Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1337 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1337/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ. του Α. και της Μ., 2) Α. Λ. του Α. και της Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαυροειδή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: 1) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Μηνδρινό, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-1-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την κρινόμενη από 24-1-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 154/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 22-6-2021 και με αριθμ. καταθ. 32/16-7-2021 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 18/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που απέρριψε την εισαχθείσα ενώπιόν του από 8-3-2019 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων και της Ε. χήρας Ι. Μ., ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου ακινήτου (10/16 εξ αδιαιρέτου), ενώ κατόπιν της γενομένης παραίτησης από το δικόγραφο της εφέσεως εκ μέρους του εκκαλούντος ως προς την εφεσίβλητη Ε. χήρα Ι. Μ. (μη διάδικο) η έφεση θεωρήθηκε ως προς αυτήν ως μη ασκηθείσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 374/2022, ΑΠ 2106/2022).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 53/2023, ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 1836/2022). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 1286/2019, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 154/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου είναι οι ακόλουθες: "Με το με αριθμό ....1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 24.11.1981 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ίου - Φολεγάνδρου στον τόμο 67 και υπ' αύξοντα αριθμό 91, ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα με μεταβίβαση αιτία δωρεάς εν ζωή του πατέρα του Ι. Μ. του Κ. ένα ακίνητο (αγρό), που περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό ως "κείμενον εις θέσιν "Άγιος Ανδρέας" της νήσου Φολεγάνδρου, εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς και συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Μ. Ι. Μ., Α. Κ., Δ. Κ. και Δημόσιον Δρόμον". Στο συμβόλαιο αυτό γίνεται ρητή μνεία ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο δωρητή Ι. Μ. εκ κληρονομιάς του πατρός του Κ. Μ. και δυνάμει της με αριθμό .../1946 δημοσίας διαθήκης αυτού. Από τη διαθήκη αυτή, που προσκομίζεται από τους διαδίκους, αποδεικνύεται πράγματι ότι ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στο δωρητή Ι. Μ. από την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1955 πατέρα του Κ. Μ. του Γ. (παππού του ενάγοντος), επαχθείσα σε αυτόν με τη συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Ίου Σ. Μ. με αριθμό ....1946 δημόσια διαθήκη του ανωτέρω κληρονομουμένου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμό ....1955 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Σύρου. Στην ανωτέρω δημόσια διαθήκη το κληρονομηθέν από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Μ. ακίνητο περιγράφεται κατά λέξη όπως και στον ανωτέρω τίτλο του ενάγοντος και συγκεκριμένα ως "Ένα αγρόν εις θέσιν "Άγιον Ανδρέαν" της Φολεγάνδρου, εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς, συνορευομένην με κτήματα Μ. I. Μ. και Α. Κ.". Από της περιελεύσεως του ακινήτου αυτού στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Μ. περί το έτος 1955, αυτός εγκαταστάθηκε στη νομή του και έκτοτε νεμηθηκε τούτο, ασκώντας με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα διέμενε με την οικογένειά του στην ανεγερθείσα επ' αυτού ήδη από το έτος 1948 μικρή οικία, εμβαδού 60 περίπου τ.μ., κατασκεύασε δύο μικρά βοηθητικά κτίσματα, αντλούσε νερό από τη στέρνα του και καλλιεργούσε κηπευτικά στο κήπο του, το επέβλεπε και το συντηρούσε χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η κυριότητά του από οιονδήποτε τρίτο. Έτσι, με τη συμπλήρωση είκοσι ετών νομής (1955-1975) στο πρόσωπό του, ο Ι. Μ. κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Τα περιστατικά αυτά ως και η κυριότητα του Ι. Μ. επί του ως άνω ακινήτου δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του ανωτέρω ακινήτου μετά των επ' αυτού συστατικών (οικία, βοηθητικά κτίσματα, στέρνα, ΑΚ 954) με παράγωγο τρόπο και δη δια του προαναφερόμενου νομίμως μεταγεγραμμένου με αριθμό .../1981 συμβολαίου από μεταβίβαση από τον κύριο αυτού πατέρα του Ι. Μ. αιτία δωρεάς εν ζωή. Το ακίνητο αυτό, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, έχει εμβαδόν 2.187,63 τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει βόρεια-βορειοδυτικά με δημοτική οδό-πεζόδρομο, βόρεια- βορειανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Κ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Π., νότια με ιδιοκτησία Κ. Κ. και δυτικά-νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Ν. Μ., όπως αυτό εμφαίνεται υπό τα στοιχεία .......... Στο συνημμένο στην αγωγή από ... 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Η. Γ. Σύμφωνα με την ίδια καταμέτρηση, η εντός του ακινήτου παλαιά οικία έχει εμβαδόν 59,33 τ.μ., τα δύο ασκεπή και ερειπωμένα βοηθητικά κτίσματα 34,98 τ.μ. και 23,77 τ.μ. αντίστοιχα και η στέρνα 11,10 τ.μ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό ....2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ν., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ίου-Φολεγάνδρου στον τόμο 121 και με αύξοντα αριθμό 158, η μητέρα του ενάγοντος Ε. χήρα Ι. Μ. και οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, εγγονοί αυτής, αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 13.03.2003 ως άνω Ι. Μ. και συγκεκριμένα η μεν πρώτη κατά ποσοστό ενός τετάρτου (1/4) ως σύζυγος αυτού, οι δε λοιποί ως υπεισελθόντες στη θέση της αποποιηθείσας την αυτή κληρονομιά αρχικής κληρονόμου Μ. Λ., το γένος Ι. Μ., μητέρας τους και θυγατέρας του κληρονομουμένου και κατά ποσοστό τριών δεκάτων έκτων (3/16) έκαστος εξ αυτών, στην οποία (κληρονομιά), κατά τη δήλωσή τους, περιλαμβανόταν ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ανδρέας" εντός του οικισμού Άνω Μεριάς της νήσου Φολεγάνδρου, εμβαδού 490 τ.μ., μετά των επ' αυτού παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 60,90 τ.μ., δεξαμενής νερού, εμβαδού 10 τ.μ. περίπου και ισόγειας αποθήκης, εμβαδού 12 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει με κοινοτική οδό και ιδιοκτησίες Ν. Μ. και Κ. Μ. Στη συνέχεια, η ανωτέρω Ε. χήρα Ι. Μ., με το με αριθμό ....2009 συμβόλαιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου Π. Ν., που επίσης μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω δημόσια βιβλία στον τόμο 121 και με αύξοντα αριθμό 264, μεταβίβασε στον πρώτο των εναγομένων αιτία δωρεάς εν ζωή το κατά τα άνω περιελθόν σε αυτή ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του ενός τετάρτου (1/4) επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου, παρακρατώντας υπέρ αυτής εφ' όρου ζωής το επ' αυτού δικαίωμα οικήσεως. Όμως, το ακίνητο αυτό, ιδανικό μερίδιο (10/16) του οποίου αποδέχθηκαν ως κληρονομιαίο οι εναγόμενοι και το οποίο είναι το επίδικο, αποτελεί τμήμα του ως άνω μεταβιβασθέντος κατά κυριότητα στον ενάγοντα ακινήτου και, ειδικότερα, το βόρειο τμήμα αυτού, όπως αυτό αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία ........ στο προαναφερόμενο από ... 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου- μηχανικού Η. Γ., έχει εμβαδόν 462,12 τ.μ. και συνορεύει βόρεια-βορειοδυτικά με δημοτική οδό-πεζόδρομο, βόρεια-βορειοανατολικά-νότια και νοτιοανατολικά με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος και δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Μ. Οι εναγόμενοι, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών τους, διατείνονται ότι το επίδικο είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχό τους Ι. Μ. το έτος 1948 από άτυπη δωρεά του πατέρα του Κ. Μ., ενόψει του γάμου αυτού και με σκοπό την ανέγερση οικογενειακής στέγης και ότι τούτο δεν μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα, καθόσον στον τίτλο αυτού (συμβόλαιο δωρεάς) δεν περιγράφονται τα κείμενα επί του επιδίκου συστατικά (ισόγεια οικία, δεξαμενή νερού και αποθήκη). Ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να ευσταθήσει για τους ακόλουθους λόγους: Κατ' αρχάς, ουδόλως αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί, έστω και έμμεσα, ότι ο Ι. Μ. είχε αποκτήσει ατύπως από τον πατέρα του και άλλο ακίνητο, πλην εκείνου που κληρονόμησε και περιγράφεται στη με αριθμό .../1946 δημόσια διαθήκη του τελευταίου. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, ο Ι. Μ. μεταβίβασε με δωρεά εν ζωή στον ενάγοντα το κληρονομιαίο αυτό ακίνητο, καθ' όλη την έκταση (μισή ζευγαριά) και τα όριά του και αναγκαίως και τα κείμενα επ' αυτού συστατικά (οικία, δεξαμενή, αποθήκη), τα οποία δεν δύνανται εκ του νόμου να αποτελέσουν αντικείμενο χωριστού εμπράγματου δικαιώματος (ΑΚ 953, 954).
Εξάλλου, εάν ο Ι. Μ. είχε διατηρήσει στην κυριότητά του το επίδικο και είχε μεταβιβάσει στον ενάγοντα το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, τότε σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε στον τίτλο του ενάγοντος (συμβόλαιο δωρεάς) να περιγράφεται ως όμορος ιδιοκτήτης του μεταβιβασθέντος ακινήτου ο ίδιος ο δωρητής (Ι. Μ.), και όχι οι τρίτοι ιδιοκτήτες που αναφέρονται σε αυτό. Επίσης, στην περίπτωση αυτή και ενόψει του ότι το επίδικο είναι το μοναδικό τμήμα του μείζονος ακινήτου που έχει διέξοδο σε δημοτικό δρόμο, προεχόντως δεν θα έπρεπε στον τίτλο του ενάγοντος να αναφέρεται ως όριο του μεταβιβασθέντος ακινήτου ο δημόσιος δρόμος. Η αναφορά, μάλιστα, αυτή του δημοσίου δρόμου ως ορίου καταδεικνύει με αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο του ενάγοντος, αφού βεβαιώνει ότι το μεταβιβασθέν στον τελευταίο ακίνητο εκτείνεται μέχρι αυτού του ορίου (δημοσίου δρόμου) και άρα αναγκαίως περιλαμβάνει το κείμενο εσώτερα του δρόμου και σε επαφή με αυτόν επίδικο εδαφικό τμήμα. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίμαχο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 462,12 τ.μ., περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του ενάγοντος και, επομένως, η με αριθμό .../2009 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των εναγομένων ως και η με αριθμό .../2009 συμβολαιογραφική σύμβαση δωρεάς εν ζωή της Ε. χήρας Ι. Μ. προς τον πρώτο εξ αυτών, δεν προσπόρισαν στους τελευταίους κυριότητα επί ιδανικού μεριδίου του εδαφικού τμήματος αυτού, αφού τούτο δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του κληρονομούμενου Ι. Μ. και είχε μεταβιβασθεί από αυτόν ολόκληρο στον ενάγοντα αιτία δωρεάς εν ζωή από το έτος 1981. Μετά ταύτα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του ιδανικού μεριδίου των δέκα δεκάτων έκτων (10/16) του ανωτέρω εδαφικού τμήματος. Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι έφεσης..... πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη.....". Ακολούθως αφού ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ιδανικού μεριδίου των 10/16 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου εδαφικού τμήματος 462,12 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976 εδ.α, 1033, 1041, 1045,1192 ΑΚ. που αφορούν την κτήση κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, και εκείνες των άρθρων 947, 948, 953 και 954 παρ. 2 Α.Κ. που αφορούν τα συστατικά ακινήτου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, ότι δηλαδή ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων (αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτου) που απέκτησε την κυριότητα επί του μείζονος ακινήτου εμβαδού κατά νεότερη καταμέτρηση 2.187,63 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται κατά θέση και όρια, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 462,12 τ.μ. τόσο παράγωγα, λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1955 πατέρα του Κ. Μ. (παππού του αναιρεσιβλήτου), διαθήκη που δημοσιεύτηκε νόμιμα, όσο και πρωτότυπα ως νεμόμενος αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από της περιελεύσεώς του σε αυτόν το έτος 1955 και για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, μεταβίβασε το επίδικο λόγω δωρεάς εν ζωή στον αναιρεσίβλητο υιό του, με το αναφερόμενο και νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο το έτος 1981, και έτσι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος αυτού μετά των επ' αυτού συστατικών (οικία, βοηθητικά κτίσματα, κτίσματα που ο μεταβιβάσας δικαιοπάροχός του ανήγειρε επ' αυτού) με τον ρηθέντα παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας από κύριο και ότι η αναφερόμενη πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα με την οποία η Ε. χήρα Ι. Μ., μητέρα του αναιρεσιβλήτου και οι αναιρεσίβλητοι, εγγονοί της, αποδέχθηκαν το έτος 2009 την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος την 13-3-2003 ως άνω Ι. Μ. η μεν πρώτη κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου ως σύζυγος αυτού και οι λοιποί, ως υπεισελθόντες στη θέση της αποποιηθείσας την εν λόγω κληρονομιά μητέρας τους, αρχικής κληρονόμου Μ. Λ.-Μ., θυγατέρας του κληρονομούμενου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/16 έκαστος, στην οποία (αποδοχή) περιλαμβανόταν κατά δήλωσή τους ως κληρονομιαίο ακίνητο και το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 490 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων (της αποδεχθείσας ψιλής κυριότητας του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του 1/4 της Ε. Μ. μεταβιβασθείσης εν τω μεταξύ με το ρηθέν και νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο λόγω δωρεάς εν ζωή στους ήδη αναιρεσίβλητους), δεν προσπόρισε στους αναιρεσίβλητους κυριότητα επί του ως άνω ιδανικού μεριδίου του ένδικου εδαφικού τμήματος, διότι τούτο δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του κληρονομούμενου Ι. Μ., καθώς μεταβιβάστηκε ως τμήμα του ρηθέντος ως άνω μείζονος ακινήτου στον ήδη αναιρεσίβλητο αιτία δωρεά εν ζωή το έτος 1981 με το ρηθέν συμβόλαιο. Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, μετά των επ' αυτού κτισμάτων (συστατικών) δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω, μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των οποίων το πραγματικό καλύπτουν και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος κατέστη ο αναιρεσίβλητος με τον ρηθέντα παράγωγο τρόπο, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι με τις αναφερόμενες σε αυτούς αιτιάσεις ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της παραβίασης των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 191 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-1-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ