Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1320 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1320/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "VIVABANK ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "PRAXIA ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΤΕ", πρώην "CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 16-4-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6/19-4-2021), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK A.E.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", αντιστοίχως. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτώς και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 707/2024) και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).
Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 16-4-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 6-10-2023, με αριθμό πινακίου 35, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας αυτού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ανδριανής Κατσαρού, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις προαναφερθείσες τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά την παραπάνω δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό πινακίου 15, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλητεύσεως προς όλους τους διαδίκους, μη απαιτουμένης νέας κλήσεως των διαδίκων, εφόσον οι απολειπόμενοι διάδικοι είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, οι οποίες κλήθηκαν νομίμως για την αρχική δικάσιμο της 6-10-2023, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Από την επισκόπηση των προσβαλλομένων αποφάσεων και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 21-10-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 318/31-10-2013) αίτηση για την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 104/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την από 16-6-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/19-6-2017) έφεσή του και η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη την από 19-9-2018 αντέφεσή της. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 96/2019, απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εξετάσθηκε η αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη, από 21-10-2013, αίτηση της πρώτη αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης κατατέθηκε στις 31-10-2013, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το Δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στην σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ιδίου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων υπερέχει σαφώς των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 550/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1167/2025).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίον η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ. Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 96/2019, απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, ηλικίας 38 ετών, είναι έγγαμη με τον Α. Τ. και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, ηλικίας 13, 11 και 7 ετών αντίστοιχα. Είναι μόνιμη διοικητική υπάλληλος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), απασχολούμενη στο υποκατάστημα του Διδυμοτείχου. Οι μηνιαίες αποδοχές της έως και το χρονικό σημείο ανάληψης του κύριου όγκου των οφειλών της (κατά τα έτη 2005 έως και 2007) αντιστοιχούσαν στο ποσό των 1.410, 1.180 και 1.420 ευρώ αντίστοιχα και το 2009 είχαν ανέλθει σε 1.620 ευρώ, ενώ από το 2012 άρχισε η σταδιακή μείωση τους, αρχικά (το 2012) σε 1.260 ευρώ και στη συνέχεια το 2013 σε 1.160 ευρώ, το 2014 σε 1.150 ευρώ, το 2015 σε 1.180 ευρώ (πλέον αποζημίωσης υπερωριών ποσού 44 ευρώ), το 2016 στο ποσό των 1.185 ευρώ (πλέον αποζημίωσης υπερωριών ποσού 43 ευρώ). Επιπλέον, από το έτος 2010 έως και το 2012 επιδοτήθηκε ως τρίτεκνη μητέρα από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) με ετήσιο ποσό 3.710,88 ευρώ το 2010, 3.158,09 ευρώ το 2011 και 2.892,75 ευρώ το 2012, ενώ από το έτος 2013 το ίδιο επίδομα, το οποίο καταβλήθηκε αντί αυτής στον σύζυγό της ανήλθε το πρώτο ως άνω έτος και το 2014 σε 1.980 ευρώ, το 2015 σε 2.460 ευρώ και το 2016 σε 1.804,50 ευρώ. Ο σύζυγος της απούσας είναι αυτοαπασχολούμενος, με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών εργαστηρίων και τοποθέτησης τηλεοπτικών κεραιών, αποκομίζοντας μηνιαίο εισόδημα ως και 550 ευρώ μέχρι το έτος 2011, ενώ κατά τα έτη 2012 έως και 2014 το εισόδημά του ήταν μηδενικό, ενώ το έτος 2015 ανήλθε σε 300 ευρώ και έκτοτε υπολογίζεται κατά μέσο όρο στο ποσό των 200 ευρώ. Άλλη πηγή εισοδήματος των παραπάνω δεν αποδείχθηκε. Η αιτούσα δυνάμει του με αριθμό ....2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σουφλίου Α. Γ. απέκτησε την κυριότητα οικοπέδου έκτασης 412,16 τμ (άρτιου και οικοδομήσιμου, τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης 880 τμ), κείμενου επί της οδού ..., στο ΟΤ 204 Α του Δήμου Σουφλίου, στο οποίο ανήγειρε το έτος 2007 οικία εμβαδού 132,12 τμ. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου υπολογίζεται σε 58.594,53 ευρώ (σύμφωνα με τον υπολογισμό ΕΝΦΙΑ 2016). Είναι ακόμη οιονεί συγκυρία (με το σύζυγό της, δηλαδή κάτοχος με δικαίωμα προσδοκίας υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας έως την εξόφληση του τιμήματος), του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής CITROEN, μοντέλου SAXO, κυβισμού 1587 κεκ, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2002, και εκτιμώμενης εμπορικής αξίας του έως και 500 ευρώ, που χρησιμοποιεί για τις καθημερινές ανάγκες μετακίνησης αυτής και της οικογένειάς της. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, η αιτούσα ανέλαβε από τους αναφερθέντες πιστωτές της τα ακόλουθα δάνεια, τα οποία κατ' άρθρο 6 §3 του ν. 3869/2010 θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και η απαίτηση του καθ' ου - εκκαλούντος που είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζει να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, ωστόσο υπολογίστηκε (από την εκκαλουμένη) με την τρέχουσα αξία της στις 8.12.2016 βάσει της κατάστασης των οφειλών που το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα προσκόμισε, δοθέντος ότι δεν προέβη αυτή σε υπολογισμό μηνιαίων τόκων ώστε να γίνει υπολογισμός τους ως την έκδοση της εκκαλουμένης, ενώ οι υπόλοιπες μη εξασφαλισμένες με εμπράγματο δικαίωμα απαιτήσεις παύουν να εκτοκίζονται κατά το χρόνο κοινοποίησης της ένδικης αίτησης, υπολογιζόμενες με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο χορήγησης των μετεχουσών πιστωτριών των από 24.7.2013, 26.9.2013 και 17.10.2013 αναλυτικών καταστάσεων οφειλών που προσκόμισε η αιτούσα (οι πιστώτριες ως απούσες δεν προσκόμισαν αναλυτική κατάσταση) και ειδικότερα η απούσα οφείλει το συνολικό ποσό των 172.962,83 ευρώ: 1] στο νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων", ποσό 133.436,54 ευρώ, απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί η από 25.9.2007 υποθήκη ποσού 159.365 ευρώ (σύμφωνα με το υπ' αριθμό ....2013 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Σουφλίου), 2] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", το ποσό των 37.449,73 ευρώ, 3] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", το ποσό των 2.076,58 ευρώ, ενώ ως προς 4] την ανώνυμη τραπεζική εταιρίας με την επωνυμία "CREDICOM CONSUMER FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" η απαίτηση της έχει εξοφληθεί ολοσχερώς (σύμφωνα με την από 9.3.2016 επιστολή της).
Συνεπώς, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας από την εργασία της προέκυψε ότι αντιστοιχεί στο ποσό των 1.228 ευρώ περίπου, ενώ ο σύζυγός της αποκομίζει από την εργασία του μηνιαίο ποσό 200 ευρώ και λαμβάνει και επίδομα του ΟΓΑ που αντιστοιχεί σε 150,40 ευρώ ανά μήνα, δηλαδή το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα τους ανέρχεται συνολικά σε 1578,40 ευρώ. Η αιτούσα, όπως προεκτέθηκε, κατοικεί με τον σύζυγο και τα τέκνα της σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας (ηλεκτρική ενέργεια υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης κ.α.), ανερχόμενα κατά μέσο όρο σε 350 ευρώ περίπου ανά μήνα. Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης αυτής, αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτής του συζύγου και των τριών ανηλίκων τέκνων τους υπολογίζονται κατά μέσο όρο σε 350 ευρώ ανά μήνα και μαζί με αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα έξοδα εκπαίδευσης των τριών ανηλίκων τέκνων της που εκτιμώνται σε 200 ευρώ και τα υπόλοιπα τακτικά έξοδα μετακίνησης, ή ιατρικά τακτικά ή έκτακτα που ανέρχονται σε 150 ευρώ περίπου, ενώ εκτός από τις δικές της οφειλές, ο σύζυγός της οφείλει καταβολή μηνιαίου ποσού (μηνιαία δόση δανείου στην Εθνική Τράπεζα ύψους 170 ευρώ, ρύθμιση ΟΑΕΕ ποσού 55 ευρώ και του ν. 4152/2013 ποσού 33 ευρώ) 258 ευρώ. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης των παραπάνω αντιστοιχούν σε 1.450 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η απούσα, διογκώνοντας τις ανάγκες της και επικαλούμενη στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ), που διενεργούνται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, ισχυριζόμενη ότι για την περίπτωση οικογένειας με τρία ανήλικα τέκνα θα πρέπει να ακολουθείται ως η ευνοϊκότερη εκδοχή ποσού 2000 ευρώ και ως όριο φτώχειας να λαμβάνεται το ποσό των 1142 ευρώ, με δεδομένο και ότι η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με την οικονομική κατάσταση (εργασίες, αμοιβές, συνθήκες αγοράς) που επικρατεί στη χώρα μας και λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας η απούσα την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 πρέπει και αυτή να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες της.
Συνεπώς η αιτούσα περιήλθε δίχως δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων, στους πιστωτές της, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις της ή και γενικά με οποιουδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε, ούτε όμως προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτής, με την αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του, θα την οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ούτε όμως η συμπεριφορά της έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος της, ώστε να στοιχειοθετεί την κατάχρηση των δικαιωμάτων της, αλλά συμπλέει με το πνεύμα του ν. 3869/2010, όπως συνάγεται από την σχετική αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης. Από τα παραπάνω προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στη ρύθμιση των άρθρων 8 §§2, 5 και 9 §§1,2 του ν. 3869/2010". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε επί της αιτήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την αίτηση αυτής, ρύθμισε τα χρέη της με μηνιαίες καταβολές προς τους οφειλέτες της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της. Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων - αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών οικογενειακών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή της της ίδιας και της οικογένειάς της, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για την εξυπηρέτηση των δανείων της, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του, για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022). Τέλος, παρέλκει η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του και του δευτέρου αναιρετικού λόγου αυτής, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθώς η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος του και του δεύτερου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνονται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1167/2025, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 16-4-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 96/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 96/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ