Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1336 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1336/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δασόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Τσιμερίκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1564/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την κρινόμενη από 20-9-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ.30/2023 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 154/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, που είχε απορρίψει, ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή αποβολής από τη νομή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 984 παρ. 1 και 987 Α.Κ. προκύπτει ότι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Ο νομέας, που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή, έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Εξάλλου, η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Αλλά η νομή, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νομέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό, αρκεί να έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Η απώλεια δε της νομής επέρχεται, όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα (άρθρο 981 Α.Κ.). Εάν όμως το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον, εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει.
Εξάλλου η νομή μπορεί να ασκηθεί και κατ' ιδανικά μερίδια, ωστόσο οι υλικές πράξεις με τις οποίες ασκείται η φυσική εξουσία δεν μπορούν να διακριθούν σε ιδανικά μέρη, με αποτέλεσμα ο καθένας από τους συννομείς μπορεί να ασκεί τη φυσική εξουσία σε όλο το πράγμα, αρκεί να μην παρεμποδίζει τη σύγχρηση του πράγματος από τους υπόλοιπους. Το ιδανικό μερίδιο καθενός συννομέα προσδιορίζει το μέτρο συμμετοχής του στις ωφέλειες από την άσκηση της φυσικής εξουσίας, ενώ ο κάθε συννομέας που εξουσιάζει όλο το πράγμα, θεωρείται ότι το κατέχει και στο όνομα των λοιπών, προκειμένου δε να γίνει λόγος για κτήση αυτοτελούς νομής από τον ένα συννομέα έναντι του άλλου απαιτείται η γνωστοποίηση της άσκησης της αποκλειστικής νομής στο πράγμα, εφόσον εννοείται ότι διατηρείται το πνευματικό στοιχείο της διάνοιας κυρίου (Α.Π.119/2022, ΑΠ 1195/2011 ΑΠ 388/2010,ΑΠ 1621/2009). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και διατάραξη της νομής παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τις αντίστοιχες των άρθρων 984 παρ. 1, 987, 989 ΑΚ, προκύπτει ότι αφετήριος χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής των αξιώσεων του νομέα από την αποβολή ή διατάραξη, είναι η αποβολή ή η διατάραξη, αντίστοιχα. Αρχίζει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η αποβολή ή από την επόμενη ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η διατάραξη, αντίστοιχα, και λήγει, κάθε μία από αυτές, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα, ήτοι η αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης ημέρα του έτους και ανεξαρτήτως γνώσης ή άγνοιας του νομέα. Μόνο δε στην περίπτωση αντιποίησης της νομής ακινήτου, η διάταξη του άρθ. 982 Α.Κ. εξαρτά την απώλειά της από τη γνώση του νομέα, αν η αντιποίηση γίνεται από τον κάτοχο, όταν, δηλαδή, εκείνος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο (Α.Π. 647/2016). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. (ΟλΑΠ 4/2018). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, Α.Π. 477/2024, ΑΠ 214/2021). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 920/2021).
III) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 30/2023 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 500,00 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα ευρύτερου αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 4.001,00 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του Αγροκτήματος Λεπτοκαρυάς Τοπόλιανης Πιερίας, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου του οικισμού, όπως τούτο αποτυπώνεται στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Β. Λ.,......., συνορεύον γύρωθεν ........... Αμφότεροι οι διάδικοι απέκτησαν το ανωτέρω ακίνητο κατά το προρρηθέν ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, και σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν σύζυγοι, δυνάμει του με αριθμό .../1993 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Λάρισας, Κ. Κ., σε συνδυασμό και με την με αριθμό .../1994 πράξεως κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, συμβολαιογραφικά έγγραφα τα οποία αμφότερα μεταγράφηκαν νομίμως στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης. Κατά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου πώλησης ο δικαιοπάροχος των διαδίκων, ως πωλητής, παρέδωσε σε αμφοτέρους τους διαδίκους, ως αγοραστές και κατά το προρρηθέν ποσοστό συνιδιοκτησίας, τη νομή επί του εν λόγω τμήματος αγροτεμαχίου, οι δε διάδικοι έκτοτε εκκίνησαν τη διενέργεια πράξεων νομής επ' αυτού, κατ' ισομοιρία, και συγκεκριμένα προέβησαν στην κατασκευή περίφραξης, πρόχειρου αποχωρητηρίου και υποτυπώδους βόθρου, ενώ αργότερα, και συγκεκριμένα το έτος 1994, εγκατέστησαν σε αυτό τροχόσπιτο, στο οποίο διέμειναν μαζί με τα παιδιά τους, πραγματοποιώντας τις οικογενειακές διακοπές τους κατά τους θερινούς μήνες του ιδίου έτους (1994). Ωστόσο, κατά το έτος 1996 διακόπηκε η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση. Ενόψει της διακοπής αυτής εκκίνησε ένας εκτεταμένος δικαστικός αγώνας μεταξύ των και εδώ διαδίκων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, με αντικείμενο την έκδοση του μεταξύ τους διαζυγίου, την ρύθμιση της επιμέλεια και της διατροφής των τέκνων τους, την μετοίκηση του ενάγοντος [και ήδη εκκαλούντος] από την άλλοτε οικογενειακή στέγη τους. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε ένα εύλογο κλίμα έντασης στις σχέσεις των [και εδώ] διαδίκων, το οποίο επηρέαζε αναλόγως και τη διαχείριση της κοινής τους περιουσίας, συνακόλουθα δε και τη διαχείριση του επίδικου ακινήτου. Αμέσως μετά την κατά τα ανωτέρω διάσταση των διαδίκων ο ενάγων, ο οποίος είναι πλέον συνταξιούχος στρατιωτικός, μετατέθηκε αρχικά [έως το 1999] στην περιοχή του Διδυμοτείχου, εν συνεχεία δε [έως τον μήνα Μάιο του έτους 2005] στην Αθήνα, παρέμενε δε τούτος ως μόνιμος κάτοικος στους τόπους υπηρεσίας του, ήτοι σε περιοχές που βρίσκονταν κατά πολύ μακριά από την περιοχή στην οποία κείται το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να διακοπεί η φυσική εξουσίασή του επί του ακινήτου αυτού. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται [βλ. σελίδα 6 του κρινόμενου δικογράφου έφεσης] και ωσαύτως ομολογεί [άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ], είχε συναινέσει στην αποκλειστική χρήση του επίδικου ακινήτου από την πρώην σύζυγό του και εναγομένη, αλλά και τις θυγατέρες που απέκτησαν από τον μεταξύ τους γάμο, από την πρώτη στιγμή της διάστασής των διαδίκων, προκειμένου να αποφύγει το να δυναμιτίσει έτι περαιτέρω το ήδη τεταμένο κλίμα που επικρατούσε στις προσωπικές τους σχέσεις, με την όποια ενδεχόμενη συνύπαρξή τους στο ακίνητο. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ο ενάγων δεν αποδεικνύει καμία διακατοχική πράξη επί του επίδικου ακινήτου, μη αρκούσης για μια τέτοια απόδειξη της κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, η οποία είναι και η δεύτερη σύζυγος του ενάγοντος, και η οποία, πέραν του ότι ελέγχεται για την αξιοπιστία της λόγω της στενής σχέσης της με τον ενάγοντα, δεν αναφέρει συγκεκριμένα κάποια τέτοια πράξη, αρκούμενη απλώς σε μία γενικόλογη αναφορά ότι επισκεπτόταν το επίδικο ακίνητο ο ενάγων, ενώ σε κάθε περίπτωση, και η ίδια επιβεβαιώνει την παραπάνω άτυπη συμφωνία των διαδίκων να χρησιμοποιείται τούτο από την εναγόμενη για τις θερινές διακοπές της ιδίας και των θυγατέρων της [βλ. πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου]. Σε αυτό το πλαίσιο, η εναγόμενη αρχικά εξούσιαζε το όλο επίδικο ακίνητο, κατέχοντάς το και στο όνομα του ενάγοντος συννομέα του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ασκούσε υλικές πράξεις εξουσίασης επ' αυτού. Προς τούτο, άλλωστε, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο και οι οποίοι εκδίδονταν στο όνομα του ενάγοντος [εν προκειμένω ύδρευσης και αποχέτευσης], καθόσον η σχετική σύνδεση των ανάλογων παροχών είχαν γίνει στο όνομά του, μετά την από κοινού αγορά του ακινήτου αυτού και σε χρόνο που ακόμη δεν είχε επέλθει η μεταξύ των διαδίκων διάσταση, αποστελλόταν στη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντος, παραδίδονταν δε από αυτόν, μέσω των παιδιών τους, στην εναγομένη προς πληρωμή, κατά κανόνα και πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (βλ. την απόδειξη καταβολής τελών ύδρευσης έτους 1998 που προσκομίζει ο ενάγων), λόγω του ότι η ίδια έκανε χρήση του ακινήτου και προέβαινε αντιστοίχως και στις συναφείς καταναλώσεις αναφορικά με τους λογαριασμούς αυτούς. Ωστόσο, στην πορεία των ετών η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε. Ειδικότερα, η εναγόμενη τουλάχιστον από το έτος 2009 και έπειτα [βλ. δύο λογαριασμούς Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ανατολικού Ολύμπου με ημερομηνίες έκδοσης 23/2/2009 και 2/6/2009 που νομότυπα προσκομίζει η εναγόμενη], αν και δεν προέβη σε αλλαγή στα στοιχεία του ιδιοκτήτη του με αριθμό 892288 υδρομέτρου που είναι εγκατεστημένο στο επίδικο ακίνητο, ήτοι δεν μετέφερε το υδρόμετρο αυτό από το όνομα του ενάγοντος πρώην συζύγου της στο δικό της [ενόψει προφανώς των εξόδων που θα συνεπαγόταν μία τέτοια ενέργεια, αλλά και της ενδεχόμενης σύμπραξης του ενάγοντος στη σχετική διαδικασία, η οποία δεν διαφαινόταν εφικτή, λόγω της μεταξύ τους ψυχρότητας και αντεκδίκησης ιδίως αναφορικά με την ρύθμιση της δικαιούμενης από τα κοινά τέκνα τους διατροφής, αλλά και της παρακάτω αναφερόμενης αποστασιοποίησης του εν λόγω διαδίκου από τα θέματα που αφορούσαν το ακίνητο αυτό], φρόντισε ώστε οι συναφείς λογαριασμοί να αποστέλλονται πλέον στην διεύθυνση κατοικίας της και δη αρχικά επί της οδού ... στην περιοχή της Νεάπολης Θεσσαλονίκης και από το έτος 2011 στην με αριθμό ... Ταχυδρομική Θυρίδα στην περιοχή Θέρμης Θεσσαλονίκης όπου και μετοίκησε, γνωστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο στον ενάγοντα την από πλευράς της αποκλειστική άσκηση της νομής επί του επίδικου ακινήτου. Κατά τον ίδιο χρόνο, άλλωστε, ήτοι κατά το έτος 2009 [τουλάχιστον] και ο ίδιος ο ενάγων εξωτερίκευσε την σοβαρή και πραγματική πρόθεσή του να παύσει να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο με πρόθεση κυριότητας, ώστε να γίνεται λόγος πλέον για εγκατάλειψη από πλευράς του της νομής επί του ακινήτου αυτού, τούτο δε διότι το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλήφθηκε στο από 10.08.2010 εκκαθαριστικό σημείωμα ενιαίου τέλους ακινήτων φυσικών προσώπων και έκτακτης εισφοράς, στο οποίο και αποτυπώνεται η εικόνα των ακινήτων που ένας πολίτης έχει στην ιδιοκτησία του, βάσει των δηλώσεων Ε9 που υποβάλει. Δεδομένου ότι για το επίδικο ακίνητο ο ενάγων είχε, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, νομίμως μεταγεγραμμένο τίτλο κυριότητας, προφανώς και θα περιλαμβανόταν το εν λόγω ακίνητο στις δηλώσεις Ε9 που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., το δε γεγονός ότι τούτο δεν περιλήφθηκε κατά το εν λόγω έτος (2009), καταδεικνύει την πρόθεσή του να αποξενωθεί από το ακίνητο αυτό, όπως και παραπάνω έχει λεχθεί, ενώ προφανώς δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι κατά τον ίδιο χρόνο (2009) άλλαξε και η διεύθυνση αποστολής των λογαριασμών ύδρευσης - αποχέτευσης του ανωτέρω ακινήτου στη διεύθυνση κατοικίας της εναγομένης αντί της διεύθυνσης κατοικίας του ενάγοντος που αποστελλόταν μέχρι πρότινος [πριν το 2009]. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της κατά τα ανωτέρω εγκατάλειψης της νομής του επίδικου ακινήτου από τον ενάγοντα το έτος 2009 δεν δύνανται να αναιρεθούν από το γεγονός ότι τούτος προσκομίζει Βεβαιώσεις Δηλώσεως Περιουσιακής Κατάστασης και Πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού Ν. 4223/2013 [ΕΝ.Φ.Ι.Α.], καθόσον τα έγγραφα αυτά αποτυπώνουν την περιουσιακή κατάσταση του ενάγοντος με τη συμπερίληψη σε αυτήν και του επίδικου ακινήτου, σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου που εν προκειμένω είναι ο χρόνος αποβολής από τη νομή, ήτοι το έτος 2013, καθόσον τα έγγραφα αυτά αφορούν την εικόνα του Ε9 του ενάγοντος την 01.01.2019 και 01.01.2022 και τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. που υπολογίστηκε για τα έτη 2020, 2021 και 2022, ενώ, εάν το επίδικο ακίνητο ήταν δηλωμένο από τον ενάγοντα στα έντυπα Ε9 παλαιότερων ετών και δη από το 2009 έως και το 2013, τουλάχιστον, δηλαδή έως τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης προσβολής, προφανώς και ο ενάγων θα έσπευδε να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά, προκειμένου να επιστηρίξει και να αποδείξει τους ένδικους ισχυρισμούς του. Συνακόλουθα, ο ενάγων δεν απέδειξε στην προκειμένη περίπτωση ότι ήταν συννομέας του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της επικαλούμενης από αυτόν αποβολής, ήτοι κατά τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2013, ωσαύτως δε ότι αποβλήθηκε παράνομα από την εναγόμενη, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά τον προαναφερθέντα επίμαχο χρόνο είχε σωματική σχέση με το ακίνητο, υπό την έννοια ότι ασκούσε συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις επ' αυτού, ούτε ότι η εναγόμενη, κατά τον ίδιο χρόνο, εξούσιαζε όλο το επίδικο και στο όνομα του ίδιου, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ήδη από το έτος 2009 και κατά τον ανωτέρω επίμαχο χρόνο η εναγόμενη είχε αποκτήσει αυτοτελή νομή επί του ακινήτου αυτού, ασκώντας επ' αυτού αποκλειστικά τη νομή αυτή, γεγονός που ήταν ήδη από τον ανωτέρω χρόνο (2009) γνωστό στον ενάγοντα, ο οποίος επιπλέον κατά τον ίδιο χρόνο (2009) εξεδήλωσε την πρόθεσή του να παύσει εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο με πρόθεση κυριότητας". Ακολούθως απέρριψε την έφεση του ενάγοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσία αβάσιμη για το λόγο ότι δεν απέδειξε ο ενάγων την συννομή του επί του επιδίκου ακινήτου κατά τον χρόνο της επικαλούμενης αποβολής του απ' αυτήν (αρχές μηνός Ιουνίου 2013) και κατά συνέπεια και την παράνομη αποβολή του εκ μέρους της εναγομένης. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του Αγροκτήματος Λεπτοκαρυάς Τοπόλιανης Πιερίας απέκτησαν οι διάδικοι το έτος 1993 κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, και σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν σύζυγοι, δυνάμει του αναφερομένου και νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου, σε συνδυασμό και με την επίσης αναφερομένη και νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη κατάργησης διαλυτικής αίρεσης, και έκτοτε οι διάδικοι εκκίνησαν τη διενέργεια πράξεων νομής επ' αυτού, κατ' ισομοιρία, με την κατασκευή περίφραξης, πρόχειρου αποχωρητηρίου και υποτυπώδους βόθρου, και την εγκατάσταση σε αυτό το έτος 1994 τροχόσπιτου, στο οποίο διέμειναν μαζί με τα παιδιά τους, πραγματοποιώντας τις οικογενειακές διακοπές τους κατά τους θερινούς μήνες του ιδίου έτους (1994), ότι κατά το έτος 1996 διακόπηκε η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση ο δε ενάγων που ήταν στρατιωτικός στο επάγγελμα και μετατέθηκε αρχικά στην περιοχή του Διδυμότειχου, έως το έτος 1999 και στη συνέχεια στην Αθήνα έως και τον Μάιο του 2005, όπου και διέμενε, είχε συναινέσει στην αποκλειστική χρήση του επιδίκου από την πρώην σύζυγό του, αλλά και τα τέκνα που απέκτησαν από τον μεταξύ τους γάμο, ότι σε αυτό το πλαίσιο η εναγομένη αρχικά εξουσίαζε το όλο επίδικο ακίνητο, κατέχοντάς το και στο όνομα του ενάγοντος συννομέα του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ασκούσε υλικές πράξεις εξουσίασης επ' αυτού, ωστόσο στην πορεία των ετών η κατάσταση μεταβλήθηκε και η εναγομένη, τουλάχιστον από το έτος 2009, φροντίζοντας ώστε οι λογαριασμοί Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ανατολικού Ολύμπου που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο να αποστέλλονται πλέον στην διεύθυνση κατοικίας της και όχι στην διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντος που αποστελλόταν μέχρι τότε, γνωστοποίησε με τον τρόπο αυτό στον ενάγοντα την από πλευρά της αποκλειστική άσκηση της νομής επί του επιδίκου, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο και ο ενάγων εξωτερίκευσε την σοβαρή και πραγματική του πρόθεση να παύσει να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο, προβαίνοντας στις αναφερόμενες πράξεις (μη συμπερίληψή του στο από 10-8-2010 εκκαθαριστικό σημείωμα ενιαίου τέλους ακινήτων φυσικών προσώπων και έκτακτης εισφοράς), ώστε να γίνεται λόγος πλέον για εγκατάλειψη από πλευράς του της νομής επί του ακινήτου τούτο, και συνεπώς εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τον επίμαχο χρόνο είχε σωματική σχέση με το ακίνητο, υπό την έννοια ότι ασκούσε συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις επ' αυτού, ούτε ότι η εναγόμενη, κατά τον ίδιο χρόνο, εξούσιαζε όλο το επίδικο και στο όνομα του ίδιου, αλλά αντίθετα ότι ήδη από το έτος 2009 και κατά τον επικαλούμενο χρόνο αποβολής η εναγόμενη είχε αποκτήσει αυτοτελή νομή επί του ακινήτου αυτού, ασκώντας επ' αυτού αποκλειστικά τη νομή αυτή, γεγονός που ήταν ήδη από τον ανωτέρω χρόνο (2009) γνωστό στον ενάγοντα, ο οποίος επιπλέον κατά τον ίδιο χρόνο (2009) εξεδήλωσε την πρόθεσή του να παύσει να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο με πρόθεση κυριότητας, αυτός (ενάγων) δεν ήταν συννομέας του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της επικαλούμενης από αυτόν αποβολής, ήτοι κατά τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2013, και ως εκ τούτου δεν αποβλήθηκε παράνομα από την εναγόμενη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994 Α.Κ. στις οποίες στηριζόταν η ως άνω βάση της αγωγής, που αφορούν στην κτήση, απώλεια και προστασία της (συν)νομής σε περίπτωση παράνομης αποβολής απ' αυτήν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματός του νομικού του συλλογισμού, ήτοι περί του ότι ο ήδη αναιρεσείων κατά τον επικαλούμενο χρόνο αποβολής του από την (συν)νομή του επιδίκου, δεν ήταν συννομέας αυτού και συνεπώς δεν αποβλήθηκε παράνομα από την ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε αποκτήσει αυτοτελή επ' αυτού νομή. Ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή αυτός κατά τον επικαλούμενο κρίσιμο χρόνο αποβολής του από τη συννομή του επιδίκου, δεν ήταν συννομέας αυτού, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. ως εκ παραδρομής αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου) με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου αλλά και τις διατάξεις του άρθρου 8 ν. 3634/2008 (απαλλαγές από το ενιαίο τέλος), και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι με τις αναφερόμενες σε αυτούς αιτιάσεις ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της παραβίασης των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσία ισχυρισμό, για τον οποίο, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, δεν είχε προταθεί ή είχαν προταθεί ελλιπώς στις προτάσεις τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού. Ακόμη πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλ. συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού, όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού (Α.Π. 16/2023, ΑΠ 235/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. α του Κ.Πολ.Δ, (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ως εκ παραδρομής αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν είχαν προταθεί, δεχόμενη πραγματικό ισχυρισμό περί αποβολής και εγκατάλειψης της συννομής του, χωρίς να έχει υποβληθεί από την αναιρεσίβλητη, και ειδικότερα ότι το έτος 2009 του γνωστοποιήθηκε από την τελευταία η αποβολή του από τη συννομή και η πρόθεσή της να εξουσιάζει το όλο ακίνητο για λογαριασμό της και ότι αυτός το ίδιο έτος εκδήλωσε πρόθεση εγκατάλειψης του επιδίκου ακινήτου, ενώ ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν ότι με κοινή συμφωνία τους το έτος 1996 της μεταβίβασε το ποσοστό συννομής του, δυνάμει της οποίας έκτοτε εξουσίαζε αποκλειστικά για λογαριασμό της όλο το ακίνητο. Ωστόσο ο προκείμενος λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν παρά το νόμο λήψη υπόψη αυτοτελών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν νόμιμα, αλλά αντίθετα, οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν άρνηση της αγωγής καθώς και επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Η επικαλούμενη, όμως, στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης, λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση και επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2023 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-9-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ