Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1311 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1311/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Παιανίας" που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΠΑΙΑΝΙΑΣ" σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν.5026/2023, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Έντον Ταμπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσίβλητων: 1)Σ. Μ. του Χ., 2) Β. Χ. του Γ., 3) Κ. Σ. του Θ., και 4) Π. Φ. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α/α 1η και 4η των αναιρεσίβλητων, δεν παραστάθηκαν, οι λοιπές παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πάρρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2934/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4010/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθρο 27 του Ν. 5056/2023 (ΦΕΚ Α 163/06.10.2023), το οποίο φέρει τον τίτλο "Κατάργηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού και μεταφορά ως συνόλου αρμοδιοτήτων, οργανικών μονάδων και θέσεων προσωπικού στους Ο.Τ.Α. α' βαθμού", ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "1. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που συστήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (O.T.A.) α' βαθμού και λειτουργούν σύμφωνα με τα άρθρα 239 έως 242 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων [ν. 3463/2006 (Α' 114)], καταργούνται αυτοδικαίως την 31η.12.2023 και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από την 1η.1.2024 από τον οικείο δήμο. Με πράξη του Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός ενός (1) μηνός από την ως άνω ημερομηνία διαπιστώνεται η κατάργησή τους.... 3.α. Από την κατάργηση του οικείου νομικού προσώπου, τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία περιέρχονται αυτοδικαίως στον δήμο που το συνέστησε, ο οποίος υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τον δήμο ή κατά του δήμου χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους του για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης....".
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 2-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9632/1092/2022) αίτησης αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΠΑΙΑΝΙΑΣ", παραστάθηκε, στη θέση του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, λόγω της κατάργησης αυτού με το ανωτέρω άρθρο 27 του Ν. 5056/2023, η οποία επήλθε μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΙΑΝΙΑΣ", ως καθολικός διάδοχος αυτού.
Συνεπώς, εφόσον κατά την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 3α του ως άνω άρθρου, οι εκκρεμείς δίκες του καταργηθέντος νομικού προσώπου συνεχίζονται από τον οικείο Δήμο, ως καθολικό διάδοχο αυτού, χωρίς να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, παραδεκτά παραστάθηκε ο τελευταίος στη θέση του αρχικώς αναιρεσείοντος. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 943/2024, 1170/2023, 3/2021, 805/2019).
Εξάλλου, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος και από τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οι πρώτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το παριστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Παιανίας", προκύπτει ότι, με επιμέλεια αυτού, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-10-2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με την παρουσία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παρρή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Πολύμνια-Ελένη Γκατζιούλα-Παρρή, ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο όλων των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4010/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσια όλων των εκκαλουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων) στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ οι παριστάμενοι διάδικοι της παρούσας αναιρετικής δίκης δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο, από τις απούσες αναιρεσίβλητες προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, η αντικατάσταση αυτής. Συνακόλουθα, εφόσον η πρώτη και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4010/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 5-2-2014 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 2934/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 15-2-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. 28380/800/2011) αγωγή αυτών κατά του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων - Κ.Α.Π.Η. Δήμου Παιανίας" και ακολούθως με την επωνυμία "Φορέας Κοινωνικής Προστασίας και Παιδείας Δήμου Παιανίας", και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε δεκτή η αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αρχικώς αναιρεσείον ΝΠΔΔ στις 7-11-2022, όπως ισχυρίζεται το τελευταίο με το δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τις παριστάμενες αναιρεσίβλητες, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτιστεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν, κατά τεκμήριο, οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 7 και 8/2011, 6/2001). Επακολούθησε ο νόμος 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από τον νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και γ) των άρθρων 5 και 11 του, σε εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας, εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19-7-2004), που διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οι οποίες (διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου) είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των προαναφερόμενων υπό στοιχ. β' και γ' διατάξεων και καλύπτουν, κατά τη φύση, τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος 164/2004. Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, 598/2019).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 829/2019, 1196/2017, 1005/ 2017). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτιστεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/γμα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό (Π.Δ. 164/2004), ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την, κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις, μετατροπή των ενεργών κατά την έναρξη ισχύος του διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση.... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση". Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (ΑΠ 15/2022, 538/2020, 788/2017, 280/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-2-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου, που καταρτίστηκαν με το αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων - Κ.Α.Π.Η. Δήμου Παιανίας", προσέφεραν σε αυτό τις υπηρεσίες τους, κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2006 έως 27-10-2010, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησής τους, η δε πρόσληψή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας, που εκάστη εξ αυτών παρείχε, ούτε υπαγορευόταν από άλλον ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι κατά την ως άνω ημεροχρονολογία (27-12-2010) το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, επικαλούμενες τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του Ν. 2112/1920, καθώς και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής: α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις θέσεις τους, με απειλή χρηματικής ποινής 250 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2934/2013 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την από 5-2-2014 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4010/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγουσες συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρεώθηκε δε το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης προς την ανωτέρω υποχρέωσή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. V. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και των άρθρων 103 του Συντάγματος, 8 του Ν. 2112/1920, 21 του Ν. 2190/1994, 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, ισχυριζόμενο ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως εκ του χρόνου σύναψης των επίδικων συμβάσεων (έργου και ορισμένου χρόνου) μετά την έναρξη ισχύος τόσο του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, όσο και του Π.Δ. 164/2004, δεν είναι δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσίβλητες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου εναγομένου. Εξάλλου, δεν πληρούνται εν προκειμένω ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, εφόσον, όπως προελέχθη, όλες οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004).
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
VI. Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 15-2-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμω αβάσιμη και αναιρείται η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4010/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το εν λόγω Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε, να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 5-2-2014 και με αριθ. έκθ. κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 716/2014 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 2934/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος οι αναιρεσίβλητες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, μόνο όμως της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθόσον ο τελευταίος με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος δεν είχε υποβάλει αίτημα καταδίκης των εκκαλουσών στα δικαστικά του έξοδα (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4010/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 5-2-2014 έφεση των εκκαλουσών - εναγουσών κατά της υπ' αριθ. 2934/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, για την αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ