ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1338/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1338/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1338/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1338 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1338/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ... (ΑΦΜ ...) και ειδικότερα, εν προκειμένω και από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" (Α.Α.Δ.Ε.), εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της (ΑΦΜ ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Κ. Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Γιαννόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3718/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4788/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 14-10-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4788/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ σε συνδ. με άρθρο 11 εδ.α του κωδ. Ν. περί δικών του Δημοσίου (κώδ. Δ/γμα της 26-6/10-7-1944), όπως αντικατ. με το άρθρο 12 ν. 3514/2016 (Α.Π. 486/2016). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) και τεσσάρων φυσικών προσώπων- λοιπών πλησιέστερων συγγενών του αποβιώσαντος την ...-2015 θείου της (αδελφού της μητέρας της) Α. Β. του Π., μη διαδίκων στη δίκη αυτή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31.03.2017 αγωγή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας του κατά τα άνω αποβιώσαντος θείου της λόγω παραμελήσεως της εκ μέρους της προθεσμίας αποποιήσεως, καθώς και της νομίμως μεταγεγραμμένης συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της αυτής κληρονομίας, λόγω ουσιώδους πλάνης της σχετικά με το πρόσωπο (ιδιότητα) του κληρονομουμένου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το άνω δικαστήριο ερήμην των εναγομένων φυσικών προσώπων, και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 3718/2018 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το πρώτο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο, ενώ έγινε δεκτή αυτή ως προς το δεύτερο αίτημά της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το αναιρεσείον με την από 15-9-2020 έφεσή του που έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας και εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η ανωτέρω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4788/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

ΙΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 του Α.Κ. συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο τον θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσεως της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από τον νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποιήσεως της κληρονομίας (άρθρο 1847 του Α.Κ.), δηλαδή το δικαίωμα ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε. Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αιρέσεως ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδάφ. β' του Α.Κ.). Η σχετική δήλωση αποποιήσεως γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847παρ.2 του Α.Κ.), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρο 1847 παρ.1 εδάφ. β' του Α.Κ.). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως τεκμαίρεται αμαχήτως από τον νόμο (άρθρο 1850 εδάφ. β' του Α.Κ.) η αποδοχή της κληρονομίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1, 2 του Α.Κ., η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1 του Α.Κ. καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποιήσεως ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στον λόγο της επαγωγής ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής. Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ.2 του Α.Κ. προβλέπει τη δυνατότητα ακυρώσεως της αποδοχής ή της αποποιήσεως, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ., 147 επ. 150 επ. του Α.Κ.), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857παρ.2-4 του Α.Κ. Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του Α.Κ., αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα προέβαινε στην αποδοχή της. Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε πλάνη περί το πρόσωπο του κληρονομουμένου και των δραστηριοτήτων αυτού (π.χ. άσκηση ατιμωτικού επαγγέλματος, κληρονομία κτηθείσα από παράνομες πράξεις). Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί κατά του δανειστή της κληρονομίας (Α.Π. 842/2022, Α.Π. 1041/2022, Α.Π. 827/2017). Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακυρώσεως της αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στον χρόνο επαγωγής (Α.Π. 572/2016, Α.Π. 1534/2011).

Εξάλλου, με την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 9/2013, ΑΠ 280/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ. 24/1992, Ολ ΑΠ. 1/1999, ΑΠ 7/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ. 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 77/2021, ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Στις ...-2015 απεβίωσε στην Αθήνα ο θείος της ενάγουσας και αδερφός της μητέρας της, Α. Β. του Π. και της Κ., κάτοικος ..., ο οποίος κατέλιπε την από 20-8-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε την 11-2-2015 με το με αριθμό 791/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη του, ο θανών κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στους κληρονόμους του-πλησιέστερους συγγενείς του (ενάγουσα και 1η, 2η και 3η εναγόμενη) και τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας στην 4η εναγόμενη, η οποία κατέστη κληροδόχος αυτών. Η σύζυγός του Κ., το γένος Ι. και Κ. Τ., με την οποία δεν απέκτησαν τέκνα, είχε προαποβιώσει αυτού, στις 4-5-2014. Οι πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν η ενάγουσα, η αδερφή του θανόντος, πρώτη εναγομένη, η δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του προαποβιώσαντος αδερφού του Λ. Β. Ο θανών, δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους συγγενείς του, και έτσι αυτοί δεν γνώριζαν λεπτομέρειες για τη ζωή του, πέραν του γεγονότος ότι ήταν συνταξιούχος, ηλικιωμένος και άτεκνος. Η ενάγουσα καθώς και οι 1η, 2η και 3η των εναγομένων, δυνάμει της με αριθμό ...-2015 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.- Π. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5105 και αριθμό 132, αποδέχθηκε κατά πλήρη κυριότητα το 1/4 της ακίνητης περιουσίας του θανόντος. Στις 11-10- 2016 πληροφορήθηκε το πρώτον από την τρίτη εναγομένη πως ο θανών είχε χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. Πλοίων, συνεπεία της ιδιότητάς του ως νόμιμου εκπροσώπου της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία " ΣΥΡΟΣ Ν.Ε.". Το γεγονός ότι σε ηλικία 82 ετών μέχρι και 95 ετών ο θανών αναμείχθηκε με την εκπροσώπηση της ναυτιλιακής εταιρίας και ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ήταν κάτι που δεν γνώριζαν οι συγγενείς του, οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν ένας ηλικιωμένος, φιλήσυχος και μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος λόγω και του γεγονότος ότι δεν απέκτησε τέκνα , δεν είχε καμία δραστηριότητα κατά τα τελευταία έτη της ζωής του. Για τον λόγο αυτό όλοι οι συγγενείς του έσπευσαν να αποδεχθούν την κληρονομιά του μετά το θάνατό του με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, και όχι με άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης, αφού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν την ύπαρξη χρεών του. Ωστόσο στη συνέχεια με έκπληξη ανακάλυψαν ότι ο κληρονομούμενος είχε διατελέσει νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία " ΣΥΡΟΣ Ν.Ε." κατά τα χρονικό διαστήματα από 6- 8-1997 ως 10-12-1999, από 7-8-2000 ως και 1-8-2001 και από 6-11-2003 μέχρι και 2-8-2010, σε ηλικία δηλαδή 82 ως και 95 ετών. Με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας ο κληρονομούμενος ευθυνόταν εις ολόκληρον για τα χρέη και της οφειλές που είχε δημιουργήσει η εν λόγω εταιρία προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 4.159.874,24 ευρώ, όπως βεβαιώθηκαν από την Δ.Ο.Υ. Πλοίων κατόπιν διαχειριστικών ελέγχων. Προς απόδειξη της πλάνης τους οι συγγενείς του ισχυρίσθηκαν ότι πληροφορήθηκαν το πρώτον την ύπαρξη των χρεών μετά την αποδοχή της κληρονομιάς από αυτούς, η οποία απαρτιζόταν από δύο ακίνητα στην Αθήνα και στο Λουτράκι, που είχαν αποκτηθεί από τον κληρονομούμενο κατά τα έτη 1972 και 1982, και συνεπώς δεν αποτελούσαν προϊόν εγκληματικής συμπεριφοράς, αφού δεν αποκτήθηκαν τα τελευταία έτη της ζωής του κληρονομούμενου, ούτε όμως και ήταν δυνατόν οι κληρονόμοι να υποψιαστούν την ύπαρξη χρεών του κληρονομούμενου από προσωπική φορολόγηση της περιουσίας του. Ωστόσο η επικαλούμενη από την ενάγουσα πλάνη δεν αφορά το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομιάς, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά την ιδιότητα του κληρονομούμενου ως φοροφυγά, παράνομου, χωρίς ηθικές αρχές και αξίες την οποία ασφαλώς δεν γνώριζαν οι κληρονόμοι του και αν γνώριζαν αυτή με βεβαιότητα δεν θα αποδεχόταν την κληρονομιά του, προκειμένου να προασπίζουν την τιμή και την υπόληψή τους. Η ύπαρξη των ανωτέρω υπέρογκων χρεών δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η ποινική δίωξη του κληρονομούμενου δεν είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό του, αφού επί σειρά ετών, σε ηλικία 82 ως 95 ετών δέχθηκε προφανώς επ ' αμοιβή, χωρίς όμως να αποκλείεται και η εκμετάλλευση του από τρίτους, να καταστεί "αχυράνθρωπος" της ανωτέρω ναυτιλιακής εταιρίας, ώστε ανενόχλητοι να ενεργούν οι πραγματικά υπεύθυνοι κρυπτόμενοι όπισθεν αυτού ιδρυτές της εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι κατά την κοινή λογική ο ίδιος δεν θα προλάβαινε να οδηγηθεί ενώπιον της δικαιοσύνης, ώστε να λογοδοτήσει για τα φορολογικά εγκλήματά του, λόγω της ηλικίας του. Την ιδιότητά του αυτή ήταν αδύνατον να γνωρίζουν οι κληρονόμοι του, επιδεικνύοντας κάθε επιμέλεια, αφού δεν διατηρούσαν με τον θανόντα παρά μόνο τυπικές σχέσεις και δεν είχαν πληροφορηθεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα του κληρονομούμενου για τα τελευταία έτη της ζωής του, όπως ήταν και φυσιολογικό λόγω της ηλικίας του, ούτε ασχολούταν οι ίδιοι με επιχειρήσεις του είδους. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το πταίσμα των συγγενών του θανόντος, για την αναγνώριση της διάστασης της βούλησης που συνιστά ουσιώδη πλάνη κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας της αποδοχής κληρονομιάς, η οποία οφείλεται σε άγνοια (δικαιολογημένη η μη είναι αδιάφορο) της πραγματικότητας, αφού η πλάνη του κληρονόμου μπορεί να οφείλεται και σε υπαίτια άγνοια. Ενεργώντας όπως ο μέσος συνετός άνθρωπος αποδέχθηκαν την κληρονομιά ενός συγγενούς τους, που πέθανε σε ηλικία 100 ετών χωρίς να αφήσει απογόνους και αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι κατά τα τελευταία έτη της ζωής του κατέστη φοροφυγάς και υπαίτιος κακουργηματικών πράξεων, γεγονός που αν γνώριζαν οι συγγενείς του δεν θα αποδεχόταν κληρονομιά του, για να μην συνδέσουν τα ονόματα και τις υπολήψεις τους με τη δική του. Το ανωτέρω ιστορικό ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι συνιστά ουσιώδη πλάνη και συγκεκριμένα άγνοια της ανωτέρω ιδιότητας του κληρονομούμενου η οποία είναι τόσο ουσιώδης, ώστε αν γνώριζαν την αλήθεια για το πρόσωπό του δεν θα συνέπρατταν στην σύνταξη της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομιάς, προκειμένου να διαφυλάξουν την τιμή και την υπόληψή τους.". Ακολούθως απέρριψε την έφεση του ενάγοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση, που δέχθηκε αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την ένδικη πράξη αποδοχής κληρονομιάς, λόγω ουσιώδους πλάνης, ως προς την εκ μέρους της (αναιρεσίβλητης) αποδοχή της επαχθείσας σε αυτήν εκ διαθήκης κληρονομία του αποβιώσαντος την ...-2015 θείου της Α. Β. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του ότι ο κληρονομούμενος Α. Β. που απεβίωσε στην Αθήνα την ...-2015 κατέλειπε με την αναφερόμενη και νομίμως δημοσιευμένη ιδιόγραφη διαθήκη του την κινητή και ακίνητη περιουσία του στους κληρονόμους του και πλησιέστερους συγγενείς του, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, θυγατέρα της αδελφής του (1/4 εξ αδιαιρέτου), με τους οποίους δεν είχε σχέσεις και έτσι αυτοί πέραν του ότι ήταν συνταξιούχος, ηλικιωμένος και άτεκνος δεν γνώριζαν άλλες λεπτομέρειες για τη ζωή του, κληρονομιά την οποία και αποδέχθηκε η ενάγουσα με την αναφερόμενη νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ότι όπως πληροφορήθηκε την 11-10-2016 κατά τις χρονικές περιόδους από τις 6-8-1997 έως τις 10-12-1999, από τις 7-8-2000 έως την 1-8-2001 και από τις 6-11-2003 έως τις 2-8-2010, σε ηλικία 82 έως και 95 ετών υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρείας, με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Ν.Ε.", βαρυνόμενος με την υποχρέωση πληρωμής συνολικού ποσού 4.159.874,24€, εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της ναυτιλιακής εταιρείας, στο Ελληνικό Δημόσιο, και, επιπλέον, ότι στη θέση αυτή τοποθετήθηκε ως "αχυράνθρωπος", επ' αμοιβή, για να καλυφθούν έναντι του νόμου οι όπισθεν αυτού κρυπτόμενοι ιδρυτές της εταιρείας. Δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη που πίστευε, όπως και οι λοιποί συγγενείς του αποβιώσαντος ότι ήταν ένας ηλικιωμένος, φιλήσυχος και μοναχικός άνθρωπος, δεν γνώριζε την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του κληρονομουμένου, την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στην αποδοχή της κληρονομίας του δεδομένου ότι αυτή (κληρονομία) ήταν προϊόν επίμεμπτης συμπεριφοράς η δε αποδοχή αυτής (κληρονομίας) θα αποτελούσε γι' αυτήν (αναιρεσίβλητη) προσάπτουσα όνειδος πράξη, γεγονός που συνιστά ουσιώδη πλάνη της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα άγνοια της ανωτέρω ιδιότητας του κληρονομουμένου, η οποία είναι τόσο ουσιώδης, ώστε αν γνώριζε την αλήθεια για το πρόσωπό του δεν θα συνέπραττε στην σύνταξη της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομιάς, προκειμένου να διαφυλάξει την τιμή και την υπόληψή της και ότι η ως άνω πλάνη της αναιρεσίβλητης δεν αφορά το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομιάς , αλλά την ιδιότητα του κληρονομουμένου ως φοροφυγά, παράνομου, χωρίς ηθικές αρχές και αξίες. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 143 και 1857 του Α.Κ. στις οποίες στηριζόταν η ως άνω βάση της αγωγής τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματός του νομικού της συλλογισμού, ήτοι περί του ότι η αναιρεσίβλητη τελούσε σε ουσιώδη πλάνη αγνοώντας την κατά τα άνω συμπεριφορά του κληρονομουμένου και την ιδιότητα του ως φοροφυγά, και ως παράνομου, χωρίς ηθικές αρχές και αξίες ατόμου, που καθιστούσε ακυρώσιμη την ένδικη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβη. Ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την ύπαρξη στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης της κατά τα άνω ουσιώδους πλάνης αναφορικά με την συμπεριφορά και την ιδιότητα του κληρονομουμένου οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή είναι ακυρώσιμη η ένδικη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβη, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, αιτιώμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ του πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με εν μέρει ανεπαρκείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με θέματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237 και 238 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επιμέρους στάδια προόδου της δίκης. Ειδικότερα, στο άρθρο 215 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ' αυτές (παρ.1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ. 1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (παρ.2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ.3). Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενέργειας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (Α.Π. 1873/2024, Α.Π. 343/2023, Α.Π. 1181/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., η επίδοση για το Ελληνικό Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Κωδ. Διάταγμα 26-6/10-7-1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Ελληνικού Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω διατάγματος, "Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών" (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ' και 3 περ. α' του ν. 3086/2002 (Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), "Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ.1 περ. γ'). ... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ.3 περ. α'). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επιδόσεως του Κ.Πο.λΔ., προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο νομικό σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (Α.Π. 1309/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν. δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της. ... . 4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι: "1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178, διορθ. σφαλμ. Α' 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...].", στο άρθρο 36 ότι: "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 περ. α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - Α' 97) και 85 παρ.1, εδάφ. πρώτο του ν. δ. 356/1974 (Α' 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85παρ.1 εδάφ. δεύτερο του ν. δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ.", [...]", στο άρθρο 41 ότι: "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.". Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικής Διοικήσεως της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ.2 περ. γ' υποπερ.. ιι, 69παρ. 2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014 - Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Σ.τ.Ε. 1215/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της ρητής ή πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποιήσεως, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δηλώσεως αποποιήσεως της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαιτήσεως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. του Ελληνικού Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου - Κωδ. Διάταγμα 26.06/10.07.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1παρ. 1, 4, 17παρ.1, 36παρ.1, 41παρ.1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν. δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ.2 περ. γ' υποπερίπτ. ιι, 69 παρ.2 περ. Γ, 80 π. δ. 111/2014- ΑΠ 361/2024, ΑΠ 1498/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.τ.λ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1608/2022, Α.Π. 1222/2022). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η, κατ' αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής (Α.Π. 1497/2023, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 647/2022, Α.Π. 1515/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του προσάπτει στην προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι, παρά τον νόμο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θεώρησε την από 31-3-2017 αγωγή ως μη ασκηθείσα αν και αυτή (αγωγή) δεν είχε επιδοθεί και στην Α.Α.Δ.Ε., παρά μόνο στον Υπουργό των Οικονομικών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και, τούτο, διότι η επίδοση της αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών ήταν αρκετή ώστε να ολοκληρωθεί η άσκησή της.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.4788/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4788/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή