορά τους ήδη αναιρεσείοντες, κατά το χρονικό διάστημα από 29-11-2006 έως 31-12-2009 η πρώτη εξ αυτών και από 16-11-2006 έως 31-12-2009 ο δεύτερος, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησής τους.

Περαιτέρω ισχυρίατηκαν ότι η απασχόλησή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας που παρείχαν ούτε υπαγορευόταν από άλλον ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στις 31-12-2009 το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ, 1 και 8 του Ν. 2112/1920, καθώς και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής: α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις θέσεις τους, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 485/2020 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι πέμπτη και έβδομος των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντες με την από 30-10-2020 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 97/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους.

Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι, εφόσον όλες οι διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου καταρτίστηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από τον Νοέμβριο του 2006 (η πρώτη) έως τον Ιούλιο του 2009 (η τελευταία), ήτοι μετά την έναρξη ισχύος τόσο του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, όσο και του Π.Δ. 164/2004, δεν είναι δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιλβήτου.

Εξάλλου, δεν πληρούνται εν προκειμένω ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, εφόσον, όπως προελέχθη, όλες οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004).

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994, 281, 648, 669, 671 και 672 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3, 103 παρ. 7 και 8, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 2 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος και τις ρήτρες 4 και 5 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, συνακόλουθα δε, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙV. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ.10638/1039/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 97/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή