ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1335/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1335/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1335/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1335 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1335/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. (Ε.) συζ. Λ. Λ., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σταματιάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την κρινόμενη από 21-12-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ.69/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ. 8/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου), που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Με το αρθρ. 2 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30-12-1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ, ο Εισ.Ν.Α.Κ. και το ν.δ. 7/10-5-1945. Με το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το, οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1-1-1932 με το υπ' αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ) (γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες. Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ". Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν, Τουρκικού έτους 1274, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ". Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου. Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού Α.Κ., όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού Α.Κ., που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30-12-1947). Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων. Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1-1-1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή). Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 ΙταλΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε κτηματολόγιο στη νήσο αυτή. Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21-4-1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942 από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 Α.Κ., από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του. Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1-1-1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού Α.Κ. διότι από 1-1-1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10-1-1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 ΒΔ, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 Εισ.Ν.Α.Κ., ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος. Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10-1-1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' v. 2100/1952, που ισχύει από 26-4-1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ. α' του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (Α.Π. 992/2024, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2011 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζ. Ρ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου (τόμος 21, αριθμός ...-2012), η ενάγουσα απέκτησε, λόγω κληρονομικής διαδοχής από τη θανούσα μητέρα της Κ. χήρα Ν. Λ., το γένος Γ. Ν., ένα ακίνητο έκτασης 14.488,70 τ.μ. στη θέση "Άγιος Πέτρος" της Δημοτικής Κοινότητας Καρπάθου, ......... Στην ως άνω μητέρα της ενάγουσας, το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια αυτού και μητέρα της (ήτοι τη γιαγιά της ενάγουσας), Ε. χήρα Γ. Ν., το γένος Ν. Λ., λόγω γονικής παροχής την οποία συνέστησε η τελευταία υπέρ της θυγατέρας της, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1988 συμβολαίου του εκτελούντος χρέη συμβολαιογράφου, Ειρηνοδίκη Καρπάθου Ν. Μ., το οποίο επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος Κ, αριθμός 2680/1988). Η δε ως άνω παρέχουσα, απέκτησε το ακίνητο δυνάμει του από 27/1/1928 προικοσυμφώνου που προσυπογράφηκε από τον αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπάθου και Κάσου από τον πατέρα της Ν. Λ., ενόψει του γάμου της με τον Γ. Ν. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι από το χρόνο περιέλευσης του ακινήτου σε εκείνη με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η γιαγιά και απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ε. Λ., εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου, αφού ασκούσε επ' αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του ακινήτου, με την πεποίθηση ότι είναι δικό της. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου, έκτασης 8.813,14 τετραγωνικών μέτρων, καλλιεργείτο μέχρι το 1940 περίπου, έκτοτε όμως η καλλιέργειά του σταμάτησε και επ' αυτού φύτρωσαν πεύκα με συνέπεια το τμήμα αυτό να αποκτήσει προοδευτικά μορφολογία δάσους. Όσον αφορά όμως στο προς την παραλία τμήμα του ακινήτου, έκτασης 5-6 περίπου στρεμμάτων, αποδείχθηκε ότι αυτό καλλιεργείτο ανελλιπώς με σιτάρι ή κριθάρι, μέχρι το 1960. Πρόκειται για το τμήμα έκτασης 5.563,91 τ.μ., ......... (που αποτελεί συνολικά το επίδικο ακίνητο) το οποίο καλλιεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή της Ε. Λ. ο Β. Μ., ιδιοκτήτης ομόρου ακινήτου και καλλιεργητής, όπως κατέθεσαν, έχοντας ιδία προς τούτο αντίληψη, η εγγονή του ανωτέρω Φ. Π., αλλά και ο ανεψιός της Ε. Λ., Θ. Λ., στις υπ' αριθμ. .../2019 και .../2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καρπάθου αντίστοιχα. Η καλλιέργεια του ανωτέρω τμήματος σταμάτησε γύρω στο 1960 όπως προαναφέρθηκε, επειδή η Ε. Λ. μετανάστευσε στην Αμερική, χωρίς όμως να σταματήσει να ενδιαφέρεται για το ως άνω καλλιεργήσιμο τμήμα, καθώς έστελνε χρήματα στον αδελφό της Σ. ώστε ο τελευταίος να το καθαρίζει κάθε 4-5 χρόνια από τους σχοίνους και τα αγκάθια, με σκοπό να μην δημιουργηθεί και επ' αυτού δάσος, όπως συνέβη με το μεγαλύτερο τμήμα. Μετά την περιέλευση του συνολικού ακινήτου στη μητέρα της ενάγουσας Κ. συζ. Ν. Λ., η τελευταία εξακολούθησε να νέμεται το ακίνητο και ιδίως το καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού (επίδικο), του οποίου τον καθαρισμό ανέθετε τακτικά σε εργάτες, ενώ πράξεις νομής όπως επίβλεψη και καθαρισμό του επιδίκου ακινήτου διενεργούσε τους θερινούς μήνες και ο σύζυγος της ενάγουσας Λ. Λ. για λογαριασμό της μητέρας της συζύγου του.

Εξάλλου, από την περιέλευση του ακινήτου στην ενάγουσα, η τελευταία εξακολούθησε να ασκεί τόσο αυτοπροσώπως όσο και δια του συζύγου της την επίβλεψη του εν λόγω ακινήτου, μέχρι την άσκηση της αγωγής. Το έτος 1992, ο σύζυγος της ενάγουσας ανέθεσε στον Γ. Π. του Ε. να καθαρίσει το επίδικο ακίνητο, η πράξη δε αυτή προκάλεσε την υποβολή μήνυσης από το αρμόδιο δασαρχείο, κατάληξη της οποίας ήταν η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τόσο του συζύγου της ενάγουσας Λ. Λ., όσο και του ανωτέρω εργάτη, για τις πράξεις της παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης και της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης, οι οποίοι στη συνέχεια αθωώθηκαν για τις παραπάνω πράξεις δυνάμει της υπ' αριθμ. 30/1997, ήδη αμετάβλητης, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια εκείνης της δίκης, ο μάρτυρας που εξετάστηκε από την πλευρά του δασαρχείου, θηροφύλακας κατέθεσε σχετικά με το επίδικο ακίνητο ότι "...στον πόλεμο πρέπει να καλλιεργείτο και πρέπει να ανήκε στον ιδιοκτήτη, όχι στο Δημόσιο...", η περικοπή δε αυτή της κατάθεσης του μάρτυρα επιβεβαιώνει τόσο τον αγωγικό ισχυρισμό περί καλλιέργειας του ακινήτου από τα παλαιότερα χρόνια, όσο και τον ιδιωτικό χαρακτήρα του ακινήτου, ενώ επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι εντός του ακινήτου υπήρχαν απομεινάρια από πεζούλες και τοίχους, επιβεβαιώνοντας ότι εντός του ακινήτου υπήρχε από παλιά ανθρώπινη παρουσία και επέμβαση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με αφορμή τον προαναφερόμενο καθαρισμό του επιδίκου με ενέργειες του Λ. Λ., αλλά κατόπιν της από 11-4-2001 αίτησης που κατέθεσε η μητέρα της ενάγουσας προς τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου για το χαρακτηρισμό του ακινήτου της, η ως άνω υπηρεσία προέβη στην έκδοση της με αριθμό ...-2001 Πράξης Χαρακτηρισμού, σύμφωνα με την οποία από το συνολικό ακίνητο έκτασης 14.488,70 τετραγωνικών μέτρων, [α] τμήμα έκτασης 8.813,14 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως δάσος, [β] τμήμα έκτασης 5.251 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως αναδασωτέα έκταση, [γ] τμήμα έκτασης 312,91 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική έκταση και τέλος, [δ] τμήμα έκτασης 111,65 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως πετρώδης έκταση, όπως δε σημειώθηκε στην ίδια πράξη, όλα τα παραπάνω τμήματα ανήκουν κατά τεκμήριο στο δημόσιο. Από τα ανωτέρω τέσσερα (4) τμήματα, τα υπό στοιχεία (β) και (γ) τμήματα, ήτοι συνολική έκταση (5.251+312,91) 5.563,91 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούν το επίδικο ακίνητο όπως έχει ήδη εκτεθεί. Σημειώνεται ότι με το άρθρο 14 του Ν. 998/1979, θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008, Τ.Ν.Π. Νόμος) Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων σχετικά με το χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη, συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της. Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ως άνω νόμου, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (..........).

Εν προκειμένω, όσον αφορά στα επίδικα τμήματα, αποδείχθηκε ότι αυτά είχαν ανέκαθεν ιδιωτικό χαρακτήρα, κρίση που επιβεβαιώνεται και με βάση τα υπάρχοντα από παλαιά εντός αυτού, στοιχεία ανθρώπινης δραστηριότητας (τοίχοι, πεζούλες), που καταδεικνύουν την επέμβαση του ανθρώπου στο ακίνητο για καλλιεργητικούς σκοπούς (συγκράτηση χώματος, δημιουργία βαθμιδών κλπ.). Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα στο τμήμα υπό στοιχείο "β" του ακινήτου, επισημαίνεται ότι η απόφαση με την οποία κηρύσσεται μία έκταση αναδασωτέα, αποτελεί μόνο αυτοτελή λόγο κηρύξεως απαλλοτριώσεως της εκτάσεως αυτής, χωρίς να επιδρά στην κυριότητα, καθώς ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως εξακολουθεί να παραμένει κύριος και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας (.........). Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν αιτιάται το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την αποδοχή της εναντίον του αγωγής όσον αφορά στην κηρυχθείσα ως αναδασωτέα έκταση αλλά και στην έκταση χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), καθώς το απέκτησε κατά τα ως άνω αναφερόμενα από τη μητέρα και άμεση δικαιοπάροχό της, που είχε καταστεί αληθής κυρία αυτού, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας), αφού από την περιέλευσή του σε εκείνη, το νεμήθηκε κατά την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία του ακινήτου, συνυπολογίζοντας στο χρόνο αυτό και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, με τη σημείωση ότι οι τρόποι αυτοί της απόκτησης της κυριότητας στηρίζουν αυτοτελώς ο καθένας την αγωγή και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε ο ένας αποκλείει τον άλλο (........). Να σημειωθεί εξάλλου ότι το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο, δεν απέδειξε καθ' οποιονδήποτε τρόπο ότι το επίδικο ακίνητο έφερε το χαρακτήρα του αείποτε αδέσποτου ακινήτου και δεν εξουσιάστηκε ποτέ από τους κατοίκους του νησιού, ώστε να μην ανήκει στους ιδιώτες ως μουλκ, ούτε ότι αυτό κατέστη αδέσποτο σε κάποιο χρονικό σημείο με την εγκατάλειψη της νομής του από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, κατά τρόπο που να συνάγεται σαφώς ότι η εγκατάλειψη της νομής αντανακλά τη βούληση παραίτησης από την ιδιοκτησία, είτε ότι αποκτήθηκε από το ίδιο κατά άλλο νόμιμο τρόπο, ώστε να ανήκει σε αυτό. Η εγκατάλειψη της καλλιέργειας του επιδίκου τμήματος στο χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε (περίπου στο 1960) έγινε εξαιτίας συγκεκριμένων λόγων και συνθηκών (μετανάστευση), χωρίς να συνοδεύεται όμως και από πρόθεση παραίτησης από την ιδιοκτησία, καθώς, όπως αποδείχθηκε, η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ε. Ν., εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για το ακίνητο και διενεργεί, μέσω τρίτων, εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού, ενώ περαιτέρω, το έτος 1988 προχώρησε και στη σύνταξη συμβολαίου γονικής παροχής προς τη μητέρα της ενάγουσας, γεγονός που κάθε άλλο παρά συνάδει με την, υποστηριζόμενη από το εκκαλούν, εκδοχή της παραίτησης από την κυριότητα. Κατόπιν δε του σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, όπως αυτός καταστρώνεται στον 4° λόγο έφεσης, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω τεκμήριο ιδιοκτησίας υπέρ του ελληνικού δημοσίου, ώστε να μην υποχρεούται αυτό να επικαλεστεί και αποδείξει τον επικαλούμενο δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου (επισημαίνεται ότι στη νομοθεσία δεν υφίσταται κάποιο γενικό δικονομικό- διαδικαστικό προνόμιο του Δημοσίου, κατ' εφαρμογή του οποίου, σε περίπτωση αντιδικίας του με ιδιώτη, ο τελευταίος να φέρει πάντοτε το βάρος απόδειξης), οι δε ισχυρισμοί του τελευταίου, όπως αναπτύσσονται στον 1° λόγο έφεσης, θέτουν ως δεδομένο ότι η επίδικη έκταση υπήρξε πάντοτε δημόσια γαία, κάτι όμως που ούτε δεδομένο είναι, αλλά ούτε και αποδείχθηκε........ Τέλος, ο 3ος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν αιτιάται το πρωτοβάθμιο δικαστήριο γιατί το τελευταίο δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι ακόμη και εάν το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσια γαία, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν αποκτήσει δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) το οποίο διατήρησαν μέχρι το έτος 1952, με αποτέλεσμα αυτό να μετατραπεί σε πλήρη κυριότητα, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, καθώς τυχόν αποδοχή του λόγου αυτού δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, η ως άνω τεθείσα αιτιολογία ανταποκρίνεται στο αποδεικτικό πόρισμα που εξήχθη από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω σκέψη τέθηκε ως εκ περισσού στην εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της......". Ακολούθως απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο, κείμενο στη νήσο Κάρπαθο, ήταν ανέκαθεν, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ελεύθερης ιδιοκτησίας ως καλλιεργήσιμη γαία, δηλαδή νομικής φύσης μούλκ του άρθρου 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 και δεν ήταν δημόσια γαία και ότι συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας και ότι η απώτατη δικαιοπάροχος της αναιρεσιβλήτου, Ε. Ν. στην οποία είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση, δυνάμει του αναφερομένου προικοσυμφώνου που προσυπογράφηκε από τον αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπάθου και Κάσου, το έτος 1928, το νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από τότε μέχρι και το έτος 1988, οπότε το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα στη θυγατέρα της Κ. χήρα Ν. Λ., το γένος Γ. Ν., η οποία με τη σειρά της το νεμήθηκε με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και ότι αυτό μετά το θάνατό της περιήλθε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα της λόγω κληρονομικής διαδοχής δυνάμει της αναφερόμενης υπ' αριθμ. .../2011 πράξης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία κατέστη έτσι κυρία αυτού (επιδίκου ακινήτου), με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα την ευθεία παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 2 του ΑΝ 1539/1938, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο ακίνητο είναι νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη ώστε να υπάρξει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών, περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου. Σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται, και επομένως είναι αβάσιμη, η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 2100/1952, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις αυτές με βάση τις παραδοχές του Εφετείου ότι το επίδικο ήταν νομικής φύσης μούλκ και όχι δημόσια γη.

ΙΙΙ) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή