ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1333/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1333/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1333/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1333 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1333/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του τμήματος, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών Η ΣΩΤΗΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε για το εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-06-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 02-09-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό την κρίση, από 2-9-2024 με αριθμ.καταθ.7721/755/6-9-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2002/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από αμοιβές, επί α) της από 12-7-2023 (αριθ.καταθ.89169/4654/29-8-2023) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου και β) της από 7-11-2023 (αριθ.καταθ.117584/ 6241/7-11-2023) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Η ΣΩΤΗΡΙΑ", κατά της εκδοθείσας ερήμην του εναγομένου-αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 101/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις άνω αντίθετες εφέσεις, μετά από εξαφάνιση της ερήμην εκδοθείσας εκκαλουμένης απόφασης, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, δέχτηκε κατ'ουσία την από 8-6-2022 (αριθμ.καταθ.56227/ 128/2022) αγωγή ως προς το κύριο αίτημα της και κατά την κύρια βάση της, και ειδικότερα, επιδίκασε στον ενάγοντα δικηγόρο, συνδεόμενο με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, το ποσό των 29.591,98 ευρώ, νομιμοτόκως, ως διαφορά του βασικού μισθού του και χρονοεπίδομα 2% επ'αυτού για κάθε δύο έτη δικηγορίας, του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-5-2016 έως 31-3-2019, με βάση την κριθείσα με ισχύ δεδικασμένου συνταγματική αρχή της ισότητας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 25-7-2024, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Κ. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άνω επίδοσή της και συγκεκριμένα ασκήθηκε στις 6-9-2024 (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Στη με αριθμό οικ. 2/17127/0022/2012 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών με τίτλο: "Καθορισμός αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων" (Β'498/28/02/2012), που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του Νόμου 4024/2011 με τίτλο: "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α` 226), και στις παραγράφους 1, 2 και 4 του άρθρου μόνου, όπως η παρ.4 αντικαταστάθηκε με την ΥΑ 2/71801/0022/2.10.2012 (ΦΕΚ Β` 2827/19.10.2012) και ισχύει 1.11.2011, ορίζονται τα εξής: " 1. Με την παρούσα απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Οι ρυθμίσεις της παρούσας απόφασης καταλαμβάνουν όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, στους φορείς του πρώτου εδαφίου. 2. Στο προσωπικό της παραγράφου 1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α` βαθμού. 3(..). 4. Στους δικηγόρους των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, με έμμισθη εντολή, καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού της παρ. 2, το οποίο χορηγείται αυτοδικαίως ανά διετία από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.". Με το άρθρο δε 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου, 4024/2011, που φέρει τον τίτλο "Επέκταση διατάξεων", ορίζεται ότι: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου" κατ' εφαρμογή δε της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β'498/ 28.2.2012), με έναρξη ισχύος την 1.11.2011, σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011, δηλαδή στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και σε ΝΠΔΔ, καταβάλλεται, εφόσον πρόκειται για δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, για δικηγόρους στο Εφετείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και για δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β' βαθμού. Επιπλέον, καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Ακολούθως, με την περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012, το ανωτέρω χρονοεπίδομα, που είχε προβλεφθεί με την παράγραφο 1 της Κ.Υ.Α με αριθμό 2/17132/0022/28-2-2012 (Β'498) για τους δικηγόρους που συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, καταργήθηκε από την 1-1-2013. Στα δε άρθρα 7, 9, 29 και 34 του Νόμου 4354/2015 "Κεφάλαιο Β: Διατάξεις Αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού), των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο. του Κεφαλαίου A του N. 3429/2005 (Α` 314)", με έναρξη ισχύος, κατά το άρθρο 35 του ίδιου νόμου, από την 1-1-2016, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 7: "1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α) .... ιθ) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος.......". Στο άρθρο 9 ορίζονται τα εξής: "Μισθολογικά κλιμάκια και κατάταξη των υπαλλήλων"..... Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κατατάσσονται ως εξής: . ... παρ. 10 εδ. γ. οι δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο Μ.Κ. 15 της Π.Ε. κατηγορίας. Στο άρθρο 29 με τίτλο "Έλεγχος μισθοδοσίας" ορίζονται τα εξής: 1.. "2. Η παρακολούθηση της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος, διενεργείται από τη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ........". Στο άρθρο 34 με τίτλο "Καταργούμενες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Νόμου 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, και με την επιφύλαξη της παραγράφου η` του άρθρου 33 του Νόμου αυτού, του άρθρου 31 με την επιφύλαξη της περίπτωσης α` του άρθρου 33 του παρόντος και 32 με την επιφύλαξη της παραγράφου β` του άρθρου 33 του παρόντος........δ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή κατά το μέρος που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από αυτόν ". Σύμφωνα με τελευταία αυτή διάταξη, του άρθρου 34 α'του ν. 4354/2015, από την 1-1-2016 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Νόμου 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, όπως οι προαναφερόμενες ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 και 3 το ν.4024/2011. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής, στην οποία η απασχόληση του δικηγόρου θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η, συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του διέπεται από το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη (Ολ. ΑΠ 3/2003, Ολ. ΑΠ 10/2002, ΑΠ 243/2024, ΑΠ 138/2023, ΑΠ 67/2021). Σε περίπτωση δε αξίωσης διαφορών αποδοχών δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, λόγω αντισυνταγματικότητας και με κατ'επέκταση εφαρμογή, μισθολογικών διατάξεων, με επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, κρίσιμο είναι το υφιστάμενο κάθε φορά νομικό καθεστώς που ρυθμίζει τις αποδοχές αυτού και της υπό σύγκριση κατηγορίας δικηγόρων (ΑΠ 138/2023). Μεταγενέστερες δε αποφάσεις, οι οποίες για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, στηρίζονται στο δεδικασμένο που παράγει η αρχική τελεσίδικη απόφαση που έκρινε επί του ίδιου ουσιαστικού ζητήματος, ακόμη και επικαλούμενες μη μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος, υπό το οποίο αυτή εκδόθηκε, δεν παράγουν αυτοτελώς δεδικασμένο, αλλά εξακολουθούν να έχουν ως έρεισμα την αρχική απόφαση. Επομένως, κάθε δικαστική απόφαση που καλείται να κρίνει μεταξύ των αυτών διαδίκων και για την αυτή έννομη σχέση το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα, οφείλει να ανάγεται για τη συνδρομή του δεδικασμένου στην αρχική απόφαση και στο νομικό και πραγματικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτή εκδόθηκε και όχι στις ενδιάμεσες αποφάσεις, οι οποίες έχουν προβεί σε διάγνωση του ίδιου ζητήματος, στηριζόμενες στο δεδικασμένο διαδοχικά μέχρι την αρχική απόφαση (ΑΠ 243/2024). Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δικηγόρος, με την ένδικη, από 8-6-2022 (αριθμ.καταθ.56227/128/2022) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την κύρια βάση της, ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει της από 29-1-2003 σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια περιοδική αμοιβή, παρείχε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ΝΠΔΔ και το επίδικο διάστημα, από 1-5-2016 έως 31-3-2019, υπαγόμενος τότε στις μισθολογικές ρυθμίσεις του ν.4024/2011, περαιτέρω δε, επικαλούμενος ο ενάγων αντισυνταγματικότητα της ΚΥΑ 2/17132/022/2012, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου, καθό μέρος καθορίζει το βαθμό του βασικού μισθού των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, μεταξύ άλλων και, των ΝΠΔΔ, όπως ο ίδιος, ως και της διάταξης του ν. 4093/2012 που κατήργησε το χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού τους μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας, ζήτησε, κυρίως, εφαρμοζομένης κατ'επέκταση, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, της ΚΥΑ 2/17127/022/2012, που ρυθμίζει τις αποδοχές των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιογοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, ως προς το βαθμό του βασικού τους μισθού και το χρονοεπίδομα 2% επ'αυτού ανά διετία δικηγορίας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 29.591,98 ευρώ, που προκύπτει ως διαφορά μεταξύ των καταβλητέων, κατά τα άνω, και των καταβαλλόμενων αποδοχών του (διαφορά βασικού μισθού και χρονοεπίδομα 2% ανά διετία), του επιδίκου διαστήματος (από 1-5-2016 έως 31-3-2019), νομιμοτόκως. Για την ευόδωση δε της αγωγής του ως προς το άνω κύριο αίτημα και κύρια βάση της, ο ενάγων επικαλέστηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από τελεσίδικες αποφάσεις και δη από την με αριθμό 662/2015 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την με αριθμό 139/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες είχε επιδικαστεί στον ίδιο, λόγω αντισυνταγματικότητας των ίδιων ως άνω διατάξεων-(της ΚΥΑ 2/17132/022/2012 και της διάταξης του ν. 4093/2012)-και με, κατ'επέκταση, εφαρμογή της ίδιας ΚΥΑ (2/17127/022/2012), σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, διαφορές αποδοχών (βασικού μισθού και χρονοεπίδομα), για προγενέστερα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα, από 1-11-2011 έως 31-10-2014 και από 1-11-2014 έως 30-4-2016, αντίστοιχα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, η με αριθμό 101/2023 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατ'ουσία ως προς το άνω κύριο αίτημα και κύρια βάση της, και επιδικάστηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το αιτούμενο ποσό, των 29.591,98 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 3%. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, το μεν εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από 7-11-2023 έφεσή του, στο σύνολό της, ο δε ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 12-7-2023 έφεσή του, μόνο ως προς την περί τοκοδοσίας, του επιδικασθέντος ποσού, διάταξή της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 2002/2024 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, κατά τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, έχοντας από το έτος 1985 την ιδιότητα του δικηγόρου Αθηνών, από τις 29-1-2023 παρέχει τις υπηρεσίες του στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αντί πάγιας περιοδικής αμοιβής, και με την τελεσίδικη απόφαση 662/2015 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 22-1-2015 αγωγής του, το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ είχε υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 19.566,08 ευρώ ως οφειλόμενες διαφορές του βασικού του μισθού και χρονοεπίδομα 2% για κάθε διετία δικηγορίας, του προγενέστερου, του επιδίκου, διαστήματος, από 1-11-2011 έως 31-10-2014, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού είχε κριθεί η κατά παράβασή της αντισυνταγματικότητα, και συνακόλουθα η μη ισχύς, της ΚΥΑ 2/17132/022/2012 και της διάταξης του άρθρου 4093/2012 που είχε καταργήσει από την 1-1-2013 το άνω χρονοεπίδομα, και η κατ'επέκταση εφαρμογή και για τον ίδιο της εκδοθείσας με το ν.4024/2011, ΚΥΑ 2/17127/022/2012 για τους συναδέλφους του-δικηγόρους των Ανεξάρτητων Αρχών κλπ. Ότι ακολούθως, με την επίσης τελεσίδικη απόφαση, με αριθμό 139/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί επόμενης, της από 25-11-2015, αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, αφού έγινε δεκτό το επικαλούμενο με δεδικασμένο, απορρέον από την άνω 662/2015 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, με τις ίδιες διατάξεις (της ΚΥΑ 2/17132/022/2012 ως προς το βαθμό του βασικού του μισθού και της διάταξης του άρθρου 4024/2011 που κατήργησε από την 1-1-2013 το χρονοεπίδομα 2% επ'αυτού για κάθε δύο έτη δικηγορίας), και σύμφωνα με την αρχή αυτή για κατ'επέκταση εφαρμογή της ίδιας ΚΥΑ (2/17127/022/2012) και για το επόμενο, τότε επίδικο, χρονικό διάστημα, από 1-11-2014 έως 30-4-2016, αναγνωριζομένης για το διάστημα αυτό της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος για καταβολή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο βασικού του μισθού βαθμού Α', αντί Β' και του άνω χρονοεπιδόματος, υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να του καταβάλει το ποσό των 14.615,11 ευρώ, ως διαφορές του βασικού του μισθού του και χρονοεπίδομα 2% επ'αυτού για κάθε διετία δικηγορίας, του κρίσιμου αυτού διαστήματος (από 1-11-2014 έως 30-4-2016), νομιμοτόκως. Ότι, μεταξύ της δίκης που ανοίχθηκε με την υπό κρίση (από 8-6-2022) αγωγή και αυτής που είχε ανοιχθεί με την ανωτέρω τελευταία, από 25-11-2015 αγωγή, υπάρχει ταυτότητα διαδίκων (ο ίδιος ενάγων, ως εντολοδόχος, με σχέση έμμισθης εντολής αντί παγίας αντιμισθίας, κατά του ίδιου εναγομένου ΝΠΔΔ, ως εντολέα στην ίδια σχέση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου διαρκείας), ταυτότητα διαφοράς (όμοιες μισθολογικές διαφορές, δηλαδή, επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, λόγω της δυσμενούς διάκρισης σε βάρος του ενάγοντος από την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που βάλλονται ως αντισυνταγματικές-(της ΚΥΑ 2/17132/022/2012 και της διάταξης του ν. 4093/2012)-ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας (παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας) και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς κατά είδος (δηλαδή, επιδίκαση των ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό των προαναφερθεισών μισθολογικών διαφορών), παρότι στην προκειμένη δίκη οι επίδικες (ταυτόσημες κατά είδος) μισθολογικές διαφορές αφορούν σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, καθόσον τα ήδη επίδικα κονδύλια έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, αφού στην παρούσα φέρεται προς διάγνωση η ίδια έννομη σχέση. Ότι επομένως, εφόσον η 139/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί της προηγούμενης, από 25-11-2015 αγωγής, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, απορρέει από αυτή δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που έχει κριθεί, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ότι, εξάλλου, δεν έχει επέλθει καμία μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την επίδικη έννομη σχέση, κατά τη διάρκεια του μεταγενέστερου της πιο πάνω αμετάκλητης απόφασης χρονικού διαστήματος, η δε επικαλούμενη από το εναγόμενο-ήδη αναιρεσίβλητο-ΝΠΔΔ, νομοθετική μεταβολή, με το νόμο 4354/2015 είχε ήδη επέλθει κατά το χρονικό διάστημα επί του οποίου έκρινε η προαναφερθείσα, 139/10-8-2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο απόρροια δεδικασμένου από την 139/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένδικης, από 8-6-2022, αγωγής για το λόγο αυτό ως προς το κύριο αίτημά της και την κύρια βάση της, υποχρέωσε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο το αιτούμενο ποσό των 29.591,98 ευρώ για το κρίσιμο διάστημα, από 1-5-2016 έως 31-3-2019, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 3%, μέχρι την εξόφληση. Με την κρίση αυτή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέον από την υπ'αριθμ. 139/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον από την τελεσίδικη αυτή απόφαση, δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον η απόφαση αυτή δεν έκρινε πρωτογενώς και αυθεντικά το ανωτέρω ουσιαστικό ζήτημα, αλλά στηρίχθηκε για τη διάγνωσή του στο δεδικασμένο που είχε παραχθεί γι'αυτό, από την τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμό 662/2015, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 139/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, το Εφετείο, καλούμενο να κρίνει μεταξύ των αυτών διαδίκων και για την αυτή έννομη σχέση το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα, για το επικαλούμενο δεδικασμένο, όφειλε να αναχθεί στην αρχική τελεσίδικη απόφαση, την 662/2015 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να ερευνήσει το πραγματικό και νομικό καθεστώς υπό το οποίο εκείνη εκδόθηκε, και όχι στην ενδιάμεση απόφαση, με αριθμό 139/2018, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αλλά και αναφορικά με την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, και παραδεκτά επισκοπούμενη αρχική, με αριθμό 662/2015, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από την τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου εκείνου, που συνιστά προδικαστικό ζήτημα για τις ένδικες επιμέρους αξιώσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την ένδικη διαρκή σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, υπό το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων δεν παράγεται δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος με την άνω απόφαση χρονικού διαστήματος επίδικη χρονική περίοδο, καθόσον κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, αλλά οι αιτούμενες με τη νεότερη ένδικη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Ειδικότερα, η με αριθμό 662/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφορούσε τη διάγνωση του εν λόγω ουσιαστικού ζητήματος μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το διάστημα από 1-11-2011 έως 31-10-2014, με βάση διαφορετικό, από το ισχύον το επίδικο διάστημα, νομικό καθεστώς για τη ρύθμιση των μισθολογικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου δικηγόρου και των υπό σύγκριση δικηγόρων των Ανεξαρτήτων Αρχών κλπ, στα πλαίσια της επικαλούμενης παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Συγκεκριμένα το διάστημα εκείνο ίσχυαν οι ανωτέρω ΚΥΑ με αριθμούς 2/17132/022/2012 και 2/17127/022/2012, που είχαν εκδοθεί κατ'εξουσιο- δότηση του άρθρου 22 του ν.4024/2011, εκ των οποίων η πρώτη (η ΚΥΑ 2/17132/022/2012), όπως και η με την περ. 9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012 που είχε καταργήσει το προβλεπόμενο από αυτή χρονοεπίδομα για τους δικηγόρους των ΝΠΔΔ, είχαν κριθεί αντισυνταγματικές, και η δεύτερη (η ΚΥΑ 2/17127/022/2012) εφαρμοστέα, κατ'επέκταση και για τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Ακολούθως, το επίδικο, εκτός του ανωτέρω κριθέντος, μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (από 1-5-2016 έως 31-3-2019) είχε μεταβληθεί το μισθολογικό καθεστώς που ρύθμιζε τις αποδοχές του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, ο οποίος, ως δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αντιμισθία του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ υπαγόταν το διάστημα αυτό αποκλειστικά στις μισθολογικές ρυθμίσεις του ν. 4354/2015, και όχι του προγενέστερου ν.4024/2011. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 34 εδ.α'του ισχύοντος ν. 4354/2015, από την 1-1-2016 είχε καταργηθεί, μεταξύ άλλων, και η διάταξη του άρθρου 22 του ν.4024/2011, ως και οι εκδοθείσες, κατ'εξουσιότησή του, υπουργικές αποφάσεις, όπως α) η επικαλούμενη ως αντισυνταγματική, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας ΚΥΑ 2/17132/022/2012, που προέβλεπε το βαθμό του βασικού μισθού των δικηγόρων των ΝΠΔΔ, όπως ο αναιρεσίβλητος, ως και το χρονοεπίδομα 2% επ'αυτού για κάθε δύο έτη δικηγορίας, μέχρι την κατάργησή της ως προς επίδομα αυτό, την 1-1-2013, με την περ. 9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012 και β) η επικαλούμενη, ως εφαρμοστέα σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ΚΥΑ 2/17127/022/2012, που καθόριζε τις αποδοχές των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Αρχών κλπ με μεγαλύτερο, βαθμό Α', βασικού μισθού και καταβολή του ίδιου χρονοεπιδόματος. Λόγω της ανωτέρω μεταβολής του νομικού καθεστώτος, με την υπαγωγή του αναιρεσείοντος δικηγόρου στο νέο μισθολόγιο του ν.4354/2015, ως και της ανωτέρω, υπό σύγκριση, στα πλαίσια της συνταγματικής αρχής της ισότητας, κατηγορίας δικηγόρων, δεν υφίσταται ταυτότητα νομικής αιτίας μεταξύ της πρώτης και της ανοιγείσας με την ένδικη αγωγή δίκης. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεδικασμένο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της αντισυνταγματικότητας και της κατ'επέκταση εφαρμογής, σύμφωνα με την ανωτέρω συνταγματική αρχή, διατάξεων που δεν ίσχυαν και δεν ρύθμιζαν τις αποδοχές των ανωτέρω δικηγόρων το κρίσιμο διάστημα (από 1-5-2016 έως 31-3-2019), υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η παράβαση αυτή, με επίκληση προβολής της και με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω βάσιμου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, πρωτίστως παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επειδή δε η κατά παραδοχή του άνω λόγου αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά μόνο το κύριο αίτημα και κύρια βάση της αγωγής, εκτείνεται και στο επικουρικό της αίτημα και επικουρική της βάση (ΑΠ 1401/2024, ΑΠ 282/2020, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 1683/2008)-για επιδίκαση του ποσού 28.283,50 ευρώ, ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν.4354/2015- που δεν ερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (αρθ.580 παρ.3 εδ.β'ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ιδιαίτερων ερμηνευτικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, η οποία, μάλιστα, είχε οδηγήσει στην έκδοση διαφορετικού περιεχομένου τελεσιδίκων αποφάσεων (αρθ. 183, 179 ΑΚ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 2-9-2024 (αριθ.εκθ.καταθ.7721/755/6-9-2024) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2002/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών διαφορών από αμοιβές).
Αναιρεί την με αριθμό 2002/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή