ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1314/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1314/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1314/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1314 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1314/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. - Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Χατζηαντωνιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance Designated Activity Company", οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2022, όπως αυτή διορθώθηκε με την 275/2022, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της 157/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 275/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.10.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 157/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, όπως η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 104/2024, Α.Π. 249/2024, Α.Π. 333/2024). Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, και ως προς αυτές, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, εκθέσεις επίδοσης με αριθμ. ...-2024, και ...-2024, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Ρ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη (ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ"), και στην δεύτερη (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS A.E."), των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού αυτές δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και δεν κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας ,από 22-6-2016 και με αριθμ. κατ. 27/22-6-2016 αίτησή του, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτή, την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, καθώς επίσης να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση κατ'άρθρο 9 παρ.2 ν. 3869/2010 η ακίνητη περιουσία του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 111/2020 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, μετ'αποδοχή ως βάσιμης της προβληθείσας από την πιστώτρια τραπεζική εταιρεία, ενστάσεως δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με την από 11-1-2020 (αρ. κατ. 11/2021) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο με την ίδια διαδικασία και εξέδωσε την υπ'αριθμ. 157/2022 απόφασή, με την οποία έκανε δεκτή την έφεση κατ'ουσία και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο τα ακόλουθα "....Ο αιτών, (ήδη αναιρεσείων) ηλικίας σήμερα 60 ετών (γεννηθείς το έτος 1962), είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα. Κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης, δήλωσε αγρότης, με ετήσια εισοδήματα ύψους 746,16 ευρώ, ενώ λαμβάνει αγροτική επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ για το έτος 2018, ποσού 743,01 ευρώ. Ταυτόχρονα, έχει κριθεί από την αρμόδια επιτροπή ΚΕΠΑ ως έχων αναπηρία 74%, λόγω οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου, το οποίο υπέστη το έτος 2014, ενώ επιπροσθέτως, πάσχει από μετρίου βαθμού βαρηκοΐα, μικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψης, καθώς και δισκοκήλη ΟΜΣΣ, με μετρίου βαθμού λειτουργικές επιπτώσεις. Για τους λόγους δε αυτούς, έχει κριθεί δικαιούχος συνταξιοδότησης αναπηρίας από τον ΟΓΑ, με αποτέλεσμα, το Μάρτιο του έτους 2019, να λάβει το ποσό των 6.892 ευρώ, ως αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 01.03.2014 έως 31.03.2017. Περαιτέρω, έχει στην κυριότητά του 30,74 στρέμματα, τα οποία καλλιεργεί με κεράσια διαφόρων ποικιλιών, καθώς και ένα οικόπεδο έκτασης 499 τ.μ. στο χωριό Παναγίτσα, όπου δημιούργησε ξενοδοχειακή μονάδα, στις αρχές του έτους 1999. Για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών, έλαβε το έτος 1996 οικονομική ενίσχυση πρώτης εγκατάστασης νέων αγροτών, από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης, ποσού 3.360.000 δραχμών, ενώ το έτος 1998 έλαβε επιδότηση για την υλοποίηση αγροτουριστικού σχεδίου βελτίωσης, το ποσό των 15.879.319 δραχμών. Για να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό, το έτος 2005 έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εφεσίβλητη, δάνειο ποσού 50.000 ευρώ, προκειμένου να προβεί στις αναγκαίες επισκευές του ξενοδοχείου του, το οποίο έπαυσε να λειτουργεί στις 19.3.2012.

Περαιτέρω, οι ετήσιες αποδοχές του αιτούντος, κατά το χρόνο λήψης των δανείων του, το 2005, έως και τη συζήτηση πρωτοδίκως της κρινομένης αίτησης, διαμορφώθηκαν ως ακολούθως: το οικονομικό έτος 2005, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 11.818,18 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 2.890,65 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 3.277,92 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 2.796,95 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 4.832,62 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 7.136,67 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 3.465,73 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 3.776,52 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 4.088,65 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 8.775,31 ευρώ, το οικονομικό έτος 2015, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 1.689,69 ευρώ, το οικονομικό έτος 2016, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 1.700,14 ευρώ, το οικονομικό έτος 2017, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 1.005,96 ευρώ και το οικονομικό έτος 2018, τα ετήσια ατομικά του εισοδήματα ανέρχονταν στο ποσό των 746,16 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει: α. οφειλή ποσού 50.000 ευρώ, από σύμβαση δανείου επαγγελματικής στέγης, β. οφειλή ποσού 120.000 ευρώ, από σύμβαση στεγαστικού δανείου. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο ανάληψης της ως άνω οφειλής προς την καθ' ης η αίτηση, ήτοι από το έτος 2005 έως και το έτος 2007 μέχρι και τον χρόνο παύσης των πληρωμών του, ήτοι το έτος 2016, όταν πλέον κατέθεσε την ένδικη αίτηση, το ετήσιο οικογενειακό του εισόδημα μειώθηκε αισθητά, λόγω της μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληξε τους μισθούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, χωρίς αντίθετα να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης τους, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, ΕΝΦΙΑ κλπ.). Λαμβανομένων υπόψιν όσων κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν και των εύλογων δαπανών διαβίωσης όπως προσδιορίζονται στην Ε.Ο.Π. της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι οποίες, όμως, λειτουργούν μόνο ως κατευθυντήριες γραμμές (...), το Δικαστήριο κρίνει, δυνάμει και των άρθρων 336§4 και 744 ΚΠολΔ. ότι το ποσό που προκύπτει ως απολύτως απαραίτητο για τον αιτούντα προς κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του και της οικογένειάς του, ήτοι για διατροφή, πληρωμή λογαριασμών (ύδρευσης, ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας, κοινοχρήστων), για έξοδα θέρμανσης και μετακίνησης, ένδυση- υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς κα\ για άλλα τυχόν έκτακτα έξοδα, ανέρχεται συνολικά σε περίπου 600 ευρώ μηνιαίως, με βάση τις συνθήκες διαβίωσης του συγκεκριμένου οφειλέτη. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο οφειλέτης, ο οποίος ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Σημειωτέων ότι, η ένσταση της εφεσίβλητης περί παραβίασης από τον εκκαλούντα του καθήκοντος ειλικρίνειας είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφενός διότι αποδείχθηκε ότι δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του αιτούντος και αφετέρου, διότι εκ των προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε το ύψος των επιδοτήσεων που αυτός έλαβε. Πέραν αυτών, τα εισοδήματα εκ της προελεύσεως αυτής προσπορίστηκαν στον αιτούντα σε χρονικό διάστημα αρκετά προγενέστερο της λήψης των δανείων από την καθ' ης πιστώτρια και επομένως, δεν θα ήταν δυνατόν να υφίστανται αυτά και κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει με μηνιαίες καταβολές επί τρία χρόνια, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010. Ειδικότερα, ο αιτών-εκκαλών υποχρεούται να καταβάλλει στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι σε 36 (τριάντα έξι) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 300 ευρώ, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, το συνολικό ποσό των 10.800 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να ρυθμιστούν οι οφειλές του αιτούντος κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές των ως άνω ποσών, απευθείας στην ως άνω πιστώτριά του, από τα εισοδήματά του επί τρία έτη, συμφώνως με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, με αφετηρία την 1η εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα αμέσως μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Μετά την καταβολή του ανωτέρω ποσού, θα έχει καταβληθεί έναντι της συνολικής οφειλής του αιτούντος, το ποσό των 10.800 ευρώ, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ήτοι (182.376,01 - 10.800) 171.576,01 ευρώ να παραμένει ακόμη ανεξόφλητο.
Επομένως, εφόσον δεν επέρχεται ολοσχερής ικανοποίηση των επίδικων απαιτήσεων, η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 πρέπει να συνδυαστεί με εκείνη τού άρθρου 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου και δη με τη ρευστοποίηση μέρους της ακίνητης περιουσίας που διαμένει ο εκκαλών, στην οποία περιλαμβάνονται τα εξής: α. η δυνητική κύρια κατοικία του, ήτοι ένας αγρός στη θέση "Κοπρίβα" του Δημοτικού Διαμερίσματος Παναγίτσας, έκτασης 7.750 τ.μ., εντός του οποίοι- ανεγέρθηκε το έτος 2008, κτίσμα εμβαδού 110,69 τ.μ., μη αποπερατωμένο έως τη συζήτηση της αίτησης, β. ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μιας οικίας, εμβαδά 5C τ.μ. και μίας αποθήκης, εμβαδού 20 τ.μ., που είναι κτισμένες σε οικόπεδο έκτασης 144 τ.μ., γ. το προρρηθέν ξενοδοχείο, συνολικού εμβαδού 399 τ.μ., κτισμένο σε οικόπεδο έκτασης 499 τ.μ., στην Παναγίτσα, αντικειμενικής αξίας 181.545 ευρώ, δ. οκτώ αγροτεμάχια, συνολικού εμβαδού 30.470,59 τ.μ., στη θέση "Κοπρίβα" του Δημοτικού Διαμερίσματος Παναγίτσας, στα οποία ο αιτών έχει ποσοστό κυριότητας 77% στο πρώτο αυτών και 100% στα υπόλοιπα και ε. ένα μικρό φορτηγό αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας Volkswagen, μοντέλο Candy, κατασκευής έτους 2004, το οποίο απέκτησε ο αιτών το έτος 2014. Από τα προαναφερόμενα δε, περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, η υπό στοιχείο β' οικία με αποθήκη, που αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, δεδομένης της χαμηλής αξίας τους και του ποσοστού κυριότητας 50% στο ακίνητο, λαμβανομένων υπ' όψιν τόσο των τρεχουσών συνθηκών της αγοράς όσο και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), για αυτό και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο. 9 παρ. 1 ν.3839/10 εκποίησή τους.

Περαιτέρω, πρέπει να εξαιρεθούν της εκποίησης και τα οκτώ αγροτεμάχια, τα οποία και αποτελούν μέσο βιοπορισμού του αιτούντος, λόγω της συστηματικής καλλιέργειάς τους από αυτόν.

Αντιθέτως, το οπό στοιχείο γ' περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το ξενοδοχείο εμβαδού 399 γ. μ., που ευρίσκεται σε οικόπεδο έκτασης 465 τ.μ. στην Παναγίτσα, ενόψει του είδους, της χρήσεως, της θέσεως και της παλαιότητάς του, κρίνεται πρόσφορο να εκποιηθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι εκτιμάται ότι θα προκαλέσει μεγάλο αγοραστικό ενδιαφέρον λόγω της εμπορικής του αξίας, εκτιμώμενης με βάση τα δεδομένα της περιοχής, λαμβανομένων υπόψη του ύψους των οφειλών και των εξόδων εκποίησης, καθώς εκτιμάται ότι δύναται εντός ευλόγου χρόνου να εκποιηθεί και να υποφέρει ικανό για την κάλυψή των οφειλών τίμημα. Επίσης, η οικονομική του εκμετάλλευση έχει παύσει να αποφέρει εισόδημα στον αιτούντα οιοδήποτε εισόδημα, ήδη από το έτος 2012, όταν και έπαυσε τη λειτουργία του ξενοδοχείου. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει ρύθμιση, εκτός από τις προαναφερθείσες μηνιαίες καταβολές επί τριετία κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, και με τη ρευστοποίηση του παραπάνω ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία ρευστοποίηση πρέπει να γίνει με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι το προλεχθέν ακίνητο έχει περιπέσει σε αχρησία για χρονικό διάστημα 10 ετών και σύμφωνα με τα διδάγματα κοινής πείρας και τις σχετικές ομολογίες του εκκαλούντος, καθώς και τα προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει, δεν συντηρείται ούτε στοιχειωδώς και επομένως, έχει υποστεί σημαντικές φθορές. Προς τούτο, πρέπει να διοριστεί εκκαθαριστής από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο παρόν Πρωτοδικείο, ο οποίος, πέραν των γενικών καθηκόντων του που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, θα πρέπει να προβεί στην ελεύθερη εκποίηση του παραπάνω ακινήτου, εντός χρονικού διαστήματος ενός (1) έτους από την ανάληψη των καθηκόντων του. Η ελεύθερη εκποίηση θα γίνει με το προαναφερόμενο ελάχιστο τίμημα, το δε εισπραχθέν ποσό του τιμήματος θα το διανείμει στην πιστώτρια τράπεζα, βάσει πίνακα διανομής που θα συντάξει ο ίδιος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1, τον οποίο θα συσχετίσει με το φάκελο του εκκαλούντος που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό. Η αντικειμενική αξία του προλεχθέντος υπό στοιχείο α' ακινήτου του εκκαλούντος, που αποτελεί την κύρια κατοικία του, ανέρχεται στο ποσό των 15.142,39 ευρώ, η οποία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού, προβλεπόμενο στην διάταξη του άρθρου 1§2α του Ν. 1078/1980, που ανέρχεται σε 200.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50% για άγαμο με δύο τέκνα, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση. Το υπόλοιπο ανεξόφλητο ποσό μετά την τήρηση, της ανωτέρω ρύθμισης, υπερβαίνει το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση, ο αιτών δε, υποβάλλει αίτημα εξαίρεσής του, ζητώντας την υπαγωγή του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν.3869/2010 ρύθμιση.

Συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ένταξη της κατοικίας αυτού στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, για εξαίρεση από την εκποίηση. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, προκειμένου να καθορισθεί το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, θα πρέπει αφενός να ληφθεί υπόψη η μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής του και αφετέρου το ότι θα καταβάλλει τέτοιο ποσό ώστε οι πιστωτές του να βρίσκονται στην ίδια οικονομική θέση σε σύγκριση με την ικανοποίησή τους από τυχόν εκποίηση της κατοικίας από αναγκαστική εκτέλεση.

Συνεπώς, σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του έχει το εκτιμώμενο ποσό του πλειστηριάσματος, βάσει της τρέχουσας εμπορικής αξίας του ακινήτου, αφαιρουμένων των εξόδων της εκτέλεσης, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία (βλ. άρθρα 993 παρ. 2 εδ. γ και 995 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ, καθώς και Π.Δ. 59/2016 και υπ' αριθ. 54/2015 Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος). Για τη διάσωση, λοιπόν, της κύριας κατοικίας του, ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστώτριές του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι ποσό που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του (βλ. άρθρα 993 παρ. 2 εδ. γ και 995 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ), αφαιρουμένων των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δεδομένου ότι η εφεσίβλητη-πιστώτρια του αιτούντος δεν προσκόμισε, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 54/15-12-2015 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτίμηση σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό του πλειστηριάσματος της κύριας κατοικίας του, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, που διέπει την εκούσια δικαιοδοσία και επιτρέπει την αυτεπάγγελτη εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων, θα προσδιορίσει την εμπορική αξία της περιγραφόμενης ως άνω κύριας κατοικίας αυτού, με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά. μέσα. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου ακινήτου, του εμβαδού και της παλαιότητάς του, της περιοχής όπου αυτό βρίσκεται, της εμπορικής αξίας όμοιων ακινήτων στην ίδια περιοχή, των πτωτικών τάσεων στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του εκτιμάται στο ποσό των 80.000 ευρώ. Αφαιρώντας δε τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης (αμοιβές δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφου, κόστος δημοσίευσης κλπ), που υπολογίζονται στο ποσό των 2.000 ευρώ, το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε η ως άνω πιστώτρια, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης δια πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του, ανέρχεται στο ποσό των 78.000 ευρώ.

Συνεπώς, στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/10, θα πρέπει να οριστούν 180 μηνιαίες καταβολές, ποσού (78.000:180) 433,33 ευρώ εκάστη, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Παράλληλα, θα πρέπει να του χορηγηθεί περίοδος χάριτος τριών ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών επί τριετία. Η καταβολή των παραπάνω δόσεων θα γίνει εντόκως, αλλά χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο τόκος θα συμπεριλαμβάνεται στην δόση που ορίσθηκε και δεν θα προστίθεται σε αυτήν. Επισημαίνεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές. Από το σκέλος αυτό της ρύθμισης θα ικανοποιηθούν, προνομιακά, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, οι απαιτήσεις των πιστωτριών Τραπεζών, που απορρέουν από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις, οι οποίες είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης επί της ως άνω κατοικίας. Η απαίτηση αυτή, μετά το πέρας της προηγούμενης ρύθμισης δηλαδή μετά τις καταβολές επί πενταετία, θα έχει διαμορφωθεί, στο ποσό των (171.576,01 - 78.000) 93.576,01 ευρώ.
Συνεπώς, με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης, η οποία θα επιφέρει την μερική εξόφληση της οφειλής του εκκαλούντος, θα επέλθει απαλλαγή από το υπόλοιπο των χρεών του, καθώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το υπόλοιπο της απαίτησης της πιστώτριας, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον αιτούντα.
Κατά συνέπεια των παραπάνω, πρέπει η να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση, ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη του εκκαλούντος, με σκοπό την απαλλαγή του, με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό....." . Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του αναιρεσείοντος ως κατ'ουσία βάσιμη, προέβη στη ρύθμιση των οφειλών αυτού κατ'αρθρο 8 παρ.2 ν.3869/2010, διέταξε την εκποίηση του αναφερομένου στην αίτηση ακινήτου του αιτούντος και διορίστηκε εκκαθαρίστρια και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, ορίζοντας για την διάσωσή της μηνιαίες καταβολές ποσού 433,33 ευρώ, για δεκαπέντε έτη.

Περαιτέρω με το άρθρο 744 του ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τόσο τις γνήσιες όσο και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται (βλ. άρθρο 3 του ν. 3869/2010). Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ' έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του αποφάσεως (ΑΠ ΑΠ 633/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 236/2015). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 "Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας - Προστασία κύριας κατοικίας" (3η έκδοση του άρθρου 9 Ν. 3869/2010), όπως ίσχυσε από 14-08-2015 μετά την τροποποίησή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), ορίζεται ότι "1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής... Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη,... η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών... Από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ. 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων..., καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο ... Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται συμμέτρως από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων ...".

Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 του νόμου 3869/2010 τροποποιήθηκε με το νόμο 4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 01-01-2016 (ΦΕΚ Α' 152/1-1-2016) και με αυτήν ορίζεται πλέον ότι: "1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής... Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύφος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. ... Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ. 2. "Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018 ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις... Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών. Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στο πρόσωπο του οφειλέτη πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις...Ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς...Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο ... Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ. Η έναρξη ισχύος του παρούσας παραγράφου ορίζεται από 1 Ιανουαρίου 2016".

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006,Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π.1213/2024, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ( Α.Π. 1213/2024, Α.Π. 1060/2023, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 273/2018).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 1213/2024, ΑΠ 302/2022, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017). Με τους πρώτο, και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1β' ΚΠολΔ, και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, που αφορά: Α) Το κεφάλαιο με το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση με ελεύθερη πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του αιτούντος και δη ενός ξενοδοχείου συνολικού εμβαδού 399 τμ, κτισμένο σε οικόπεδο έκτασης 467 τμ, που βρίσκεται στην θέση Παναγίτσα του Δήμου Έδεσσας. Συγκεκριμένα ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθορίζοντας την ελάχιστη τιμή πώλησης του υπό εκποίηση ακινήτου στο ποσό των 120.000 ευρώ, καθόσον κατά τον υπολογισμό της τιμής πώλησης δεν έλαβε υπόψιν την αντικειμενική του αξία, επίσης και το ότι είναι μη ηλεκτροδοτούμενο ακίνητο, πλήν όμως για λόγους φορολογικούς, λόγω του ότι δεν υπάρχει καμία οφειλή από προγενέστερη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ένεκα της οποίας να έχει διακοπεί η ηλεκτροδότηση του ως άνω ακινήτου. Τέλος, ότι παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, δεχόμενο αυθαίρετα ότι πρόκειται για ακίνητο το οποίο είναι σε αχρησία, αφού αυτός (αναιρεσείων), το είχε εκμισθώσει δύο φορές ήτοι στις 22-10-2019, και στις 21-4-2020, στοιχεία που συνηγορούν στην λειτουργικότητα του, αφού οι ως άνω μισθώσεις λύθηκαν για λόγους που δεν αφορούν τον εκμισθωτή. Β) Το κεφάλαιο που αφορά την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντος, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας προσδιορίζοντας την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του στο ποσό των 80.000 ευρώ, καθώς επίσης και προσδιορίζοντας το ποσό των μηναίων καταβολών για την διάσωσή της. Ειδικότερα, ότι κατά τον υπολογισμό της εμπορικής αξίας δεν έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για ημιτελές ακίνητο ήδη από το έτος 2008, το οποίο δεν έχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και δεν συνδέεται με δίκτυο ύδρευσης. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, το μεν διότι δεν αναφέρονται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία η προσβαλλόμενη παραβίασε, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, με ποίο τρόπο παραβιάστηκαν, τo δε διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως διδάγματα της κοινής πείρας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τόσο στο κεφάλαιο για την εκποίηση του ακινήτου, όσο και στο κεφάλαιο για την διάσωση της κύριας κατοικίας και συνεπώς, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. (ΑΠ 302/2022).

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς και τις διατάξεις του Π.Δ. 59/2016 και την με αριθμό 54/2015 Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας Ελλάδος, επειδή εφαρμόζοντας τους κανόνες του ανακριτικού συστήματος προσδιόρισε την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του αιτούντος στο ποσό των 80.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις οι πιστώτριες τράπεζες όφειλαν να προσκομίσουν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, έκθεση από ενεργειακό εκτιμητή - πολιτικό μηχανικό που θα προσδιόριζε την εμπορική αξία της ως άνω κατοικίας. Οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν ως Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Ειδικότερα η επικαλούμενη με το λόγο αυτό παραβίαση δεν αφορά στην εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα, που αφορά την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, οι εκθέσεις από εκτιμητή δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο, αλλά αξιολογούνται ελεύθερα, η δε κρίση του Δικαστηρίου περί της αξίας του ακινήτου θα σχηματισθεί από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίζονται. (ΑΠ 555/2024). Τέλος, η αιτίαση που αναφέρεται στον ίδιο λόγο ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο θα έπρεπε να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης κατ'άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου οι εφεσίβλητες- πιστώτριες να προσκομίσουν την απαιτούμενη έκθεση του ενεργειακού εκτιμητή, είναι αβάσιμες και απορριπτέες διότι η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατ'άρθρο 254 ΚΠολΔ, επανάληψη συζήτησης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, πλέον του ότι η εν λόγω διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Τέλος, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με το διατάξει την εκποίηση του ακινήτου (ξενοδοχείου) του αιτούντος, εκτιμώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα βελτιωθεί η θέση των πιστωτών, αποκλείοντας όμως έτσι την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου σε τρίτους, η οποία θα απέφερε έσοδα επ'ωφελεία των πιστωτών, παραβίασε την εκ του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Επομένως ο ανωτέρω τέταρτος λόγος, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1942/2024,ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 11-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7/16-11-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 157/2022, τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 275/2022, απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

<< Επιστροφή