Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1317 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1317/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Κορέλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1486/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1686/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28/4/2023 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 82/2023) αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ., προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1686/2023 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 29/5/2023, έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (13/2/2023), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1686/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσείουσα, Ε. Κ. του Γ., με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 17/7/2013 (αριθμ. καταθ. 5098/2013) αίτησή της κατά του ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ΤΠΚΔ), ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής της προς αυτό, με την υπαγωγή της στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1486/2019 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν α) η από 27/7/2019 (ΕΑΚ3663/2019) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 9/8/2021 (ΕΑΚ2153/2021) έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1686/2023 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 27/7/2019 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 9/8/2021 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αίτηση και απέρριψε αυτήν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΠ1071/2024, ΑΠ1105/2023, ΑΠ1104/2023, ΑΠ601/2023, ΑΠ1199/2022, ΑΠ1508/2022, ΑΠ834/2021, ΑΠ59/2021, ΑΠ156/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ247/2024, ΑΠ988/2023, ΑΠ475/2023, ΑΠ610/2023, ΑΠ905/2023).
Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ1295/2022, AΠ999/2022, ΑΠ609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ983/2021, ΑΠ416/2022, ΑΠ81/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ247/2024, ΑΠ1549/2021, ΑΠ65/2017, ΑΠ73/2016, ΑΠ825/2015, ΑΠ 168/2015). Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ247/2024, ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).
Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής, ένστασης κλπ., για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή(ή η ένσταση) είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος ή τη θεμελίωση της ένστασης (ΑΠ1046/2024, ΑΠ474/2024, ΑΠ905/2023).
Με τους συναφείς πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια (κατ' ορθή εκτίμηση του πρώτου λόγου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης), αιτιώμενη, με αμφοτέρους τους ως άνω λόγους, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθόσον έλαβε υπόψη του και δέχθηκε ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής της ληξιπρόθεσμης οφειλής της προς το ήδη αναιρεσίβλητο (ΤΠΚΔ), παρά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται, η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε προσηκόντως από το αναιρεσίβλητο διότι ήταν αόριστη, αρκούμενο έτσι σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Προς θεμελίωση δε των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, αναφέρεται κατά λέξη το περιεχόμενο της προαναφερόμενης ένστασης, όπως αυτή προτάθηκε από το αναιρεσείον, τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην κατ' έφεση δίκη. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης δόλου προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, όπως δεν αναφέρεται και ο τρόπος υποβολής του.
Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 31/1/2019 προσθήκης-αντίκρουσης στις προτάσεις που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της από 27/7/2019 έφεσής της και των από 26/5/2022 προτάσεών της, ως εκκαλούσας-εφεσίβλητης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός στην πρωτοβάθμια δίκη, ούτε επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως λόγος έφεσης, η δε αναφορά στις από 26/5/2022 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου της, ότι "Ορθά απερρίφθη η ένσταση του αντιδίκου για δόλο. Δεν αναφέρονται βέβαια τα δήθεν πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίσθηκε η εν λόγω απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση", χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων αοριστιών σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, δεν συνιστά παραδεκτή προβολή ισχυρισμού περί αοριστίας αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 § 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ686/2024, ΑΠ1069/2024, ΑΠ1226/2023, ΑΠ21/2023, ΑΠ803/2023, ΑΠ651/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ257/2020, ΑΠ610/2020, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017). Με τον δεύτερο λόγο και με το τέταρτο σκέλος (υπό το στοιχείο δ') του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε την εκ δόλου περιέλευση της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα, έλαβε υπόψη την αορίστως προβληθείσα ένσταση του αναιρεσίβλητου περί της με δόλο περιέλευσής της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν προβλέπεται η από τον αριθμό 5α του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. α', β' και γ' σκέλη) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι (κατ' εκτίμηση) το δικαστήριο της ουσίας με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε την με δόλο περιέλευση της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται το σύνολο των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά παρατίθενται επιλεγμένα αποσπάσματα αυτών, ούτε αναφέρονται ποιες επιπλέον παραδοχές έπρεπε να περιέχει η απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναφορικά με το δόλο της. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Η αιτούσα έχει γεννηθεί το έτος 1955, είναι δε σήμερα 67 ετών (κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ήταν 58 ετών, είναι άγαμη και δεν έχει τέκνα. Μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2011 εργαζόταν ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος με βαθμό Α του κλάδου ΔΕ Εφοριακών Υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και συγκεκριμένα εργαζόταν ως εφοριακός υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ Μεγάλων Επιχειρήσεων, πλην όμως την 27-11-2011 τέθηκε σε καθεστώς προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας δυνάμει των διατάξεων της υποπαρ. ιγ και τις παρ. 2 και 6 του άρθρου 33 του Ν. 4024/2011 (Διαπιστωτική Πράξη με αριθμό Πρωτοκόλλου Δ2Δ1168887ΕΞ2011/8045/12-12-2011 ) μέχρι και την 10-5-2013 όπως διαπιστώθηκε με την από 16-5-2013 Διαπιστωτική Πράξη με αριθμό πρωτοκόλλου Δ2Δ 1079842ΚΞ213, οπότε και επήλθε η αυτοδίκαιη απόλυσή της από την Υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαρ. ιγ του άρθρου 33 του Ν. 4024/2011, ενώ υπέβαλε αίτημα στον αρμόδιο συνταξιοδοτικό φορέα την 25-5-2013 προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί. Το 2019 ελάμβανε σύνταξη 1.228 ευρώ, ενώ το 2022 η σύνταξή της ανέρχεται σε 1.272 ευρώ. Τα εισοδήματά της ανέρχονταν, το 2009 σε 29.335 ευρώ, το 2010 σε 29.318 ευρώ, το 2011 σε 34.310 ευρώ, το 2012 σε 32.253 ευρώ, το 2013 σε 23.641 ευρώ, το 2014 σε 20.911 ευρώ, το 2014 σε 17.268 ευρώ, το 2015 σε 17.521 ευρώ, το έτος 2016 σε 16.332 ευρώ, το έτος 2017 σε 16.566 ευρώ, το 2018 σε 16.404 ευρώ, το 2019 σε 16.721 ευρώ, το 2020 σε 16.404 ευρώ και το 2021 σε 16.404 ευρώ. Η αιτούσα στις 27-5-2009 (ήτοι 10 έτη πριν την υπό κανονικές συνθήκες συνταξιοδότησή της) έλαβε από τον καθ' ου η αίτηση Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο συνολικού ποσού ύψους 260.000 ευρώ, για την αγορά του διαμερίσματος που αποτελεί την πρώτη κατοικία της και ειδικότερα μία ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που αποτελείται από σαλόνι, τραπεζαρία με συνεχόμενη κουζίνα, δύο κοιτώνες, δύο λουτρά, τρεις ημιυπαίθριους χώρους και βεράντες, συνολικής επιφάνειας 124,56 τμ και που βρίσκεται σε πολυκατοικία κτισμένη το έτος 2005 στη Γλυφάδα Αττικής, επί της οδού ... Στην ίδια ως άνω πολυκατοικία ως παρακολουθήματα του ανωτέρω ακινήτου υφίστανται μια αποθήκη του υπογείου, η οποία έχει επιφάνεια 7,54 τμ καθώς και δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 10,12 και 12,15 τμ αντιστοίχως. Το ανωτέρω δάνειο για το οποίο τηρείται ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, η αιτούσα συμφώνησε με το ΤΠΔ να το αποπληρώσει σε 60 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις έκαστη εκ ποσού 8.799,18 ευρώ ήτοι 1.466,53 ευρώ μηνιαίως (30 έτη). Η αιτούσα όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 3-2-2022 κατάσταση οφειλών του Τ.Π.κ.Δ. κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 4.508,59 ευρώ, καθώς είχε προβεί σε μερική εξόφληση του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους με πίστωση ποσού 24.196,88 ευρώ στην εξυπηρέτηση του δανείου τον 4/2015 από το εφάπαξ το οποίο έλαβε ένεκα της απόλυσης/ συνταξιοδότησής της. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, πράγματι μετά το 2013 υπήρξε μία μείωση στα εισοδήματά της, καθώς πλέον είχε συνταξιοδοτηθεί. Η μείωση δε αυτή, οδήγησε σε λήψη σύνταξης ποσού 1.250 ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει ότι πλέον η αιτούσα, βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία να καλύψει την οφειλή της, όπως ορθώς δέχτηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Όμως από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η αιτούσα ακόμα και αν δεν συνταξιοδοτείτο κατά το χρόνο αυτό (2013), θα μπορούσε να μείνει στην εργασία της επιπλέον μόνο για 7 ακόμα έτη (2020), καθώς μετά θα ελάμβανε υποχρεωτικά σύνταξη λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου ορίου ηλικίας. Η λήψη ενός τόσο υψηλού δανείου, για την αγορά ενός τόσο ακριβού διαμερίσματος, το οποίο μάλιστα έχει επιφάνεια 124 τ.μ. και έχει επιπλέον και δύο κλειστές θέσεις πάρκινγκ-καίτοι η ίδια δεν έχει αυτοκίνητο-, σαφώς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως λήψη στεγαστικού δανείου για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών, ειδικά αν συνυπολογιστεί επιπλέον και το γεγονός ότι η ίδια είναι άγαμη και δεν έχει τέκνα, μένει δε μόνη της και προφανώς μέχρι το 2009 κάλυπτε εύκολα με μίσθωση τις ανάγκες στέγασης. Ο δανεισμός επομένως στον οποίο προσέφυγε δεν προκύπτει να έγινε για κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή ανάγκη, αφού μάλιστα το εισόδημά της, μέχρι τότε, δεν δικαιολογούσε κάτι τέτοιο και ήταν ικανοποιητικό, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν είχε άλλες δαπάνες, πλην τις προσωπικές της αποκλειστικά δαπάνες για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών της. Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι απαιτούνταν η λήψη του ανωτέρω στεγαστικού δανείου, πολύ δε περισσότερο, δεν δικαιολογείτο η υπερχρέωση της αιτούσας με την καταβολή μιας πολύ μεγάλης δόσης, η οποία ήταν βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να καλυφθεί όταν πλέον θα συνταξιοδοτείτο σε λίγα χρόνια λόγω ηλικίας. Γνώριζε επομένως ή τουλάχιστον μπορούσε να προβλέψει την μελλοντική αδυναμία καλύψεώς της ανωτέρω δόσης αποκλειστικά από τη σύνταξη την οποία θα ελάμβανε, είτε από το εφάπαξ το οποίο θα ελάμβανε, καθώς τελικά πράγματι έλαβε σχεδόν το σύνολο του εφάπαξ (28.000 ευρώ αντί 34.000 ευρώ), ποσό πολύ μικρό για την κάλυψη του δανείου. Η μόνη δυνατότητα θα ήταν να μπορούσε να χρηματοδοτεί την εξόφληση της μηνιαίας δόσης, από αποταμιεύσεις τις οποίες τυχόν θα είχε καθώς για πολλά έτη είχε ιδιαίτερα υψηλά έσοδα, πλην όμως ουδέν στοιχείο αποδεικτικό αποταμίευσης προσκομίζει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτούσα δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από το χρόνο λήψεως του ως άνω δανείου διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον. Ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας της δανειολήπτριας, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει, άνευ άλλου τινός, τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών της δανειολήπτριας. Από όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτούσα, δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, προβαίνοντας στη λήψη του ανωτέρω στεγαστικού δανείου για την απόκτηση της κύριας κατοικίας της, μολονότι δεν υπήρχε κανένας πιεστικός ή αναγκαίος λόγος, αλλά αντίθετα προέβη στα ανωτέρω, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που της επέτρεπε το εισόδημά της (τότε και στο μέλλον), υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, ενώ επιπλέον γνώριζε ήδη κατά το χρόνο λήψεως του στεγαστικού δανείου ότι στο μέλλον και δη σε 10 έτη θα αδυνατούσε να καλύψει την μηνιαία δόση των 1466,53 ευρώ η οποία θα έπρεπε να καταβάλλετο για 30 έτη, ή τουλάχιστον αποδεχόμενη πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής της και αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά το χρόνο λήψης του στεγαστικού δανείου, γνώριζε ότι η αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε σχεδόν βέβαιη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα της αιτούσας, είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Κατόπιν των ανωτέρω, ο επαναφερόμενος με την υπό κρίση (Β) έφεση, ισχυρισμός του εκκαλούντος - καθ' ού η αίτηση, ότι η αιτούσα - εφεσίβλητη εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, πρέπει να γίνει δεκτός. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, άνευ δόλου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού του 3ου λόγου της υπό στοιχεία (Β) έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρονται η προσωπική και οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, η τελευταία συμφώνησε με το αναιρεσίβλητο δάνειο ύψους 260.000 ευρώ, το οποίο υπερέβαινε τις στεγαστικές ανάγκες της, καθώς προέβη στην αγορά ακινήτου, που βρίσκεται στη Γλυφάδα Αττικής, επιφανείας 124,56 τ.μ. για να κατοικεί μόνη σ' αυτό, καθώς και δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, ενώ η ίδια δεν διέθετε αυτοκίνητο, χωρίς να είναι βέβαιη για το ύψος των εισοδημάτων της, ενόψει της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής της μετά από επτά έτη, λόγω συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου ηλικίας της, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που της επέτρεπε το εισόδημά της (τότε και στο μέλλον), υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, ενώ επιπλέον γνώριζε ήδη κατά το χρόνο λήψεως του στεγαστικού δανείου ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να καλύψει την μηνιαία δόση των 1466,53 ευρώ, η οποία θα έπρεπε να καταβάλλεται για 30 έτη, διαβλέποντας το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, όπως συνέβη και αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό. Όλα τα προαναφερόμενα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα περί της εκ δόλου περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμών. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, οι οποίες συνοψίζονται στο ότι τα εισοδήματά της υπέστησαν ραγδαία μείωση εντός τεσσάρων ετών από τη λήψη του δανείου, ότι ανέμενε τη συνταξιοδότησή της μετά από έντεκα έτη με υψηλότερη σύνταξη και υψηλότερο εφάπαξ βοήθημα, ότι το δικαστήριο παρέβλεψε το "πασίδηλο γεγονός" της οικονομικής ευμάρειας κατά το έτος του δανεισμού της, ότι το ακίνητο που αγόρασε με το δάνειο που έλαβε δεν είναι πολυτελές, ότι συγκατοικούσε σε αυτό με τον υπερήλικα πατέρα της και ότι, παρά τις προσπάθειές της, δεν μπόρεσε να εκμισθώσει τις δύο θέσεις στάθμευσης διότι δεν υπήρξαν ενδιαφερόμενοι μισθωτές, συνέχονται αποκλειστικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023, ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/4/2023 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 82/2023) αίτηση της Ε. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1686/2023 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ