ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1319/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1319/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1319/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1319 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1319/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Κ. ΜΕΠΕ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Χατζηπιέρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO ΑΑΕ", πρώην "ERGO ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Κουγιουμτζοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-4-2016 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και του Γ. Β. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2413/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 3-9-2020 αίτησή τους και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 8-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής της και την απόρριψη της αντίθετης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και την συνεκδίκαση περισσότερων, εκκρεμών ενώπιόν του, δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 262/2025, Α.Π. 143/2025, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι υπό κρίσιν: Α) από 3-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7522/898/6-10-2020) και Β) από 8-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1259/115/16-2-2022) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2413/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 10-4-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2413/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 12-4-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2016) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", ισχυρίσθηκε ότι, από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, Η. Π. και Γ. Μ., ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, κατά την οδήγηση των αναφερόμενων αυτοκινήτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα για τις προς τρίτους ζημίες, στην δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων ασφαλιστικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Α.Ε." και "ERGO Α.Α.Ε.Ζ.", αντιστοίχως, προκλήθηκε, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, τροχαίο ατύχημα στην Ν.Ε.Ο Αθηνών - Λαμίας, συνεπεία του οποίου το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της, οδηγούμενο από τον δεύτερο ενάγοντα Γ. Β., μη διάδικο στην παρούσα δίκη, προστηθέντα στην οδήγησή του από την ίδια, υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές ζημίες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής της παραδεκτώς μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικό ποσό 24.902,46 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Περαιτέρω, με την από 24-4-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2016) αγωγή τους, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του αρχικώς πρώτου εναγομένου Γ. Β., ως προς τον οποίο παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής και των τρίτου και πέμπτου των εναγομένων, Η. Π. και Γ. Μ., αντιστοίχως, κατά την οδήγηση των αναφερόμενων αυτοκινήτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα για τις προς τρίτους ζημίες, στην δεύτερη, τέταρτη και έκτη των εναγομένων, ασφαλιστικές εταιρίες, με τις επωνυμίες "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΑΕ" και "ERGO Α.Α.Ε.Ζ." αντιστοίχως, προκλήθηκε υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, το ίδιο, ως άνω, τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της πρώτης, οδηγούμενο από τον δεύτερο ενάγοντα, προστηθέντα στην οδήγησή του από την ίδια, υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές ζημίες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως το αίτημα της αγωγής τους παραδεκτώς μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα εταιρεία, για θετική ζημία, συνολικό ποσόν 1.801,71 ευρώ και στον ενάγοντα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσόν 500 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις δύο παραπάνω αγωγές, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 313/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία: α) απέρριψε την δεύτερη των ανωτέρω αγωγών, ως προς το δεύτερο των εναγόντων και ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτη των εναγομένων και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την ενάγουσα εταιρεία, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό των 1.801 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) απέρριψε την πρώτη αγωγή ως προς το δεύτερο των εναγόντων και ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρώτη αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα εταιρεία, αναγνώρισε δε την υποχρέωση των πρώτου και δεύτερης των εναγόμενων, ήτοι του Η. Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Α.Ε.", να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό των 5.650,01 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 1-3-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων και η από 28-8-2018 έφεση της εναγομένης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΑΕ". Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2413/2020, απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσίαν την από 1-3-2018 έφεση ως προς τον εκκαλούντα Δ. Κ., δέχθηκε, κατά τα λοιπά αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού δίκασε επί των ανωτέρω αγωγών, απέρριψε την από 24-4-2016 αγωγή ως προς τον ενάγοντα Δ. Κ. και ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι Γ. Μ. και η εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Κ. ΜΕΠΕ", το ποσό των χιλίων οκτακόσιων ενός ευρώ και εβδομήντα (1.801,70) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απέρριψε την από 12-4-2016 αγωγή ως προς τον ενάγοντα Γ. Β. και ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως προς την ενάγουσα εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε." και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι Γ. Μ. και η εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένα, στην ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Κ. ΜΕΠΕ", το ποσό των δέκα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα τριών ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (10.643,77) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου, που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε, είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 30/2002, Α.Π. 106/2024, Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 808/2022, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 1665/2018, Α.Π. 1236/2018).

Με τον πρώτο λόγο της από 3-9-2020 αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., (αληθώς μόνο από τον αριθμό 11) με την αιτίαση ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τις, προσκομισθείσες από αυτούς, υπ' αριθμ. ...-2019 και ...-2019 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Τ. και Γ. Κ., αντιστοίχως, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την παραδοχή ότι δεν προσκομίσθηκαν οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως στους εφεσιβλήτους, αν και οι εκθέσεις επιδόσεως αυτές, για την κλήτευση των αντιδίκων τους, ήτοι οι υπ' αριθμ. ...-2018, ...-2018, ...-2018, ...-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Χ. και η υπ' αριθμ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Π. Ζ. προσκομίσθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Αφού, όμως, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων των αναιρεσειόντων να παρασταθούν κατά την λήψη τους, επειδή δεν προσκομίσθηκαν ενώπιον του οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός τυγχάνει απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, αφού ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι προσκόμισαν τα έγγραφα αυτά, στρεφόμενος κατά της μη υποκειμένης, όπως προαναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως άνω, βεβαιώσεως του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικώς στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως και δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ήτοι η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Ολ. Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 472/2023, Α.Π. 1115/2021). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 833/2020, Α.Π. 759/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπουμένης εννόμου σχέσεως ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 1081/2020). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρον 562 παρ. 2β του Κ.Πολ.Δ., αφού πρόκειται για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 43/2021).
Με τον δεύτερο λόγο της από 3-9-2020 αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, αφού δέχτηκε ότι "Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι Γ. Μ. και η εταιρία με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Κ. ΜΕΠΕ", το ποσό των χιλίων οκτακόσιων ενός ευρώ και εβδομήντα (1.801,70) ευρώ...", "Επιβάλλει σε βάρος των άνω εναγομένων...", υπολαμβάνοντας εσφαλμένως ότι ο Γ. Μ. και η εταιρεία, με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", είναι ομόδικοι, αν και είναι αντίδικοι και δη η εταιρεία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε." είναι η ενάγουσα και ο Γ. Μ. είναι εναγόμενος και ομόδικος με τη συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ERGO ΑΑΕΖ". Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει η βασιμότητα του λόγου αυτού και συνεπώς, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 645/2025).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της από 8-2-2022 αιτήσεως οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 περ. β' και 914 του Α.Κ., αλλά και εκείνες των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 7 και 20 του Κ.Ο.Κ., διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, αφενός μεν, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αυτών, Γ. Μ. στην επέλευση της συγκρούσεως, αφετέρου δε, της απορρίψεως των ισχυρισμών των τελευταίων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως της συνυπαιτιότητας των λοιπών, εμπλακέντων στο ατύχημα, οδηγών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε, αναφορικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος Γ. Μ. στην επέλευση της συγκρούσεως, ανελέγκτως, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων στην πρώτη αγωγή Δ. Κ., οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, στο ύψος της Μεταμόρφωσης, στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Πειραιά και στη αριστερή λωρίδα αυτής. Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Λόγω της πυκνής κυκλοφορίας των οχημάτων ο ανωτέρω οδηγός ακινητοποίησε το όχημά του. Πίσω από το ανωτέρω αυτοκίνητο εκινείτο το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω ενάγουσας εταιρίας, οδηγούμενο από τον Γ. Β., ενάγοντα της δεύτερης αγωγής, που κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.". Αντιληφθείς την ακινητοποίηση του πρώτου οχήματος και ο δεύτερος ενάγων Γ. Β., ακινητοποίησε το όχημά του πίσω από το έμπροσθέν του ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. Πίσω από το δεύτερο ακινητοποιημένο αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον εναγόμενο Η. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Α.Ε.". Την ώρα που τα ανωτέρω οχήματα ήταν ακινητοποιημένα, το ανωτέρω υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον εναγόμενο Η. Π., δέχθηκε χτύπημα στο οπίσθιο μέρος του από το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Μ., ο οποίος προηγούμενα είχε δεχθεί χτύπημα στο οπίσθιο μέρος του από το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ. Β. (μη διάδικος), το οποίο με τη σειρά του είχε δεχθεί χτύπημα στο οπίσθιο μέρος του από το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ρ. Κ. (μη διάδικος). Το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον εναγόμενο Η. Π., δεχθέν όπως προαναφέρθηκε χτύπημα στο οπίσθιο μέρος του, ωθήθηκε προς τα εμπρός και χτύπησε το έμπροσθεν του ακινητοποιημένο υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Γ. Β., το τελευταίο δε αυτοκίνητο ωθήθηκε προς τα εμπρός και χτύπησε το έμπροσθεν του ακινητοποιημένο υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ. Κ. Τα παραπάνω σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται κυρίως: α) από το Δελτίο Οδικού Τροχαίου Ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ν. Ιωνίας που αναφέρει τις πολλαπλές συγκρούσεις των προαναφερομένων έξι οχημάτων, αναφέροντας ότι το τελευταίο από τα οχήματα, οδηγούμενο από τον Ρ. Κ. προσέκρουσε στο έμπροσθέν του όχημα, οδηγούμενο από τον Δ. Β., αυτό επέπεσε στο έμπροσθέν του όχημα που οδηγούσε ο Γ. Μ., το τελευταίο επί του έμπροσθέν του οχήματος που οδηγούσε ο Η. Π., αυτό επί του οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Β., το οποίο επέπεσε επί του έμπροθέν του οχήματος της ενάγουσας εταιρίας, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω τις συνθήκες του ατυχήματος, β) την Υπεύθυνη Δήλωση Ατυχήματος του εναγομένου Η. Π., ο οποίος δήλωσε τα εξής: "Ενώ ήμουν ακινητοποιημένος πίσω από το υπ' αρ. ... όχημα λόγω κίνησης, το όχημα ... έπεσε από πίσω μου με μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα τη σφοδρή σύγκρουση μας. Έπειτα έπεσε πίσω από το όχημα ... και στη συνέχεια αυτό έπεσε πίσω από το όχημα ... Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η ολική καταστροφή του οχήματος μου. Ευθύνη για το ατύχημα φέρει το όχημα ...". Επίσης, στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες φαίνεται ότι στο οπίσθιο μέρος του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της ενάγουσας, στο οποίο προσέκρουσε το υπ' αρ. ... αυτοκίνητο του εναγόμενου Η. Π., ωθηθέν από το ... αυτοκίνητο του Γ. Μ., οι ζημίες ήταν πολύ μικρές, ενώ οι μεγαλύτερες ζημίες που υπάρχουν στο εμπρόσθιο μέρος του δικαιολογούνται από την πρόσκρουσή του επί του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου που ήταν μεγάλου κυβισμού. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Α., ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος κατέθεσε ότι συνεπέβαινε στο όχημα που οδηγούσε ο Γ. Β., ότι είχαν ακινητοποιηθεί πίσω από το ήδη ακινητοποιημένο πρώτο αυτοκίνητο της ενάγουσας εταιρίας, αντιλήφθηκε την πρόσκρουση επί του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε, αλλά δεν είδε τι γινόταν πίσω του. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι προκληθείσες στα υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ και ... Ι.Χ.Ε. αυτ/τα της ενάγουσας εταιρίας, οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ. Μ. και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO Α.Α.Ε.Ζ.", ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, επιδεικνύοντας έτσι την επιβαλλόμενη κατά την οδήγηση επιμέλεια, την οποία έπρεπε και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε άλλος μετρίως συνετός οδηγός, που θα βρισκόταν κάτω από παρόμοιες με αυτόν συνθήκες. Ειδικότερα, ενώ αυτός εκινείτο σε αυτοκινητόδρομο, μη έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και λόγω της αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα ότι τα προπορευόμενα αυτού οχήματα, είχαν ακινητοποιηθεί με τις ανωτέρω συνέπειες, ενεργώντας επομένως κατά παράβαση των επιβαλλομένων από τα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 7, 20 του ΚΟΚ υποχρεώσεών του. Η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται, από το γεγονός ότι οδηγοί των έτερων οχημάτων που οδηγούσαν οι οδηγοί Γ. Β. και Η. Π., που κινούντο επί της ανωτέρω οδού και στο ίδιο ρεύμα, και οι οποίοι επέδειξαν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή, είχαν την δυνατότητα να αντιληφθούν έγκαιρα το ακινητοποιημένο, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ακινητοποίησαν τα σχήματά τους έγκαιρα, όπως προαναφέρθηκε. Συνακόλουθα η προταθείσα παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη, από τους εναγόμενους Γ. Μ. και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕΖ" ένσταση συνυπαιτιότητας των οδηγών Γ. Β. και Η. Π. στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το επίδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Γ. Μ. Κρίνοντας, όμως, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 περ. β' και 914 του Α.Κ., αλλά και εκείνες των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 7 και 20 του Κ.Ο.Κ., σχετικά με την συμμετοχή του τελευταίου στην επέλευση της συγκρούσεως. Συγκεκριμένα, η πληττόμενη απόφαση, ενώ δέχεται, ανελέγκτως ότι στο ατύχημα ενεπλάκησαν συνολικώς έξι αυτοκίνητα, κινούμενα ομορρόπως, τα οποία συγκρούσθηκαν, πέφτοντας διαδοχικώς το ένα πάνω στο άλλο και ενώ καθένα από τα τρία (3) πρώτα προπορευόμενα οχήματα βρισκόταν σε θέση στάσεως λόγω της αυξημένης κινήσεως που είχε συναντήσει στο ρεύμα πορείας του και ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ανωτέρω Γ. Μ., ήταν το τέταρτο στην σειρά των έξι εμπλακέντων αυτοκινήτων, εν τούτοις, δεν εξηγεί για ποιόν λόγο οι ακολουθούντες τον τελευταίο Δ. Β. και Ρ. Κ., οι οποίοι επέπεσαν ο καθένας στο προπορευόμενο αυτών αυτοκίνητο, ήτοι ο Ρ. Κ. στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Δ. Β., ωθώντας αυτό βιαίως προς τα εμπρός και, εν συνεχεία, ο τελευταίος στο ήδη σταματημένο αυτοκίνητο του Γ. Μ., με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του τελευταίου να επιπέσει στο προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο του Η. Π. και αυτό στο προπορευόμενο αυτού κ.ο.κ., δεν ευθύνονται και αυτοί (Δ. Β. και Ρ. Κ.), καθώς και οι λοιποί εμπλακέντες οδηγοί, στην επέλευση του ατυχήματος, μη αρκούσης της παραδοχής ότι ο Γ. Μ. οδηγούσε το αυτοκίνητό του, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και είχε αναπτύξει αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν προσδιορίζει. Στην συνέχεια, μετά την εν λόγω, εσφαλμένη κατά νόμον, παραδοχή, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, συνεκτιμώντας την παραδοχή αυτή ως στοιχείο για την διάγνωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Γ. Μ., παραθεωρώντας την όποια ενέργεια των προπορευομένων και ακολουθούντων αυτών οδηγών, χωρίς να αναφέρει, αν, κατά τον χρόνο που επέπεσε το αυτοκίνητο του Δ. Β. στο αυτοκίνητο του Γ. Μ., το τελευταίο ήταν ήδη ακινητοποιημένο και χωρίς να εκτιμήσει την ένταση και την έκταση των ζημιών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, στα εμπρόσθια και οπίσθια μέρη τους, ώστε να δικαιολογηθεί ο βαθμός της αμέλειας του Γ. Μ. και κατά πόσον αυτή ήταν πρόσφορη στη επέλευση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγου αυτής, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την έρευνά του.

Στο άρθρο 1 του Ν. 2859/2000 ("Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας", ΦΕΚ Α' 248/7-11-2000), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τον Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α' 125), ορίζεται ότι: "Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας" σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου", στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: "Αντικείμενο του φόρου είναι α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα", ... στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: "Στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής" ... και στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: "Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών...". Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ως άνω ΚΦΠΑ ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στην παρ. 1 ότι: "Ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν... Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο".... Στην παρ. 3 ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του παρόντος". Επίσης, στο άρθρο 32 παρ. 1 του αυτού Κ.Φ.Π.Α. ορίζεται ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α) βεβαίωση περί υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών της περίπτωσης αυτής παραγράφου 1 του άρθρου 36, β) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που γίνονται σε αυτόν και ο φόρος με τον οποίο επιβαρύνθηκαν, γ) στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η εισαγωγή αγαθών από αυτόν, καθώς και ο φόρος, με τον οποίο επιβαρύνθηκαν τα αγαθά, δ) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου ή την περιοδική δήλωση της οικείας φορολογικής περιόδου, στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό στοιχείο, για τις πραγματοποιούμενες ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, καθώς και τις λήψεις υπηρεσιών για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ε) κυρωμένο αντίγραφο της έκτακτης περιοδικής δήλωσης ή της ειδικής δήλωσης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 36, όπου προβλέπεται η καταβολή φόρου με τις δηλώσεις αυτές, από τις οποίες αποδεικνύεται η καταβολή του φόρου". Με βάση τα ως άνω, συνάγεται ότι, για το θέμα που ενδιαφέρει στην ερευνώμενη υπόθεση, για να ασκηθεί το δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου από τον υποκείμενο στον φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη, σύμβαση από την συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στον φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως στην περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος συνιστούν ζημία από αδικοπραξία. Σε περίπτωση μη επιδικάσεως του Φ.Π.Α. για την ως άνω αιτία η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημιώσεως του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ., κατά τις οποίες η αποζημίωση περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της παρούσας περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα τελούσε, αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Ειδικώς, σε περίπτωση βλάβης οχήματος, στην μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη (θετική ζημία) περιλαμβάνεται η αξία των ανταλλακτικών, το κόστος της εργασίας επισκευής αλλά και ο αναλογών Φ.Π.Α. (Α.Π. 1519/2023, Α.Π. 80/1999, Α.Π. 394/1997). Οι εταιρείες επισκευής αυτοκινήτων οφείλουν να εκδίδουν, ως έχουν υποχρέωση εκ του νόμου, φορολογικό στοιχείο στο οποίο αναγράφουν, πέραν της αξίας του κόστους των ανταλλακτικών και τις υπηρεσίες που παρέχουν και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. Με την πράξη αυτή υλοποιούν, κατά νόμον, τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των Ε.Λ.Π. (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα) και του Κ.Φ.Π.Α. (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Ουδεμία, όμως, διάταξη νόμου προβλέπει να συμψηφίζεται ο Φ.Π.Α. της ζημίας ειδικώς στην περίπτωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, όπως αναφέρθηκε, ως αυτόματη και άμεση συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος. Αυτός (Φ.Π.Α.), κατ' αρχάς, συνιστά ζημία του παθόντος και ο παθών θα συμψηφίσει το ποσό του Φ.Π.Α. με τον προς απόδοση φόρο του, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις από την ισχύουσα εκάστοτε φορολογική νομοθεσία, που εξυπηρετεί ίδιο και αυτοτελή σκοπό, δηλαδή την είσπραξη των θεσμοθετημένων φόρων, που κείται, όμως, πέραν και ανεξαρτήτως της επίδικης ζημίας. Και τούτο, διότι ο συμψηφισμός του Φ.Π.Α. από τον σε καθεστώς Φ.Π.Α. (ζημιωθέντα) στηρίζεται σε αυτοτελή λόγο κτήσεως (αυτοτελής παροχή), που απορρέει από το ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο του Φορολογικού Δικαίου, με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός, προβλέπεται υπέρ του ζημιωθέντος και εξαρτάται από τον νόμο εξαιτίας προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητας, η οποία είναι αυτόνομη και δεν συνέχεται με την ένδικη ζημία, αφού αναγνωρίζεται ως ωφέλεια στον ζημιωθέντα εξυπηρετώντας ίδιο σκοπό ανεξαρτήτως και παραλλήλως, άρα σωρευτικώς με την ζημία και, κατά συνέπειαν, δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται - αφαιρείται ως κέρδος κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως και ωφέλεια του παθόντος από τον συμψηφισμό του Φ.Π.Α. της ζημίας με τον προς απόδοση φόρο του (Α.Π. 1519/2023).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1172/2025, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον αναλογούντα ΦΠΑ επί των τιμολογίων αγοράς ανταλλακτικών και επισκευής του οχήματος της εταιρείας "Κ. Μ.Ε.Π.Ε.", δέχθηκε τα εξής: "...Περαιτέρω η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO Α.Α.Ε.Ζ." ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένστασή της περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας ως προς το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό Φ.Π.Α. επί των τιμολογίων αγοράς ανταλλακτικών και επισκευής του οχήματος του που κατέβαλε αυτός ως ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης εκτέλεσης δρομολογίων με φορτηγά οχήματα που στηρίζεται και στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.4 του Ν. 2859/2000. Η άνω ένσταση της εναγόμενης-εκκαλούσας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκπτωσης του ως άνω φόρου που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000 (Περί Φ.Π.Α.), σύμφωνα με τις οποίες για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στον φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής, δηλαδή σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι από αδικοπραξία, όπως στην προκειμένη περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του βλαβέντος οχήματος του ενάγοντος συνιστούν ζημία αυτού από αδικοπραξία, επιπρόσθετα, δε, σε περίπτωση μη επιδίκασης του ΦΠΑ για την ως άνω αιτία, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση καθίσταται ευνοϊκότερη και έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ". Με βάση τις άνω παραδοχές, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό, που προέβαλαν η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." με λόγο της εφέσεώς της, αλλά και οι αναιρεσείοντες με τις από 9-10-2019 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, περί του ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αποζημιωθεί για τον Φ.Π.Α., που αναλογεί στις δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του οχήματος ιδιοκτησίας της, καθώς πρόκειται για εμπορική εταιρεία, που συμψηφίζει τον καταβληθέντα Φ.Π.Α. για την συντήρηση και επισκευή του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, με τον Φ.Π.Α. που ως επιτηδευματίας-εμπορική εταιρεία εισπράττει και οφείλει να αποδώσει, απέρριψε δε ως μη νόμιμο τον, κατά ανωτέρω, σχετικό προταθέντα ισχυρισμό. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και, ειδικότερα, ότι ο αναλογών Φ.Π.Α. επί της απαιτηθείσας δαπάνης αγοράς ανταλλακτικών και εκτελέσεως εργασιών επισκευής των προαναφερθέντων οχημάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, συνυπολογίζεται στην επελθούσα ζημία της τελευταίος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του Α.Κ. καθώς και εκείνες των άρθρων 1, 2, 3, 4, 30 και 32 του Ν. 2859/2000, αφού, εν προκειμένω, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εκπτώσεως του φόρου Φ.Π.Α., που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του Ν. 2859/2000 (περί Φ.Π.Α.), σύμφωνα με τις οποίες για να ασκηθεί το δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου από τον υποκείμενο στον φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη, σύμβαση από την συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως εν προκειμένω, οπότε οι δαπάνες των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του βλαβέντος οχήματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης συνιστούν ζημία αυτής από αδικοπραξία.

Σε περίπτωση δε, μη επιδικάσεως του Φ.Π.Α. για την ως άνω αιτία η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημιώσεως του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, της από 8-2-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το πρώτο σκέλος του ιδίου αναιρετικού λόγου, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός, περί συμψηφισμού ζημίας και κέρδους της αναιρεσίβλητης εταιρείας λόγω της δυνατότητας αυτής να συμψηφίσει τον Φ.Π.Α. αγοράς των ανταλλακτικών των βλαβέντων αυτοκινήτων της και της εργασίας επισκευής τους, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη ως μη νόμιμος και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα κατ'ουσίαν έρευνάς του. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2413/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που έχει καταθέσει η καθεμία για την άσκηση της αναιρέσεώς της (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι κάθε αναιρέσεως, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κάθε αναιρέσεως, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 3-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7522/898/6-10-2020) και από 8-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1259/115/16-2-2022) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2413/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2413/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων σε καθένα από τους αναιρεσείοντες.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους κάθε αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κάθε αναιρέσεως, τα οποία καθορίζει για κάθε αίτηση σε ποσό τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή