Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1315 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1315/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΑΕ" και δ.τ. ""ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" (πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΕΓΑ"), που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Δ., χας Γ. Τ., κατοίκου ... και 2) Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στο Γαλάτσι Αττικής, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5977/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5977/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα στις 27.12.2022 με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (24.11.2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με τον αρ. του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 5977/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25.5.2020 και με αρ. εκθ. κατ. 28432/1691/2020 αγωγή τους κατά της αναιρείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την (πρώην) επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ" και ήδη "ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Α.Ε.", με την οποίαν, επικαλούμενες ότι κατά τον εκεί διαλαμβανόμενο τόπο και χρόνο, ο Σ. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το ασφαλισμένο στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα όχημά του, συγκρούστηκε, υπό τις εκεί περιγραφόμενες συνθήκες από αποκλειστική υπαιτιότητά του, με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του Γ. Τ., συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης εκ των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτών αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο του ανωτέρω. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 968/2022 οριστική απόφασή του επί της ανωτέρω αγωγής, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησαν η μεν εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 29-6-2022 έφεση, οι δε ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες την από 21.9.2022 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 5977/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ΑΘηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε και έκανε τυπικά δεκτές αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 26.9.2022 αντέφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, και δικάζοντας επί της υποθέσεως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε υπέρ καθεμίας των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 120.000 ευρώ, για την άνω αιτία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1β και παρ. 3 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Oι για τη σήμανση των oδών τoπoθετoύμενες πινακίδες είναι κατά κατηγoρίες oι εξής: α) ....β) Pυθμιστικές της κυκλoφoρίας (P), δηλωτικές (Ρ -32) της μέγιστης ταχύτητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ιδίου νόμου: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 6 του ΚΟΚ "1. O oδηγός επιτρέπεται να πρoσπεράσει πρoπoρευόμενo όχημα μόνo εφόσoν μπoρεί να τo κάνει χωρίς κίνδυνo ή παρακώλυση της κυκλoφoρίας και εφόσoν πρoειδoπoιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με τo άρθρo 21 παράγραφος 2 τoυ παρόντoς Kώδικα.)....6. O oδηγός, υπoχρεoύται μετά τo πρoσπέρασμα, να επαναφέρει τo όχημά τoυ πλησίoν τoυ δεξιoύ άκρoυ τoυ oδoστρώματoς, χωρίς κίνδυνo γι' αυτoύς πoυ πρoσπερνά. Aν όμως κινείται σε oδόστρωμα με δύo τoυλάχιστoν λωρίδες κυκλoφoρίας κατά κατεύθυνση και πρoτίθεται να πρoσπεράσει περισσότερα από ένα oχήματα, μπoρεί να παραμείνει στη λωρίδα πoυ χρησιμoπoιεί για τo πρoσπέρασμα, αν η ενέργειά τoυ αυτή δεν πρoκαλεί δυσχέρεια στoυς oδηγoύς ταχύτερων oχημάτων πoυ τoν πλησιάζoυν από πίσω", 19 παρ. 1, 2, 5 και 8β: "1. O oδηγός oδικoύ oχήματoς επιβάλλεται να έχει τoν πλήρη έλεγχo τoυ oχήματός τoυ ώστε να μπoρεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τoυς απαιτoύμενoυς χειρισμoύς. 2. O oδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα τoυ oχήματός τoυ λαμβάνων συνεχώς υπόψη τoυ τις επικρατoύσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση τoυ εδάφoυς, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της oδoύ, την κατάσταση και τo φoρτίo τoυ oχήματός τoυ, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλoφoρίας, κατά τρόπoν ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πoρεία τoυ oχήματός τoυ μπρoστά από oπoιoδήπoτε εμπόδιo πoυ μπoρεί να πρoβλεφθεί και τo oπoίo βρίσκεται στo oρατό από αυτόν μπρoστινό τμήμα της oδoύ. Yπoχρεoύται επίσης να μειώνει την ταχύτητα τoυ oχήματός τoυ και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πoρεία τoυ, όταν oι περιστάσεις τo επιβάλλoυν. .....5. Aπαγoρεύεται στoυς oδηγoύς oχημάτων να συναγωνίζoνται μεταξύ τoυς στην ταχύτητα.........8. Eκτός των κατoικημένων περιoχών, για τη διευκόλυνση τoυ πρoσπεράσματoς, oι oδηγoί oχημάτων, για τα oπoία επιβάλλεται ειδικός περιoρισμός ταχύτητας, ή συνδυασμoύ oχημάτων συνoλικoύ μήκoυς πάνω από επτά (7) μέτρα, υπoχρεoύνται, εκτός των περιπτώσεων κατά τις oπoίες ή πρoσπερνoύν ή ετoιμάζoνται να πρoσπεράσoυν, να τηρoύν αρκετή απόσταση από τα πρo αυτών κινoύμενα μηχανoκίνητα oχήματα, ώστε τα άλλα oχήματα πoυ τoυς πρoσπερνoύν να μπoρoύν ακίνδυνα να κινηθoύν στo μπρoστινό χώρo τoυ oχήματός τoυς". Τέλος, κατά το άρθρo 21 παρ. 1 του ιδίου νόμου: "O oδηγός πoυ πρoτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, oφείλει πρoηγoυμένως να βεβαιωθεί ότι μπoρεί να τo πράξει χωρίς κίνδυνo ή παρακώλυση των λoιπών χρηστών της oδoύ, oι oπoίoι κινoύνται πίσω, μπρoστά ή πλάι τoυ, ή ετoιμάζoνται να τoν πρoσπεράσoυν, λαμβάνoντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τoυς" και κατά το άρθρο 29 παρ. 9 αυτού "Η λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την κίνηση οχημάτων άμεσης ανάγκης και οχημάτων συντήρησης των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών ή των εταιρειών που, κατά παραχώρηση από το Δημόσιο, λειτουργούν, συντηρούν και εκμεταλλεύονται αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας, για την αντιμετώπιση έκτακτων γεγονότων, περιστατικών ή άλλων αναγκών. Οποιαδήποτε άλλη χρήση των λωρίδων έκτακτης ανάγκης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, απαγορεύεται". Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1214/2023, ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5977/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 30/9/2019 και ώρα 14:30, περίπου, ο 53 ετών Γ. Τ., συγγενής των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων- αντεκκαλουσών και συγκεκριμένα, σύζυγος της πρώτης εξ αυτών, Μ. Κ. και πατέρας της δεύτερης, Σ. Τ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, μοντέλο COROLLA, χρώματος μαύρου, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 23/12/2004, 1390 κ.ε, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την, εκ της κυκλοφορίας του, έναντι τρίτων αστική ευθύνη του, στην μη διάδικο ασφαλιστική εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ" και κινούταν στη Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πάτρα. Ταυτόχρονα, στην ίδια οδό, έχοντας την ίδια κατεύθυνση, κινούταν ο μη διάδικος Σ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ALFA ROMEO, μοντέλο 156, χρώματος μπλε, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 25/9/2000, 0120 κ.ε, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την, εκ της κυκλοφορίας του, έναντι τρίτων αστική ευθύνη του, στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - καθ' ής η αντέφεση ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ" και ήδη, κατόπιν τροποποίησής της, την 5/10/2021, "ΜINETTA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ". Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στην 92,850 Χ/Θ της ανωτέρω οδού, η οποία, στο σημείο αυτό, είναι μονής κατεύθυνσης αυτοκινητόδρομος (από Αθήνα προς Πάτρα), έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,20 μ., οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη λευκή διαγράμμιση επί του οδοστρώματος, πλέον της Λ.Ε.Α, που βρίσκεται στο δεξιό τμήμα της, έχει πλάτος 3,05 μ. και οριοθετείται από το οδόστρωμα με συνεχή λευκή διαγράμμιση και έρεισμα στο αριστερό άκρο της, πλάτους 1,20 μ., με υφιστάμενη κάθετη σήμανση, περί του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των κινούμενων σε αυτί] οχημάτων, Ρ-32 (130 χλμ/ώρα), συγκρούστηκαν και συγκεκριμένα, το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο Σ. Κ., συγκρούστηκε νωτομετωπικά, με το προπορευόμενο, ομορρόπως κινούμενο, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, στο μέσο και προς το αριστερό άκρο αυτής, πλησίον της διακεκομμένης λευκής διαγράμμισης που την οριοθετεί με την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο Γ. Τ., με αποτέλεσμα την εκτροπή και ανατροπή του οχήματος του τελευταίου εκτός της οδού και την ακινητοποίηση του οχήματος του πρώτου οδηγού εν τω μέσω αυτής, συνακόλουθα δε την ολοσχερή καταστροφή αμφοτέρων των οχημάτων, καθώς και τον ελαφρύ τραυματισμό του Σ. Κ. και τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. Ειδικότερα, επί του μοναδικού εριζόμενου ζητήματος των συνθηκών, υπό τις οποίες συνέβη η ανωτέρω σύγκρουση, συνακόλουθα και του ποιος εκ των εμπλεκόμενων οδηγών βαρύνεται με την υπαιτιότητα πρόκλησης αυτού, καθόσον τα λοιπά, αναφερόμενα αμέσως ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας περιστατικά, πλην αυτού της λωρίδας κυκλοφορίας, εντός της οποίας κινούνταν τα δύο οχήματα, αποδεικνύονται πλήρως λόγω της εκατέρωθεν συνομολόγησής τους, αποδείχθηκε ότι, μόλις ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος, Σ. Κ., προσέγγισε στην 92,850 Χ/Θ της ανωτέρω οδού, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, που ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο, στο σημείο αυτό, ανώτατο όριο των 130 χλμ/ώρα, ταυτόχρονα δε ενεργώντας και άσκοπους επικίνδυνους ελιγμούς, καθόσον διερχόταν ανάμεσα στα ομόρροπα, έμπροσθεν και πλησίον αυτού, κινούμενα στην ίδια οδό και κατεύθυνση οχήματα, προβαίνοντας σε διαδοχικές και συνεχείς υπερβάσεις αυτών, όχι μόνον εξ αριστερών, αλλά και εκ δεξιών, εισερχόμενος, μάλιστα, στη Λ.Ε.Α, καίτοι τούτο απαγορεύεται (άρθρα 20 παρ. 1 σε συνδ. με αρ. 4 παρ. 3/ Ρ-32,17 παρ. 1, 2 και 29 παρ. 3, 9 και 11 του ΚΟΚ), επιχείρησε να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, με υπέρβαση του προπορευόμενου, ομορρόπως κινούμενου, εντός της δεξιάς λουρίδας κυκλοφορίας από το μέσον αυτής και πλησίον του αριστερού άκρου της, υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος, που οδηγούσε ο Γ. Τ., με συνήθη, εντός του ανωτέρω ανώτατου επιτρεπόμενου, στο ανωτέρω σημείο, ορίου ταχύτητας, και, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, την οποία ο οδηγός Σ. Κ. είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, με συνέπεια να επιπέσει, με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια αυτού και υπό γωνία, στην οπίσθια αριστερή επιφάνεια του οχήματος του Γ. Τ. Η δε δύναμη και ένταση της πρόσκρουσης, συνεπεία της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο οδηγός Σ. Κ., ήταν τέτοια, ώστε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο Γ. Τ., εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και ακολούθως, εξετράπη δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, περιστράφηκε δεξιόστροφα και αφού προσέκρουσε, με την αριστερή επιφάνεια του, στις προστατευτικές μπάρες που βρίσκονται δεξιά της ανωτέρω οδού και κατεύθυνσης, έθραυσε αυτές και επέπεσε στο χωμάτινο πρανές που βρίσκεται δεξιά και αφού ανετράπη, ακινητοποιήθηκε στο έδαφος ιστάμενο στην αριστερή πλάγια επιφάνειά του. Το δε υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο Σ. Κ., μετά την πρόσκρουσή του, με την δεξιά εμπρόσθια επιφάνειά του, υπό γωνία, στην οπίσθια αριστερή επιφάνεια του οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Τ., λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, εξετράπη ανεξέλεγκτα, αρχικά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του και αφού κινήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ανώτερο) οδού και κατεύθυνσης, διανύοντας ανεξέλεγκτη πορεία περί τα 70 περίπου μέτρα, εξετράπη προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, προσέκρουσε, με την οπίσθια δεξιά επιφάνειά του, στις προστατευτικές μπάρες που βρίσκονται δεξιά της ανωτέρω οδού και κατεύθυνσης και αφού περιστράφηκε, ομοίως, δεξιόστροφα, ακινητοποιήθηκε κάθετα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με την εμπρόσθια επιφάνεια του στραμμένη προς τις προστατευτικές μπάρες που βρίσκονται δεξιά της οδού, και καταλαμβάνοντας, με το μεν οπίσθιο πλαϊνό τμήμα του, ήτοι από τα τελειώματα των μπροστινών θυρών έως πίσω στο πόρτ παγκαζ, το δεξιό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, με το δε εμπρόσθιο πλαϊνό τμήμα του, ήτοι από τις μπροστινές θύρες έως μπροστά στο καπώ της μηχανής, τη Λ.Ε.Α. Μετά την ανωτέρω σύγκρουση, ο οδηγός Σ. Κ. εξήλθε αυτοδύναμα από το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημά του, το οποίο άμεσα ανεφλέγη και, παρά τη διενεργηθείσα κατάσβεση της πυρκαγιάς από σταθμό της Π.Υ που προσήλθε στον τόπο του δυστυχήματος, καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ ο οδηγός Γ. Τ., εγκλωβίστηκε εντός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος του, μεταξύ της θέσης του οδηγού και του τιμονιού και επειδή ήταν άλλως πως αδύνατος ο απεγκλωβισμός του, όργανα του αρμοδίου σταθμού της Π.Υ προέβησαν στην κοπή της οροφής (ουρανού) του αυτοκινήτου, από τις τέσσερις κολώνες του, με μηχανικά μέσα. Αμφότεροι οι οδηγοί διακομίσθηκαν αυθημερόν, με όχημα σταθμού του ΕΚΑΒ, στο Γ.Ν Κορίνθου, όπου διαπιστώθηκε, περί ώρα 15:55, ο θάνατος του Γ. Τ. και ο ελαφρύς τραυματισμός του Σ. Κ., ο οποίος, περί ώρα 16:00 της ίδιας η μέρας, συνελήφθη, εντός του ανωτέρω νοσοκομείου από τους αρμόδιους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Π.Α.Θ.Ε Κορινθίας, που επιλήφθηκαν του επίδικου δυστυχήματος, στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης για τα αυτόφωρα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της επικίνδυνης οδήγησης (άρθρο 290Α Π.Κ.) και την 1/10/2019 προσήχθη, συνοδεία αστυνομικών, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά, περί των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο ατύχημα, αποδεικνύονται, σε συναξιολόγηση, μεταξύ τους και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ιδίως από τα εξής έγγραφα: 1) Από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που απεικονίζει τον τόπο του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέταξαν οι άμεσα επιληφθέντες αυτού αρμόδιοι αστυνομικοί προανακριτικοί υπάλληλοι του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Π.Α.Θ.Ε Κορινθίας. Συγκεκριμένα, από τα όσα έχουν επισημειωθεί σε αυτό, προκύπτουν (α) οι αρχικές πορείες των δύο οχημάτων, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας στην 92,850 Χ/Θ της Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πάτρα, (β) το πιθανό σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το οποίο εντοπίζεται εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και πλησίον, της διακεκομμένης λευκής διαγράμμισης που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ανωτέρω κατεύθυνσης της οδού, σχεδόν επί αυτής, (γ) η μετά την επίδικη σύγκρουση πορεία του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Τ. και δη η εκτροπή του έμπροσθεν και δεξιά, η πρόσκρουσή του στις δεξιές προστατευτικές μπάρες και η εκτροπή και ανατροπή του, ιστάμενου στο έδαφος με την αριστερή επιφάνεια του, στο δεξιό χωμάτινο πρανές της οδού, καθώς και η μετά την επίδικη σύγκρουση πορεία του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος, που οδηγούσε ο Σ. Κ. και δη η εκτροπή και κίνηση αυτού προς τα αριστερά, η εν συνεχεία εκτροπή του προς τα δεξιά, η περιστροφή και "κινητοποίησή του, κατά τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο και θέση της οδού, (δ) το μήκος της διαγραφείσας πορείας των οχημάτων, μετά την επίδικη σύγκρουσή τους και μέχρι την "κινητοποίησή τους, όπως προκύπτει από το μήκος των ιχνών από τα ελαστικά των δύο αυτοκινήτων, για τα οποία ίχνη ελαστικών, ναι μεν στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, οι ανωτέρω αρμόδιοι αστυνομικοί προανακριτικοί υπάλληλοι, δεν διαχωρίζουν ποιο όχημα αφορούν, πλην όμως, τούτο ευχερώς συνάγεται εκ της αντιστοίχισης των σημειωθέντων σημείων έναρξης και κατάληξής τους με τις σημειωθείσες τελικές θέσεις των οχημάτων και ειδικότερα: εκ των ιχνών Γ - Γ1 και Δ - Δ1, τα οποία, εκ της ανωτέρω αντιστοίχισης προκύπτει ότι ανήκουν στο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Τ., αποδεικνύεται ότι το όχημα αυτού κινήθηκε, μετά την επίδικη σύγκρουση και μέχρι να ακινητοποιηθεί, περί τα 70 μέτρα και εκ των ιχνών Ζ - Ζ1, Η - HI, Ε - Ε1, Θ - Θ1 και X - XI (τα δύο τελευταία καίτοι έχουν σημανθεί ως ίχνη ελαστικών, ουδόλως έχουν περιγραφεί επεξηγηματικά ως τέτοια στο εν λόγω σχεδιάγραμμα), τα οποία, εκ της ανωτέρω αντιστοίχισης προκύπτει ότι ανήκουν στο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Κ., αποδεικνύεται ότι το όχημα αυτού κινήθηκε, μετά την επίδικη σύγκρουση και μέχρι να ακινητοποιηθεί, περί τα 140 μέτρα, (ε) το ότι στο ανωτέρω σημείο η οδός είναι ευθεία οριζόντια, το είδος του οδοστρώματος είναι άσφαλτος και ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο, ήταν ημέρα, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, 2) Από τις φωτογραφίες που προσκομίζονται και απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα εμπλακέντα σε αυτό οχήματα, αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουσή τους, εκ της επισκόπησης των οποίων προκύπτουν οι πληγείσες, εκ της μεταξύ τους σύγκρουσης, επιφάνειές τους, οι οποίες είναι (α) η δεξιά εμπρόσθια και πλάγια επιφάνεια του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος του Σ. Κ. και (β) η αριστερή οπίσθια επιφάνεια του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος του Γ. Τ., ιδίως δε στη γωνία αυτής, πέραν των λοιπών ζημιών που υπέστησαν αυτά περιμετρικά μετά την μεταξύ τους επαφή, λόγω της εκτροπής τους και της πρόσκρουσης αμφοτέρων μεν στις προστατευτικές μπάρες, του δε υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος του Γ. Τ. και στο δεξιά της οδού χωμάτινο πρανές, 3) Από την με ημερομηνία 30/9/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Δ., Μηχανολόγου Μηχανικού, ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας, ...., και αφού εξέτασε τα δύο οχήματα, διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι (α) το όχημα του Σ. Κ. συγκρούστηκε μετωπικά υπό γωνία στην οπίσθια πλευρά του οχήματος του Γ. Τ., (β] η στρέβλωση της αριστερής πλευράς του οχήματος του Γ. Τ. έχει φορά από πίσω προς τα εμπρός, που είχε σαν αποτέλεσμα την στρέβλωση της θέσης του οδηγού, όπως αυτή απεικονίζεται στις συνημμένες στην εν λόγω έκθεση φωτογραφίες, (γ) και τα δύο οχήματα είχαν κατεύθυνση προς Πάτρα, συγκρούστηκαν νωτομετωπικά και η σύγκρουση ήταν σφοδρή, (δ) μετά τη σύγκρουση ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος έχασε τον έλεγχο αυτού, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, να περιστραφεί και προσκρούοντας με την αριστερή πλευρά του στις προστατευτικές μπάρες, κατέληξε στο πρανές της οδού, όπου ανετράπη στεκάμενο στο έδαφος, με την αριστερή πλευρά του, όπως εμφαίνεται στις συνημμένες στην έκθεση φωτογραφίες, (ε) ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος επίσης έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, που είχε σαν αποτέλεσμα, αφού προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες, να ακινητοποιηθεί στο οδόστρωμα και να εκδηλωθεί στο όχημά του πυρκαγιά, όπως εμφαίνεται στις συνημμένες στην έκθεση φωτογραφίες, (στ) όλα τα συστήματα, εξαρτήματα και λοιπά όργανα αμφοτέρων των οχημάτων, πριν το ατύχημα, λειτουργούσαν κανονικά και κατά τη γνώμη του, το ατύχημα δεν οφείλεται σε μηχανική βλάβη των οχημάτων, (ζ) κατά την γνώμη του, το ατύχημα οφείλεται στην απώλεια ελέγχου του οδηγού του οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ λόγω της σφοδρής πρόσκρουσης, στην οπίσθια πλευρά του, του υπ' αριθμ, κυκλοφορίας ... ΙΧΕ οχήματος και 4} Από την ένορκη κατάθεση του Γ. Κ., ο οποίος στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε για το δυστύχημα έχει καταγραφεί ως αυτόπτης, που δόθηκε ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων, Π. Γ. και Ν. Κ., την ίδια ημέρα του επίδικου δυστυχήματος (30/9/2019) και δύο ώρες αφότου αυτό συνέβη (ώρα 16:20), σύμφωνα με την οποία, λίγη ώρα πριν το συμβάν και συγκεκριμένα, περί ώρα 14:20 και περίπου 5 με 6 χλμ πριν από την 92,850 Χ/Θ που αυτό συνέβη, ο οδηγός Σ. Κ., βαίνοντας επί του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος του και κινούμενος με αυτό εντός της Λ.Ε.Α. της Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ενήργησε επικίνδυνη, από τα δεξιά, υπέρβαση στο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο ανωτέρω μάρτυρας, ομόρροπα, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πάτρα και εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού και ακολούθως, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και κινήθηκε με την ίδια αυξημένη ταχύτητα. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε επί λέξει: "... Ενώ οδηγούσα ενστικτωδώς είδα από τον καθρέπτη μου πίσω μου και σε απόσταση εκατό (100) μέτρων περίπου να κινείται στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) ένα ΕΙΧ αυτοκίνητο χρώματος μαύρο να με πλησιάζει. Βλέποντας ότι ο οδηγός του ανωτέρω οχήματος κινιόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα με κίνδυνο να πέσει πάνω μου έκανα απότομο ελιγμό αριστερά για να αποφύγω τη σύγκρουση. Πράγματι αφού με πέρασε ξυστά από δεξιά μου διαπίστωσα ότι ήταν ένα ΕΙΧ αυτοκίνητο μάρκας ALFA ROMEO χρώματος μαύρο ο οδηγός του οποίου κάνοντας ζιγκ ζαγκ κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας απομακρυνόμενος με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Κινούμενος κανονικά προς Πάτρα και στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας μετά από πέντε (5) με έξι (6) χιλιόμετρα περίπου είδα ότι είχε γίνει σοβαρό τροχαίο ατύχημα για το οποίο φοβόμουν ότι θα γίνει από την συμπεριφορά του οδηγού του ΕΙΧ αυτοκινήτου μάρκας ALFA ROMEO. Φθάνοντας στον τόπο του ατυχήματος είδα ένα ΕΙΧ αυτοκίνητο, χρώματος μαύρο να έχει βγει εκτός οδού και να έχει ανατραπεί και μπροστά εκατό (100) μέτρα περίπου είδα ακινητοποιημένο το ΕΙΧ που με είχε προσπεράσει πριν στην δεξιό λωρίδα κάθετα της οδού. Εκείνη τη στιγμή είδα τον οδηγό του ALFA ROMEO να βγαίνει σώος από το όχημα του και στη συνέχεια έπιασε φωτιά η μηχανή του...". Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, συναξιολογούμενα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται, σε σχέση με τις ειδικότερες περιστάσεις του ένδικου δυστυχήματος, τα εξής: (1ον) Ο Σ. Κ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημά του, ήδη πριν αυτό συγκρουστεί με το όχημα του Γ. Τ., κατά τρόπο επικίνδυνο για τους λοιπούς οδηγούς - χρήστες της οδού, χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορεί να έχει τον έλεγχό του, κινούμενος εντός της Λ.Ε.Α, δίχως να υπάρχει νόμιμος εξαιρετικός λόγος που να δικαιολογεί την κίνησή του αυτή, με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα, το όριο της οποίας δεν αποδείχθηκε ακριβώς, οπωσδήποτε, όμως, υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο, με ειδική σήμανση, επί της ανωτέρω οδού, όριο και διενεργώντας ελιγμούς και συγκεκριμένα, αλλαγή των λωρίδων κυκλοφορίας με υπερβάσεις των λοιπών οχημάτων, χωρίς, προηγουμένως, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με τρόπο ασφαλή, (2ον) Η ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο Σ. Κ. οδηγώντας το όχημά του, το όριο της οποίας υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο, με ειδική σήμανση, επί της ανωτέρω οδού, όριο, προκύπτει από το ότι, μετά την επίδικη σύγκρουση, το όχημά του διήνυσε μία απόσταση 140 μ. πριν ακινητοποιηθεί, σε αντίθεση με το όχημα που οδηγούσε ο Γ. Τ., το οποίο μετά τη σύγκρουση και μέχρι την ακινητοποίησή του, διήνυσε απόσταση 70 μ., συνυπολογισμένης, για αμφότερα τα οχήματα, της ταχύτητας που απορρόφησαν συνεπεία της σύγκρουσής τους, (3ον) Πριν από την επίδικη σύγκρουση αμφότερα τα οχήματα κινούταν ομόρροπα, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πάτρα, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού και η σύγκρουσή τους επήλθε ως αποτέλεσμα του επικίνδυνου και ανεπιτυχούς ελιγμού, που ενήργησε ο Σ. Κ. να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας με υπέρβαση του έμπροσθεν αυτού προπορευόμενου οχήματος του Γ. Τ., από αριστερά, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τις κυρίως πληγείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων και δη του μεν οχήματος του Σ. Κ. στην δεξιά εμπρόσθια του δε Γ. Τ. στην αριστερή οπίσθια με έντονο το χτύπημα στην γωνία αυτού και με φορά στρέβλωσης του σχήματός του από πίσω προς τα εμπρός, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από την επισκόπηση των φωτογραφιών των δύο οχημάτων που λήφθηκαν μετά τη σύγκρουσή τους και τα διαπίστωσε και ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας που τα εξέτασε, διορισμένος, μέσα στα πλαίσια "αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, από τους επιληφθέντες του συμβάντος αρμόδιους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους. Η επικαλούμενη από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - καθ' ης η αντέφεση ασφαλιστική εταιρεία διαφορετική κίνηση των οχημάτων πριν από την σύγκρουσή τους και συγκεκριμένα, ότι αυτά κινούνταν το μεν όχημα του Σ. Κ. στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, το δε όχημα του Γ. Τ. στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ουδόλως προκύπτει καθόσον στην περίπτωση αυτή, οι πληγείσες επιφάνειες τους, συνεπεία της επιγενόμενης σύγκρουσής τους, θα ήταν διαφορετικές και συγκεκριμένα, αυτά θα είχαν πληγεί, το μεν όχημα του Γ. Τ. στην δεξιά οπίσθια επιφάνειά του, το δε όχημα του Σ. Κ. στην αριστερή εμπρόσθια επιφάνειά του, ενώ διαφορετικές θα ήταν και οι τελικές θέσεις τους, κατά την ακινητοποίησή τους, καθόσον το πιθανότερο θα ήταν να εκτραπεί του οδοστρώματος το όχημα του Σ. Κ. Συνακόλουθα, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, αποδεικνύεται αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας - καθ' ής η αντέφεση ασφαλιστικής εταιρείας, ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται στον αιφνίδιο ελιγμό που ο οδηγός Γ. Τ. ενήργησε και συγκεκριμένα, στην αιφνίδια αλλαγή της κατεύθυνσης του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ σχήματός του, με την είσοδο αυτού από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, που κινούταν, στην δεξιά, όπου κινούταν ο Σ. Κ. με το υπ' αριθμ. κυκλ. ..., ασφαλισμένο σε αυτήν, ΙΧΕ όχημά του, με συνέπεια ο τελευταίος να αναγκαστεί, λόγω της εγγύτατης αποστάσεως και των υψηλών ταχυτήτων που επιτρεπτά είχαν αναπτυχθεί στον συγκεκριμένο αυτοκινητόδρομο, να επιπέσει με το όχημά του στο ανωτέρω όχημα του Γ. Τ. και περαιτέρω, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η επί του ισχυρισμού αυτού θεμελιωμένη ένσταση αυτής περί συνυπαιτιότητας του Γ. Τ. στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος σε ποσοστό 70%, την οποία αυτή πρότεινε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ο οποίος, ομοίως, απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν, υπό τις παραπάνω αποδειχθείσες πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, οφείλεται, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το οποίο απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, καίτοι με όλως ελλιπή αιτιολογία, την οποία το Δικαστήριο τούτο συμπληρώνει με την διαλαμβανόμενη αμέσως παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, που στηρίζει το ίδιο διατακτικό [άρθρο 534 ΚΠολΔικ), σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 εδαφ. β' ΑΚ) του Σ. Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος, ασφαλισμένου για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - καθ' ής η αντέφεση ασφαλιστική εταιρεία, ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που, με αντικειμενική κρίση, μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός ΕΙΧ αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει. Ειδικότερα, το πταίσμα του Σ. Κ. συνίσταται στο ότι, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 β και παρ. 3/Ρ32,12 παρ. 1, 1 7 παρ. 1 και 6,19 παρ. 1, 2, 5 και 8β, 20 παρ. 1, 21 παρ. 1, 29 παρ. 9 του Κ.0.Κ, συνδυαστικά και με τις διατάξεις των άρθρων 290 Α παρ. 1 περιπτ. β', 302 του ΠΚ και 914 του ΑΚ, διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις, που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ανωτέρω ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν οδηγούσε το ως άνω όχημά του με την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ασκώντας τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του αυτοκινήτου του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του οδηγούμενου, από αυτόν ΕΙΧ οχήματος, η οποία, αντίθετα, ήταν πάνω από την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 130 χλμ/ώρα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ανάλογα με την περίπτωση, να εκτελεί τους επιθυμητούς ελιγμούς και δη αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας με υπέρβαση των λοιπών οχημάτων, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά είχε αναπτύξει ταχύτητα υπερβαίνουσα του ανωτέρω ανώτατου επιτρεπόμενου, με ειδική σήμανση, ορίου στο ως άνω σημείο της οδού που κινούταν, διενεργούσε, ήδη πριν από την επίδικη σύγκρουση, αντικανονικές υπερβάσεις των λοιπών οχημάτων από δεξιά, κινούμενος εντός της Λ.Ε.Α και κατά την επιχειρούμενη υπέρβαση του προπορευόμενου υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος, που οδηγούσε ο Γ. Τ., κατ' ουσίαν κατά την επιχειρούμενη αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, από την δεξιά στην αριστερή, δεν έπραξε τούτο ακινδύνως για το ανωτέρω προπορευόμενο όχημα, τηρώντας την ενδεδειγμένη απόσταση ασφαλείας, κινούμενος παραπλεύρως σε απόσταση από αυτό, ούτως ώστε να καταστεί επιτυχής ο ελιγμός του και να μπορέσει, μετά την ολοκλήρωσή του, είτε να συνεχίσει την πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, είτε να επαναφέρει το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά, αντιθέτως, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει και της μη τήρησης των ενδεδειγμένων αποστάσεων ασφαλείας, επέπεσε με σφοδρότητα, με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του οχήματός του, υπό γωνία, στην οπίσθια δεξιά επιφάνεια του οχήματος του ανωτέρω οδηγού. Επισημαίνεται ότι, η κατάσταση του οδοστρώματος καθώς και οι καιρικές συνθήκες, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, όπως αυτές αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας, ήταν τέτοιες που, εφόσον ο Σ. Κ. οδηγούσε επιμελώς, καθιστούσαν δυνατή την από αυτόν επιτυχή υπέρβαση- αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας. Επιπροσθέτως, από το σύνολο των αποδείξεων, ουδόλως προέκυψε ότι το όχημα του Σ. Κ. είχε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη, ούτως ώστε να δικαιολογείται η κατά τα ανωτέρω επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Τ., συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης, τραυματίστηκε θανάσιμα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατά την επίδικη σύγκρουση, εγκλωβίστηκε στη θέση του (αυτήν του οδηγού), μεταξύ του καθίσματος του οδηγού και του τιμονιού, καθώς και ότι ήταν αδύνατο να απεγκλωβιστεί άλλως πώς, παρά μόνον με την κοπή, με μηχανικά μέσα, της οροφής του οχήματός του, στο ύψος και των τεσσάρων κολώνων αυτού, από το πλήρωμα του σταθμού της Υ.Π.Σ που προσήλθε στον τόπο του συμβάντος, όταν δε μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γ.Ν Κορίνθου, είχε ήδη αποβιώσει, περιστατικό εκ του οποίου προκύπτει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο θάνατός του επήλθε ακαριαία, κατά τον χρόνο της, προπεριγραφόμενης, σφοδρής σύγκρουσης του οχήματος του Σ. Κ. στο όχημά του. Τούτο, άλλωστε, το κατέθεσε ενόρκως, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και ο μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος συνδεόταν με τον θανόντα, όσο αυτός ζούσε, με συγγένεια εξ αγχιστείας (γαμβρός από αδελφή) και λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του, αυτής του πυροσβέστη, κατέφθασε στον τόπο του ατυχήματος, άμεσα κι επίσης, μετέβη και στο παραπάνω νοσοκομείο, στο οποίο ο Γ. Τ. διακομίσθηκε μετά τον απεγκλωβισμό του, όπου, όπως κατέθεσε, συνομίλησε με τους γιατρούς και τον ιατροδικαστή. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτοκ. ...-2019 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής, που συνέταξε ο Ν. Κ., Ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ναυπλίου και Καλαμάτας, ο οποίος, την 1/10/2019, διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή στο πτώμα του Γ. Τ......., ο θανών έφερε τις ακόλουθες κακώσεις : εκχύμωση βαθυέρυθρης χροιάς μεγίστης διαμέτρου 3 εκ. περίπου στη μεσότητα του έξω τμήματος της αριστερής μαστικής χώρας, εκδορά μεγίστης διαμέτρου 2 εκ. περίπου στο άνω τριτημόριο της έξω πλάγιας επιφάνειας του δεξιού αντιβραχίου, διάσπαρτες εκχυμώσεις ερυθρωπής χροιάς και εκδορές, μεγίστης διαμέτρου έως 3,5 εκ. περίπου στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης, εκδορά μεγίστης διαμέτρου 3 εκ., περίπου στη μεσότητα του άνω τρίτη μορίου της αριστερής ωμοπλατιαίας χώρας, εκτεταμένης εκτάσεως εκχύμωση βαθυέρυθρης χροιάς μετά εκδορών γραμμοειδούς οχήματος μήκους έως 7 εκ. περίπου, στη μεσότητα της αριστερής πλάγιας κοιλιακής χώρας, δύο εκχυμώσεις ερυθρωπής χροιάς μετά εκδορών, μεγίστης διαμέτρου 7 εκ. περίπου στη μεσότητα της έξω πλάγιας επιφάνειας του αριστερού βραχίονα, τραύμα με ομαλά χείλη μήκους 3 εκ, περίπου στη μεσότητα της πρόσθιας επιφάνειας του αριστερού βραχίονα, εκχύμωση μετά εκδοράς μεγίστης διαμέτρου 4 εκ. περίπου στην οπίσθια επιφάνεια της αριστερής αγκωνιαίας χώρας και διάσπαρτες εκδορές στη ραχιαία επιφάνεια της αριστερός άκρας χειρός. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ίδιου ιατροδικαστή, που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεσή του, εκ της νεκροτομής του πτώματος του Γ. Τ., προέκυψαν: 1) στην κεφαλή, με τομή που φέρεται από τη μία μαστοειδή απόφυση στην άλλη και την υπέγερση των κρημνών τα μαλακά μόρια παρουσιάζουν μικρή εστία αιμορραγικής διήθησης στην αριστερή κροταφική χώρα, 2) στο στόμα και στον λαιμό, διάταση 5ου - 6ου αυχενικού σπονδύλου, 3} στον θώρακα, παρουσία μεγάλης ποσότητας ελεύθερου αίματος σε αμφότερα τα ημιθωράκια και κάταγμα όλων των πλευρών του αριστερού ημιθωρακίου παρασπονδυλικά, 4) στον λάρυγγα - τραχεία, αιμορραγική διήθηση κατά το κάτω τριτημόριο αυτού, 5) στους πνεύμονες, διάσπαρτες εστίες θλάσεων στον αριστερό πνεύμονα και αιμορραγική διήθηση στην περιοχή των πυλών άμφω, 6) στην κοιλία, παρουσία ελεύθερου αίματος, 7) στον στόμαχο, ο βλεννογόνος παρουσίαζε επιπέδωση των πτυχών, 8) στο ήπαρ, το ηπατικό παρέγχυμα είχε καφεοειδή χροιά και ελαστική σύσταση, 9) ο σπλην, είχε ρήξεις κατά την σπλαχνική του επιφάνεια, 10) στους νεφρούς, ο αριστερός είχε αιμορραγική διήθηση στην περιοχή των πυλών και 11] στα λοιπά όργανα και στο λοιπό μυοσκελετικό σύστημα, παρατηρήθηκε κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού και διάταση της αριστερής ιεροπυελικής επιφάνειας. Τέλος, ο ανωτέρω ιατροδικαστής διαπίστωσε και διατύπωσε, στην εν λόγω έκθεσή του, ως αιτία θανάτου του Γ. Τ., τις πολλαπλές κακώσεις σώματος. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός, κατά την οδήγηση του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ οχήματός του και κατά το χρόνο της σε αυτό πρόσκρουσης του οχήματος του Σ. Κ., δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, ως όφειλε (άρθρο 12 παρ. 5 εδαφ. α του ΚΟΚ), ενώ, επίσης, αποδείχθηκε ότι δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την παράλειψή του αυτή. Ειδικότερα, όπως διαπιστώθηκε από τον προαναφερόμενο πραγματογνώμονα, τον οποίο διόρισαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί προανακριτικοί υπάλληλοι του Τ. Τ. Αυτοκινητοδρόμων ΠΑΘΕ Κορινθίας, Κ. Δ., ο Γ. Τ. στη θέση της στήριξης είχε κουμπώσει άλλο κούμπωμα. Τούτο εμφαίνεται και στη σχετική φωτογραφία που ο παραπάνω πραγματογνώμονας έχει επισυνάψει στην έκθεσή του. Ωστόσο, ενόψει των αποδεδειγμένων, κατά τα ανωτέρω, (α) προαναφερόμενων σωματικών κακώσεων που υπέστη ο Γ. Τ. κατά την επίδικη σύγκρουση, (β) του είδους της επίδικης σύγκρουσης, η οποία ήταν νωτομετωπική, συνιστάμενη στην πρόσκρουση του οχήματος του υπαιτίου οδηγού Σ. Κ., με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνειά του και υπό γωνία, στην οπίσθια αριστερή επιφάνεια του οχήματος του Γ. Τ., (γ) της φοράς της στρέβλωσης που υπέστη το όχημα του τελευταίου, λόγω της σε αυτό πρόσκρουσης του έτερου οχήματος του υπαιτίου οδηγού, ήτοι από πίσω προς τα εμπρός και (δ) της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο Σ. Κ., σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παράλειψη αυτή του Γ. Τ. δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του, ο οποίος δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμη κι αν αυτός είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας και τούτο διότι, οι σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του και μάλιστα ακαριαία, οφείλονται στο ότι το σώμα του, λόγω της ανωτέρω φοράς της πρόσκρουσης και της σφοδρότητας αυτής, συνεπεία της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο υπαίτιος οδηγός, εγκλωβίστηκε μεταξύ του καθίσματος του οδηγού και του τιμονιού και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο απεγκλωβισμός του κατέστη δυνατός μόνον με την διά μηχανικών μέσων κοπή των κολώνων του αυτοκινήτου του και την αφαίρεση της οροφής αυτού. Ακολούθως, η ως άνω παράλειψη δεν στοιχειοθετεί υπαιτιότητα του Γ. Τ. στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού που υπέστη στο επίδικο δυστύχημα και συνακόλουθα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ 'ουσίαν ο σχετικός ισχυρισμός και η επ' αυτού θεμελιωμένη ένσταση συνυπαιτιότητας (σε ποσοστό 50%), που η εναγόμενη- εκκαλούσα - καθ' ής η έφεση προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει, νόμιμα και παραδεκτά, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ο οποίος κρίνεται ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν...." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην από 29.6.2022 έφεση της αναιρεσείουσας και κρίνοντας, όπως και πρωτοδίκως, αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του Γ. Τ., τον Σ. Κ., οδηγό του με αρ. κυκλ. ... ΙΧ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, δεχόμενο τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν παραβίασε ούτε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 3 (Ρ-32), 17 παρ. 1, 2 και 29 παρ. 3, 9 και 11 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης, τα δε πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας (αμέλειας) αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων, συγγενών του θανόντος οδηγού Γ. Τ. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του άνω οδηγού όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού Γ. Τ. και συγκεκριμένα, δέχθηκε: Α) ότι ο μη διάδικος Σ. Κ., που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενος στη Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών, με κατεύθυνση προς Πάτρα, όταν έφθασε στην 92,850 Χ/Θ της ανωτέρω οδού, στο σημείο όπου αυτή είναι μονής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και με συνολικό πλάτος 12,20 μέτρων, διαχωριζόμενες με διακεκομμένη λευκή διαγράμμιση και με υφιστάμενη κάθετη σήμανση Ρ-32 (130 χλμ/ώρα), συγκρούστηκε νωτομετωπικά, με το προπορευόμενο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, που οδηγούσε ο Γ. Τ., κινούμενος ομόρροπα, με κανονική ταχύτητα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, στο μέσο και προς το αριστερό άκρο αυτής, κοντά στη λευκή διαγράμμιση, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή αμφοτέρων των οχημάτων. Β) ότι ο Σ. Κ., έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, και δη μεγαλύτερη των 130 χλμ/ώρα και πραγματοποιώντας άσκοπους και επικίνδυνους ελιγμούς, διερχόμενος ανάμεσα στα ομόρροπα, έμπροσθεν και πλησίον αυτού κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση οχήματα, με διαδοχικές και συνεχείς υπερβάσεις αυτών, εξ αριστερών και εκ δεξιών, εισερχόμενος στη Λ.Ε.Α, όταν πλησίασε στην παραπάνω χ/θ της οδού, επιχειρώντας να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα του Γ. Τ., ο οποίος οδηγούσε με κανονική ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου και χωρίς να επιχειρεί κανέναν ελιγμό, αυτός (Σ. Κ.) απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας και προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια αυτού, και υπό γωνία, στην οπίσθια αριστερή επιφάνεια του οχήματος του Γ. Τ., το οποίο λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης, εκτινάχθηκε προς τα εμπρός, εξετράπη δεξιά σε σχέση με την πορεία του, διανύοντας πορεία 70 περίπου μέτρων, περιστράφηκε δεξιόστροφα, προσέκρουσε με την αριστερή επιφάνεια του στις προστατευτικές μπάρες, έθραυσε αυτές και αφού ανετράπη, ακινητοποιήθηκε στο χωμάτινο πρανές, που βρίσκεται δεξιά, ιστάμενο στην αριστερή πλάγια επιφάνειά του, το δε όχημα, που οδηγούσε ο Σ. Κ. εξετράπη προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και αφού διήνυσε ανεξέλεγκτη πορεία περίπου 140 μέτρων, (συνυπολογισμένης, για αμφότερα τα οχήματα, της ταχύτητας που απορρόφησαν συνέπεια της σύγκρουσής τους) προσέκρουσε στις δεξιά αυτού ευρισκόμενες προστατευτικές μπάρες και ακινητοποιήθηκε κάθετα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας με το οπίσθιο πλαϊνό τμήμα του το δεξιό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με το δε εμπρόσθιο πλαϊνό την Λ.Ε.Α. Γ) ότι ο Γ. Τ., εγκλωβίστηκε εντός του οχήματος του, μεταξύ της θέσης του οδηγού και του τιμονιού και επειδή ήταν αδύνατος ο απεγκλωβισμός του, όργανα του Σταθμού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, προέβησαν στην κοπή της οροφής (ουρανού) του αυτοκινήτου, Δ) ότι το όχημα του Σ. Κ. συγκρούστηκε μετωπικά υπό γωνία στην οπίσθια πλευρά του οχήματος του Γ. Τ. και η στρέβλωση της αριστερής πλευράς του οχήματός του έχει φορά από πίσω προς τα εμπρός, που είχε σαν αποτέλεσμα την στρέβλωση της θέσης του οδηγού, Ε) ότι κατά το χρόνο της πρόσκρουσης ο Γ. Τ. δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, πλην όμως η παράλειψη αυτή, λόγω του είδους της σύγκρουσης, (νωτομετωπική), αλλά και της φοράς της στρέβλωσης του οχήματός του, ήτοι από πίσω προς τα εμπρός, της αδικαιολόγητα υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο Σ. Κ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του, ο οποίος δεν θα είχε αποφευχθεί, ακόμη κι αν αυτός είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, διότι ο εγκλωβισμός του μεταξύ του καθίσματος του οδηγού και του τιμονιού οφειλόταν στην ως άνω στρέβλωση του αυτοκινήτου, γι' αυτό δε απαιτήθηκε για τον απεγκλωβισμό του η κοπή των κολώνων του αυτοκινήτου και η αφαίρεση της οροφής του. Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης ουδόλως αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, γίνεται δεκτό ότι ο Σ. Κ., κινείτο με υπερβολική ταχύτητα διενεργώντας ελιγμούς και συγκεκριμένα, αλλαγή των λωρίδων κυκλοφορίας, με υπερβάσεις των λοιπών οχημάτων του αυτοκινητοδρόμου, επεχείρησε δε προσπέραση του οχήματος του θανόντος οδηγού, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο με τρόπο ασφαλή. Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης στο αποδεικτικό της πόρισμα, καλύπτουν πλήρως, χωρίς λογικά κενά και με επαρκείς αιτιολογίες το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (και όχι συνυπαιτιότητας) και ελλείψεως συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού στο θανάσιμο τραυματισμό του, διατάξεων του Α.Κ. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου (αλληλοσυμπληρούμενοι) πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 22/2023, Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο αποβιώσας, ηλικίας, κατά το χρόνο που συνέβη το δυστύχημα, πενήντα τριών (53) ετών, γεννηθείς την 28/8/1966, ήταν υγιής και αρτιμελής, εργαζόταν ως δασοφύλακας στη Γενική Διεύθυνση Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων του Δασαρχείου Πατρών και παράλληλα απασχολούταν με γεωργικές καλλιέργειες. Όσο ζούσε, είχε τελέσει νόμιμο γάμο την 21/10/2000 με την πρώτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, Μ. Κ., γεννηθείσα την .../1970, ο οποίος δεν είχε λυθεί κατά τον επίδικο χρόνο και συμβιούσαν αρμονικά στο Δ.Δ. Δαμακινίου Αιγιαλείας του Ν. Αχαϊας μέχρι το θάνατό του. Από το γάμο του με την ανωτέρω ο Γ. Τ. απέκτησε, την .../2001, μία θυγατέρα, την Σ. Τ., δεύτερη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, η οποία το έτος που συνέβη το δυστύχημα είχε μόλις εισαχθεί στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική Σχολή στο Τμήμα Φιλολογίας. Ο Γ. Τ. διατηρούσε, με τη σύζυγο και την θυγατέρα του, στενούς συγγενικούς δεσμούς αγάπης, στοργής και στενού ψυχικού δεσμού. Ο, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου δυστυχήματος και συνέβη κατά την επιστροφή του Γ. Τ. από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί για να εγκαταστήσει το μοναδικό τέκνο του, δεύτερη ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα, που ξεκινούσε τη φοίτησή της στο πανεπιστήμιο, προξένησε στη σύζυγο και στη θυγατέρα του βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και τους δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, καθόσον έχασαν η μεν σύζυγός του, τον σύντροφό της, με τον οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να συμβιώνει αρμονικά τα επόμενα είκοσι (20) έτη, απολαμβάνοντας την στήριξή του, ηθική και οικονομική, καθώς η ίδια ουδέποτε εργάστηκε και τη μεταξύ τους συντροφικότητα, η δε θυγατέρα του, τον πατέρα της, στερούμενη την αγάπη, τις συμβουλές και την εν γένει (ηθική και οικονομική) στήριξη που αυτός της προσέφερε. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε στις ενάγουσες - εφεσίβλητες - αντεκκαλούσες μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, η ηλικία του θανόντος κατά τον επίδικο χρόνο (53 ετών), η ηλικία και η ευαισθησία των ανωτέρω δικαιούχων και δη πενήντα (50) ετών η σύζυγός του και δέκα οκτώ (18) ετών η θυγατέρα του, σε συνδυασμό με το είδος και τον βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου κάθε μίας με τον θανόντα, που ήταν ανάλογος με την ανωτέρω συγγένειά τους, βάσει της οποίας αξιολογείται ισοδύναμος, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε η καθεμία από αυτές, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του θανόντος και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτού (δημόσιος υπάλληλος και αυτοαπασχολούμενος αγρότης), μη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης - εκκαλούσας - καθ' ής η αντέφεση, ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι μόνον εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στο ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ για καθεμία από αυτές. Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως, ..... Ακολούθως, κατά παραδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του μοναδικού λόγου της αντέφεσης που άσκησαν οι ενάγουσες, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση αυτών, λόγω της ψυχικής οδύνης τους, στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ για καθεμία, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας..... απορριπτομένων των όσων αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της,...". Κατόπιν τούτου το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στις αναιρεσίβλητες (σύζυγο και θυγατέρα του θανόντος) το ποσό των 120.000 ευρώ σε καθεμία, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 932 εδ. γ' του Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στις αναιρεσιβλήτους, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα), δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.12.2022 αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 5977/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης.
Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ