Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1328 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1328/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παλαιολόγου Παλαιολόγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΠΟΜΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΧΗΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τζοβάρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 273/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5822/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 14.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 10235/1174/21.12.2022, αίτηση αναίρεσης, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 5822/20.10.2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου και ενόψει του ότι μεσολάβησε και αναστολή της προθεσμίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 1 περ. α' εδ. α' και β' του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν 4792/2021 και την, επίσης, ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, για το χρονικό διάστημα από 07.11.2020 έως 06.04.2021 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 04.05.2018 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 46233/1467/2018), αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι στις 17.03.2004 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στον χώρο της εισαγωγής και εμπορίας πετρελαιοειδών και χημικών προϊόντων, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, και παρείχε τις υπηρεσίες του ως αποθηκάριος, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.088,09 ευρώ και ότι, λόγω του ότι η εναγόμενη του όφειλε τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2017 ως και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του ιδίου έτους, την 01.08.2017 προέβη σε επίσχεση εργασίας, δυνάμει της από 31.07.2017 εξώδικης δήλωσης, που επέδωσε στην εναγόμενη και ότι έκτοτε η τελευταία κατέστη υπερήμερη με συνέπεια να του οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ότι στις 03.10.2017 η εναγόμενη του κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2017, πλην, όμως, εξακολουθούσε να του οφείλει μισθούς υπερημερίας των μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου καθώς επίσης και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2017 (το οποίο του καταβλήθηκε εν τέλει στις 29.12.2017). Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι ενόσω αυτός εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό καθεστώς επίσχεσης εργασίας, η εναγόμενη από την 01.10.2017 προέβη μονομερώς σε τροποποίηση των όρων εργασίας της σύμβασής του, επιβάλλοντας σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, στα πλαίσια του οποίου μείωσε το ωράριο εργασίας του, αλλά και τις μηνιαίες αποδοχές του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, πλην όμως η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του νόμου και επιπλέον τυγχάνει καταχρηστική, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή. Ότι τόσο η υπερημερία της εναγόμενης ως προς την καταβολή των μισθών όσο και η μονομερής επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, και για το λόγο αυτό με την από 17.01.2018 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στην εναγομένη, θεώρησε τις πράξεις της αυτές ως εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ζήτησε την καταβολή των μισθών υπερημερίας και της αποζημίωσης απόλυσης. Με /βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι παρανόμως επιβλήθηκε εκ μέρους της μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει, μετά τον νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλιο μισθών υπερημερίας, το συνολικό ποσό των 18.305,26 ευρώ, για 1] μισθούς υπερημερίας των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2017 και (αναλογία) Ιανουαρίου 2018, 2] αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2017 και 2018, 3] επίδομα αδείας έτους 2018 και 4] αποζημίωση απόλυσης, όπως τα επιμέρους ποσά εξειδικεύονται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 273/2019 οριστική του απόφαση, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, αφού απέρριψε ως αόριστα τα αγωγικά κονδύλια για αποδοχές αδείας των ετών 2017 και 2018, δέχθηκε, κατά ένα μέρος την αγωγή, ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης του ενάγοντος μονομερώς από την εναγόμενη σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, όπερ συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και υποχρέωσε την εναγόμενη να του καταβάλλει; 1] το ποσό των 6.033,95 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας (εκ της επισχέσεως εργασίας) για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο 2017 έως και τον μήνα Ιανουάριο 2018 [αναλογία], 2] το ποσό των 544,4 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2018 [εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση ως επιδικασθέν επίδομα του έτους 2017 (που κατά την ίδια την αγωγή είχε ήδη καταβληθεί) και όχι το αιτηθέν του έτους 2018] και 3] το ποσό των 11.424,94 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 12.02.2019 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 18934/1382/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε (εν μέρει) την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας και επιδόματος αδείας έτους 2018 και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά τούτο, απέρριψε την αγωγή ως προς το σχετικό μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη, μεταξύ των άλλων, ως προς την επίσχεση εργασίας, ότι "το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος, ασκήθηκε καταχρηστικά, διότι δεν υπήρχε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της εναγόμενης, αφού αυτή όφειλε ληξιπρόθεσμους μισθούς μόνο δύο μηνών προ της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, που ανέρχονταν για κάθε μήνα στο ποσό των 848,36 ευρώ, τους οποίους μάλιστα κατέβαλε την 3.10.2017... και συνακόλουθα, η εναγόμενη δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη κατά τη διάρκεια της νόμιμης και καταχρηστικής επίσχεσης της εργασίας του ενάγοντος, και δεν του οφείλει τους σχετικούς μισθούς υπερημερίας" Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του, όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 610/2024, 473/2024, 1108/2021, 194/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και σε ποία έκταση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση της εκκαλουμένης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 610/2024, 1108/2021, 194/2021, 1163/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 610/2024, 1108/2021, 194/2021). Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 610/2024, 194/2021, 1163/2019). Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 473/2024, 1108/2021, 194/2021, 1163/2019).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο και δεύτερο ως προς την κυρία τους βάση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφασή την πλημμέλεια ότι επιλήφθηκε κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης (και εντεύθεν αντίστοιχων μερών και κονδυλίων της αγωγής) μη εκκληθέντων με την έφεση της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αντιστοίχως προβάλλει την αιτίαση ότι, αν και με την έφεσή της η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη δεν προσέβαλε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με την κρίση της ότι ο ενάγων άσκησε νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και συνεπώς δικαιούται μισθούς υπερημερίας ούτε προσέβαλε αυτήν ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τους μισθούς υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας και επιπλέον δεν προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της που αφορούσε την επιδίκαση του επιδόματος αδείας 2018, παρά ταύτα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν αφενός την επιδίκαση μισθών υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας, δεχόμενο ότι η επίσχεση εργασίας του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) ασκήθηκε καταχρηστικά με αποτέλεσμα να μην καταστεί η εναγομένη υπερήμερη εργοδότιδα και να μην δικαιούται ο ίδιος (ενάγων) μισθούς υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας και αφετέρου το επίδομα αδείας έτους 2018, δεχόμενο ότι επειδή η σύμβαση λύθηκε στις 17.01.2018 δεν δικαιούται (ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων) επίδομα αδείας έτους 2018. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της, από 12.02.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18934/1382/2019, ένδικης έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι η εναγομένη- εκκαλούσα δεν παραπονέθηκε με λόγο έφεσης για την κρίση της πρωτόδικης απόφασης ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και συνεπώς δικαιούται μισθούς υπερημερίας ούτε προσέβαλε αυτήν ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τους μισθούς υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας και παρά ταύτα το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να μνημονεύει ότι τέτοιος λόγος προτάθηκε παραδεκτά με την έφεση, δέχτηκε την ύπαρξη τέτοιου λόγου έφεσης και προχώρησε εκ νέου στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης ως προς τη νομιμότητα του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και γενικά σε επανάκριση του σχετικού μέρους αυτής και δέχτηκε ότι το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας του (ενάγοντος) ασκήθηκε καταχρηστικά και επομένως η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη εργοδότιδα και δεν του οφείλει τους σχετικούς μισθούς υπερημερίας ένεκα της επίσχεσης εργασίας του και εντεύθεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, χωρίς να έχει μεταβιβασθεί το κεφάλαιο αυτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα.
Ενόψει αυτών το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν παραδεκτά προταθεί σε σχέση με το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται αφενός από την αναφορά στην έφεση και συγκεκριμένα στο δεύτερο λόγο αυτής (σελ. 10) ότι "δεν δικαιούται (ενν. ο ενάγων) να λάβει μισθούς υπερημερίας ... αφού με βάση τον καθορισμένο με την εκ περιτροπής εργασία μισθό του, εξοφλήσαμε σε αυτόν τις εν λόγω απαιτήσεις του", ενόψει του ότι η προσβολή αυτή ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τους μισθούς υπερημερίας εκ της επίσχεσης εργασίας δεν αναφέρεται στην έλλειψη του γενεσιουργού λόγου αυτών (καταχρηστικότητα της επίσχεσης εργασίας) αλλά στην εξόφληση αυτών, που προϋποθέτει κατάφαση της ύπαρξής τους και αφετέρου από το αίτημα της έφεσης (σελ. 26) "να απορριφθεί καθ' ολοκληρία η ... αγωγή του αντιδίκου καθ' όλο το αιτητικό της" αφού το αίτημα αυτό δεν στηρίζεται και σε λόγο έφεσης που να αναφέρεται στις αξιώσεις εκ της επίσχεσης εργασίας. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κυρίως προταθείς, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του, επικουρικού σε σχέση με το λόγο αυτό (1ο), λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ακριβώς της άνω επικουρικότητός του. Αντιθέτως, από την επισκόπηση της ανωτέρω έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι η εναγομένη ως εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, κατ' εκτίμηση αυτού, πλήττει την παραδοχή της εκκαλούμενης απόφασης ότι του οφείλεται επίδομα αδείας έτους 2017 ποσού 544,04 ευρώ, όπως εκ προφανούς παραδρομής εσφαλμένως αναφέρεται στην άνω πρωτόδικη απόφαση αντί του αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή του ενάγοντος ορθού του έτους 2018 ποσού 544,04 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα εξάλλου και στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν παραδεκτά προταθεί σε σχέση με το κεφάλαιο του επιδόματος αδείας και ο σχετικός κυρίως προταθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 προκύπτει ότι μισθωτός του οποίου η σχέση εργασίας λύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος από την πρόσληψή του και μετά, αλλά προτού να λάβει την κανονική άδεια του ημερολογιακού έτους της λύσης της σχέσης εργασίας, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές αδείας καθώς και το επίδομα αδείας, που θα ελάμβανε αν κατά το χρονικό σημείο που λύεται η σχέση εργασίας έπαιρνε την άδεια του (ΑΠ 1804/2022, 1649/2012). Το δικαίωμα αυτό έχει ο μισθωτός, έστω και αν η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται και στις αρχές ακόμη του νέου ημερολογιακού έτους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023).
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος σε σχέση με το επίδομα αδείας του έτους 2018, ότι "ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη, με την από 17.03.2004 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ..." και "η σύμβαση του ενάγοντος λύθηκε την 17.01.2018 και επομένως αυτός δεν δικαιούται επίδομα έτους 2018". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για επίδομα αδείας 2018, που είχε γίνει δεκτό πρωτοδίκως. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με την εσφαλμένη ερμηνεία και την παράλειψη εφαρμογής τους, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, μισθωτός, όπως ο ενάγων, του οποίου η σχέση εργασίας λύθηκε (μετά το τρίτο ημερολογιακό έτος) προτού να λάβει την κανονική άδεια του ημερολογιακού έτους της λύσης της σχέσης εργασίας (2018), δικαιούται να λάβει το επίδομα αδείας, που θα ελάμβανε αν κατά το χρονικό σημείο που λύθηκε η σχέση εργασίας έπαιρνε την άδειά του.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σε σχέση με το κεφάλαιο του επιδόματος αδείας 2018, γι' αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί, δεκτού καθισταμένου του (επικουρικώς σε σχέση με τον απορριφθέντα δεύτερο λόγο) σχετικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του έτερου (επικουρικού επίσης σε σχέση με τον δεύτερο λόγο) λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, κατά παραδοχή των ανωτέρω βάσιμων (πρώτου και δεύτερου) λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος [κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στους μισθούς υπερημερίας ένεκα επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος και στο επίδομα αδείας 2018] και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 5822/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ