Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1334 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1334/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ" που εδρεύει στην Κοινότητα και Ενότητα Κασσάνδρειας του Δήμου Κασσάνδρας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής της Π.Κ.Μ και εκπροσωπείται νόμιμα από τη Δήμαρχο Κασσάνδρας, με ΑΦΜ ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμανλή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Λ. του Ν., 2) Ε. Λ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις από κοινού με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Παπασπυρόπουλο.
Των προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντων: 1) Χ. Γ. του Η. και της Ε., 2) Θ. Γ. του Α. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1448/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2021 αίτησή του και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 16-2-2025 πρόσθετη παρέμβασή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και της πρόσθετης υπέρ αυτής παρέμβασης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 22-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1448/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-9-2017 (αριθμ. καταθ. 106/2017) έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 54/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που είχε απορρίψει την κατά του αναιρεσείοντος από 4-12-2012 αρνητική κυριότητας αγωγή τους και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες συγκυρίες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη του ένδικου εδαφικού τμήματος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να παύσει τη διατάραξη της συγκυριότητάς τους και την παράλειψή της στο μέλλον, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί κοινοτική και ήδη δημοτική (κοινόχρηστη) οδό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π. 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (Ολ.Α.Π.28/2007. ΑΠ.661/2023, Α.Π.1104/2019). Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του και η απόφαση να έχει σε βάρος του τις πιο πάνω δυσμενείς συνέπειες, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της. Ακόμη, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης και να μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου (Ολ.Α.Π.5/2003 Α.Π.1104/2019). Ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π 1329/2017, ΑΠ 611/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος οι: Χ. Γ. του Η. και η Θ. Γ. του Α., με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του (Αρείου Πάγου) στις 27-2-2025 και επιδόθηκε στους πιο πάνω διαδίκους την 7-3-2025. Για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός τους επικαλέστηκαν ότι είναι κύριοι ομόρου του επιδίκου εδαφικού τμήματος οικοπέδου, εφαπτόμενου με αυτό σε πλευρά μήκους 14,39 μ. επί του οποίου έχουν ανεγείρει εξοχική κατοικία, όπου και διαμένουν κατά τους θερινούς μήνες εκάστου έτους και ότι καθίσταται επιτακτική ανάγκη να παραμείνει η επίδικη εδαφική λωρίδα που καταλήγει στον προς δυσμάς του ακινήτου τους δημοτικό δρόμο, δημοτική και κοινόχρηστη, ώστε να κάνουν χρήση αυτής, όπως έκαναν χρήση αυτής άπαντες οι εκάστοτε ιδιοκτήτες των ομόρων οικοπέδων (μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι) για πάνω από 50 έτη, παρά το γεγονός ότι το ακίνητό τους έχει πρόσβαση σε έτερο δημοτικό δρόμο, του οποίου όμως δυσκολεύονται να κάνουν χρήση λόγω της μορφολογίας του (ανηφορικός), άλλως θα επέλθει σοβαρή επιδείνωση της διαβίωσής τους στην εξοχική τους κατοικία. Τα περιστατικά όμως αυτά δε συγκροτούν την έννοια του έννομου συμφέροντος των προσθέτως παρεμβαινόντων προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής τους, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού η έκβαση της προκείμενης δίκης, στην οποία παρεμβαίνουν, δεν θίγει από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος τα επικαλούμενα έννομα συμφέροντά τους, τα οποία δε συνδέονται με το αποτέλεσμα αυτής, ούτε επηρεάζονται απ' αυτό, καθόσον η ισχύς της πληττόμενης απόφασης δεν εκτείνεται στις έννομες σχέσεις των προσθέτως παρεμβαινόντων προς το επίδικο ακίνητο, αλλά θα δημιουργήσει, όπως επικαλούνται δυσμενείς επενέργειες σε βάρος τους.
Συνεπώς, πρέπει η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων, διότι οι καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίοι δεν υπέβαλαν ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της πρόσθετης παρέμβασης, δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη.
ΙΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ.1 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝ.Α.Κ., προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων. Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του Π.Δ. της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή. Η απόκτηση όμως του ιδιαίτερου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών. Από καμιά διάταξη της κειμένης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, δεν έχει καμία νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Επί του ζητήματος του χαρακτήρα μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια.
Περαιτέρω οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του Σχεδίου Πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται ο συμβολαιογραφικός τύπος και η μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (VETUSTAS), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο (Ν. 3 πανδ. 43.7 ν. 2 παρ.8 πανδ. 39, 3 ν.28 πανδ.22.3) και που δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, πλην όμως διατηρήθηκε σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. (Α.Π. 1728/2022, Α.Π.1226/2019, Α.Π. 954/2017).
Εξάλλου, στο άρθρο 20 του ν.δ/τος της 17ης.7/16ης.8.1923, του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 411 Κ.Β.Π.Ν., ορίζονται τα ακόλουθα : "1. Δεν επιτρέπεται οιαδήποτε μεταβίβασις της κυριότητος μέρους ή του όλου γηπέδου, εφ' ού ο ιδιοκτήτης εσχημάτισεν ή ανεγνώρισεν σχηματισθέντος τυχόν άνευ της θελήσεώς του κοινοχρήστους χώρους (ιδιωτικός οδούς και πλατείας κ.τ.τ.) ή δεν εσχημάτισεν ουδ' ανεγνώρισεν μεν τοιούτους, αλλ' επιδιώκει το σχηματισμόν ή την αναγνώρισίν των διά της τοιαύτης μεταβιβάσεως. Εν τη εννοία του σχηματισμού κοινοχρήστων χώρων περιλαμβάνεται ο καθ' οιονδήποτε τρόπον ιδιωτική πρωτοβουλία ή συμφωνία γινόμενος περιορισμός ή παραίτησις δικαιωμάτων επί των ειρημένων γηπέδων επί τω τέλει αμέσου ή εμμέσου σχηματισμού των εν λόγω χώρων. Πάσα μεταβίβασις της κυριότητος γινομένη παρά τας ανωτέρω διατάξεις, είναι αυτοδικαίως άκυρος. Η περί ακυρότητος διάταξις αύτη ισχύει και αν ακόμη δεν εγένετο εν επισήμω τινί πράξει σαφής μνεία περί του σχηματισμού των ειρημένων κοινοχρήστων χώρων αλλ' εμμέσως προκύπτει εκ των γενομένων μεταβιβάσεων ότι αύται εγένοντο επί τω τέλει του τοιούτου σχηματισμού και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας. 2. Διά τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κ.τ.τ. γήπεδα επιτρέπεται, εις ωρισμένας προϋποθέσεις και όρους, η παρέκκλισις από των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου μέχρις οιουδήποτε βαθμού. Τα της παρεκκλίσεως και των προϋποθέσεων και όρων αυτής κανονίζονται δια β.δ/των, εκδιδομένων ... εφ' άπαξ δι' εκάστην πόλιν, κώμην κ.λπ. ή δι' έκαστον αυτών τμήμα ή και δ' εκάστην ειδικήν περίπτωσιν. 3. Αι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 δεν ισχύουσι προκειμένου περί καλλιεργούμενων γηπέδων, κειμένων εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ., εφ' ών σχηματίζονται ιδιωτικαί οδοί προς μεταφοράν των προϊόντων, εφ' όσον εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ο σχηματισμός αυτών την μεταφοράν ταύτην μόνον σκοπεί, ουχί δε την εφαρμογήν ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και την βάσει τούτου κατάτμησιν των γηπέδων εις μικρά τμήματα. Επίσης δεν ισχύουσιν αι διατάξεις της αυτής παρ. 1: α) διά πάσαν περαιτέρω μεταβίβασιν της κυριότητος γηπέδων, ων μετεβιβάσθη ήδη αύτη παρά τας διατάξεις της εν λόγω παραγράφου προ της ισχύος του παρόντος άρθρου, εφ' όσον δεν επέρχεται αύξησις της επιφανείας των προ της ισχύος του άρθρου τούτου σχηματισθέντων ιδιωτική πρωτοβουλία κοινοχρήστων χώρων, και β) ως προς τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων κ.λπ. γήπεδα, εφ' ων εσχηματίσθησαν ιδιωτική πρωτοβουλία, προ της ισχύος του παρόντος άρθρου, κοινόχρηστοι χώροι (ιδιωτικαί οδοί κ.λπ.), εφ' όσον η κυριότης τμημάτων των εν λόγω γηπέδων μετεβιβάσθη ήδη προ της ισχύος του άρθρου τούτου, μετά δε την ισχύν αυτού ουδεμία αύξησις των αρχικώς σχηματισθέντων κοινόχρηστων χώρων έλαβε χώραν. 4. Αρμόδιος όπως αποφανθή διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν η μεταβίβασις της κυριότητος επί γηπέδων εγένετο επί τω σκοπώ σχηματισμού επ' αυτών κοινοχρήστων χώρων και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή προς απλήν μεταφοράν προϊόντων, εάν επήλθεν ή ου αύξησις της εκτάσεως των κοινοχρήστων τούτων χώρων και οποία η θέσις και έκτασις αυτών και ειδικώτερον πότε υφίσταται περίπτωσις εφαρμογής των εξαιρέσεων ... της προηγουμένης παραγράφου, είναι ο επί της Συγκοινωνίας Υπουργός [ήδη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ]... 5. Αι διατάξεις του άρθρου τούτου τεθήσονται εν ισχύϊ δια β.δ/τος". Με το Β.Δ. της 4ης/16ης. 1.1924 (Α' 8) τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 20, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1448/1950 "Περί ερμηνείας διατάξεών τίνων του από 17 Ιουλίου 1923 Ν.Δ. "περί σχεδίου πόλεων κλπ" (Α' 153), του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 412 Κ.Β.Π.Ν., ορίσθηκαν τα εξής : "Η αληθής έννοια και ερμηνεία των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 των άρθρων 16 και 20 του από 17.716.8.1923 ν.δ. ... είναι ότι η εκ τούτων οριζομένη ακυρότης των κατά παράβασιν αυτών γινομένων μεταβιβάσεων είναι απόλυτος, πάντως δε αίρεται αύτη εξ υπαρχής αφ' ής προτάσει του οικείου Δήμου ή Κοινότητος μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως επεκταθή το σχέδιον της πόλεως κατά την περίπτωσιν του άρθρου 16 ή εγκριθώσιν οι σχηματισθέντες ή αναγνωρισθέντες ως σχηματισθέντες ή επιδιωχθέντες όπως σχηματισθώσιν κοινόχρηστοι χώροι κατά την περίπτωσιν του άρθρου 20, είτε συμφώνως προς την γενομένην πρόβλεψιν αυτών, είτε άλλως ή διά της εγκρίσεως σχεδίου ή επεκτάσεως του σχεδίου εις την περιοχήν εις ήν κείνται ή διά της μεμονωμένης εγκρίσεως αυτών, εάν κείνται εντός των πολεοδομικών σχεδίων ως έχουν ή κατά διάφορον διάταξιν ή και υπό όρους". Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.Δ./τος της 17ης.7/16ης.8.1923, οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δόμησης εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφεξής, η καθ' οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (Α.Π. 1226/2019, βλ. ΣτΕ 1828/2008). Ως εκ τούτου, ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προβλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Με τις ίδιες, όμως, διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε στη διατήρηση και των κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν επιτρεπτώς εντός σχεδίου πόλεως με ιδιωτική βούληση πριν θεσπισθεί η ανωτέρω απαγόρευση, δηλαδή πριν από την 16.1.1924, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παραπάνω άρθρου (β.δ. από 4-1-1924, ΦΕΚ Α' 8). Οι κοινόχρηστοι αυτοί χώροι αναγνωρίζονται ως υφιστάμενοι, για την εφαρμογή γενικώς της πολεοδομικής νομοθεσίας, παράλληλα με τους προβλεπομένους από το ρυμοτομικό σχέδιο, έως ότου καταργηθούν με τη νόμιμη διαδικασία, με την παράγραφο 4 δε του ιδίου άρθρου θεσπίζεται διαδικασία για την έκδοση διοικητικής πράξεως, με την οποία διαπιστώνεται αν εδαφική λωρίδα έχει πράγματι αφεθεί στην κοινή χρήση, πριν από την παραπάνω ημερομηνία. Εξάλλου, οι εξαιρετικές αυτές διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει του ανωτέρω σκοπού τους, εφαρμόζονται σε περιοχές, οι οποίες διέθεταν εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, δηλαδή πριν από την 16.1.1924, αφού, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απαγόρευση, μόνο στις περιοχές αυτές ήταν καταρχήν νοητή η θέσπιση ρύθμισης για την αναγνώριση από το νόμο ως κοινοχρήστων, για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας, χώρων μη οριζομένων με το ρυμοτομικό σχέδιο παραλλήλως προς εκείνους που προβλέπονται στο σχέδιο. Οι διατάξεις, επομένως, αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περιοχές, οι οποίες εντάχθηκαν σε σχέδιο πόλεως υπό το καθεστώς του από 17.7.1923 Ν.Δ/τος, αφού στις περιοχές αυτές οι κοινόχρηστοι και οι οικοδομήσιμοι χώροι καθορίζονται αποκλειστικά από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις εν γένει προϋποθέσεις που προβλέπονται με το νομοθέτημα αυτό, και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η αναγνώριση ως κοινοχρήστου χώρου, για την εφαρμογή της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας, εδαφικής λωρίδας μη προβλεπόμενης με το χαρακτηρισμό αυτό στο ρυμοτομικό σχέδιο, έστω και αν προηγουμένως είχε αφεθεί με ιδιωτική βούληση σε κοινή χρήση (Α.Π. 1226/2019, ΣΤΕ 1420/2014, ΣτΕ 2983/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983 "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως, που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται με τις κείμενες διατάξεις".. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χώρου και ως τοιαύτα περιέρχονται άνευ αποζημιώσεως στην κυριότητα του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης όταν η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, τα δε ακίνητα που αφέθηκαν στην κοινή χρήση περιλαμβάνονται ήδη σε εγκεκριμένη σχέδιο πόλης και αν ακόμα δεν ταυτίζονται με κοινόχρηστους χώρους που προβλέπονται από αυτό, οπότε προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α., δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση, με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, και χωρίς δηλαδή τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, ανεξάρτητα αν έχει τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και επί πλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως. (Α.Π. 14/2018, ΑΠ 220/2015). Επί πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, Α.Π. 1728/2022, ΑΠ 334/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (Α.Π. 1728/2022, ΑΠ 812/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Ο από τον ως άνω αριθμό 19 όμως λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως όχι δε όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 216/2018). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1448/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι οι ακόλουθες: "Με το με αριθμό ...-1998 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β. -Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Κασσανδρείας, στον τόμο 616 και αρ. 62, περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγουσών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, κατόπιν αγοράς από τους Α. και Α. Σ., οικόπεδο, εμβαδού 141,79 τ. μ., που βρίσκεται στον οικισμό του Πολύχρονου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Το οικόπεδο αυτό, όπως αποτυπώνεται με τα γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο από 02-07-1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Γ., φέρεται ότι συνορεύει σε πλευρά ΑΒ 3,08 μέτρων με κοινοτική οδό, σε πλευρά ΒΓ 18,60 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Κ., σε πλευρά ΓΔ 11,51 μέτρων με ιδιοκτησία Χ. και Θ. Γ., σε πλευρά ΕΔ 5,78 μέτρων με ιδιοκτησία Δ. Λ., σε πλευρά ΕΖ 8,31 μέτρων με ιδιοκτησίες Μ. Π. και Κ. Δ., σε πλευρά ΖΗ 7,42 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Μ. και σε πλευρά ΑΗ 16,92 μέτρων επίσης με ιδιοκτησία Ν. Μ. Στη συγκυριότητα των Α. και Α. Σ. το οικόπεδο περιήλθε, κατόπιν αγοράς από τις Ε. και Ε. Δ., με το με αριθμό ...-1987 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.- Β. Ε.-Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Κασσανδρείας, στον τόμο 232 και αρ. 12. Στο τελευταίο συμβόλαιο πώλησης επισυνάπτεται, το από 27-01-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Δ. Μ., στο οποίο το πωληθέν οικόπεδο εμφαίνεται με την ίδια έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις που περιγράφεται στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως των εναγουσών. Στις δε Ε. και Ε. Δ., το αυτό ανωτέρω οικόπεδο , περιήλθε με την υπ' αρ. ....1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.-Β. Ε.-Β., του αποβιώσαντος στις ... 1953, Κ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στο Υποθηκοφυλακείο Κασσανδρείας, στον τόμο 232 και αρ. 11. Σε όλες δε τις προηγούμενες συμβολαιογραφικές πράξεις το επίδικο οικόπεδο εμφαίνεται με την ίδια έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις που περιγράφεται στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως των εναγουσών. Αμέσως μετά την απόκτηση της κυριότητας του οικοπέδου οι ενάγουσες άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού, διαμορφώντάς το σε κήπο με δέντρα και καλλωπιστικά φυτά. Εντός της ανωτέρω μεταβιβασθείσας στις ενάγουσες έκτασης, ήτοι του ανωτέρω οικοπέδου εμβαδού 141,79 τ.μ., συμπεριλαμβάνεται τμήμα εμβαδού 79,43 τ.μ., το οποίο (τμήμα) κατέληγε στον ευρισκόμενο σταύλο ιδιοκτησίας αρχικά του Α. Δ. Ειδικότερα, πρόκειται για εδαφική λωρίδα ακανόνιστου σχήματος, συνορευόμενης γύρω (τα γράμματα των πλευρών αντιστοιχούν στα γράμματα πλευρών που υπάρχουν στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος του συντάξαντος Χ. Κ.), σε πλευρά Α-Β μέτρων γραμμικών 3,08 με δημοτική οδό, σε πλευρά ΒΓ μέτρων γραμμικών 18,73 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Κ., σε πλευρά Γ - Δ μέτρων γραμμικών 11,20 , με ιδιοκτησία Χ. και Θ. Γ., σε πλευρά Δ-Ε μέτρων γραμμικών 7,12 με ιδιοκτησία Δ. Λ., σε πλευρά Ε-Ζ μέτρων γραμμικών 1,60 με ιδιοκτησίες Μ. Π. και Κ. Δ., σε πλευρές Ζ-Η μέτρων γραμμικών 5,03, Η-Θ μέτρων γραμμικών 7,56, Θ-Ι μέτρων γραμμικών 3,61 με υπόλοιπο οικόπεδο και Ι-Α μέτρων γραμμικών 16,67 με ιδιοκτησία Ι. Μ. Η εδαφική αυτή λωρίδα κατά μήκος της πλευράς ΒΓ έχει μεταβλητό πλάτος τρία μέτρα (3,0)μ στην αρχή έως δυόμιση μέτρα (2,50)μ στο τέλος, μετά κάμπτεται μέσα στην ιδιοκτησία των εναγουσών με μήκος πλευράς 10,60μ και πλάτος δύο μέτρα (2,0)μ και μετά κάμπτεται πάλι προς το Νότο με μήκος πλευράς επτά μέτρα και δώδεκα εκατοστά (7,12μ) και με πλάτος πλέον ενάμιση μέτρου (1,50μ) καταλαμβάνοντας συνολικά εμβαδόν 79,43τμ. εκ της όλης μεταβιβασθείσας στις ενάγουσες έκτασης εμβαδού 141,79 τ. μ.. Σε σχέση με την ανωτέρω εδαφική λωρίδα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Το ανατολικό τμήμα αυτής καταλαμβανόταν από παλαιό κτίσμα -στάβλο , ενώ το βορειοδυτικό τμήμα της εδαφικής αυτής λωρίδας, υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Ι-Α αποτελούσε πράγματι το χώρο πρόσβασης προς τον εν λόγω στάβλο, από τη διερχόμενη, βορειοδυτικώς του οικοπέδου, κοινοτική οδό. Επίσης, το ανατολικό τμήμα της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας αποτελούσε μέρος της ενιαίας ιδιοκτησίας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγουσών Α. Δ., η οποία διανεμήθηκε ατύπως, στα παιδιά του, Γ., Χ. και Κ. Δ., από τα οποία τα δύο διανεμηθέντα ακίνητα (του Γ. και Χ. Δ.) είχαν πρόσωπο στο δυτικό κοινοτικό δρόμο ενώ το τρίτο διανεμηθέν ακίνητο του Κ. Δ., είχε πρόσωπο στο δυτικό κοινοτικό δρόμο, στον οποίο κατέληγε η επίμαχη εδαφική λωρίδα. Τούτο δε, συνέβαινε, από την εποχή που ακόμα ζούσε ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών Α. Δ., καθόσον, ο τελευταίος, ζήτησε από τον δικαιοπάροχο της ιδιοκτησίας Κ., ήτοι τον Κ. Π., να του παραχωρήσει τμήμα της ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει αποδειχθεί η καταβολή ή όχι χρηματικού ποσού ως ανταλλάγματος, προκειμένου, να αποκτήσει πρόσβαση η ιδιοκτησία του στον ευρισκόμενο στα δυτικά κοινοτικό δρόμο, γεγονός που από τότε συνέβη με την παραχώρηση του βορειοδυτικού τμήματος της εδαφικής αυτής λωρίδας, υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Ι-Α. Έκτοτε το βορειοδυτικό τμήμα της επίμαχης εδαφικής λωρίδας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω απετέλεσε το χώρο πρόσβασης από τη διερχόμενη, βορειοδυτικώς του οικοπέδου, κοινοτική οδό προς τον ευρισκόμενο στην ιδιοκτησία των κληρονόμων Α. Δ. μέχρι το έτος 1987 στάβλο, ότε και κατεδαφίστηκε ερειπωμένος. Ακόμη, με το με αριθμό ...-1986 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β.-Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Δ. Λ., μητέρα των εναγουσών, απέκτησε την κυριότητα της ευρισκόμενης στ' ανατολικά του οικοπέδου των εναγουσών ιδιοκτησίας, εμβαδού 70 τ.μ. Ειδικότερα, στο ανωτέρω συμβόλαιο το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται ότι συνορεύει δυτικά με πάροδο, ενώ στο από τον ... του 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Σ., που συντάχθηκε, κατ' εντολή της Δ. Λ., προκειμένου η τελευταία να εκδώσει οικοδομική άδεια ανέγερσης διώροφης κατοικίας στο οικόπεδό της, αυτό φέρεται ότι συνορεύει δυτικά σε πλευρά ΔΑ 6,45 μέτρων με δίοδο. Όλη κατά μήκος η επίδικη εδαφική λωρίδα, βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή του προϋφιστάμενου του 1923 οικισμού του Πολύχρονου Χαλκιδικής. Για την περιοχή, όπου κείται η επίδικη εδαφική λωρίδα, δεν υπάρχει εγκεκριμένη κτηματογράφηση συνοδευόμενη από κτηματολογικά διαγράμματα, στην οποία να αποτυπώνεται και να χαρακτηρίζεται αυτή, ως κοινόχρηστη δίοδος ή πάροδος ή πολύ περισσότερο οδός. Με τη με αριθμό ...-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ τεύχος τέταρτο αρ. φύλλου 880, άρθρο 1 αυτού, εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου οικισμού Πολύχρονου Δήμου Παλλήνης Ν.Χαλκιδικής από την παλαιά επαρχιακή οδό προς την ενδοχώρα με τον καθορισμό οικοδομήσιμων χώρων, οδών, πεζοδρόμων, κοινόχρηστων χώρων, κοινόχρηστων χώρων πρασίνου, παιδικών χαρών, χώρων στάθμευσης, αθλητικών εγκαταστάσεων και χώρων κοινωφελών κτιρίων όπως οι ρυθμίσεις αυτές φαίνονται στα δύο διαγράμματα ρυμοτομίας σε κλίμακα 1:1000 που θεωρήθηκαν από το Δ/ντη της ΔΙΠΕΧΩΧΟ Κ.Μ. και που αντίτυπά τους σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκαν με το ανωτέρω διάταγμα. Επίσης με το άρθρο 2 της ανωτέρω απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, εγκρίθηκε όπως διατυπώνεται στα επόμενα άρθρα της απόφασης ο πολεοδομικός κανονισμός της περιοχής της οποίας το πολεοδομικό σχέδιο αναθεωρείται με το άρθρο 1 της απόφασης και με το άρθρο 5 αυτής ορίστηκαν τομείς δόμησης με στοιχεία όπως απεικονίζονται στα διαγράμματα του άρθρου 1 και συγκεκριμένα ορίστηκαν οι τομείς II, III και IV. Από την επισκόπηση δε του προσκομισθέντος μετ' επικλήσεως αντιγράψου του συνημμένου στην ανωτέρω με αριθμό ...-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, διαγράμματος προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν εντοπίζεται στους αρ. ΙΙ, IIΙ και IV τομείς δόμησης, αλλά σε επί του αυτού ως άνω διαγράμματος περιοχή που εμφαίνεται με αριθμό I. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι με την πολεοδομική μελέτη αναθεώρησης του ρυμοτομηθέντος σχεδίου οικισμού Πολύχρονου Δήμου Παλλήνης Ν. Χαλκιδικής που εγκρίθηκε κατά τα ανωτέρω, χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστος χώρος η ανωτέρω πάροδος. Άλλωστε, σε απάντηση της υπ' αρ. πρωτ. ....2009 αιτήσεως των εναγουσών προς τον Δήμο Παλλήνης με θέμα πιστοποίηση εμβαδού και ορίων οικοπέδου, εκδόθηκε το αρ. πρωτ. .../2009 έγγραφο του Δήμου Παλλήνης, πολύ αργότερα δηλαδή της δημοσίευσης της ανωτέρω με αριθμό ...-2000 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο διατυπώνεται ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση τέτοιας βεβαίωσης, διότι, βεβαιώσεις τέτοιου είδους χορηγούνται στους ενδιαφερομένους, μόνο στην περίπτωση που οι υπό εξέταση ιδιοκτησίες βρίσκονται εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή επεκτάσεων αυτών και συνεπώς υπάρχει εγκεκριμένη κτηματογράφηση στην περιοχή, συνοδευόμενη από κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες ιδιοκτησιών. Επίσης, ο Δήμος Παλλήνης, στη θέση του οποίου υπεισήλθε από την 01-01-2011 ο εναγόμενος Δήμος Κασσάνδρας, με τη με αριθμό ...-1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ενέκρινε ομόφωνα το αίτημα των Χ. και Θ. Γ., οι οποίοι είναι συγκύριοι όμορου οικοπέδου, και χορήγησε στους τελευταίους βεβαίωση ότι η οδός που εφάπτεται στη νότια πλευρά του οικοπέδου τους σε μήκος 14,39 μέτρων, ήτοι αυτή που βρίσκεται στην ανατολική και βόρεια πλευρά του οικοπέδου των εναγουσών, εμβαδού 79,43 τ.μ., είναι δημοτική και χρησιμοποιείται για κοινή χρήση. Στη συνέχεια, ο Δήμος Παλλήνης με τη με αριθμό ...-2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ενέμεινε στην ανωτέρω απόφασή του, πιστοποιώντας την ύπαρξη της δημοτικής οδού, όπως αυτή εμφαίνεται στο από τον ... του 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. Με τη με αριθμό ...-2001 απόφασή του το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Παλλήνης, κατόπιν αίτησης των Χ., Θ. Γ. και Κ. Δ., έδωσε την άδεια στους τελευταίους να προβούν στον καθαρισμό της ανωτέρω δημοτικής παρόδου από κάθε φυσικό και μη εμπόδιο. Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης, να επισημανθεί ότι στις προμνησθείσες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του τέως Δήμου Παλλήνης περί χαρακτηρισμού της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως δημοτικού δρόμου (κοινόχρηστης διόδου), δε γίνεται επίκληση του προβληθέντος από τον εφεσίβλητο στην παρούσα δίκη, ισχυρισμού, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα χαρακτηρίστηκε ως δημοτικός δρόμος, με τη με αριθμό ...-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που ενέκρινε το αναθεωρηθέν ρυμοτομηθέν σχέδιο οικισμού Πολύχρονου Δήμου Παλλήνης Ν. Χαλκιδικής, ενώ, τέλος, οι ανωτέρω αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου δεν επάγονται έννομα αποτελέσματα ως εκδοθείσες κατ ενάσκηση αρμοδιότητας μη προβλεπόμενης από το νόμο. Επίσης, δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα και το γεγονός, ότι στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως φύλλο του κτηματολογικού πίνακα του οικισμού του Πολύχρονου, το οικόπεδο της Ε. Δ., απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγουσών, εμφανίζεται να έχει εμβαδό 73,32 τ.μ. και όχι 141,79 τ.μ., διότι, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να έχει μεταβληθεί ο χαρακτήρας της επίδικης εδαφικής έκτασης από ιδιωτικής σε κοινόχρηστης, ανήκουσας στον εναγόμενο Δήμο. Απ' όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα χρησιμοποιούμενη ως δίοδος επικοινωνίας της αρχικής ιδιοκτησίας του Α. Δ. με τον δυτικά αυτής ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο, η οποία κατά τα ανωτέρω, συμπεριλαμβάνεται στην έκταση των 141,79 τ.μ., μεταβιβάστηκε με το με αριθμό ...-1998 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β.-Μ., στις ενάγουσες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, κατόπιν αγοράς από τους Α. και Α. Σ. Στην κυριότητα δε των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, η επίδικη εδαφική λωρίδα- τμήμα του όλου οικοπέδου εμβαδού 141,79 τ.μ., περιήλθε, κατόπιν αγοράς από τις Ε. και Ε. Δ., με το με αριθμό ...-1987 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.-Β. Ε.-Β., που νόμιμα μεταγράφηκε, Η ανωτέρω εδαφική λωρίδα, δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, αφού δεν έχει περιληφθεί ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του οικισμού Πολύχρονου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και συνεπώς δεν συνέτρεχαν σωρευτικώς οι αναφερόμενες στις ανωτέρω σκέψεις της παρούσας απόφασης, προϋποθέσεις για να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Επίσης, δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος με τη βούληση του ιδιοκτήτη εκδηλωθείσα με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ. Ακόμη, η επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία χρησιμοποιούνταν κατά τα ανωτέρω ως δίοδος επικοινωνίας της ιδιοκτησίας του Α. Δ. με τον δυτικά αυτής ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο, προϋφιστάμενη του έτους 1923, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από αόριστο αριθμό ανθρώπων αφού καταλήγει σε αδιέξοδο και δε συνδέει δύο δρόμους. Ήτοι, καταλήγει στο ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας του Α. Δ., ενώ, ταυτόχρονα τα λοιπά γειτνιάζοντα ακίνητα έχουν όλα πρόσβαση στους δυο κοινοτικούς δρόμους που βρίσκονται ένθεν και ένθεν του επιδίκου, και ουδέποτε περιλήφθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του οικισμού Πολύχρονου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και εξακολουθεί μέχρι και τον παρόντα χρόνο να μην είναι εγκεκριμένη. Επιπρόσθετα, για τους ανωτέρω λόγους, η επίδικη εδαφική λωρίδα- δίοδος, ουδέποτε εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 20 του Ν.Δ./τος της 17ης.7/16ης.8,1923, ώστε, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου να έχει καταστεί κοινόχρηστη από την έναρξη εφαρμογής του ως άνω ν.δ/τος (1- 3-1924). Τέλος, δεν τίθεται θέμα πολύ περισσότερο, η ανωτέρω δίοδος να έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα κοινόχρηστου πράγματος, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μια των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2- 1046), διότι η συγκεκριμένη δίοδος προέκυψε πολύ αργότερα κατά τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που έκανε δεκτή την ένσταση του εναγόμενου κι έκρινε ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί κοινοτικό (και ήδη δημοτικό δρόμο), που αποτυπώθηκε ως τέτοιος στον εγκριθέν με την με αριθμό ....2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ρυμοτομηθέν σχέδιο και ο οποίος παραχωρήθηκε στην κοινή χρήση με τη βούληση των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, και, συνεπώς, ο Δήμος Παλλήνης δεν προέβη με τις στην αγωγή αναφερόμενες πράξεις σε διατάραξη της κυριότητάς τους επ' αυτής και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις. Για το λόγο αυτό, ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι βάσιμος κατ' ουσίαν, και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν, πρέπει να κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή από το παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Ιούλιο του έτους 2002 ο Δήμος Παλλήνης δια των αρμόδιων υπαλλήλων του, σε εκτέλεση της με αριθμό ...-2001 απόφασής του, τσιμεντόστρωσε το τμήμα του οικοπέδου των εναγουσών, που επικαλείται ότι είναι δημοτική οδός, και συγχρόνως έκοψε τα ευρισκόμενα σ' αυτό δέντρα και καλλωπιστικά φυτά. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες δε συναίνεσαν ποτέ στην καταπάτηση της ιδιοκτησίας τους, ούτε στο παρελθόν ούτε κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χρόνο η κατά τα ανωτέρω διατάραξη της κυριότητάς τους, ενώ έχουν αιτηθεί, προηγουμένως της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, την ακύρωση των αναφερομένων ανωτέρω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες ο Δήμος Παλλήνης πιστοποιούσε ότι η επίδικη εδαφική έκταση είναι κοινόχρηστη κοινοτική οδός, εμμένοντας οι ίδιες στην περιγραφή του ακινήτου, όπως αυτή έχει στο συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας προς αυτούς, αλλά και όπως το ακίνητο περιγράφεται στον τίτλο κτήσεως των δικαιοπαρόχων τους. Ακόμη, εναντιώθηκαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προς τις απόψεις ιδιοκτητών γειτονικών ακινήτων, και συγκεκριμένα των Χ., Θ. Γ. και Κ. Δ., που επωφελούνται από τον χαρακτηρισμό του επιδίκου εδαφικού τμήματος ως κοινόχρηστου κοινοτικού δρόμου.
Εξάλλου, από την ευδοκίμηση της αγωγής δε θα προκληθεί ζημία στους ιδιοκτήτες των λοιπών γειτονικών ακινήτων, καθόσον όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αυτά έχουν πρόσβαση στους δύο κοινοτικούς δρόμους που υπάρχουν στην περιοχή.
Συνεπώς, και εφόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά κατά τα οποία να έχει δημιουργηθεί στον εναγόμενο, από τη συμπεριφορά των εναγόντων, σε συνάρτηση και με εκείνη του Δήμου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες, δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους, η άσκηση του δικαιώματος των, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταχρηστική και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου Δήμου, παρ' ότι δεν επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει ν' , απορριφθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί απορρέοντος δεδικασμένου από την αρ. 2621/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθόσον, η διαφορά που κρίθηκε τελεσίδικα με την προαναφερόμενη απόφαση δεν αφορούσε τους ίδιους διαδίκους. Ειδικότερα, με την παραπάνω απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα, η αγωγή που άσκησε η Δ. συζ. Ν. Λ. κατά της Κ. Κ., έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, αφού προηγουμένως έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε, ως απαιτούμενη από το νόμο προϋπόθεση, ότι η ενάγουσα ήθελε να παραχωρήσει σε κοινή χρήση το εδαφικό τμήμα, περί ου το αντικείμενο της εκεί δίκης". Ακολούθως δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 54/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 4-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- εναγουσών την οποία και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες συγκυρίες του αναφερομένου και περιγραφομένου επίδικου εδαφικού τμήματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα Δήμο να παύσει να διαταράσσει την κυριότητα των εναγουσών, στο περιγραφέν εδαφικό τμήμα, αφαιρώντας, με δική του επιμέλεια, ευθύνη και δαπάνες την τσιμεντόστρωση, σε δε περίπτωση άρνησης τους επιτράπηκε στις ήδη αναιρεσίβλητες να το πράξουν με δαπάνες του, επαναφέροντας στην προτέρα κατάσταση την επίδικη εδαφική λωρίδα, καθώς επίσης, και να παραλείπει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας αυτών. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, αφού δεν έχει περιληφθεί ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του οικισμού Πολύχρονου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και συνεπώς δεν συνέτρεχαν σωρευτικώς οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, ούτε κατέστη κοινόχρηστη με τη βούληση του ιδιοκτήτη αυτής εκδηλωθείσα με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, κατά τις σχετικές αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ΑΚ., ότι χρησιμοποιούνταν κατά τα ανωτέρω ως δίοδος επικοινωνίας της ιδιοκτησίας του Α. Δ. με τον δυτικά αυτής ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο, προϋφιστάμενη του έτους 1923, ουδέποτε δε χρησιμοποιήθηκε από αόριστο αριθμό ανθρώπων αφού καταλήγει σε αδιέξοδο, ήτοι στο ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας του Α. Δ., και δε συνδέει δύο δρόμους ενώ, ταυτόχρονα τα λοιπά γειτνιάζοντα ακίνητα έχουν όλα πρόσβαση στους δυο κοινοτικούς δρόμους που βρίσκονται ένθεν και ένθεν του επιδίκου, και ουδέποτε περιλήφθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του οικισμού Πολύχρονου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και εξακολουθεί μέχρι και τον παρόντα χρόνο να μην είναι εγκεκριμένη, και επιπρόσθετα, για τους ανωτέρω λόγους, η επίδικη εδαφική λωρίδα- δίοδος, ουδέποτε εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 20 του Ν.Δ./τος της 17ης.7/16ης.8,1923, ώστε, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου να έχει καταστεί κοινόχρηστη από την έναρξη εφαρμογής του ως άνω ν.δ/τος (1-3-1924) και τέλος ότι η ανωτέρω δίοδος δεν θα μπορούσε να έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα κοινόχρηστου πράγματος, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μια των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1046), διότι η συγκεκριμένη δίοδος προέκυψε πολύ αργότερα κατά τα δεχθέντα πραγματικά περιστατικά, απορρίπτοντας με τις παραδοχές αυτές ως ουσία αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί κοινοτικό (και ήδη δημοτικό) δρόμο που αποτυπώθηκε ως τέτοιος στο εγκριθέν με την με αριθμό ...-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ρυμοτομηθέν σχέδιο και ο οποίος παραχωρήθηκε στην κοινή χρήση με τη βούληση των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 του ν. 1337/1983, 20 του Π.Δ. της 17ης.7/16ης-8-1923, 1,2 και 3 του Π.Δ. 25/28-11-1929 και 23 του ν.137/1982, 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ.1 Α.Κ , στις οποίες στηριζόταν η ένσταση του αναιρεσείοντος περί της ιδιότητας του επιδίκου εδαφικού τμήματος ως κοινοχρήστου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, ήτοι ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, ανήκει στην συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων και ότι ο αναιρεσείων Δήμος με τις αναφερθείσες και αποδειχθείσες ενέργειές του διαταράσσει την συγκυριότητά τους και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται από τις ανωτέρω διατάξεις για την περιέλευση του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ακινήτου στην κοινή χρήση, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α' και 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένστασή του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα κατέστη κοινόχρηστος χώρος, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την απόρριψη της ενστάσεώς του αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. IV) Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δ. ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος, Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 410/2024, ΑΠ 79/2023, ΑΠ 601/2020).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από τοπρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη (Α.Π. 1191/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, ως προς την αποδεικτική δύναμη του (προσκομισθέντος και επικληθέντος) κτηματολογικού πίνακα του προϋφισταμένου του 1923 οικισμού του Πολυχρόνου στον οποίο το οικόπεδο των αναιρεσιβλήτων εμφαίνεται εκτάσεως 73,32 τ.μ. και όχι 141,79 τ.μ. που αναφέρεται στο συμβόλαιο κτήσης του (συμπεριλαμβανομένης σε αυτό και της επίδικης εδαφικής έκτασης) στο οποίο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική ισχύ ως δημοσίου εγγράφου και που αποτελεί πλήρη απόδειξη για την έκταση του επιδίκου, ενώ δεν έλαβε υπόψη του και δεν προσέδωσε καμία απολύτως αποδεικτική αξία στις αναφερόμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώην Δήμου Παλλήνης, στις οποίες πιστοποιείται η ύπαρξη της επίδικης έκτασης ως κοινόχρηστης οδού, αντί να τις εκτιμήσει ελεύθερα. Ο λόγος αυτός είναι κατά το πρώτο σκέλος του αβάσιμος και απορριπτέος διότι ναι μεν το επικαλούμενο έγγραφο αποτελεί δημόσιο έγγραφο, δεν συνιστά όμως πλήρη απόδειξη ούτε ως προς τον κύριο του οικοπέδου, ούτε ως προς το ακριβές εμβαδόν του, καθώς δεν είναι από τα στοιχεία που βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, και συνεπώς ως μη έχον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, συνεκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, με τα λοιπά, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα. Ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθώς το γεγονός ότι το Εφετείο ως δικαστήριο της ουσίας δεν απέδωσε βαρύτητα και αξιοπιστία στα ρηθέντα έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, καθώς αφορά εκτίμηση επί της ουσίας των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη.
V) Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα, κατά τη διάταξη του αριθ. 10 νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. (Α.Π. 465/2023, Α.Π. 629/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της απόδειξης της κυριότητας, των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο εδαφικό τμήμα χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της παραδοχής της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσίαν, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τις φωτογραφίες και τις αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες στον άνω αναιρετικό λόγο αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Σε κάθε δε περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). VI) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.1448/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) πλην όμως θα επιβληθούν μειωμένα κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1448/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-2-2025 πρόσθετη παρέμβαση των Χ. Γ. του Η. και Θ. Γ. του Α., υπέρ των αναιρεσειόντων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ