Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1330 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1330/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας: Λ. Δ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σφακιανάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Ν. του Α., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλίση, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5445/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 975/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2022 αίτησή της.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρ. 975/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο επιλαμβανόμενο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 5445/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε αγωγή της τελευταίας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ 6/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 124/2022). Οι παραπάνω, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 70/2024, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
Επιπροσθέτως, η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου (όπως και των τεχνικών εκθέσεων) δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009), επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά ούτε με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Η Ε., τότε σύζυγος, και μετέπειτα χήρα Α. Α., το γένος Κ. και Ε. Ν., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Σ.-Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς προς τους εναγόμενους, που τυγχάνουν ανίψια της, και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, ένα διαμέρισμα με ΚΑΕΚ 190448405001/0/6, ευρισκόμενο στην Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., εμβαδού 193 τμ-, του πρώτου ορόφου οικοδομής. Με το εν λόγω συμβόλαιο συμφωνήθηκε περαιτέρω δικαίωμα οικήσεως τόσο της δωρήτριας όσο, και του συζύγου της Α. Α. Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα αιτείται τη διάρρηξη της ανωτέρω δωρεάς επικαλούμενη ότι κατ' εκείνο το χρόνο διατηρούσε σε βάρος της δωρήτριας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή απαίτηση εκ δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους δυνάμει της από 16-11-2007 έγγραφης σύμβασης δανείου, με την οποία φέρεται ότι δάνεισε σε αυτήν το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω σύμβαση δανείου τυγχάνει άκυρη καθότι η υπογραφή που έχει τεθεί κάτω από την εκτυπωμένη με ηλεκτρονική γραφομηχανή ένδειξη "Η δανειζόμενη", δεν έχει τεθεί από την Ε. χήρα Α. Α., αλλά από το χέρι άλλου, τρίτου, προσώπου, με τη μέθοδο της απομίμησης της γνήσιας υπογραφής αυτής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 18-9-2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ. Σ., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 10102/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η φερόμενη ως υπογραφή της τελευταίας, κάτω από την ένδειξη "Η δανειζόμενη", δεν είναι γνήσια υπογραφή αυτής, διότι δεν έχει χαραχθεί με το χέρι της αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο και είναι πλαστή, χωρίς επιφύλαξη, όπως σημειώνει η ίδια η πραγματογνώμονας.
Στην παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αναλύονται τα επιμέρους γραφολογικά δεδομένα, με βάση τα οποία, και μετά από συγκριτική αντιπαραβολή της υπογραφής στο εκτυπωμένο με ηλεκτρονική γραφομηχανή από 16-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου με τις γνήσιες υπογραφές της Ε. χήρας Α. Α., κυρίως δε εκείνες που έχουν τεθεί από αυτήν στο υπ' αριθ. ...-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζ. Ζ. Τ., στα υπ' αριθμ. ...-2009, ...-2009 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ.-Μ., στα υπ' αριθμ. ..., ...-2009 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Σ. Σ., στο υπ' αριθμ. ...-2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Μ. - Α., στις από 1-3-2011, 2-6- 2011 εξουσιοδοτήσεις αυτής και στην από 7-7-2011 υπεύθυνη δήλωση αυτής, που φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής της από δημόσια αρχή, η ανωτέρω πραγματογνώμονας οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η φερόμενη ως υπογραφή της Ε. χήρας Α. Α., κάτω από την ένδειξη "Η δανειζόμενη" είναι πλαστή. Η ανωτέρω έκθεση της διορισθείσας πραγματογνώμονα, κρίνεται από το Δικαστήριο, ιδιαίτερα λεπτομερής και επιστημονικά τεκμηριωμένη, καθώς έλαβε υπόψη της πολλά έγγραφα που έφεραν την γνήσια υπογραφή της ανωτέρω, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι σχεδόν στο σύνολό τους στο πρωτότυπο (πλην μίας σε φωτοτυπικό αντίγραφο), που περιέχουν πολυάριθμες υπογραφές της Ε. χήρας Α. Α., συνολικά δε σαράντα τέσσερις (44), και είναι πλησιόχρονα της από 16-11-2007 σύμβασης δανείου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι υπογραφές της Ε. χήρας Α. Α. είναι πάντοτε περιγραφικού- παραθετικού τύπου, με την παράθεση του επωνύμου της ή μέρους αυτού και του αρχικού γράμματος "Ε" ή μέρος του ονόματος, η δε ερευνώμενη υπογραφή σημειώνεται ως "Ε. Α.". Από την αντιπαραβολή της υπογραφής που έχει τεθεί στην από 16-11-2007 σύμβαση δανείου με τις υπογραφές που έχουν τεθεί στα υπόλοιπα έγγραφα που προσκομίστηκαν στην πραγματογνώμονα, διαπιστώθηκε ότι η ερευνώμενη υπογραφή είναι βραδύρυθμης και ελεγχόμενης χάραξης, σημειούμενη με έλλειψη αυθορμητισμού και αυτοματισμού, η ένταση της γραφικής πίεσης είναι ασθενής και σχεδόν ομοιόμορφα κατανεμημένη, ενώ ον γνήσιες υπογραφές σημειώνονται με μέτρια ταχύτητα και χαράσσονται με ιδιαιτερότητα, με σχετικά ρέουσα ελεύθερη κι αυθόρμητη κίνηση, η δε ένταση της γραφικής πίεσης θεωρείται άνω του μετρίου με φυσιολογικές εναλλαγές-αυξομειώσεις.
Περαιτέρω, δε η πραγματογνώμονας επισημαίνει την ύπαρξη αντικειμενικού στοιχείου (ίχνους) πλαστογράφησης, καθώς ή ερευνώμενη υπογραφή φέρει συμπληρωματική χάραξη στη θέση συνένωσης της διακλάδωσης με τον κορμό του γράμματος "λ" με χρήση όμοιου τύπου, αλλά διαφορετικού στυλογράφου, σκουρότερης απόχρωσης μελάνης και παχύτερου γραφικού νήματος, ενώ παρατηρούνται πολλαπλές επεγγραφές των γραμμάτων, ήτοι επεγγραφή στην κεντρική οριζόντια του γράμματος "Ε", αδικαιολόγητη πρόσθετη χάραξη στο κάτω άκρο δεξιού σκέλους του γράμματος "Α", επεγγραφές στην επιστέγαση και την κεντρική οριζόντια του γράμματος "Ξ", που σημειώνεται ως κεφαλαίο, ενώ στις υπόλοιπες υπογραφές με μικρό, ευθύγραμμες σχεδόν κάθετες και διασταυρωμένες επιχαράξεις του γράμματος "ι" και αφύσικη και επιτηδευμένη χάραξη των γραμμάτων "α", "o" και "υ" σε δύο ή τρεις γραφικούς χρόνους. Παρατηρείται, επίσης, η ύπαρξη αποκλίσεων στην γραφική εικόνα και δομή μεταξύ του συνόλου των αντίστοιχων γραμμάτων των αντιπαραβαλλόμενων υπογραφών, ειδική δε μνεία πρέπει να γίνει στο γράμμα "ξ" που στις γνήσιες υπογραφές σημειώνεται σε ένα γραφικό χρόνο άλλοτε ως "ξ" και άλλοτε ως ομοίωμα του "ζ" και χαράσσεται πλαγιοδεξιόστροφα, ενώ στην ερευνώμενη υπογραφή το γράμμα είναι κεφαλαίου σχηματισμού, ολοκληρώνεται σε δυο γραφικούς χρόνους με οριζόντιες βάσεις και επιχαραγμένη την κεντρική του οριζόντια, τέτοια δε δομή του γράμματος "ξ" δεν παρατηρήθηκε σε καμία από τις γνήσιες υπογραφές της. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά το φερόμενο χρόνο υπογραφής της σύμβασης δανείου, η Ε. Χήρα Α. Α. ήταν 73 ετών, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, το δε έτος 2014 διαγνώστηκε ότι πάσχει από "βαριά άνοια" και απεβίωσε στις 14-12-2015. Αλλά και η γραφολόγος Γ. Ν., η οποία ενήργησε γραφολογική έρευνα στην υπογραφή επί της από 16-11-2007 σύμβασης δάνειου, κατ' εντολή των εναγομένων, στην από 18-12-2017 έκθεση-ιδιωτική γνωμοδότηση, που συνέταξε, αποφαίνεται, με πιθανότητα που αγγίζει το όριο της βεβαιότητας, ότι η υπογραφή που έχει τεθεί κάτω από την ένδειξη "Η δανειζόμενη" σε έγγραφο με τίτλο σύμβαση δανείου και ημερομηνία 16-11-2007, δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή της Ε. Χήρας Α. Α., αλλά χαράχθηκε από τρίτο πρόσωπο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω γραφολόγος επισημαίνει επίσης ανομοιότητες ως προς τη γενική εικόνα/διαστάσεις των γραμμάτων μεταξύ της ερευνώμενης υπογραφής και των λοιπών πλησιόχρονων υπογραφών, που έχουν τεθεί σε δημόσια έγγραφα ή βεβαιώνεται η γνησιότητα τους από δημόσια αρχή, ανομοιότητες ως προς την ποιότητα και το ρυθμό χάραξης, ενώ τονίζεται αφενός η χρήση διαφορετικών στυλογράφων κατά την απόδοση της δομής του γράμματος "λ" και αφετέρου ότι η δομή του γράμματος "ξ" στην ερευνώμενη υπογραφή δεν εντοπίστηκε σε καμία από τις πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές που εξετάστηκαν. Τα συμπεράσματα της διορισθείσας πιο πάνω πραγματογνώμονα και της παραπάνω δικαστικής γραφολόγου, δεν ανατρέπονται από την αντίθετη από 21-2-2020 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων του τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας Π. Τ., δικαστικού γραφολόγου, ούτε από τις από 11-12-2017 ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις του ιδίου ως άνω δικαστικού γραφολόγου και την από 10-2-2020 του δικαστικού γραφολόγου Ι. Κ., που συντάχθηκαν με εντολή της ενάγουσας, με τις οποίες αυτοί αποφαίνονται ότι η ερευνώμενη υπογραφή της Ε. χήρας Α. Α. είναι γνήσια, καθόσον αυτές δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες και δεν αντικρούουν πειστικά τα συμπεράσματα των ως άνω (διορισθείσας πραγματογνώμονα και δικαστικής γραφολόγου Γ. Ν.). Ειδικότερα δε o ανωτέρω δικαστικός γραφολόγος Π. Τ., στην από 11-12-2017 έκθεση γραφολογικής εξέτασης αναφέρει ότι δεν βρέθηκαν αντικειμενικά στοιχεία πλαστότητας επί της ερευνώμενης υπογραφής (βλ. 8), στην δε από 21-2-2020 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων, ως τεχνικού συμβούλου, σχολιάζοντας το σχετικό εύρημα της διορισθείσας πραγματογνώμονα σχετικά με το γράμμα "λ", αναφέρει ότι δεν αποτελεί ίχνος πλαστογραφίας, αφενός διότι δεν μπορεί να αποδειχτεί ότι τέθηκε από τρίτο πρόσωπο και όχι από την Ε. Α. και αφετέρου διότι η "παρέμβαση" αυτή είναι "καλλωπιστικού τύπου" και δεν αλλοιώνει την έννοια ή τον συμβολισμό της υπογραφής. Παραλείπει, ωστόσο, o ανωτέρω δικαστικός γραφολόγος να εξηγήσει για ποιο λόγο υπήρξε αυτή η καλλωπιστική παρέμβαση επί της φερόμενης υπογραφής της Ε. Α., η οποία έλαβε χώρα εκ των υστέρων, καθότι όλα τα υπόλοιπα τμήματα της υπογραφής της έχουν χαραχτεί με διαφορετικού τύπου στυλογράφο, ενώ είναι πιθανό το ενδεχόμενο, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η επέμβαση αυτή να αποτελεί το αποτέλεσμα της προσπάθειας τρίτου προσώπου να αποδοθεί καλυτέρα η γνήσια υπογραφή της, μετά τη διαπίστωση της ανομοιότητας της δομής του γράμματος "λ" με τις γνήσιες υπογραφές της. Σχολιάζοντας δε τα ευρήματα της διορισθείσας πραγματογνώμονα για τις πολλαπλές επεγγραφές ("Α", "Ε", "ι", "Ξ") και τη χάραξη συγκεκριμένων γραμμάτων σε περισσότερους χρόνους ("α", "ο" και "υ") και ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος αναφέρει ότι ανάλογα ευρήματα παρατηρούνται και στις γνήσιες υπογραφές της Ε. Α. και ειδικότερα επί της υπογραφής που έθεσε επί της αστυνομικής της ταυτότητας που εκδόθηκε στις 17-5-2012 και επί του υπ' αριθμ. ... 2012 πληρεξουσίου. Ωστόσο, ο εν λόγω δικαστικός γραφολόγος, αν και επισημαίνει τις ανωτέρω ομοιότητες με υπογραφές που τέθηκαν από την Ε. Α. σχεδόν πέντε έτη μετά την ερευνώμενη υπογραφή, εντούτοις παραλείπει να τοποθετηθεί επί της έλλειψης της εμφάνισης των ανωτέρω ευρημάτων και μάλιστα σε συνδυασμό και σε πλήθος γραμμάτων, στις γνήσιες υπογραφές της Ε. Α., που τέθηκαν σε έγγραφα πλησιόχρονα με την από 16-11-2007 σύμβαση δανείου, ήτοι στο υπ' αριθμ. ...-2008 συμβόλαιο, που συντάχθηκε μόλις τρεις μήνες μετά τη σύμβαση δανείου, καθώς και στα υπ' αριθμ ...-2009, ...2009, ...-2009 και ...-2009 ανωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια. Ο δικαστικός γραφολόγος Π. Τ. αναφέρει ότι η Ε. Α. λόγω της ηλικίας της και πιθανών προβλημάτων υγείας εμφάνιζε γραφική δυσκαμψία, γραφικό τρόμο και δυσχέρεια χάραξης κάποιων γραμματικών φορμών, που δικαιολογούν τα ανωτέρω ευρήματα στην ερευνώμενη υπογραφή, ωστόσο, οι πλησιόχρονες με αυτήν γνήσιες υπογραφές δεν εμφανίζουν τέτοια χαρακτηριστικά, αντιθέτως δε τέθηκαν με ταχύτερο ρυθμό και καλύτερη ποιότητα χάραξης και δεν εμφανίζουν τα ανωτέρω γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία αρχίζουν να παρατηρούνται στις υπογραφές που θέτει η Ε. Α. κατά τα έτη 2011-2012.
Εξάλλου, δεν κρίνεται πειστική η διαπίστωση του ανωτέρω γραφολόγου στην από 11-12-2007 έκθεση γραφολογικής εξέτασης (σελ. 11) ότι στις γνήσιες πλησιόχρονες υπογραφές της Ε. Α. παρατηρείται πίεση ελαφρύτερη του φυσιολογικού, όπως και στην ερευνώμενη υπογραφή, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διαπίστωση της διορισθείσας πραγματογνώμονα και της δικαστική γραφολόγου Γ. Ν. που αναφέρουν ότι η ένταση της γραφικής πίεσης στις γνήσιες υπογραφές είναι άνω του μετρίου, με φυσιολογικές εναλλαγές-αυξομειώσεις, που είναι εντονότερη σε συγκεκριμένες κινήσεις της γραφίδας (βλ. σελ. 28 της πραγματογνωμοσύνης, σελ. 27 της από 18-12-2017 έκθεσης γραφολογικής εξέτασης και σελ. 7 των από 27-12-2017 γραφολογικών παρατηρήσεων). Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η υπογραφή που υπάρχει στην από 16-11-2007 σύμβαση δανείου και που αποδίδεται στην Ε. Α., με την ιδιότητά της ως δανειζόμενης, δεν τέθηκε από την ίδια, αλλά από τρίτο πρόσωπο κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής της και μάλιστα ως μοντέλο πλαστογράφησης χρησιμοποιήθηκαν γνήσιες υπογραφές της που τέθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του φερόμενου χρόνου χάραξης (16-11-2007) καθώς σε απλή αντιπαραβολή εμφανίζει παρόμοια χαρακτηριστικά με τις γνήσιες υπογραφές της Ε. Α. που τέθηκαν τα έτη 2011-2012. Ομοίως, η από 20-2-2020 γνωμοδότηση του γραφολόγου Ι. Κ., ουδόλως αντικρούει αιτιολογημένα και πειστικά τα ως άνω συμπεράσματα της διορισθείσας πραγματογνώμονα όσο και της γραφολόγου Γ. Ν., σχετικά με τις σημαντικές διαφορές που εντοπίζονται (ως προς τη φορά των γραφικών κινήσεων κατά τη χάραξη των γραμμάτων, τον τρόπο χάραξης των γραμμάτων και το είδος και ποιότητα πίεσης του γραφικού ίχνους των γραμμάτων) ανάμεσα στις γνήσιες υπογραφές, που χρησιμοποιήθηκαν προς σύγκριση και την επί της ένδικης σύμβασης δανείου (ελεγχόμενη) υπογραφή και οι οποίες (διαφορές) είναι τέτοιου είδους και έκτασης που καθιστούν, χωρίς επιφύλαξη, την τελευταία πλαστή. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από τις προσκομιζόμενες ως άνω από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Δ. Μ. και Θ. Ι., του τελευταίου με αριθμό .../2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, λαμβανομένης υπ' όψη προς έμμεση απόδειξη ως δικαστικού τεκμήριου, καθώς δόθηκε στα πλαίσια άλλης προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τη γνησιότητα της υπογραφής της Ε. Α., καθόσον δεν κρίνονται πειστικές, διότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αντικειμενικά συμπεράσματα της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, εύλογη απορία προξενεί το γεγονός 1) ότι, και ενώ το δάνειο έπρεπε να επιστραφεί σε δύο ισόποσες άτοκες δόσεις των 40.000 ευρώ στις 17-6-2009 και στις 17-6-2011, δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε η ενάγουσα προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, ότι υπήρξε οποιαδήποτε όχληση της Ε. Α., μέχρι το θάνατό της στις 14-1-2015, προς καταβολή του ήδη ληξιπρόθεσμου από ετών δανείου, αντιθέτως δε η ενάγουσα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά πρόταση της Ε. Α. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 15ης-5-2012 καταθέτει με σαφήνεια ότι, τόσο η Ε. Α. όσο και ο σύζυγος της δεν είχαν καμία οφειλή απέναντι σε τρίτα πρόσωπα (βλ, υπ' αριθμ. 22851/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου) και 2) ότι ουδέποτε η Ε. Α. αναγνώρισε εγγράφως το φερόμενο ως εκ της επίδικης σύμβασης δανείου χρέος της προς την ενάγουσα, τη στιγμή που, με βάση όσα η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται, φέρεται το έτος 2008 να αναγνωρίζει, εγγράφως, χρέος της προς τον σύντροφο της ενάγουσας X. Μ., ύψους 285.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, το από 16-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου είναι άκυρο, η δε ακυρότητά του αυτή ανατρέχει στον χρόνο της σύνταξής του και αυτό θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ (άρθρα 180 και 184 ΑΚ) και ως εκ τούτου δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια. Εν όψει όλων των ανωτέρω και εφόσον η Ε. χήρα Α. Α., η οποία μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. ...-2009 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Σ.-Σ. το λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητό της κατ' ισομοιρίαν στους εναγόμενους, δεν αποδείχθηκε ότι τυγχάνει οφειλέτιδα της ενάγουσας σε χρόνο προγενέστερο της φερόμενης ως καταδολιευτικής ανωτέρω δικαιοπραξίας, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 , 19 και 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 806 και 939 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της ύπαρξης απαίτησης της αναιρεσείουσας από την επίμαχη δανειακή σύμβαση. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες, επειδή δέχθηκε ως ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη κατά κύριο λόγο, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, της γραφολόγου πραγματογνώμονος που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της φερομένης ως δανειολήπτριας στην ίδια σύμβαση, ενώ θεώρησε μη επαρκώς αιτιολογημένη και μη επαρκώς πειστική την γραφολογική γνωμοδότηση - έκθεση του τεχνικού συμβούλου αυτής (της αναιρεσείουσας), παραθέτοντας στο αναιρετήριο, σχετικά πραγματικά επιχειρήματα. Ισχυρίζεται ακόμη η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες και επιπλέον στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, επειδή την κρίση του ότι είναι άκυρη η δανειακή σύμβαση γιατί δεν είναι γνήσια η υπογραφή της φερομένης σε αυτή ως δανειολήπτριας, στήριξε κατά κύριο λόγο στο ίδιο το έγγραφο της σύμβασης, ενώ από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η ίδια (η αναιρεσείουσα- ενάγουσα- εκκαλούσα), "μεταβίβασε σε μετρητά το ποσό του δανείου στην Ε. Α.". Ότι για την εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ είχε διατυπώσει παράπονα με τον πρώτο λόγος της έφεσής της, τα οποία αγνοήθηκαν από το Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών (από τους αρ. 1, 19 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, μεταξύ των οποίων της πραγματογνωμοσύνης και των τεχνικών εκθέσεων, που όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
Έτι περαιτέρω, έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον το αποδεικτικό του πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, σχετικά με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα, ότι δηλαδή η ένδικη σύμβαση δανείου, είναι άκυρη γιατί δεν έχει υπογραφεί από την φερομένη ως δανειολήπτρια Ε. Α., αλλά ότι η υπογραφή αυτής έχει πλαστογραφηθεί από τρίτο πρόσωπο, σε χρόνο προγενέστερο της φερομένης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, και συνεπώς η τελευταία δεν είναι οφειλέτης της αναιρεσείουσας, έχει διατυπωθεί με πληρότητα και σαφήνεια και βρίσκεται σε λογική ακολουθία με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν. Ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).
Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ. α ) ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δε προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 368, 370 και 387 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ώστε να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Επιπλέον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 390 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, τόσο η πραγματογνωμοσύνη, όσο και οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ. τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται, ως τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο και η μνεία ότι "λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές (ΟλΑΠ 8/2005).
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 467/2022, ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 1719/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 11γ και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, κατά την συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της περί της γνησιότητας της υπογραφής της δανειολήπτριας στην επίδικη δανειακή σύμβαση, η οποία (γνησιότητα) συναρτάται με το κύρος αυτής και έτσι δέχθηκε "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) την από 10.02.2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού γραφολόγου Ι. Κ., 2) την με αριθμ. .../2015 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Θεόφιλου Ιωαννίδη που συνέταξε την από ....2007 σύμβαση δανείου, 3) την με αριθμ. ....2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. - Δ. Μ., 4) την με αριθμ. ....2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. Δ. και 5) την από 17.03.2011 καταγγελία της Ο. Μ. και της Κ. Μ. κατά της Ε. Α. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης περί τα πράγματα έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων, όπως αυτολεξεί βεβαιώνεται σε αυτή "....όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, μεταξύ των οποίων και η από 10-2-2020 νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα ιδιωτική γνωμοδότηση του ειδικού γραφολόγου Ι. Κ. (η οποία λαμβάνεται υπόψη ως νέο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, έστω και αν η προσκόμισή της αποκρούστηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 237 παρ. 7 ΚΠολΔ από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), σε μερικά από τα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ), .......την από 18-9-2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Χ. Σ., ειδικής δικαστικής γραφολόγου, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 10102/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ... ...τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ' αριθμ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση του Γ.-Δ. Μ. και υπ' αριθμ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. Δ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (βλ. τη με αριθμό ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Τ.), έστω και αν για την τελευταία κρίθηκε απαράδεκτη η λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι δεν αφορούσε σε αντίκρουση ισχυρισμών των εναγομένων, όμως ήδη παραδεκτά προσκομίζεται και νόμιμα λαμβάνεται υπόψη και αυτή η ένορκη βεβαίωση από το Δικαστήριο τούτο κατ' αρθρ. 529 παρ. 1α ΚΠολΔ, εφόσον, αφ' ενός λήφθηκε μετά νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων της ενάγουσας και αφ' ετέρου προσκομίζεται νόμιμα, με νόμιμη επίκληση, με την έφεση και τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας-εκκαλούσας ....". 'Οσον αφορά ειδικότερα την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση υπ' αρ. .../2015 του δικηγόρου Θ. Ιωαννίδη, ρητώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 12 αυτής) ότι αυτή ελήφθη υπόψη "προς έμμεση απόδειξη ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς δόθηκε στα πλαίσια άλλης προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης". Πέραν των ανωτέρω, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, με τις κατατεθείσες, στην έκκλητη δίκη, προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο όλων των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, των τεχνικών εκθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων, με συγκεκριμένες αναφορές σε αυτά και σε πλείστα άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, (ΑΠ 155/2020) χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα. Επομένως, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του I. Κ., την οποία αξιολόγησε ρητώς στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (σελ. 10 και 12 της προσβαλλομένης), έλαβε υπόψη και αιτιολόγησε ειδικώς για ποιο λόγο έλαβε υπόψη προς έμμεση απόδειξη ως δικαστικό τεκμήριο την υπ' αρ. .../2015 ένορκη βεβαίωση (σελ. 12 αυτής), ενώ ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από αυτό, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του, απορριπτικού της ένδικης αγωγής, πορίσματος. Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 10 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, τα οποία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αναλόγως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνη, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 β του άρθρ.559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο διατυπώθηκαν παράπονα περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα σε σχέση: 1) με την ορθότητα του πορίσματος, της διαταχθείσης από το δικαστήριο αυτό γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για την διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της φερομένης ως δανειολήπτριας Ε. Α., επί της επίδικης δανειακής σύμβασης και 2) με την μέθοδο που χρησιμοποίησε η πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο πόρισμά της, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας δεν είναι σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης της γραφολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας (εκ του αριθ. 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), πλήττεται, μέσω πραγματικών επιχειρημάτων, αντίθετων, προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, καθώς και μέσω αιτιάσεων αναγομένων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, οι οποίες (αιτιάσεις και επιχειρήματα) κατατείνουν στην απόδειξη του λανθασμένου κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης και οδηγούν σε ανεπίτρεπτο αναιρετικά έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, επιπροσθέτως, επειδή οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον φερόμενο ως αγνοηθέντα πρώτο λόγο της έφεσής της δεν συνιστούν πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνη δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρ.8β του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Έτι περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον λόγο αυτό έφεσης, τον αξιολόγησε και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 368 370,372,376,377, 379, ..., 383, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ενώ από τις ίδιες ως άνω διατάξεις δεν απορρέει υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τους διαδίκους να του προσκομίσουν στοιχεία. Απεναντίας από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα, ακόμη κι αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, διότι, κατά τα ως άνω, αφενός μεν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αφετέρου, αν κρίνει σκόπιμο μπορεί να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1268/ 2022, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 624/2013). Η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου (όπως και των τεχνικών εκθέσεων) δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί οι διατάξεις των άρθρων 368 επ., 387 και 390 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 179/2013). Παραλείψεις σχετικά με την εφαρμογή των ως άνω άρθρων δεν δημιουργούν λόγο αναίρεσης ούτε από τον αριθμό 8 ΚΠολΔ, ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 579/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 8, 14 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο δικαστήριο της ουσίας, την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο διατύπωνε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της υπ' αρ. ....2019 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης την διενέργεια της οποίας διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 10102/2018 μη οριστική απόφασή του και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής χωρίς καμία αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς όλες του τις αιτιάσεις, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, ισχυρισμός περί ακυρότητας της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν διαλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο αυτής. Πέραν του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, αιτιάσεις περί ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, αναγόμενες στο ότι ο πραγματογνώμονας δεν ήρθε σε επαφή με όλους τους διαδίκους ή δεν ακολούθησε τις οδηγίες του δικαστηρίου κατά την σύνταξή της, δεν δημιουργούν λόγο αναιρέσεως από καμία εκ των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι κρίση περί την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.07.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 975/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η εν ενεργεία αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ