Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1312 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1312/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ψ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζύγου Δ. Ψ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Στεφάνου-Καμούτση που ανακάλεσε την από 3-2-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-03-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2522/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2188/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 07-02-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται παραπάνω. Η πληρεξούσια αυτής, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν, αντιθέτως, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην δίκη για την αναίρεση κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, "αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 491/2022, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 635/2019).
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίσιν -από 07.02.2023- αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2188/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προσδιορίσθηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικώς κατά τη δικάσιμο της 11ης.12.2023, κατά την οποία ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Ιωάννα Μακρή και η υπόθεση αναβλήθηκε παρόντων των διαδίκων για την σημερινή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (10.02.2025). Από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Π. Γ. επί του αντιγράφου της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11ης.12.2023, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε παρόντων όλων των διαδίκων για την σημερινή δικάσιμο (10.02.2025), επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αντίδικό του. Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία του, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτού κατά τη σημερινή δικάσιμο, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι στο φάκελο της δικογραφίας υπάρχει το υπ' αρ. ....2023 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., με το οποίο ο αναιρεσείων ενέκρινε την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους Αθηνών Γεώργιο Βασίλογλου και Ιωάννα Μακρή να προσδιορίσουν δικάσιμο της αιτήσεως αυτής και να τον εκπροσωπήσουν κατά την συζήτησή της.
3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 592 επ. του ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 2188/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 07.04.2021 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2522/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ και, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 16.03.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης και απήγγειλε τη λύση του γάμου μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος, λόγω του τεκμαιρόμενου από τη διετή διάσταση αυτών ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβιώσεώς τους.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 09.01.2023 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 08.02.2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ)
5.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες καθιερώνουν ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το αν η απομάκρυνση αυτή, ως ένα πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός εκ των συζύγων ή και των δύο και ανεξάρτητα από το αν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικώς τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το άνω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκαταστάσεως των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκαταστάσεως, παρότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβιώσεως, ενώ κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων, οι οποίοι δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διασπάσεως του συζυγικού δεσμού. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον άνω λόγο, ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν συμπληρώθηκε η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, δεν συνιστά ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1341/2022, ΑΠ 915/2018, ΑΠ 1350/2017). Κατά συνέπεια, τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφόσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (ΑΠ 1985/2022, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 1068/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, συνακόλουθα, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος. αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι μόνον αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1206/2008).
6.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 26-12-1983, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στα Νέα Λιόσια Αττικής, κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (βλ. ακριβές φωτοαντίγραφο της με αριθμό .../1984 ληξιαρχικής πράξης γάμου, που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Νέων Λιοσίων Αττικής). Μετά τον γάμο τους, οι διάδικοι συμβίωσαν ως σύζυγοι μέχρι τον Μάιο του έτους 2009, οπότε η έγγαμη σχέση τους διασπάστηκε, με οριστική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους. Ειδικότερα, κατόπιν της από 16-3-2009 και με αύξ. αριθμ. κατ. ...-2009 αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 4615/4-6-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία διέταξε τη προσωρινή μετοίκηση του εναγομένου από την οικογενειακή στέγη των διαδίκων στο Ίλιον Αττικής επί της οδού ... Το ίδιο έτος (2009) η ενάγουσα υπέβαλλε αίτηση για υποβολή ξεχωριστής φορολογικής δήλωσης, την οποία έκτοτε υποβάλλει μέχρι σήμερα (βλ. προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα ετών από 2010 έως 2020). Η διάσταση συνεχίστηκε, έκτοτε, χωρίς διακοπή, έως τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ήτοι από το ανωτέρω χρονικό σημείο (2009) οι διάδικοι διαμένουν σε διαφορετικές οικίες, χωρίς θέληση να διατηρηθεί ο μεταξύ τους γάμος. Εν όψει των ανωτέρω, τα όσα καταθέτει ο μάρτυς του εναγομένου Β. Μ. του Μ. ότι ο εναγόμενος επέστρεφε κατά τακτά χρονικά διαστήματα στη συζυγική στέγη με πρόθεση επανασυμβίωσης δεν κρίνονται πειστικά και ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται πλήρως η διάσταση των διαδίκων συζύγων συνεχώς, από διετίας, τουλάχιστον, πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, από αυτήν δε (υπερδιετή διάσταση) τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός των μεταξύ τους σχέσεων, κατ' άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, χωρίς να ενδιαφέρει ποια περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωσή τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πράγματι, επήλθε (ΑΠ 111771999). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απήγγειλε τη λύση του γάμου της με τον αναιρεσείοντα.
7.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την κρίση της σχετικά με τη διάσταση της έγγαμης συμβιώσεώς του με την αναιρεσίβλητη για περισσότερο από δύο χρόνια και ότι ο κλονισμός του γάμου τους τεκμαίρεται αμάχητα, διότι από αυτές τις παραδοχές της, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων το Εφετείο στήριξε την κρίση του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι εκτίθενται μεν σε αυτό συνοπτικώς το περιεχόμενο και η διαδικαστική πορεία της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης έως την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που, κατά τις απόψεις του, στηρίζουν την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΚΠολΔ και η ως άνω προβαλλόμενη αιτίαση αναφορικά με το καταληκτικό πόρισμα του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται, όμως, με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής κατά του αναιρεσείοντος, χωρίς να αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο μόνο των κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ενόψει των άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως στο προαναφερόμενο αποδεικτικό της πόρισμα, αντιθέτως με τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αυτή έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοστέας εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 1439 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, αφού οι άνω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως και της υπαγωγής σε αυτήν των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών. Οι παραδοχές αυτές, με βάση τα παραπάνω σημειούμενα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούσαν την παραδοχή και όχι την απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα και ιδία ως προς την διετή διάσταση των διαδίκων συζύγων, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Συνακόλουθα, ο πρώτος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι (και) αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, διότι αυτές ανάγονται απλώς στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, αποκλειστικώς, μέσω των αναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, τα οποία αφορούν στην αξιολόγηση των αποδείξεων και στα επιχειρήματα του Δικαστηρίου, η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, η οποία, όμως, είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντιθέτως η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς και παραδεκτώς προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία λόγου εφέσεως, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ή την απόρριψή του, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017).
Συνεπώς δεν ιδρύουν τον άνω λόγο αναιρέσεως οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν αυτοί προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε -τυπικό ή ουσιαστικό- λόγο (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (ΟλΑΠ 23/2008), χωρίς όμως να επιβάλλεται η ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφασή του (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν από το ν. 4335/2015 αρχικά και από το ν. 4821/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητώς και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη και ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 541/2024, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
9.- Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο ίδιος, όπως εκτιμάται, νομίμως είχε επικαλεσθεί με την έφεση και τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, η λήψη του οποίου θα επέφερε ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα την υπ' αριθμόν .../2021 ένορκη βεβαίωση του Β. Μ., η οποία δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκ της οποίας αποδεικνυόταν το βάσιμο των ισχυρισμών του ότι επί μια δεκαετία, από το έτος 2009 έως και το έτος 2019, κατέβαλε προσπάθειες να διασωθεί ο γάμος του και να επανασυνδεθεί με την αναιρεσίβλητη, λόγος για τον οποίο δεν είχε αναζητήσει μόνιμη κατοικία για να μετακομίσει ούτε είχε παραλάβει το σύνολο των προσωπικών αντικειμένων του από τη συζυγική οικία, την οποία, όμως, όπως και τα αποδεικνυόμενα από αυτήν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν την συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της άνω ένορκης βεβαιώσεως είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου συναρτάται με την ίδρυση της εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας. Καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του επίσης στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από την ως άνω ένορκη βεβαίωση, είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί, τους οποίους, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση ο ίδιος λόγος, είναι κατά το μέρος αυτό (και) αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από τις κατά τα άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν με την παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013). Πέραν τούτων, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στο αιτιολογικό της ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και "την υπ' αριθμ. .../2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του εναγομένου Β. Μ. του Μ., που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήψη της", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το άνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, με ρητή μάλιστα αναφορά στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση. Επομένως, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές, με τον λόγο αυτό, προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δηλαδή ότι από το ως άνω αποδεικτικό μέσο και τα αποδεικνυόμενα από αυτό συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. 10.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.02.2023 αίτηση του Δ. Ψ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2188/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ