Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1332 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1332/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α. του Ν., 2) Ν. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τσόη, και κατέθεσαν προτάσεις
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δεβελάσκα, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 942/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2300/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 2300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο, επικυρώνοντας την υπ' αρ 942/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά αυτής, με την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις σωρευόμενες στο αγωγικό δικόγραφο αγωγή αναγνωριστική (συγ)κυριότητας κινητού πράγματος, του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων και αγωγή λύσης της κοινωνίας με την δια πλειστηριασμού πώληση του πιο πάνω επικοίνου (κινητού). Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ.).
2.- Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, αντικείμενο του οποίου είναι η καλλιέργεια ρυζιού στην ευρύτερη περιοχή Κυμίνων Θεσσαλονίκης, και o δεύτερος εναγόμενος-αδερφός του, και συνεργάτης του στις ρυζοκαλλιέργειες, στις 12.2.2008 παρήγγειλαν, προκειμένου να αγοράσουν από κοινού, από την εταιρεία Π. Ι. Κ. ΑΕΒΕ μία θεριζοαλωνιστική μηχανή, εργοστασίου κατασκευής ... .................., εργοστασίου κατασκευής ..., .................. μαζί με ένα σιταρομάχαιρο ...., καρότσι σιταρομάχαιρου και τρόμπα-κόφα (βλ. σχετικό επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα δελτίο παραγγελίας μηχανήματος με τις κάτωθι αυτού υπογραφές του ενάγοντος και του 2ου εναγόμενου στη θέση των αγοραστών) καθαρής αξίας 218.000,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. ποσού 41.420,00 ευρώ και συνολικά 259.420,00 ευρώ, και να μεταβιβαστεί στον καθένα από αυτούς η συγκυριότητα των κινητών αυτών κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου. Προκειμένου όμως να υπάρξει απαλλαγή από τον αναλογούντα ΦΠΑ, προϋπόθεση ήταν η αγορά να γίνει από έναν και μόνο αγοραστή. Έτσι λοιπόν συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η αγορά θα φαινόταν στο όνομα του ενός από αυτούς, ήτοι του δευτέρου εναγομένου, στην πραγματικότητα όμως η αγορά και η παράδοση των εν λόγω κινητών θα γινόταν από και προς τα δύο αδέλφια με σκοπό την απόκτηση του καθενός από αυτούς του προαναφερόμενου ποσοστού συγκυριότητας επί αυτών, ως και έγινε.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι θα κατέβαλλαν στην πωλήτρια το ποσό των 71 .000,00 ευρώ, το οποίο και έγινε από αυτούς εξ ημισείας με την καταβολή ποσού 50.000,00 ευρώ σε μετρητά, και το υπόλοιπο, 21.000,00 ευρώ, συμφωνήθηκε ότι θα συμψηφιστεί με θεριζοαλωνιστική μηχανή NEW HOLLAND, τύπου 8080, αξίας 21.000,00 ευρώ, την οποία είχαν στην κυριότητά τους o ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου έκαστος και την οποία παραχώρησαν στην πωλήτρια εταιρεία ως ανταλλαγή. Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής στις 17.3.2008 υπεγράφη μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και του δεύτερου εναγόμενο προσύμφωνο πώλησης γεωργικού μηχανήματος (βλ. σχετικό επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα σχετικό προσύμφωνο). Στο προαναφερόμενο προσύμφωνο πώλησης, στα άρθρα 2, 4 αυτού, γίνεται ρητώς μνεία και αναφέρεται ότι "o αγοραστής δηλώνει ότι προτίθεται να λάβει επιδότηση/απαλλαγή ΦΠΑ για την αγορά του μηχανήματος και ότι το ποσό της επιδότησης θα ανήκει στην πωλήτρια και ο αγοραστής υποχρεούται αμέσως με την είσπραξη της επιδότησης να το καταβάλει εξ' ολοκλήρου στην πωλήτρια.". Το οριστικό συμβόλαιο υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγόμενου στις 30.9.2008 (βλ. σχετικό επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα). Στα ως άνω συμφωνητικά (από 17.3.2008 προσύμφωνο πώλησης και από 30.9.2008 σύμβαση πώλησης) αναφέρεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των 71 .000 ευρώ και ότι το υπόλοιπο ποσό των 188.420,00 ευρώ θα εξοφλούνταν ως εξής: η 1η δόση, ποσού 41.420,00 ευρώ ( στο προσύμφωνο αναφέρεται ότι το ποσό αυτό θα καλυφθεί από τον ΦΠΑ), την 30.12.2008, η 2η δόση, ποσού 49.000,00 ευρώ, την 20.2.2009, η 3η δόση, ποσού 49.000,00 ευρώ, την 20.2.2010, η 4η δόση, ποσού 49.000,00 ευρώ, την 20.2.2011 και για το οποίο ποσό αυτό, επίσης συμφωνήθηκε, να εκδώσει η εταιρεία τέσσερις (4) συναλλαγματικές αποδοχής του αγοραστή. Σημειώνεται ότι o δεύτερος εναγόμενος εισέπραξε από την εφορία την αξία του ΦΠΑ ποσού 41.420 ευρώ και τον Ιανουάριο του 2009 το κατέθεσε σε λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας κατά την ως άνω συμφωνία, ενώ το υπόλοιπο τίμημα καταβλήθηκε εξ ημισείας από τους εν λόγω αγοραστές. Ο ενάγων και o δεύτερος εναγόμενος παρέλαβαν από την πωλήτρια εταιρία την ανωτέρω θεριζοαλωνιστική μηχανή με τα προαναφερόμενα κινητά πράγματα που τη συνοδεύουν, τα οποία και χρησιμοποιούσαν έκτοτε από κοινού για τον αλωνισμό χωραφιών ρυζιού. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι o ενάγων και o δεύτερος εναγόμενος μετά την αγορά της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής προέβησαν από κοινού στην τοποθέτηση σε εξωτερικό συνεργείο μεταλλικών ερπυστριών αξίας 30.000,00 ευρώ, οπίσθιου διαφορικού, αξίας 25.000,00 ευρώ, στην μετασκευή όλων των μεταλλικών εξαρτημάτων του μηχανήματος σε ανοξείδωτα, αξίας 10.000 ευρώ και στην κατασκευή ρυμουλκούμενου καροτσιού μεταφοράς της θεριζοαλωνιστικής μηχανής αξίας 16.000,00 ευρώ και το οποίο συνολικό ποσό των (30.000+25.000+10.000+16.000) 81.000 ευρώ κατέβαλαν από κοινού. Την θεριζοαλωνιστική αυτή μηχανή την εναπόθεσαν σε οικόπεδο έκτασης 11 στρεμμάτων, το οποίο (οικόπεδο) είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους Χ. Α.
Συνακόλουθα αποδείχτηκε ότι στην επίδικη θεριζοαλωνιστική μηχανή είναι πραγματικά από κοινού συγκύριοι και συννομείς ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος κατά το ειδικότερο δε περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας (βλ. και το δελτίο παραγγελίας που ήταν στο όνομα και των δύο)( βλ και αρθ. 1034 ΑΚ και 1δβ ν. 2367/1953, ......), o δε ισχυρισμός των εναγόμενων, ότι είναι αποκλειστικώς κύριοι και ότι o ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, κρίνεται απορριπτέος ως και κατ' ουσίαν αβάσιμος. Η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι στην πραγματικότητα η πωλήτρια εταιρία πώλησε και παρέδωσε στα εν λόγω αδέλφια τα ως άνω μηχανήματα, με σκοπό την μεταβίβαση στον καθένα από αυτούς των προαναφερόμενων ποσοστών συγκυριότητας επί αυτών, ενισχύεται από το με ημερομηνία 17.3.2008 προσύμφωνο, όπου γίνεται μνεία καταλογισμού της δόσης για την κάλυψη ΦΠΑ, από το από 12.2.2008 δελτίο παραγγελίας μηχανήματος, με αναγραφόμενα στοιχεία των αγοραστών του επίδικου μηχανήματος (και των παρελκόμενων) τα ονοματεπώνυμα του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου, αδελφών, και με υπογραφές αμφοτέρων στη θέση των αγοραστών, όσο και από την ένορκη βεβαίωση του Α. Ζ., εργαζόμενου στην πωλήτρια εταιρεία, o οποίος κατέθεσε με βεβαιότητα μεταξύ άλλων " ... Από την πρώτη στιγμή, μου ξεκαθάρισαν ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τη μηχανή από κοινού κατά ποσοστό 50% ο καθένας τους και ότι θα πλήρωναν το τίμημα από μισά ο καθένας τους. Τότε τους εξήγησα ότι, προκειμένου να τύχουν απαλλαγής ΦΠΑ, θα έπρεπε η αγορά να γίνει στο όνομα του ενός, στον οποίο θα κόβονταν το τιμολόγιο και θα υπογράφονταν όλα τα σχετικά έγγραφα. Για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, τους συνέστησα να συμβουλευτούν και τη λογίστριά τους σχετικά με το ζήτημα της απαλλαγής του ΦΠΑ, η οποία πράγματι επιβεβαίωσε λίγο αργότερα τα λεγόμενά μου. Κατόπιν τούτου ο Γ. Α. (ενάγων), που είναι και ο μεγαλύτερος αδελφός, μου είπε ότι έχει εμπιστοσύνη στον Ν. και ότι συμφωνεί να κοπεί το τιμολόγιο στο όνομά του και να υπογραφούν όλα τα έγγραφα από αυτόν. Στη συνέχεια ενημέρωσα τους προϊσταμένους μου και μετά από αρκετό διάστημα διαπραγματεύσεων, κατά το οποίο τα αδέλφια είχαν ολοκληρώσει σχετική έρευνα αγοράς, καταλήξαμε τελικά στις 12 Φεβρουαρίου 2008 σε οριστική συμφωνία για την αγορά μια καινούριας θεριζοαλωνιστικής μηχανής,... η αξία της οποίας συμφωνήθηκε στα 218.000 ευρώ και μαζί με το ΦΠΑ στα 259.420 ευρώ. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν εκτός από τη μηχανή, ένα μαχαίρι αλωνισμού 20 ποδών με υδραυλική ανέμη και ένα καρότσι μεταφοράς του μαχαιριού. Εγώ για να είμαι εντάξει απέναντί τους και προκειμένου να διασφαλίσω την συμφωνία τους σχετικά με τη συγκυριότητα της μηχανής, συμπλήρωσα παρουσία τους χειρόγραφα το έντυπο της εταιρίας υπό τον τίτλο Δελτίο Παραγγελίας Μηχανήματος, στο οποίο κατέγραψα τα στοιχεία και των δύο αδελφών Α., τα στοιχεία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, μαζί με τα προαναφερόμενα παρελκόμενα, το ποσό των 2.000 ευρώ που θα καταβάλλονταν εξ ημισείας ως αρραβώνας... Η αξία της μεταχειρισμένης θεριζοαλωνιστικής μηχανής αποτιμήθηκε στα 21 .000 ευρώ, ποσό το οποίο συνυπολογίστηκε ως μέρος της προκαταβολής..... Εξ όσων ενημερώθηκα από την εταιρία, τα δύο αδέλφια εξόφλησαν κανονικά όλες τις δόσεις του τιμήματος, με ξεχωριστές καταβολές που έκανε ο καθένας τους, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο ήμισυ των ποσών που προανέφερα.... Πριν από δύο χρόνια περίπου, ήρθε στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ο Γ. Α. (ενάγων) ο οποίος μου είπε ότι o αδελφός του Ν. του πήρε τη μηχανή, ότι την δουλεύει πλέον μόνος του, μαζί με τον γιό του και ότι δεν τον αναγνωρίζει σαν συγκύριο. Στεναχωρήθηκα ιδιαίτερα από το γεγονός αυτό, γνωρίζοντας την πραγματική συμφωνία τους ότι η μηχανή ανήκει και στους δύο και ότι όλα αυτά τα χρόνια δούλευαν συνεταιρικά... .. Όλα όσα καταθέτω τα γνωρίζω από προσωπική αντίληψη.".. Η κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων των εναγομένων στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Α. ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε " ............ .", αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα, Κ. Κ., οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε επί λέξει: " ..........".
Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι οι πληρωμές που έκανε ο ενάγων προς την εταιρεία Π. Ι. Κ. ΑΕΒΕ, ύψους 101.000,00 ευρώ (12.2.2008 καταβολή ποσού 1.000,00 ευρώ, 24.3.2008, καταβολή ποσού 24.000,00 ευρώ, 18.2.2009, καταβολή ποσού 2.000,00 ευρώ, 26.2.2009, καταβολή ποσού 24.000,00 ευρώ, 27.2.2009, καταβολή ποσού 1.000,00 ευρώ, 18.2.2010, καταβολή ποσού 12.000,00 ευρώ, 23.2.2010, καταβολή ποσού 12.500,00 ευρώ, 18.2.2011, καταβολή ποσού 12.500,00 ευρώ, 21.2.2011, καταβολή ποσού 12.000,00 ευρώ)-βλ. σχετικά επικαλούμενα οπό τον ενάγοντα καταθετήρια προς την πωλήτρια εταιρία - και συνολικά 101.000,00 ευρώ δεν αφορούν την επίδικη θεριζοαλωνιστική μηχανή, αλλά έτερο χρέος του ενάγοντος προς την εταιρεία ουδόλως αποδείχθηκαν, ο δε ισχυρισμός τους ότι στις καταβολές του ενάγοντος δεν υπάρχει αιτιολογία κατάθεσης αντιστρατεύεται της κοινής πείρας και λογικής καθώς η αιτιολογία κατάθεσης είναι προαιρετική στις τραπεζικές συναλλαγές.
Εξάλλου, η παραδοχή των εναγόμενων ότι έγιναν καταβολές από τον ενάγοντα, με το επιχείρημα του δανεισμού από τον ενάγοντα στον δεύτερο εναγόμενο ποσού 60.000,00 ευρώ το οποίο βέβαια ουδόλως αποδείχθηκε, καταλύει και τον ισχυρισμό τους ότι ο ενάγων προέβη σε δήλωση υπαναχώρησης από την αρχική τους συμφωνία αφού και αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού περί υπαναχώρησης, αν τούτο συνέβαινε δεν θα προέβαινε σε καταβολές και δη προς την πωλήτρια εταιρεία και οι σχετικοί ισχυρισμοί τους κρίνονται απορριπτέοι ως και κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε περαιτέρω ότι ο ενάγων προέβη περαιτέρω και στην καταβολή 10.500,00 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 1/2 της ανταλλαγείσης και συμψηφισθείσης μηχανής, αξίας 21.000,00 ευρώ που αγόρασαν εξ' ημισείας και από κοινού ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος- και συνολικά κατέβαλε (101.000,00+10.500,00) = 111.500,00 ευρώ. Η κρίση του δικαστηρίου και περί του ότι η αγορά της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής έγινε από τα εν λόγω αδέλφια εξ' ημισείας ενισχύεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο ενάγων είχε από το έτος 1987 άδεια μηχανοδηγού γεωργικών μηχανημάτων (βλ. σχετικό επικαλούμενο από ενάγοντα), ενώ ο δεύτερος εναγόμενος απέκτησε την ανάλογη άδεια το έτος 2015. Το γεγονός ότι η άδεια κυκλοφορίας για την επίδικη μηχανή είχε εκδοθεί στο όνομα του δεύτερου εναγομένου δεν μπορεί να αποκλείσει την συγκυριότητα με τον προαναφερόμενο τρόπο.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι διάδικοι, περί το έτος 2017, δεν κατέστη εφικτό να συμφωνήσουν για τον τρόπο χρήσης της επίδικης μηχανής και o ενάγων απέστειλε στον δεύτερο εναγόμενο στις 24.7.2017 εξώδικο, το οποίο του επιδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ....2017 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Χ. Μ., στο οποίο και του πρότεινε είτε να του μεταβιβάσει το μερίδιό του, ήτοι το 1/2, είτε να μεταβιβάσουν τη μηχανή σε τρίτο, δηλώνοντάς του παράλληλα να μην την χρησιμοποιήσει για την καλλιεργητική περίοδο του Σεπτεμβρίου 2017. Σε απάντηση του εξωδίκου, ο δεύτερος εναγόμενος αφενός μεν στις 25.8.2017, μεταβίβασε την επίδικη θεριζοαλωνιστική μηχανή στον υιό του και πρώτο εναγόμενο (βλ. σχετικό επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους), αφετέρου δε στις 15.9.2017 αμφότεροι οι εναγόμενοι αφαίρεσαν την επίδικη θεριζοαλωνιστική μηχανή και τα συναφή μηχανήματά της από την αποθήκη όπου την είχαν εναποθέσει ομού ο ενάγων και οι εναγόμενοι και τη μετέφεραν σε δικό τους χώρο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή και το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαίρεση της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής είναι κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας προδήλως ασύμφορη, ακόμη κι εάν υποτεθεί ότι είναι νομικά και τεχνικά δυνατή και σκόπιμο είναι να προκριθεί η πώληση του ακινήτου αυτού με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε να λυθεί του λοιπού η συγκυριότητά τους στο επίδικο κινητό και κάθε κοινωνός να λάβει από το εκπλειστηρίασμα ανάλογο ποσό προς το ιδανικό του μερίδιο, το οποίο ανέρχεται για μεν τον ενάγοντα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, για δε τον πρώτο εναγόμενο σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ αναφορικά με τον δεύτερο εναγόμενο η αγωγή, πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η πραγματική αξία του διανεμητέου κινητού (επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής μετά των επιδίκων εξαρτημάτων της και παρελκομένων της ) κατά το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή, ανερχόταν στο ποσό των 176.000,00 ευρώ, ενώ η αξία του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος κατά τον ίδιο χρόνο ανέρχεται στο ποσό των 88.000,00 ευρώ (176.000 ευρώ Χ 50/100)".
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 87/2013). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 667/2020).
Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ.α') ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δε προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 β και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας "....δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις .....και προέβη σε κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού", διότι ενώ δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σχέση κοινωνίας και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έχει δικαίωμα (συγ)κυριότητας κατά ποσοστό 50% επί της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής μετά των παρακολουθημάτων της, το δικαστήριο, "δεν αιτιολογεί επαρκώς και ειδικώς, ποιο είναι αυτό το αποδεικτικό μέσο από το οποίο προκύπτει πάραυτα το δικαίωμα του αντιδίκου επί των κινητών πραγμάτων". Ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει στο σκεπτικό της, δεν αξιολογεί δεόντως 1) την υπ' αρ. 955/2019 ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, 2) την από 30-9-2008 σύμβαση πωλήσεως της θεριζοαλωνιστικής μηχανής που καταρτίσθηκε μεταξύ του δευτέρου αναιρεσείοντος και της πωλήτριας εταιρίας, και 3) την άδεια κυκλοφορίας αυτής η οποία εκδόθηκε μόνο στο όνομα του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως ιδιοκτήτη και κυρίου του οχήματος, καθώς και ότι δεν εκτίμησε δεόντως τους αντίθετους, από εκείνους του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμούς τους, περί της αιτίας των καταβολών συνολικού ποσού 111.500 ευρώ στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος, και με τον τρόπο αυτό κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση, ενώ αν αξιολογούσε δεόντως τα αποδεικτικά μέσα και τους ισχυρισμούς τους, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από την διάταξη του αρ.8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και αυτοαναιρούμενος, αφού οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν αφορούν στο ότι οι υποβληθέντες ισχυρισμοί δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά στο ότι δεν έγιναν δεκτοί, επιπλέον είναι και απαράδεκτος διότι με αυτόν οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατέληξε, αναφορικά με την (συγ)κυριότητα του επιδίκου κινητού πράγματος, σε αποδεικτικό πόρισμα που δεν προκύπτει από την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραγνώριση της επιχειρηματολογίας που αυτοί είχαν προβάλλει , διότι πράγματα , η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον λόγο από τον αρ. 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρήματα του διαδίκου και ειδικότερα η μη σύμφωνη με την επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων, συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως αιτίαση από τον αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή (άρθρ. 556 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης περί τα πράγματα έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων, όπως αυτολεξεί βεβαιώνεται σε αυτή "....την υπ' αριθ. ....2019 ένορκη βεβαίωση των Α. Ζ. (υπαλλήλου της πωλήτριας εταιρίας της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής) και Χ. Ρ. (συζύγου του ενάγοντος) ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, .... ...που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων με πρωτοβουλία του οποίου έγινε, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων ....... όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να αποτελέσουν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω και χωρίς να παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ....". Πέραν της ανωτέρω βεβαίωσης, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, με τις κατατεθείσες, στην έκκλητη δίκη, προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, με συγκεκριμένες αναφορές σε αυτά και σε πλείστα άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων την υπ' αρ. 955/2019 ένορκη βεβαίωση για την οποία κάνει ειδική μνεία (σελ.6η της προσβαλλόμενης) και την οποία αξιολόγησε ρητώς στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (σελ. 8η της προσβαλλομένης), έλαβε υπόψη και αιτιολόγησε ειδικώς τις καταβολές του αναιρεσιβλήτου για το τίμημα της θεριζοαλωνιστικής μηχανής (σελ. 8η - 9η αυτής), ενώ ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από αυτό, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 8β και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, τα οποία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αναλόγως. Έτι περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του Εφετείου, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται ανεπίτρεπτα, η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
4.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο, μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά για αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από αυτά. Δεν ιδρύεται επίσης, ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 181/2024, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 1038/2019). Σε κάθε περίπτωση για να ιδρυθεί ο λόγος, πρέπει η επίκληση του εγγράφου να έγινε ως αποδεικτικού στοιχείου και όχι προς συναγωγή επιχειρήματος προς ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 1539/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στην από 30-9-2008 σύμβαση πωλήσεως της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και στην άδεια κυκλοφορίας αυτής η οποία εκδόθηκε μόνο στο όνομα του δευτέρου των αναιρεσειόντων, κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων επί λέξει: "...την αποδεικτική δύναμη και δεσμευτικότητα που προβλέπει για τα έγγραφα αυτά ο νόμος (άρθρο 340 ΚΠολΔ)". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης: 1)ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το δικαστήριο στα ως άνω έγγραφα, 2) αν τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο, (αναφέρουν μόνο ότι προσκομίστηκαν πρωτοδίκως), από τους αναιρεσείοντες, ως αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της κυριότητας του δευτέρου εναγομένου - αναιρεσείοντος επί του επιδίκου κινητού πράγματος και όχι μόνο, προς συναγωγή επιχειρήματος υπέρ της κυριότητας αυτού και προς ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων.
Επιπλέον ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, ως αντιφατικά προβαλλόμενος, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, με τον προβληθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως προς το ίδια αποδεικτικά μέσα (άδεια κυκλοφορίας της επίδικης θεριζοαλωνιστικής μηχανής και την από 30-9-2008 σύμβαση πωλήσεως), διότι είναι αντιφατικό να προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και ταυτόχρονα να προβάλλεται η αιτίαση ότι το ίδιο δικαστήριο, στην ίδια απόφαση δεν προσδίδει, στο ίδιο αποδεικτικό μέσο, την αποδεικτική δύναμη που δεσμευτικά καθορίζει για αυτό ο νόμος , καθόσον είτε το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και δεν του προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη που ορίζει ο νόμος είτε δεν το έλαβε καν υπόψη (ΑΠ 910/2019).
'Ετι περαιτέρω ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, με τον προσήκοντα τρόπο και με την αποδεικτική δύναμη που ο νόμος προσδίδει σε καθένα από αυτά, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες κείνται, εκτός του αναιρετικού ελέγχου και πλήττουν απαραδέκτως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
5.- Ο από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ1025/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, έτσι ώστε να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος ανάγνωσης του δικαστηρίου και του επιζήμιου για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικού πορίσματος, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 272/2020, ΑΠ142/2020, ΑΠ1372/2014, ΑΠ25/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στην λάθος ανάγνωση του περιεχομένου της από 30-9-2008 σύμβασης πωλήσεως, καθώς στο 9ο φύλλο της απόφασης αναφέρεται επί λέξει ότι: "Το οριστικό συμβόλαιο υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και του δευτέρου εναγομένου στις 30.9.2008...", ενώ το ορθό είναι ότι, το παραπάνω συμβόλαιο υπεγράφη μεταξύ της πωλήτριας εταιρίας "Π. Ι. Κ. ΑΕΒΕ" και του δευτέρου εναγομένου και ότι εξ αυτού του λόγου οδηγήθηκε σε εσφαλμένη κρίση περί (συγ)κυριότητας του επιδίκου κινητού μεταξύ του δευτέρου αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αντιφατικά προβαλλόμενος, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, με τον προβληθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως προς το ίδιο αποδεικτικό μέσο (την από 30-9-2008 σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου κινητού), διότι είναι αντιφατικό να προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και ταυτόχρονα να προβάλλεται η αιτίαση ότι το ίδιο δικαστήριο, στην ίδια απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, διότι το ανέγνωσε εσφαλμένως (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 472/2008). Επιπλέον είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η από 30.9.2008 σύμβαση πωλήσεως δεν υπήρξε το μοναδικό ούτε το κύριο αποδεικτικό μέσο στο οποίο στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την κρίση του περί (συγ)κυριότητας της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, αλλά το έγγραφο αυτό, χωρίς να το εξαίρει ιδιαίτερα, το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, (προσύμφωνο πώλησης, δελτίο παραγγελίας του επιδίκου κινητού, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), από τα οποία κατά κύριο λόγο άντλησε τις διαπιστώσεις του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 749/2018). Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. (ΑΠ 945/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 2300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο εν ενεργεία αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ