ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1329/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1329/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1329/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1329 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1329/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Διαλυνά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΟΡΡΥΧΕΙΑ ΑΧΛΑΔΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Φλώρινα και 2) Κ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 41/2018 και 22/2020 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν η 24/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετου λόγου αυτής, η 59/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις με αριθμ. ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Εφετείων Θεσσαλονίκης και Δυτικής Μακεδονίας, Σ. Χ. και Ν. Ι., αντίστοιχα, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων αναιρεσείων προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 12-10-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ΑΝΡ 33/2023) αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη και δεύτερο αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν την, από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ), δήλωση και συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

2. Η κρινόμενη από 12-10-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ΑΝΡ33/2023) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 59/2023 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε σε βάρος των αναιρεσίβλητων καθώς και των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη Ι. Σ., της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΤΩΡ ΕΠΕ" και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Personal Insurance AEΓΑ" τις από : α)5-7-2018 (αριθμ. έκθ. κατάθ.41/2018) και β)25-5-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ.22/2020) συναφείς αγωγές με τις οποίες εξέθετε ότι στις 11-5-2017 κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως οδηγός βυτιοφόρου υπέστη από εργατικό και ταυτόχρονα αυτοκινητικό ατύχημα, βαριά σωματική βλάβη, που είχε ως συνέπεια την ισόβια αναπηρία του. Επικαλούμενος ότι αποκλειστικά συνυπαίτιοι, εξαιτίας των λεπτομερώς σε αυτές, ιστορουμένων πράξεων και παραλείψεων, είναι από κοινού οι εναγόμενοι και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών, με την οποία συνδεόταν άμεσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο δεύτερος ως τεχνικός διευθυντής και υπεύθυνος για την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων της πρώτης και ήδη αναιρεσίβλητοι, ο τρίτος ως οδηγός του φορτηγού με το οποίο συγκρούστηκε το βυτιοφόρο το οποίο οδηγούσε, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης και ασφαλισμένο για ζημιές σε τρίτους στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ζήτησε να υποχρεωθούν οι, εναγόμενοι σε ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν, με την πρώτη αγωγή για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.299.354 ευρώ και με τη δεύτερη ως αποζημίωση το ποσό των 115.920 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμ.24/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία αφού συνεκδικάσθηκαν τις παραπάνω αγωγές :α) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η πρώτη αγωγή και ως νομικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, β) έγιναν δεκτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες αμφότερες οι αγωγές ως προς τους λοιπούς εναγόμενους και επιδικάσθηκαν τα ποσά των 166.999,6 ευρώ και 15.453,84 ευρώ, αντίστοιχα, για τις προαναφερόμενες αιτίες.

Στη συνέχεια εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη με αριθμ.59/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, επί των συνεκδικασθεισών αντίθετων εφέσεων: α) από 25-8-2022 (33/2022) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) από 16-8-2022 (30/2022) μετά του από 28-12-2022 (78/2022) ιδιαίτερου δικογράφου πρόσθετου λόγου αυτής, των τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των εναγόμενων, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία η πρώτη έφεση, έγινε δεκτή κατ'ουσία η δεύτερη έφεση μετά του προσθέτου λόγου αυτής και αφού εξαφανίσθηκε στο σύνολό της (χάριν του ενιαίου του εκτελεστού τίτλου) η εκκαλούμενη με αριθμ. 24/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας απορρίφθηκαν: α)αμφότερες τις αγωγές ως προς την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ως προς τους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 5-7-2018 (αριθμ. έκθ. κατάθ.41/2018) αγωγή και ως αόριστη η από 25-5-2020 (αριθμ.έκθ.κατάθ.22/2020) αγωγή και β)έγιναν δεκτές εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμες αμφότερες οι αγωγές του ενάγοντος ως προς τους τρίτο και τέταρτη εναγόμενους και επιδικάσθηκαν σε βάρος τους τα ποσά των 146.999,60 ευρώ (ως προς την πρώτη αγωγή) και 15.453,84 ευρώ (ως προς τη δεύτερη αγωγή), με το νόμιμο τόκο.

3. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1, 2 και 16 του κ. ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός ή ο θάνατος του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 542/2024, 246/2022,559/2020,1059/2020).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του τραυματισθέντος ή θανατωθέντος, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτού και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ1236/2023,1638/2023,246/2022). Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθ. 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερωμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κ.λπ., αδικοπραξία (ΑΠ 876/2024, 459/2016).

Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας εντάσσονται ο ν. 3850/2010 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων", και το ΠΔ 305/1996 όπου προβλέπεται ότι ο εργοδότης πρέπει να καθορίζει και να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα (άρθρο 42παρ.1,5και 7περ.α ν. 3850/2010, άρθρο 12 παράρτημα IV,Μέρος Β Τμήμα ΙΙ 8.1 περ.β π.δ 305/1996), να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 42 παρ. 6περ.γ' ν. 3850/2010) και να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν (ΑΠ 834/2019, 874/2015). Επί δε λατομικών εργασιών πταίσμα θεμελιώνεται από τη μη τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών [Απόφαση Υπουργού Ενέργειας και Φυσικών Πόρων υπ' αριθ.Δ7/οικ12.050/2.223 της 23ης Μαΐου 2011 (ΦΕΚ Β' 1227/14.6.2011) που ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα (ΑΠ 333/2017). Στον κανονισμό μεταξύ άλλων προβλέπονται τα εξής: 1)ο εργοδότης έχει μεταξύ άλλων, την ευθύνη για την τήρηση των μέτρων προστασίας έργων, εργαζομένων ...που εισηγούνται ανάλογα με την περίπτωση οι επιβλέποντες μηχανικοί, τεχνικοί ασφαλείας και οι ιατροί εργασίας (άρθρ.4παρ.2 ΚΜΛΕ), 2)σε κάθε έργο ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 8 ν.3850/2010 .Ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές [...] σε θέματα σχετικά με την ασφάλεια [...] και τη πρόληψη εργατικών ατυχημάτων[.......] ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και υγείας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων[....], ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης [.....] α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες ασφαλείας και υγείας της εργασίας και να ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους (άρθρο 17 ΚΜΛΕ)3)τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να ελέγχονται για την ασφαλή και καλή λειτουργία τους (άρθρο 34 ΚΜΛΕ),4) όλα τα αυτοκινούμενα μηχανήματα πρέπει να διαθέτουν :[....] δ) μηχανισμούς πέδησης, καθώς και λοιπά πρόσφορα μέσα (πχ. σφήνες) για την ακινητοποίησή τους στη διάρκεια στάσης(άρθρ.35παρ.1β ΚΜΛΕ),5) η συντήρηση των οχημάτων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή, το σύστημα πέδησης πρέπει να ελέγχεται σε περιοδικούς ελέγχους [...] σε περίπτωση παρκαρίσματος σε δρόμο με κλίση θα πρέπει να ακινητοποιούνται οι τροχοί (άρθρο 40 παρ.4 ΚΜΛΕ). Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΑΠ 295/2022, 140/2022).

Στη προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα : "Δυνάμει της από 02-12-2016 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε ο ενάγων [.....] με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΩΡΥΧΕΙΑ ΑΧΛΑΔΑΣ ΑΕ" που δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής λιγνίτη, προσλήφθηκε από την τελευταία, προκειμένου να παρέχει την εργασία του με την ειδικότητα του οδηγού. Ο εκκαλών από 06.09.2006 ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδήγησης αυτοκινούμενων οχημάτων κατηγορίας C, η οποία έληγε στις 15-9-2021 Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι) για οχήματα της ίδιας κατηγορίας, που έληγε στις 07.09.2021 και ADR Πιστοποιητικού εκπαίδευσης οδηγού για δεξαμενές με κλάσεις 2, 3, 4,1, 4.2, 4.3, 5.1, 5.2] 6.1, 6.2, 8 και 9, που έληγε στις 13-2-2022. Η εργασία του συνίστατο στον ανεφοδιασμό με υγρά καύσιμα, όλων των μηχανημάτων της πρώτης εναγόμενης που εκτελούσαν εργασίες στους χώρους εκμετάλλευσης αυτής. Το ωράριο απασχόλησής του ήταν από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 06.00' έως 14,00', κατόπιν δε τροποποίησης του ωραρίου εργασίας του από 01.01.2017, απασχολούνταν από ώρα 14.00' έως 22.00' αλλά και εκτός των ως άνω ωρών, ανάλογα με τις ανάγκες της εργοδότριας. Στις 11-5-2017 εκτελούσε την εργασία του, οδηγώντας το βυτιοφόρο όχημα διανομής υγρών καυσίμων, εργοστασίου κατασκευής "Mercedes", με κωδικό εργοστασίου ... (χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας), κυριότητας της πρώτης εναγόμενης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, περί ώρα 16.30 μετέβη, στην περιοχή "Νότιο Πεδίο" του χώρου εκμετάλλευσης της εργοδότριας προκειμένου να εφοδιάσει με πετρέλαιο κίνησης, τον υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ. ισοπεδωτή διαμορφωτή ανώμαλου εδάφους (grader), τον οποίο κατά το χρόνο εκείνο χειριζόταν ο Κ. Μ. του Ν., πραγματοποιώντας εργασίες καθαρισμού της χωμάτινης οδού στην οποία κινείτο. Συνοδηγός του βυτιοφόρου που οδηγούσε ο ενάγων κατά το χρόνο εκείνο και βοηθός στον ανεφοδιασμό καυσίμων, ήταν ο Α. Κ. του Χ. Ο ενάγων πλησιάζοντας τον ισοπεδωτή γαιών, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν σε σημείο που παρουσίαζε κατωφερική κλίση, έκανε νόημα στο χειριστή αυτού να τον ακινητοποιήσει (τον ισοπεδωτή) προκειμένου να τον εφοδιάσει με καύσιμα. Ο τελευταίος, απαντώντας με νόημα, προέτρεψε τον εκκαλούντα-ενάγοντα να ακινητοποιήσουν τα οχήματα σε σημείο επίπεδο, ήτοι μετά από 130 μ. περίπου, όπου η χωμάτινη οδός δεν παρουσίαζε κλίση προκειμένου να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια ο ανεφοδιασμός, όπως γινόταν πάντοτε, κατά πάγια τακτική των οδηγών. Ωστόσο, ούτε ο ενάγων ούτε ο συνοδηγός αντιλήφθηκαν το νόημα αυτό και ο χειριστής του ισοπεδωτή γαιών, παρέμεινε στο σημείο, ακινητοποιώντας το όχημα στο δεξί άκρο της οδού. Ακριβώς δίπλα του, από αριστερά στάθμευσε το βυτιοφόρο που οδηγούσε o ενάγων. Την ίδια ημέρα και ώρα, στη χωμάτινη οδό κινούταν, με κατεύθυνση αντίθετη με αυτή που στάθμευσε ο ενάγων, ο τρίτος εναγόμενος [....]οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο έμφορτο με χώμα, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από τη λειτουργία του, στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Η χωμάτινη οδός στην οποία κινούνταν τα οχήματα, παρουσιάζει κατωφέρεια με κλίση στο σημείο που βρίσκονταν το βυτιοφόρο και ο ισοπεδωτής και σε σχέση με την κατεύθυνση αυτών και ανωφέρεια για το αντιθέτως κινούμενο όχημα. Στο ως άνω σημείο, έχει πλάτος 14,24 μ., ωστόσο μετά την αφαίρεση του συνολικού πλάτους που καταλαμβάνουν το κανάλι αποστράγγισης και τα προστατευτικά αναχώματα, απομένουν 7 μ. περίπου. Το πλάτος του αμαξώματος του βυτιοφόρου υπολογιζόμενων και των πλαϊνών καθρεπτών του, ανέρχεται σε 2,50 μ. Το πλάτος του αμαξώματος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου είναι 2,50 μ. Την ώρα εκείνη οι συνθήκες φωτισμού ήταν ημέρας, η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από κάποιο (φυσικό ή τεχνητό) εμπόδιο και η κυκλοφορία των οχημάτων και μηχανημάτων ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη[....]. Ο ενάγων ακινητοποίησε το βυτιοφόρο και ενεργοποίησε το σύστημα πέδησης-στάθμευσης (χειρόφρενο), που βρίσκεται στα αριστερά του τιμονιού, τραβώντας προς το μέρος του και κατεβάζοντας το μοχλό προκειμένου αυτό να ασφαλίσει, χωρίς ωστόσο να σβήσει τον κινητήρα, διότι η λειτουργία του ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και για τη λειτουργία της αντλίας καυσίμου. Ακολούθως, κατήλθε ο συνοδηγός από το βυτιοφόρο όχημα και στη συνέχεια ο ενάγων. Ο συνοδηγός του ενάγοντος, μετά την αποβίβασή του, συνομίλησε με το χειριστή του ισοπεδωτή γαιών, ενώ ο ενάγων μόλις αποβιβάσθηκε από το βυτιοφόρο όχημα, έκλεισε την πόρτα του οδηγού και έκανε νόημα με το χέρι του στον τρίτο εναγόμενο, προτρέποντάς του να συνεχίσει την πορεία του και να διέλθει κανονικά δίπλα από τα σταθμευμένα οχήματα, εκτιμώντας ότι το εναπομείναν τμήμα της χωμάτινης οδού, επαρκεί για την ασφαλή διέλευσή του. Το όχημα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, κατά τη χρονική στιγμή που ακινητοποιήθηκε το βυτιοφόρο, βρισκόταν στην αρχή της ανηφόρας και το βυτιοφόρο στο τέλος σχεδόν αυτής[....]. Ο ενάγων αφού έκανε νόημα στον τρίτο εναγόμενο να συνεχίσει τη πορεία του, το οποίο και έπραξε ο τελευταίος κατευθύνθηκε προς την οπίσθια πλευρά του βυτιοφόρου, προκειμένου ν' απασφαλίσει τον πλαστικό εύκαμπτο σωλήνα εφοδιασμού (μάνικα)και να τον παραδώσει στο συνοδηγό του για να εφοδιάσει τον ισοπεδωτή. Πριν όμως προλάβει να απασφαλίσει το σωλήνα ανεφοδιασμού, το βυτιοφόρο, ξαφνικά, άρχισε να κινείται στην κατωφέρεια της χωμάτινης οδού. Ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος κινούταν στην αντίθετη κατεύθυνση, καίτοι είχε οπτική επαφή με το βυτιοφόρο, συνέχισε την πορεία του κανονικά, ανηφορίζοντας με σταθερή ταχύτητα. Ο ενάγων, μόλις αντιλήφθηκε το βυτιοφόρο να κινείται, έτρεξε παράλληλα με αυτό, προκειμένου να το ακινητοποιήσει με τη χρήση του συστήματος πέδησης. Όταν έφτασε δίπλα στην πόρτα του οδηγού, ανέβηκε στο σκαλοπάτι, που βρίσκεται κάτω από τη θέση οδήγησης, άνοιξε την πόρτα, εισήλθε στην καμπίνα οδήγησης και κάθισε στη θέση του οδηγού σε πλάγια στάση, αφήνοντας τα πόδια του στο σκαλοπάτι ανάβασης, έξω από την καμπίνα. Ακολούθως στην προσπάθειά του να ακινητοποιήσει το βυτιοφόρο, τράβηξε και κατέβασε το μοχλό του συστήματος πέδησης-ακινητοποίησης (χειρόφρενο), πλην όμως ανεπιτυχώς και επανέλαβε την ίδια κίνηση με μεγαλύτερη δύναμη. Στο μεταξύ το βυτιοφόρο, το οποίο είχε αναπτύξει ταχύτητα λόγω της κατωφέρειας του εδάφους, κατευθύνθηκε προς τα αριστερά στο μέσο της χωμάτινης οδού και εν συνεχεία εισήλθε ε μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο το φορτηγό που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος. Ο τελευταίος, αντιλαμβανόμενος πλέον ότι το βυτιοφόρο κινείται, χωρίς οδηγό, ανεξέλεγκτα, πραγματοποίησε αποφευκτικό δεξιό ελιγμό και συνέχισε την πορεία του στο δεξί άκρο της οδού, με ταχύτητα η οποία υπολογίζεται σε 38-40 χλμ/ ώρα. Ενώ κινούταν το βυτιοφόρο με αυξημένη κατά τα προαναφερόμενα ταχύτητα, αφού διήνυσε 36,16 μ. από το σημείο που ήταν σταθμευμένο, επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του (στο ύψος της θέσης του οδηγού), στο μέσο περίπου του αμαξώματος του φορτηγού και ενώ τα οχήματα συνέχιζαν την κίνησή τους, ουσιαστικά κινούνταν ταυτόχρονα αντίθετα και πλευρικά, το ένα επάνω στο άλλο. Κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης, ο ενάγων παρέμενε καθισμένος στη θέση του οδηγού με την πόρτα ανοιχτή και τα πόδια του τοποθετημένα στο σκαλοπάτι, χωρίς να προλάβει να εισέλθει με όλο του το σώμα στην καμπίνα. Εξαιτίας της προστριβής των πλαϊνών επιφανειών των δύο οχημάτων, η αριστερή πόρτα του βυτιοφόρου πιέσθηκε βίαια προς τα μέσα, με αποτέλεσμα τα πόδια του ενάγοντος να σφηνώσουν ανάμεσα στο κάτω μέρος της και στο πλαϊνό μέρος του αμαξώματος στο ύψος του σκαλοπατιού με συνακόλουθη συνέπεια να ακρωτηριαστεί το δεξί του άκρο κάτω από το γόνατο και να τραυματιστεί σοβαρά στο αριστερό του πόδι. Εν συνεχεία το βυτιοφόρο συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία του, διανύοντας επιπλέον 21 μ., ώσπου τελικά ακινητοποιήθηκε, αφού ενεργοποιήθηκε με τη δεύτερη προσπάθεια, το σύστημα πέδησης από τον ενάγοντα, σε ανάχωμα του πρανούς στο άκρο αριστερό της οδού σε σχέση με την πορεία του, έχοντας διανύσει συνολικά από το σημείο που ήταν σταθμευμένο μέχρι την ακινητοποίησή του 58,14 μέτρα (36,16 + 21,98), ενώ λίγα μέτρα μετά τη σύγκρουση, ακινητοποιήθηκε και το φορτηγό που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.[....]. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος, υπό το χαρακτήρα του ως αυτοκινητικού, και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του ενάγοντος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των οχημάτων, ήτοι τόσο ο ενάγων, όσο και ο τρίτος εναγόμενος, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν. Ειδικότερα, ο τρίτος εναγόμενος καίτοι αντιλήφθηκε την ανεξέλεγκτη πορεία του βυτιοφόρου, συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και δεν ακινητοποίησε το όχημά του, καίτοι ηδύνατο να πράξει τούτο, προκειμένου ν' αποφευχθεί η σύγκρουση (άρθρα 12 παρ.1 εδ. β' και 19 παρ.1, 2 ν. 2696/1999). [....].

Σύμφωνα με τις από 02.03.2020 και 12.09.2020 τεχνικές εκθέσεις του μηχανολόγου μηχανικού Α. Δ., το έμφορτο με χώμα φορτηγό όχημα είχε διανύσει με την ίδια ταχύτητα, απόσταση αρκετών μέτρων πριν τη σύγκρουση, σύμφωνα με την καταγραφή του ταχογράφου του, ενώ μετά τη σύγκρουση ξεκίνησε η επιβράδυνσή του μέχρι που η ταχύτητά του έγινε μηδενική (ακινητοποίησή του). Το βυτιοφόρο, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε την κατωφερική πορεία του, δευτερόλεπτα μετά τη στάθμευσή του, πριν προλάβει ο ενάγων να απασφαλίσει τη μάνικα τροφοδοσίας καυσίμων. Η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα στο σημείο αυτό, με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα που ενσωματώνεται στην τεχνική έκθεση του μηχανολόγου Α. Δ., ήταν 138,32 μ. Ο τρίτος εναγόμενος, o οποίος είχε ορατότητα του βυτιοφόρου, αντιλήφθηκε ότι αυτό ξεκίνησε να κινείται, χωρίς ωστόσο στην απόσταση αυτή να δύναται να αντιληφθεί, κατά την κοινή πείρα και λογική, ότι κινείται χωρίς οδηγό, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι ο ήλιος που έπεφτε στο σημείο, όπως κατέθεσε και ο οδηγός του ισοπεδωτή, καθιστούσε δυσχερή την απόλυτη ευκρίνεια και δη εντός του οχήματος. Το βυτιοφόρο από το σημείο που ήταν σταθμευμένο μέχρι το σημείο της σύγκρουσης, διένυσε 36,16 μ. με σταδιακά αυξανόμενη ταχύτητα. Το φορτηγό από την πλευρά του, κινούταν με 38 χλμ/ώρα. Όπως προαναφέρθηκε, ο τρίτος εναγόμενος αντιλήφθηκε μεν άμεσα την κίνηση του βυτιοφόρου, όχι όμως ότι αυτό κινούταν χωρίς οδηγό, αντίθετα πίστευε, ενόψει και του νοήματος που είχε δεχθεί ότι ηδύνατο να διέλθει. Την ανεξέλεγκτη πορεία του βυτιοφόρου αντιλήφθηκε, ενώ αυτό είχε διανύσει λίγα μέτρα, όταν είδε τον ενάγοντα να τρέχει και να ανεβαίνει σε αυτό προκειμένου να το ακινητοποιήσει και ταυτόχρονα, όπως προκύπτει από το ενσωματωμένο στην από 20-12-2019 τεχνική έκθεση των Χ. και Λ. Γ. σχεδιάγραμμα της κίνησης του βυτιοφόρου, το όχημα να αλλάζει κατεύθυνση προς τα αριστερά. Ο χρόνος φυσιολογικής αντίδρασης υπολογίζεται κατά την κοινή πείρα στο ένα δευτερόλεπτο.

Συνεπώς, με βάση τη μέση ταχύτητα με την οποία κινείτο το φορτηγό τη δεδομένη στιγμή (10,55 μ./δευτερόλεπτο), είχε στη διάθεσή του 7,11 δευτερόλεπτα να αντιδράσει (138,32 μ. η απόσταση μεταξύ των οχημάτων : 10,55 μ./δευτερόλεπτο η ταχύτητα του φορτηγού που οδηγούσε = 13,11 δευτερόλεπτα - 6 δευτερόλεπτα (1 δευτερόλεπτο ο χρόνος αντίληψης του γεγονότος και 5 δευτερόλεπτα ο χρόνος κατά τον οποίο δεν αντιλήφθηκε ότι το βυτιοφόρο κινούταν χωρίς οδηγό) για να διακόψει την πορεία του οχήματος στο οποίο επέβαινε. Ο χρόνος αυτός ήταν επαρκής για να διακόψει την πορεία του και ν' αποφευχθεί η σύγκρουση, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν έμφορτο και η οδός ανηφορική, γεγονότα που καθιστούσαν, όχι άμεσα εφικτή, αλλά ευχερέστερη τη μείωση ταχύτητας και τη διακοπή πορείας.

Εξάλλου δεν κρίνεται λογικό, ο τρίτος εναγόμενος να έχει αντιληφθεί ότι το βυτιοφόρο κινείται ανεξέλεγκτα και δη σε κατηφορικό δρόμο και να συνεχίζει με την ίδια ταχύτητα την πορεία του. Ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου ότι το ατύχημα δε θα είχε αποτραπεί ακόμη και αν είχε ακινητοποιήσει το φορτηγό, καθόσον στην περίπτωση αυτή το βυτιοφόρο θα είχε προσκρούσει μετωπικά σε αυτό, δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο διότι το βυτιοφόρο είχε αρχίσει σταδιακά) μετά από ένα σημείο, να μειώνει την ταχύτητά του, ενόψει του ότι ο ενάγων κατάφερε εν τέλει να θέσει σε λειτουργία το σύστημα πέδησης και η σύγκρουση με βάση και την απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ των οχημάτων, αν ο τρίτος εναγόμενος είχε μειώσει την ταχύτητά του, δε θα ήταν σφοδρή καθόσον δε θα πραγματοποιούνταν με τις ταχύτητες που έβαιναν τα οχήματα και τον τρόπο που έγινε, ήτοι πλαγιομετωπικά με τις ανωτέρω βίαιες για τον ενάγοντα συνέπειες. Ομοίως δε δύνανται να προσδιορισθούν οι συνέπειες και δη ως προς τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος, από την τυχόν πρόσκρουση του βυτιοφόρου στο πρανές. Ο τρίτος εναγόμενος ωστόσο, όταν αντιλήφθηκε την ανεξέλεγκτη κίνηση του βυτιοφόρου, πραγματοποίησε δεξί ελιγμό κατά το δυνατόν, ενόψει του ότι το πλάτος της χωμάτινης οδού και ο όγκος του οχήματός του δεν του επέτρεπαν να λάβει μεγάλη κλίση. Συγκεκριμένα, όπως προελέχθη, στο σημείο της σύγκρουσης η χωμάτινη οδός έχει πλάτος 7 μ. η απόσταση του άκρου αριστερού σημείου της οδού από το σημείο σύγκρουσης ήταν 2,80 μ. και το φορτηγό, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, έχει πλάτος 2,50 μ.

Συνεπώς, η εναπομείνασα απόσταση των 30 μόλις εκ. από το άκρο της οδού το οποίο είχε στη διάθεσή του ο τρίτος εναγόμενος για να στρίψει δεξιά και να αποφύγει τη σύγκρουση ήταν ελάχιστη, πολλώ δε μάλλον όταν το χωμάτινο πρανές από την κατεύθυνση στην οποία κινούταν το φορτηγό, δεν είχε σαφή όρια[...]. Τέλος, η τέταρτη εναγόμενη[....],ιδιοκτήτρια του ως άνω ζημιογόνου οχήματος, ευθύνεται ως προστήσασα στην υπηρεσία τον τρίτο εναγόμενο οδηγό, ο οποίος τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του και την εκτέλεση αυτών που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια και παράγουν υποχρέωση αποζημίωσης. Συνυπαίτιος ωστόσο στην πρόκληση του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του είναι και ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή που θα επιδείκνυε ένας επαγγελματίας o οδηγός, με την ίδια εμπειρία και προσόντα, κάτω από ανάλογες περιστάσεις προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος (άρθρο 12 ν.2696/1999). Ειδικότερα, ο ενάγων, όταν το όχημα που οδηγούσε ήταν έμφορτο με καύσιμα και κινούταν ακυβέρνητο σε κατωφέρεια, καίτοι διέθετε μεγάλη εμπειρία το χειρισμό βαρέων οχημάτων, δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και ψυχραιμία που όφειλε να επιδείξει και ενεργώντας τελείως παρορμητικά, ακολούθησε το βυτιοφόρο κατά τη διάρκεια της ανεξέλεγκτης πορείας του και επιβιβάσθηκε σε αυτό προκειμένου να το ακινητοποιήσει, παρόλο που ελλόχευε ο κίνδυνος, κατ' αρχήν να παρασυρθεί ο ίδιος από το βυτιοφόρο.

Αλλά και περαιτέρω, όταν τελικά κατάφερε να ανέλθει στα σκαλοπάτια του οχήματος, καίτοι όφειλε να λάβει τα μέτρα εκείνα για τη διαφύλαξη της σωματικής του ακεραιότητας, ενόψει και του ότι από το αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης πλησίαζε το φορτηγό και το πλάτος της οδού ήταν απαγορευτικό για την άνετη διέλευσή του, παρέλειψε να τοποθετήσει τα κάτω άκρα του εντός της καμπίνας, αλλά τα άφησε τοποθετημένα στο σκαλοπάτι ανάβασης, με συνέπεια τη στιγμή της σύγκρουσης να παγιδευτούν μεταξύ της πόρτας οδηγού και του αμαξώματος του οχήματος και να προκληθεί, ο τραυματισμός του. Αν είχε εισέλθει με όλο του το σώμα εντός του αμαξώματος, θα είχε τη δυνατότητα να μεταβάλει την πορεία του βυτιοφόρου, αφενός πραγματοποιώντας δεξί ελιγμό με το τιμόνι αφετέρου τροχοπεδώντας το όχημα με το φρένο και όχι με το χειρόφρενο το οποίο, κατάφερε να ενεργοποιήσει με τη δεύτερη φορά.

Εξάλλου, είχε τον απαιτούμενο χρόνο στη διάθεσή του, ενόψει της προαναφερόμενης απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, που του επέτρεπε να προβεί τουλάχιστον στις ως άνω ασφαλείς και για τον ίδιο κινήσεις. Αλλά και περαιτέρω, η αμέλεια του ενάγοντος συνίστατο στο ότι ενώ είχε ρητές και σαφείς οδηγίες από την εργοδότριά του, ο ανεφοδιασμός των οχημάτων να γίνεται σε επίπεδο μέρος, επέλεξε να τον πραγματοποιήσει σε σημείο με μεγάλη κατωφέρεια, παρόλο που σε απόσταση περί τα 130 μέτρα, το σημείο της οδού ήταν επίπεδο. Όπως καταθέτει ο Α. Σ. συνάδελφος του ενάγοντος [....] "σε εμάς τους οδηγούς είχε δοθεί ρητή, σαφής και κατηγορηματική οδηγία....να μη σταματάμε ποτέ το βυτιοφόρο όχημα σε κατηφορικό επίπεδο...". Άλλωστε όπως και ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας "πρώτη φορά πραγματοποίησα ανεφοδιασμό σε δρόμο με κλίση...θεώρησα ότι δεν κινδύνευα...". Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης, τόσο για τις εντολές που έδινε σε οδηγούς, όσο και για την πρακτική που ακολουθούσαν. Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι στη πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε και η παράλειψη του ενάγοντος να τοποθετήσει στους τροχούς του οχήματος που οδηγούσε, σφήνες αναστολής κύλισης ή πέτρες για την ακινητοποίησή του στη διάρκεια στάσης, όπως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες. Και τούτο διότι, μεταξύ του χρονικού σημείου στάθμευσης του βυτιοφόρου, καθόδου του ενάγοντος και έναρξης της ανεξέλεγκτης καθοδικής πορείας του οχήματος, μεσολάβησε μικρό χρονικό διάστημα, περί των 15 δευτερολέπτων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων και δεν αντικρούεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίου ουδόλως επαρκούσε για την παραλαβή των τάκων από οποιοδήποτε σημείο του οχήματος ή την ανεύρεση των κατάλληλων λίθων και τη σωστή τοποθέτησή τους στους τροχούς, διότι δεν διέθετε τον απαιτούμενο προς τούτο χρόνο.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την είσοδό του στην καμπίνα του οχήματος, στηρίχθηκε με το βάρος του σώματός του στο τιμόνι, με συνέπεια να αλλάξει τη πορεία του προς τα αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ούτε εξάλλου οι αυτόπτες μάρτυρες (τρίτος εναγόμενος, συνοδηγός του ενάγοντος και χειριστής του ισοπεδωτή) [....]ανέφεραν ότι είδαν τον ενάγοντα να στηρίζεται στο τιμόνι του βυτιοφόρου κατά την άνοδό του σε αυτό. Αλλά και ο ενάγων, κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας κατέθεσε ότι ; " ...προσπάθησα από τη χειρολαβή να πιαστώ, δεν νομίζω να ακούμπησα το τιμόνι..". Σύμφωνα με την χωρίς ημεροχρονολογία έκθεση συνθηκών του μηχανικού μεταλλείων Ε. Μ. [....] "... το βυτίο κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα (πιθανότατα λόγω μικροανωμαλιών) του δρόμου.." .Ομοίως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο ενάγων έκανε κακή χρήση του χειρόφρενου του βυτιοφόρου, ήτοι ενεργοποίησε εσφαλμένα αυτό, προτού κατέλθει από το όχημα, με συνέπεια το χειρόφρενο να απενεργοποιηθεί, υπό τις ανωτέρω δυσμενείς συνέπειες, καθόσον ο ενάγων διέθετε πολυετή εμπειρία στην οδήγηση αυτού του είδους των οχημάτων και γνώριζε πως να θέσει ορθά σε λειτουργία το σύστημα πέδησης -στάθμευσης, πολλώ δεν μάλλον ενόψει της ακινητοποίησης του βυτιοφόρου σε σημείο με μεγάλη κατωφέρεια και δεν αποδείχθηκε από κάποιο εδραίο στοιχείο κακή χρήση του χειρόφρενου. Περαιτέρω, κανενός είδους αμέλεια δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει την εργοδότρια -πρώτη εναγόμενη εταιρία και τον τεχνικό διευθυντή αυτής -δεύτερο εναγόμενο στην πρόκληση του εργατικού ατυχήματος. Ο ενάγων [...] ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τους ανωτέρω καθόσον η υπαιτιότητά τους συνίστατο, της μεν πρώτης εργοδότριας: 1) στην παράλειψή της να χορηγήσει στον ενάγοντα σταθεροποιητικούς τάκους, 2) στη θέση από αυτήν σε κίνηση του επίδικου βυτιοφόρου οχήματος, καίτοι τούτο δεν ήταν ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη έναντι τρίτων, δεν έφερε πινακίδες κυκλοφορίας και δεν είχε υποβληθεί στον απαιτούμενο τεχνικό έλεγχο σε Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (ΚΤΕΟ), 3) στο ότι δεν είχε ορίσει τεχνικό ασφαλείας, του δε δεύτερου εναγόμενου, με την ιδιότητά του ως τεχνικού διευθυντή της πρώτης εναγόμενης, στο ότι επέτρεψε στην πρώτη εναγόμενη να θέσει σε κίνηση το ίδιο βυτιοφόρο, χωρίς αυτό να είναι εφοδιασμένο με σταθεροποιητικού τάκους, χωρίς να είναι ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη έναντι τρίτων, χωρίς να φέρει πινακίδες κυκλοφορίας και χωρίς να έχει υποβληθεί στον απαιτούμενο έλεγχο Κ.Τ.Ε.Ο. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα ακόλουθα: Πράγματι, σύμφωνα το άρθρο 35 του ΚΜΛΕ, που εφαρμόζεται για το αντικείμενο δραστηριότητας της εργοδότριας εταιρίας, "όλα τα αυτοκινούμενα μηχανήματα, πρέπει να διαθέτουν δ) μηχανισμούς πέδησης, καθώς και λοιπά πρόσφορα μέσα (π.χ σφήνες) για την ακινητοποίησή τους στη διάρκεια στάσης".

Στην προκειμένη περίπτωση, οι συγκεκριμένες σφήνες αναστολής κυλίσεως (τάκοι) δεν υπήρχαν μεν εντός του βυτιοφόρου κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπήρχαν όμως στην αποθήκη της εταιρίας και το γνώριζαν όλοι οι οδηγοί ότι οποίοι μπορούσαν να τους παραλάβουν οποτεδήποτε. Ο ενάγων ως επαγγελματίας και έμπειρος οδηγός, αν έκρινε ότι τούτο αποτελεί έλλειψη του βυτιοφόρου, μπορούσε να προμηθευθεί τις σχετικές σφήνες όπως είθισται, κατόπιν σχετικής σημείωσης των ελλείψεων των οχημάτων, από τους οδηγούς κάθε βάρδιας[....]. Σε κάθε δε περίπτωση, η έλλειψη των σταθεροποιητικών τάκων ή έστω η μη απαγόρευση θέσης σε κίνηση του βυτιοφόρου χωρίς τον εφοδιασμό του από τον οδηγό των ως άνω εξαρτημάτων, δε συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, διότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ακόμη και αν στο όχημα υπήρχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος σφήνες αναστολής κύλισης, το ατύχημα δε θα είχε αποφευχθεί, διότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την έξοδο του ενάγοντος οδηγού αλλά και συνοδηγού από το βυτιοφόρο και την κύλιση αυτού, ήταν ελάχιστος και δε θα προλάβαιναν να τις τοποθετήσουν στους τροχούς προκειμένου να το συγκρατήσουν. Είναι άλλο βέβαια το ζήτημα αν η εργοδότρια και ο τεχνικός διευθυντής αυτής είχαν δώσει ρητή εντολή στον οδηγό αμέσως μετά την κάθοδό του να τοποθετεί τάκους στους τροχούς του οχήματος, τούτο όμως δεν ερευνάται εν προκειμένω εφόσον δεν τους αποδίδεται σχετική υπαιτιότητα. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι το βυτιοφόρο κατά το χρόνο του ατυχήματος στερούνταν πινακίδων, άδειας κυκλοφορίας, καθώς και αστικής ασφάλισης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ τροχαίων ατυχημάτων, οι παραλείψεις όμως αυτές, ναι μεν αποτελούν παραλείψεις στις μεν αποτελούν παραλείψεις στις οποίες υπέπεσε η πρώτη εναγόμενη, ωστόσο δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού δεν συνιστούν πλημμελή συντήρηση του οχήματος ένεκα της οποίας προκλήθηκε το ατύχημα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους πρώτους εναγόμενους πιστοποιητικό έγκρισης οχήματος μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων της ομόρρυθμης εταιρίας τεχνικού ελέγχου ΙΚΤΕΟ "Γ. Ε. & ΥΙΟΣ ΟΕ" ο τεχνικός έλεγχος που διενεργήθηκε στο βυτιοφόρο από ΚΤΕΟ είχε ισχύ μέχρι 9.10.2015 και έκτοτε δεν υποβλήθηκε σε σχετικό έλεγχο. Κατά τη διενέργεια αυτού ελέγχθηκε το σύστημα πέδησης και διαπιστώθηκε ότι λειτουργεί κανονικά. Δυνάμει της από 16.05.2017 πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε από τους Σ. Σ. και Ε. Χ. στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, διαπιστώθηκε ότι: " ... .α) υπήρχε διαρροή αέρα από σωλήνα του κυκλώματος, χωρίς όμως να μπορούμε να προσδιορίσουμε αν αυτή προήλθε από το ατύχημα ή προϋπήρχε στο όχημα β) πλήρωση του κυκλώματος πέδησης με αέρα έγινε κανονικά κατά τη λειτουργία-έλεγχο του φρενόμετρου διαπιστώσαμε ότι τόσο η πέδηση στους άξονες-τροχούς όσο και το χειρόφρενο λειτουργούσαν κανονικά, γ) σε έλεγχο το πετάλ των φρένων δεν διαπιστώσαμε δυσλειτουργία του, δ) σε έλεγχο του μοχλού του χειρόφρενου αυτό λειτουργούσε κανονικά χωρίς πρόβλημα στο δέσιμο ή το λύσιμό του. Από την εξέταση αυτή του βυτιοφόρου οχήματος, αναφέρουμε ότι η κατάσταση του συστήματος πέδησης-χειρόφρενου ήταν ικανοποιητική και ότι το σύστημα πέδησης-χειρόφρενου λειτουργούσε κανονικά. Δεδομένου όμως ότι ο έλεγχος έγινε με την παροχή αέρα από άλλο όχημα και όχι από το ίδιο αφού αυτό δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία καθώς και ότι υπήρχε διαρροή αέρα από σωλήνα του κυκλώματος, δεν μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα για το αν το σύστημα πέδησης-χειρόφρενου του οχήματος λειτουργούσε εντός των ορίων ασφάλειας κατά τη διάρκεια του ατυχήματος". Σύμφωνα δε με την από 09.10.2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε o Σ. Α., μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος-μηχανικός "η διαρροή αέρα που διαπίστωσαν οι δύο πραγματογνώμονες στο βυτιοφόρο είναι αδύνατο να προϋπήρχε, καθώς αυτό θα είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα την αδυναμία λειτουργίας του συστήματος πέδησης και του χειρόφρενου."". Εξάλλου, εάν το όχημα παρουσίαζε πριν το ατύχημα κάποιο πρόβλημα στο σύστημα πέδησης και του χειρόφρενου, o ενάγων-οδηγός ή άλλος οδηγός βάρδιας θα είχε ενημερώσει την εργοδότρια κατά τη συνήθη εργασιακή πρακτική, στοιχείο που δεν προέκυψε. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι το όχημα παρουσίαζε πρόβλημα στο σύστημα πέδησης που προϋπήρχε του ατυχήματος και το οποίο θα διαπιστωνόταν εάν το βυτιοφόρο υποβαλλόταν σε τακτικό έλεγχο ΚΤΕΟ, η παράλειψη της εναγόμενης να προβεί σε αυτό δε συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη είχε ορίσει ως τεχνικό ασφαλείας της την κα Α., όπως άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων εξεταζόμενος χωρίς όρκο στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας στις 10-3-2020 κατέθεσε "Με την κυρία Α., τεχνικό ασφαλείας, ενώ, το ίδιο επιβεβαίωσε και ο δεύτερος μάρτυρας καταθέτοντας "Δινόντουσαν (οι εντολές) από την κ. Α., η οποία ήτανε μηχανικός ασφαλείας ...". Η τελευταία δεν είχε την υποχρέωση να είναι παρούσα στον ανεφοδιασμό κάθε οχήματος στους χώρους εκμετάλλευσης της πρώτης εναγομένης ώστε να ελέγχει αν τηρούνται τα μέτρα ασφάλειας από τους εργαζόμενους, αλλά η υποχρέωσή της συνίστατο στο να δίνει κατευθυντήριες οδηγίες και εντολές στους εργαζόμενους.

Και στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις καταθέσεις του συνοδηγού του ενάγοντος, του χειριστή του ισοπεδωτή και του Α. Σ. οι υπεύθυνοι ασφαλείας, όχι μόνο καθοδηγούσαν τους εργαζόμενους στο ορυχείο σχετικά με την ορθή τήρηση των κανόνων ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα παρακολουθούσαν την πιστή εφαρμογή τους...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι του ένδικου αυτοκινητιστικού ατυχήματος και του εξαιτίας τούτου προκληθέντος σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος είναι ο ίδιος και ο τρίτος εναγόμενος -οδηγός του φορτηγού κατά ποσοστό 80% και 20%, αντίστοιχα και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης και του δεύτερου εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, περί της έλλειψης υπαιτιότητας των πρώτης και δεύτερου των εναγόμενων -εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων στην επέλευση του ένδικου τραυματισμού του ενάγοντος, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932, 662 ΑΚ και των λοιπών προαναφερόμενων στη προηγηθείσα νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο: α)ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ένδικο βυτιοφόρο όχημα που οδηγούσε ο ενάγων -εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν ήταν εφοδιασμένο, όπως θα έπρεπε, με σφήνες αναστολής κυλίσεως (τάκοι), από τους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους-εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν την ιδιαίτερη υποχρέωση ως εργοδότης και τεχνικός διευθυντής, αντίστοιχα, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, όλως, αντιφατικά, δέχεται στη συνέχεια την ύπαρξη ευθύνης του παθόντος οδηγού για μη ενημέρωση των υπευθύνων της πρώτης εναγόμενης, εργοδότριάς του, για την έλλειψη αυτή και ότι σε κάθε περίπτωση είχε ο ίδιος τη δυνατότητα να τους προμηθευθεί από την αποθήκη, όπου φυλάσσονταν ο σχετικός εξοπλισμός, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε να γίνεται, καταλήγοντας ότι η έλλειψη των ως άνω πρόσφορων μέσων ακινητοποίησης του οχήματος κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και ως εκ τούτου διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των εναγόμενων και του ως άνω ένδικου ατυχήματος . β) Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι παρήλθε χρονικό διάστημα 15 περίπου δευτερολέπτων, αφότου ο παθών -ενάγων εξήλθε από το βυτιοφόρο και έφθασε στο οπίσθιο μέρος του οχήματος και άρχισε τις ενέργειες απασφάλισης του σωλήνα τροφοδότησης, οπότε και άρχισε αυτό να ολισθαίνει, εν τούτοις στη συνέχεια, αναιτιολόγητα, δέχεται ότι ο χρόνος αυτός δεν ήταν επαρκής για την τοποθέτηση των σφηνών αναστολής ολίσθησης (τάκων) στους τροχούς του οχήματος από τον ίδιο ή τον συνοδηγό του και αν ακόμα υπήρχαν στο όχημα, και χωρίς να έχει παραδοχή για το αν ο προστηθείς από την πρώτη εναγόμενη συνοδηγός μπορούσε στην περίπτωση αυτή και πριν την κάθοδο του ενάγοντος οδηγού από το αυτοκίνητο το οποίο ήταν σε λειτουργία και ως εκ τούτου το συγκρατούσε μόνο το χειρόφρενο, να τοποθετήσει ο ίδιος τους τάκους (στην περίπτωση που υπήρχαν στο όχημα) που θα απέτρεπαν την ολίσθηση των τροχών.
γ)Τέλος, ενώ δέχεται ότι αποδείχθηκε ότι: α) το βυτιοφόρο όχημα που οδηγούσε ο παθών -ενάγων δεν είχε, όπως θα έπρεπε, υποβληθεί σε σχετικό τεχνικό έλεγχο από το ΚΤΕΟ, η ισχύς του οποίου είχε λήξει από 9-10- 2015, β)ο παθών-οδηγός του βυτιοφόρου, πριν την κάθοδό του από αυτό είχε, επιτυχώς, ενεργοποιήσει τη λειτουργία του χειρόφρενου, εντούτοις το Εφετείο καταλήγει στη παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε "μετά βεβαιότητας" ότι το σύστημα πέδησης λειτουργούσε πλημμελώς, άρα εξ αντιδιαστολής ότι λειτουργούσε ικανοποιητικά, χωρίς ωστόσο να εξηγεί παραθέτοντας αιτιολογικές σκέψεις, σαφείς, πλήρεις και πειστικές, σε τι οφείλεται η απενεργοποίησή του και η, εξαιτίας αυτής ολίσθηση του οχήματος, με συνέπεια την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και της εξ αυτής τραυματισμού του ενάγοντος, καθώς και γιατί χρειάστηκε και δεύτερη, κατά τις παραδοχές της, εντατική προσπάθεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προκειμένου αυτό, τελικά να τεθεί σε λειτουργία και το όχημα να ακινητοποιηθεί. Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχεται τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των πρώτης και δεύτερου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, και της πρόκλησης του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του αναιρεσείοντος χωρίς να παραθέτει, όπως προαναφέρθηκε, αιτιολογικές σκέψεις πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες, γιατί η, κατά τις ως άνω παραδοχές της, προγενέστερη αμελής συμπεριφορά τους, που συνίσταται στη μη συντήρηση του βυτιοφόρου και στον μη εφοδιασμό του με σφήνες αναστολής ολίσθησης δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση της ένδικης σύγκρουσης και την εξ αυτής τραυματισμού του ενάγοντος.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Καθόσον αφορά το έτερο σκέλος του ως άνω λόγου, καθώς και σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, σχετικά με τη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί συντρέχουσας υπαιτιότητας του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης και του εξ αυτής προκληθέντος τραυματισμού του, κατά ποσοστό 80%, ομού με τον τρίτο εναγόμενο-εφεσίβλητο, οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρίας κατά, ποσοστό 20% πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς. Και τούτο διότι η ως άνω κρίση του Εφετείου ως προς τα ποσοστά συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και του τρίτου εναγομένου καθορίσθηκαν κατά τη εξέταση της αγωγικής βάσης από τον τραυματισμό του ενάγοντος ως οδηγού του βυτιοφόρου οχήματος από τη σύγκρουση με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, στα πλαίσια εξέτασης της βάσης που στηριζόταν στο ως άνω αυτοκινητιστικό ατύχημα, κατά μερική παραδοχή του ισχυρισμού του ενάγοντος περί υπαιτιότητας του τρίτου εναγομένου στην πρόκληση αυτού και της ένστασης των ως άνω τρίτου και τέταρτης εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση αυτού (αυτοκινητιστικού ατυχήματος), και δεν καθορίσθηκε η ως άνω κρίση του Εφετείου ως προς τα ως άνω ποσοστά συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και του τρίτου εαγομένου κατά την εξέταση της βάσης της από 5-7-2018 (αριθμ.έκθ.κατάθ. 41/2018) αγωγής, που στηριζόταν σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ως εργοδότριας του ενάγοντος και του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, ως τεχνικού διευθυντή και υπεύθυνου για την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων της πρώτης. Ειδικότερα ως προς τον τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων, με την ως άνω ιδιότητά τους, στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος και κατόπιν της ως άνω παραδοχής δεν εξετάσθηκε τυχόν συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος ως προς την πρόκληση αυτού (εργατικού ατυχήματος).

Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων με τους ως άνω λόγους αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που τον έκρινε συνυπαίτιο του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του τρίτου και τετάρτης των εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), αλυσιτελώς προβάλλονται κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τους οποίους δεν εξετάσθηκε αν συνέτρεχε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του εργατικού ατυχήματος, αφού κρίθηκε ότι αυτοί δεν ήταν υπαίτιοι της πρόκλησής του, και μόνο κατά του τρίτου εναγομένου και κατά της τέταρτης εναγομένης που είχαν προβάλλει στο Εφετείο το σχετικό ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, μπορούσαν να προβληθούν. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της έρευνας του έτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ήδη γενόμενου δεκτού ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τους δύο πρώτους εναγόμενους -εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους κατά το μέρος που αφορά την από 5-7-2018 (αριθμ.έκθ.κατάθ. 41/2018) αγωγή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Περαιτέρω, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, τη με αριθμ.59/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ioυνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή