ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1318/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1318/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1318/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1318 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1318/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Στεφανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Συντονίστριας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, που κατοικοεδρεύει στο Ηράκλειο, 3) Η. - Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ε. Π. του Μ., κατοίκου ... και 5) Δ. Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 5η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την Αγγελική Γκρίντζαλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεών τους παρέμβαση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2017 μη οριστική και 221/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείον και οι 1ος, 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η 5η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2024 και ....2024 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, Ι. Α. και της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, Α. Β., αντιστοίχως, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση, από 15/6/2023 (αριθμ. καταθ. 32/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 100/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), με παρόντες τους διαδίκους. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 16/6/2023, έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (16/6/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 100/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Με την από 14/7/2017 (αριθμ. καταθ. Γ.Α.2149/ΕΜ389/2017) αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο ήδη αναιρεσείων, Κ. Τ., ισχυριζόμενος ότι είναι ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας το έτος 2012 αδελφής του, Χ. Τ., ζήτησε να του επιτραπεί η ανάκληση της υπ' αριθμ. ....2002 ιδρυτικής πράξης της Συμ/φου Ηρακλείου Κ. Σ., με την οποία ως άνω αποβιώσασα συνέστησε ίδρυμα με την επωνυμία "Αρχιτέκτων Γ. Κ. Τ.", για το λόγο ότι η Διοίκηση, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2002 έγγραφο, γνωστοποίησε στην αδελφή του ότι δεν εγκρίνεται η έκδοση διατάγματος για τη σύσταση του ιδρύματος, διότι η περιουσία του δεν κρίνεται επαρκής για την πραγματοποίηση των τασσόμενων κοινωνικών σκοπών. Η αίτηση συνεκδικάσθηκε με την από 17/10/2017 αυτοτελή παρέμβαση που ασκήθηκε με τις προτάσεις από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, με την οποία, οι παρεμβαίνοντες, μεταξύ άλλων, ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, ισχυριζόμενοι ότι η αποβιώσασα, με ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε το Ίδρυμα γενικό κληρονόμο της και τον αιτούντα-αναιρεσείοντα κληρονόμο επί δήλων πραγμάτων, αλλά στην πραγματικότητα κληροδόχο, συνεπώς αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την υποβολή της αίτησης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 221/2019 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η από 18/6/2019 έφεση (αριθμ. καταθ. 187/2019) του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 14/9/2020 (αριθμ. καταθ. 441/2019) πρόσθετη παρέμβαση των εκτελεστριών της διαθήκης της ως άνω αποβιώσασας υπέρ των εφεσίβλητων (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντων) και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 100/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης με αυτήν της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήρια εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα πλήρεις και όχι αποσπασματικές (ΑΠ935/2024, ΑΠ215/2024, ΑΠ465/2023, ΑΠ1559/2022).

Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ) ήτοι από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ11/2017, ΟλΑΠ1/2026, ΟλΑΠ27/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ935/2024, ΑΠ106/2020), γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ ΑΠ502/2024, ΑΠ1633/2023, ΑΠ242/2023, ΑΠ1599/2022, ΑΠ109/2020, ΑΠ38/2020, ΑΠ1551/2018). Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ502/2024).

Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και : α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται πλήρεις (ΑΠ184/2024, ΑΠ1722/2023, ΑΠ1230/2023, ΑΠ309/2023, ΑΠ808/2023, ΑΠ1141/2022, ΑΠ972/2022, ΑΠ662/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, αντιστοίχως, με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι δεν έχει συσταθεί ίδρυμα, αναφέροντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διοίκηση δεν ενέκρινε την έκδοση του σχετικού διατάγματος, εξέλαβε το ανύπαρκτο ίδρυμα ως γενικό κληρονόμο της αποβιώσασας αδελφής του και περαιτέρω, χωρίς να προταθεί με σχετικό λόγο έφεσης, χαρακτήρισε τον ίδιο κληροδόχο και όχι κληρονόμο της αποβιώσασας, όπως τον είχε χαρακτηρίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτησή του επειδή, ως κληροδόχος, δεν είχε έννομο συμφέρον, ενώ, αφού δεν συνεστήθη το ίδρυμα, κατόπιν της ρητής άρνησης της διοίκησης και της επί μακρό χρονικό διάστημα παράλειψής της να εγκρίνει τη σύστασή του και στο άρθρο 3 της με αριθμό ...-2002 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της συμβολαιογράφου Κ. Σ., ρητώς αναφέρεται η βούληση της διαθέτιδος: "Σε περίπτωση που καταστεί αδύνατη τελικώς η σύσταση του ιδρύματος το ποσό αυτό θα επιστραφεί στην καταθέτρια", καθίσταται σαφές ότι αυτός είναι μοναδικός κληρονόμος της αδελφής του, αφού η ανίσχυρη ιδρυτική πράξη σημαίνει ότι δεν ισχύει η διάταξη διαθήκης για την αφιέρωση περιουσίας στο ίδρυμα και η περιουσία αυτή περιέρχεται στους κληρονόμους του διαθέτη-ιδρυτή. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, προεχόντως διότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αναφέρονται καθόλου οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η υποτιθέμενη παραβίαση (ευθεία και εκ πλαγίου) διάταξης ουσιαστικού δικαίου. Επιπλέον, για τη στοιχειοθέτηση του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι "στη συνέχεια το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, παρά το νόμο (559 αρ.1), με έκρινε κληροδόχο και όχι μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο", χωρίς να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) στην οποία υπέπεσε το Εφετείο με την προαναφερόμενη κρίση του, η δε διάταξη του άρθρου 111ΑΚ, η οποία παρατίθεται στο αναιρετήριο με την κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνεία της, δεν δύναται να συσχετισθεί με την άνω αποδιδόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (ούτε άλλωστε γίνεται ρητή επίκληση παραβίασής της), αφού ρυθμίζει το άσχετο προς την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ζήτημα των προϋποθέσεων ανάκλησης ιδρυτικής πράξης. Επίσης, για τη στοιχειοθέτηση του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, εκτός από την έλλειψη αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ακόμη δε και η μεμονωμένη και φερόμενη ως αντιφατική παραδοχή ότι "η άρνηση της Διοίκησης που εκδόθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος να μην εκδώσει εγκριτικό προεδρικό διάταγμα ήταν αιτιολογημένη καθόσον προέκυψε αποδεδειγμένη αδυναμία εκπλήρωσης των σκοπών του ιδρύματος και εκπλήρωσης των λειτουργικών του δαπανών και ως εκ τούτου δεν ανακύπτει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την ανάκληση της επίδικης ιδρυτικής πράξης εν ζωή", δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης, αλλά της πρωτόδικης απόφασης, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης και προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της απόφασης αυτής (πρωτόδικης).

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ1559/2022).

Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ1088/2024, ΑΠ1086/2024, ΑΠ686/2024, ΑΠ606/2023, ΑΠ154/2018, ΑΠ636/2017, ΑΠ528/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι κληρονόμος της αποβιώσασας αδελφής του, το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης, έκρινε ότι αυτός είναι κληροδόχος, ενώ αυτό δεν έχει προταθεί. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ανακριτικού συστήματος στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, που ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η επικαλούμενη μεταβολή της ιδιότητας του αναιρεσείοντος από κληρονόμο σε κληροδόχο από το Εφετείο, δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του ως άνω άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής, αίτησης κλπ. δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ25/2008, ΑΠ504/2024, ΑΠ262/2022, ΑΠ1539/2021, ΑΠ248/2021,ΑΠ1324/2019).

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι κληροδόχος και όχι κληρονόμος της αποβιώσασας αδελφής του (όπως είχε κριθεί με την πρωτόδικη απόφαση), απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτησή του (περί ανάκλησης της ιδρυτικής πράξης), ελλείψει εννόμου συμφέροντός του, ως κληροδόχου, για την άσκησή της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η πληττόμενη ως εσφαλμένη κρίση του Εφετείου, ως προς την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αιτούντος-αναιρεσείοντος, στηρίζεται στην παραδοχή ότι αυτός δεν είναι κληρονόμος της αποβιώσασας αδελφής του, αλλά κληροδόχος και ως εκ τούτου στερείται εννόμου συμφέροντος για την υποβολή της αίτησης, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, αλλά ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) στην οποία υπέπεσε το Εφετείο με την προαναφερόμενη κρίση του, ούτε παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, κατά τα νόμιμα αιτήματά τους, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), τα οποία (έξοδα) θα επιδικασθούν μειωμένα στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 3 ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων δεν τίθεται, αφού αυτές δεν εμφανίσθηκαν, ώστε να υποβάλουν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/6/2023 (αριθμ. καταθ. 32/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 100/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την πέμπτη αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή