ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1339/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1339/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1339/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1339 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1339/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Α. και της Α., χήρας Π. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπιλέκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την .../2022 Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ήτοι: α) Χ. Π. του Α. και της Χ., κατοίκου ..., β) Μ. Π. του Α. και της Χ., κατοίκου ..., γ) Χ. Π. χήρα Α. Π., το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σταυροπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Ε. Ο. συζ. Σ. Ο., το γένος Δ. - Α. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Π. και της ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87ΤΠ/2017, μη οριστική, 48ΤΠ/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1101/2023 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 23-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1101/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από ...1-2021 (αριθμ. καταθ. 133/ΕΦ/12-11-2021 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 48/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κατά του αναιρεσείουσας από 14-7-2016 αγωγή της υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητης και του αρχικώς ενάγοντος Α. Π. ο οποίος απεβίωσε στις ...-2022 και στη θέση του υπεισήλθαν οι υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της νομίμως δημοσιευθείσας με ημερομηνία ...-2014 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης του Α. Π. του Μ., που απεβίωσε στις ...-2016 στη Βέροια, με την οποία (διαθήκη) ο ανωτέρω φέρεται να εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο την ήδη αναιρεσείουσα, για το λόγο ότι αυτή είναι άκυρη, καθώς δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί ιδιοχείρως από το φερόμενο ως διαθέτη, και επιπλέον είναι πλαστή, καθώς έχει γραφεί από άλλο πρόσωπο και δεν αποτελεί τη δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ. Επομένως, αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος έχει τιμηθεί με τη διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της, οφείλει να αποδείξει ότι η διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη, εκτός αν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, δηλαδή, αν η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία και πέρασαν πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε αυτή τεκμαίρεται γνήσια και το βάρος απόδειξης της έλλειψης ενός από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της μετατίθεται στον ενάγοντα, ενώ για το ορισμένο μιας τέτοιας αγωγής (δικαστικής αναγνώρισης της ακυρότητας ιδιόγραφής διαθήκης) δεν απαιτείται να εκτίθεται ότι έλαβε χώρα πράξη δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής εκ μέρους του με αυτήν εναγομένου (φερόμενου ως τετιμημένου με τη διαθήκη), αφού η εν λόγω αγωγή έχει ως βάση το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης. Επίσης προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει, όταν έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε, χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη. Δεν αποκλείεται όμως προβολή και τέτοιου αυτοτελούς περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού πέραν της απλής αμφισβήτησης της γνησιότητας της.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποίαν ο ενάγων δεν περιορίζεται στην απλή αμφισβήτηση της ιδιόχειρης εκ μέρους του διαθέτη γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της διαθήκης αλλά την προσβάλλει και ως πλαστή, αυτός μεν φέρει το βάρος της απόδειξης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του, ο εναγόμενος δε, αν δεν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, φέρει το βάρος της απόδειξης της γνησιότητάς της, της εξ ολοκλήρου δηλαδή γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της με το ίδιο το χέρι του διαθέτη. Το βάρος προαπόδειξης, που επιβάλλει το άρθρο 463 του Κ.Πολ.Δ., σε όποιον προσβάλλει κάποιο έγγραφο ως πλαστό, με την ποινή, σε άλλη περίπτωση, της απόρριψης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του ως απαραδέκτου, να προσκομίσει δηλαδή ταυτόχρονα με την προβολή του τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δίκαιο της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού αλλά συνιστά απλώς κανόνα της αποδεικτικής διαδικασίας και για το λόγο αυτό έχει εφαρμογή μόνον, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή και όχι, όταν εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, δηλαδή με αυτοτελή αναγνωριστική της πλαστότητας του εγγράφου αγωγή, που δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής (ΟλΑΠ 23/1999, Α.Π. 1285/2022, 781.2015). Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σε αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη. Τα αυτά ισχύουν και επί αρνητικής αναγνωριστικής ακυρότητας διαθήκης αγωγής, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Και σε αυτή δηλαδή την περίπτωση ο ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από τον διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης (Α.Π. 155/2019).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 1858 ορίζεται ότι "Όσο ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικώς εναντίον του αξίωση που στρέφεται κατά της κληρονομίας, εκτός αν έχει διοριστεί κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας" ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 265 Κ.Πολ.Δ. "Ο κληρονόμος που ενάγεται για απαίτηση κατά της κληρονομίας, εφόσον έχει ακόμη το δικαίωμα να την αποποιηθεί, μπορεί να ζητήσει αναβολή της συζήτησης. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση αναβάλλει τη συζήτηση, εωσότου περάσει η προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομιάς". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 1858 Α.Κ. ισχύει εν μέρει, αφού οι νεώτερες διατάξεις των άρθρων 263 και 265 του Κ.Πολ.Δ. εισάγουν απλό διαδικαστικό κώλυμα για τη συζήτηση της αγωγής που στρέφεται κατά του κληρονόμου ενώ διαρκεί η προθεσμία προς αποποίηση της κληρονομίας, οπότε, αν το δικαστήριο δεχθεί μια τέτοια ένσταση του εναγομένου κληρονόμου, απλώς αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης εωσότου παρέλθει η προθεσμία για την αποποίηση και δεν απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογή του άρθρου 1858 Α.Κ. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 571/2023, Α.Π 771/2021 1125/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 14-7-2016 (αριθμ. καταθ. 22/14-7-2016) αγωγή που ο αρχικός ενάγων Α. Π. και η Ε. Θ. άσκησαν κατά της άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ιστορούσαν ότι την ...-2016 απεβίωσε στη Βέροια, όπου και κατοικούσε εν ζωή, ο Α. Π. του Μ., αδελφός του πρώτου και θείος της δεύτερης εξ αυτών (θυγατέρας της προαποβιωσάσης αδελφής του) καταλείποντας ως πλησιέστερους συγγενείς του τους ίδιους (ενάγοντες) και την εναγομένη σύζυγό του και ότι κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 7/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, η από ...-2014 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω διαθέτη με την οποία φέρεται να εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του εφ' όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του την εναγομένη σύζυγό του, ωστόσο η διαθήκη αυτή είναι άκυρη, για το λόγο ότι το περιεχόμενό της δεν γράφηκε ιδιοχείρως, δεν υπογράφηκε, ούτε χρονολογήθηκε από το διαθέτη και ότι η προσβαλλόμενη ιδιόγραφη διαθήκη είναι πλαστή, διότι το περιεχόμενό της είναι καθ' ολοκληρίαν πλαστό, δηλ. δεν αποτελεί τη δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, αλλά έχει καταφανώς γραφεί και χρονολογηθεί από άλλο πρόσωπο, το οποίο υπέγραψε αυτήν, κατ' απομίμηση της υπογραφής του, έχουν κατονομάσει ως πλαστογράφο την εναγομένη εναντίον της οποίας και έχουν υποβάλλει έγκληση. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος διαθέτη, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 78/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βεροίας και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 7/6-4-2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις από 16-11-2016 προτάσεις της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης αγωγής, πρόβαλε την ένσταση αοριστίας της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι "Η επίδικη αγωγή, ανήκουσα σαφέστατα στις αγωγές κατά της κληρονομίας καθόσον μ' αυτήν ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προσβαλλομένης ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία κηρύχθηκε κυρία και δυνάμει της οποίας καθίσταμαι αποκλειστική κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου, δεν αναφέρει αν παρήλθε η τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεως της διαθήκης του συζύγου μου υπέρ εμού, που άρχεται.... κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της διαθήκης, ήτοι την 7-4-2016 (επομένη της δημοσιεύσεως) και ολοκληρώθηκε την 7-8-2016, ενώ η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 14-7-2016, ήτοι εντός της ανωτέρω απαγορευτικής για την άσκηση αγωγής προθεσμίας, τεκμαιρόμενης της μη αποποιήσεως. Δεν αναφέρει επίσης αν αποδέχθηκα την διαθήκη και αν μεταγράφηκε αυτή, ώστε να αρθεί η απαγόρευση που θέτει κατά τα ανωτέρω η Α.Κ. 1858 Α.Κ. Το ότι η παρούσα αγωγή υπάγεται στην έννοια των αγωγών κατά της κληρονομίας προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενό της αγωγής και την λεκτική διατύπωσή της, καθόσον στη σελ. 14 αυτής αναφέρεται ότι "Επειδή το έννομο συμφέρον μας για την άσκηση της παρούσας αγωγής μας είναι άμεσο και ουσιώδες, διότι είμαστε οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποθανόντος Α. Π., και επομένως σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης διαθήκης δηλ. της από ...-2014 ιδιόγραφης διαθήκης , που κηρύχθηκε κυρία, δια της υπ'αριθμ. 7/6-4-2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βεροίας και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 78/2016 Πρακτικό του Δικαστηρίου Αυτού, το σύνολο της κληρονομικής περιουσίας του- κινητής και ακίνητης- καταλείπεται σε εμάς, κατ' εφαρμογήν των νομικών διατάξεων του Αστικού Κώδικος, περί εξ αδιαθέτου διαδοχής.". Σαφέστατα λοιπόν η ένδικη αγωγή υπάγεται στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 1858 Α.Κ. ότι όσο ο κληρονόμος (εγώ) έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικώς εναντίον του αξίωση που στρέφεται κατά της κληρονομιάς". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 87/2017 απόφασή του (παρεμπίπτουσα) απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι εφόσον το τετράμηνο της αποποίησης συμπληρώθηκε στις 4-8-2016, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων που έληξε στις 22-11-2016, δεν υφίσταται διαδικαστικό κώλυμα για τη συζήτηση της αγωγής και επιπλέον η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον για την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης δεν απαιτείται να εκτίθεται ότι έλαβε χώρα πράξη δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής, αφού η εν λόγω αγωγή έχει ως βάση το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης και όχι τα κατ' ιδίαν δικαιώματά τους στα επιμέρους αντικείμενα της κληρονομίας. Με σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της συμπροσβλαλλομένης με αυτήν ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασής του, η ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο την επίμαχη ένσταση με το ίδιο όπως πιο πάνω αναπτύχθηκε περιεχόμενο. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά με την ένσταση αυτή τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, εφόσον η τετράμηνη προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομίας συμπληρώθηκε στις 7-8-2016, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έληξε στις 22-11-2016, δεν υφίστατο διαδικαστικό κώλυμα για τη συζήτηση τη αγωγής.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 87/ΤΠ/2017, απόφασή του, έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι από τη δημοσίευση της ένδικης διαθήκης στις 6-4-2016, έως την άσκησή της στις 18-7-2016 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, και ακολούθως έκρινε την αγωγή ορισμένη, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο σχετικά με την απόρριψη ως αβάσιμου του σχετικού ως άνω λόγου έφεσης, ότι δηλαδή η αγωγή είναι ορισμένη και δεν υφίστατο διαδικαστικό κώλυμα για τη συζήτηση της εφόσον το τετράμηνο της αποποίησης συμπληρώθηκε στις 4-8-2016, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων που έληξε στις 22-11-2016, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων ΑΚ 1718, 1721 και 1858 Α.Κ. στις οποίες στηριζόταν η ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και συνεπώς ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1858 Α.Κ., καθώς η αγωγή στην οποία δεν αναφέρεται αν παρήλθε η αρχόμενη από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης της ιδιόγραφης διαθήκης (7-4-2016) τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεως της εκ διαθήκης κληρονομίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ασκήθηκε εντός της εκ της διατάξεως του εν λόγω άρθρου (1858 Α.Κ.) απαγορευτικής για την άσκησή της προθεσμίας της αποποίησης της κληρονομίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1798/2022, Α.Π.408/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1101/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι οι ακόλουθες: " Στις ...-2016 απεβίωσε στη Βέροια, όπου και κατοικούσε εν ζωή, ο Α. Π. του Μ. και της Φ., που είχε γεννηθεί το έτος 1945, με αιτία θανάτου του, ανακοπή καρδιάς. Κατά τον χρόνο του θανάτου του, κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγό του, Ε. Π. το γένος Α. Γ. (εναγομένη), τον αμφιθαλή αδελφό του, Α. Π. του Μ. και της Φ. (πρώτο των εναγόντων) και την ανηψιά του (τέκνο της προαποβιώσασας, στις 5-6-2015, αδελφής του, Ε. Π. του Μ. και της Φ.), Ε. Θ. του Δ. και της Ε. (δεύτερη των εναγόντων). Κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης, δημοσιεύθηκε στις 6-4-2016, με τα υπ' αριθ. 78/6-4-2016 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βέροιας, και ακολούθως κηρύχθηκε κυρία, με την υπ' αριθμ. 7/6-4-2016 διάταξη του Ειρηνοδίκη Βέροιας, η με ημερομηνία ...-2014 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω θανόντος, το περιεχόμενο της οποίας έχει επί λέξει ως εξής: "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ Εγώ ο Α. Π. του Μ. και της Φ. κάτοικος ..., ..., με την παρούσα ΔΙΑΘΗΚΗ μου δηλώνω ότι επιθυμώ μετά τον θάνατο μου όλη μου η περιουσία κινητή και ακίνητη να περιέλθει στην αγαπημένη μου σύζυγο Ε. με την οποία έζησα και ζω ευτυχισμένος. Βέροια 23/11/2014 Υπογραφή". Ωστόσο, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν και ιδίως από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Δ. Κ., αποδείχθηκε ότι η ως άνω διαθήκη δεν έχει γραφεί με το χέρι του φερόμενου ως διαθέτη, ούτε έχει υπογράφει από τον τελευταίο. Ειδικότερα, σε σχέση με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ο διορισθείς πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κείμενο της επίμαχης διαθήκης δεν γράφηκε, καθ' όλο το περιεχόμενό της, ιδιοχείρως από τον φερόμενο ως διαθέτη, ούτε υπογράφηκε από αυτόν, αλλά τόσο το κείμενο όσο και η υπογραφή χαράχθηκαν από τρίτο (άγνωστο) πρόσωπο, κατ' απομίμηση του γραφικού και υπογραφικού χαρακτήρα του Α. Π. Στο παραπάνω συμπέρασμα, κατέληξε με βεβαιότητα ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, κατόπιν συγκριτικής αντιπαραβολής της γραφής του κειμένου της διαθήκης, που εξετάσθηκε στο πρωτότυπο, προς τη γνήσια δειγματική γραφή του Α. Π., αλλά και της υπογραφής που φέρει η ένδικη διαθήκη, προς τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές του ανωτέρω, οι οποίες έχουν τεθεί στα έγγραφα που αναφέρονται στη γνωμοδότησή του. Ειδικότερα, αναφέρονται σε αυτήν αναλυτικά, ως "Πγρ1 έως Πγρ47", 47 γνήσια δείγματα γραφής, και ως "Π1 έως Π81", 81 γνήσια δείγματα υπογραφής του Α. Π., που προέρχονται, ως επί το πλείστον, από πληθώρα εγγράφων της Χημικής Υπηρεσίας Βέροιας, όπου εργαζόταν ο Α. Π., καθώς και από ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης που καταχωρήθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Βέροιας, και τα οποία κρίθηκαν ως ποσοτικά και ποιοτικά κατάλληλα δείγματα. Τα εν λόγω έγγραφα εξετάσθηκαν από τον ως άνω πραγματογνώμονα, στην πλειοψηφία τους, στο πρωτότυπο, ενώ τα υπόλοιπα εξετάσθηκαν σε ευκρινές φωτοτυπικό αντίγραφο, τα περισσότερα δε εξ αυτών είναι σχετικά ή απολύτως πλησιόχρονα με την επίμαχη διαθήκη. Από την ανωτέρω εξέταση και συγκριτική αντιπαραβολή, προέκυψαν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, σημαντικές μορφολογικές και ιδίως υφολογικές διαφορές στη χάραξη της εξεταζόμενης γραφής, η οποία, όπως κατωτέρω αναφέρεται, είναι διατακτική και συγκρατημένη, και της εξεταζόμενης υπογραφής, η οποία, όπως κατωτέρω αναφέρεται, είναι κατακερματισμένη, αφού ολοκληρώθηκε σε δέκα (10) γραφικούς χρόνους, αντί των δύο (2) ή τριών (3) γραφικών χρόνων, στους οποίους ολοκληρώνονται οι γνήσιες υπογραφές του Α. Π. Ειδικότερα, προέκυψε αφενός ότι η εξεταζόμενη γραφή στην ένδικη διαθήκη δεν εντάσσεται στο πλαίσιο παραλλαγών που εντοπίζεται στις γνήσιες γραφές του ανωτέρω θανόντος, αφού δεν εντοπίζεται γραφική συγγένεια στα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες της γραφής, ενώ εμφανίζεται διαφορετικός ατομικός αυτοματισμός και διαφορετική ποιότητα γραφικής κίνησης, ενδεικτικά δε αναφέρεται από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα ότι εντοπίζονται διαφορές τόσο στη μορφή συγκεκριμένων γραμμάτων και αριθμών όσο και στον τρόπο χάραξης αυτών, που αποτελεί μέρος της γραφικής ιδιοσυγκρασίας του χαράκτη, όπως π.χ. το σημείο έναρξης χάραξης των γραμμάτων, η μετέπειτα κατεύθυνση της κοντυλιάς (αριστερόστροφη ή δεξιόστροφη) και οι γραφικοί χρόνοι στους οποίους ολοκληρώνεται η χάραξη των γραμμάτων, ιδίως αναφορικά με τα γράμματα "α", "δ", "θ", "μ", "π", "Δ", "Μ", "Ν" και τον αριθμό "3", επιπρόσθετα δε, σύμφωνα με την ίδια ως άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η γνήσια γραφή του θανόντος χαρασσόταν με περισσότερη ευελιξία και αυθορμητισμό απ' ό,τι χαράχθηκε η εξεταζόμενη γραφή, η οποία φαίνεται αναχαιτισμένη και διατακτική, και παρουσιάζει μια περισσότερο γωνιώδη εμφάνιση απ' ό,τι παρατηρήθηκε στις γνήσιες δειγματικές γραφές του θανόντος, ενώ αναφορικά με ορισμένες ομοιότητες που εντοπίσθηκαν στη δομή κάποιων γραμμάτων μεταξύ των δειγματικών γραφών και της υπό εξέταση γραφής, αυτές είναι, σύμφωνα με την παραπάνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, είτε συμπτωματικές (ως προς τα γράμματα που χαράσσονται κοινότυπα χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα) είτε εντάσσονται στην προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της γραφής του θανόντος (ως προς τα γράμματα "ζ" και "λ", τα οποία χαράσσονται με ιδιαίτερο τρόπο στις γνήσιες δειγματικές γραφές του θανόντος). Αφετέρου, σε ό,τι αφορά την εξεταζόμενη υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη, αυτή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο παραλλαγών που εντοπίζεται στις γνήσιες υπογραφές του Α. Π., διότι, αν και υπάρχει μια γενική μορφολογική ομοιότητα κάποιων τμημάτων της υπό κρίση υπογραφής με τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές του, η διαδικασία αναπαραγωγής τους στην υπό κρίση υπογραφή είναι τελείως ξένη με το υπογραφικό ύφος και χαρακτήρα του θανόντος, δεν εντοπίζεται καμία γραφική συγγένεια στα ειδικά χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες της υπογραφής, ενώ εμφανίζεται διαφορετικός ατομικός αυτοματισμός και διαφορετική ποιότητα γραφικής κίνησης, ενδεικτικά δε αναφέρεται από τον πραγματογνώμονα ότι η υπό κρίση υπογραφή χαράσσεται σε δέκα (10) γραφικούς χρόνους, η ταχύτητά της είναι αργή, συγκρατημένη και διατακτική, η γραφική πίεση είναι επίπεδη με ελάχιστες εξαιρέσεις στην απόληξη κάποιων κοντυλιών, όπου παρατηρείται φτέρωση, η επέκτασή της στον κάθετο άξονα είναι συγκρατημένη (ιδιαίτερη η κάθετη επέκταση της κεραίας του "δ"), ενώ και η τριγωνική απόληξη της υπογραφής χαράχθηκε με πλήρη αποδόμηση σε τρία (3) γραφικά σετ, σε αντίθεση με τις γνήσιες υπογραφές του θανόντος, οι οποίες χαράσσονται με γρήγορη ταχύτητα και αυθορμητισμό, σε δύο (2) ή τρεις (3) γραφικούς χρόνους, με φυσιολογικές αυξομειώσεις στην γραφική πίεση, με μεγαλύτερη κάθετη επέκταση στον γραφικό χώρο (ιδίως της κεραίας του "δ"), με ευχέρεια, άνεση και αυτοματισμό. Στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, δηλαδή ότι η ένδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογράφει από τον φερόμενο ως διαθέτη, αλλά με ισχυρή, και όχι αδιαμφισβήτητη, πιθανολόγηση, λόγω του ότι μεγάλη ποσότητα συγκριτικών εγγράφων εξετάσθηκε σε φωτοτυπημένα αντίγραφα, και όχι στο πρωτότυπο, κατέληξε και η ειδική δικαστική γραφολόγος Ν. Ν., η οποία διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 12/2016 Πράξη του Πταισματοδίκη Βέροιας, κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε κατόπιν της από 15-6-2016 μηνυτήριας αναφοράς (επέχουσας θέση εγκλήσεως) που υπέβαλαν οι ενάγοντες σε βάρος της αντιδίκου τους για το αδίκημα της πλαστογραφίας αναφορικά με την ένδικη διαθήκη. Ειδικότερα, η ανωτέρω γραφολόγος, κατόπιν συγκριτικής αντιπαραβολής της γραφής του κειμένου της διαθήκης, που εξετάσθηκε στο πρωτότυπο, προς τη γνήσια δειγματική γραφή του Α. Π., όπως αυτή αποτυπώνεται στα αναφερόμενα στην με ημερομηνία 6-12-2016 έκθεσή της, σαράντα (40) δείγματα γραφής, εκ των οποίων τα είκοσι (20) εξετάσθηκαν στο πρωτότυπο και τα υπόλοιπα σε φωτοαντίγραφα, και κατόπιν συγκριτικής αντιπαραβολής της υπογραφής που φέρει η ένδικη διαθήκη, προς τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές του ανωτέρω, εξήντα τέσσερις (64) συνολικά, που έχουν τεθεί στα αναφερόμενα στην έκθεσή της έγγραφα, εκ των οποίων οι είκοσι μία (21) εξετάσθηκαν στο πρωτότυπο και οι υπόλοιπες σε φωτοαντίγραφα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εξεταζόμενη γραφή, δηλαδή η γραφή του κειμένου της επίμαχης διαθήκης, δεν εμφανίζει ιδιαίτερες ομοιότητες με τη γραφική συνήθεια του Α. Π., και δεν αποτελεί γνήσια γραφή του, ενώ και η εξεταζόμενη υπογραφή, δηλαδή αυτή που έχει τεθεί στην επίμαχη διαθήκη, παρουσιάζει ιδιαιτερότητες τελείως ξένες προς την υπογραφική συνήθεια του φερόμενου ως διαθέτη, και δεν συνδέεται γραφολογικά με τις γνήσιες υπογραφές αυτού. Ομοίως στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, δηλαδή ότι η ένδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογράφει από τον φερόμενο ως διαθέτη, αλλά από τρίτο πρόσωπο, με προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης του γνήσιου γραφικού και υπογραφικού χαρακτήρα του Α. Π., κατέληξε και η δικαστική γραφολόγος Ε. Φ., που διορίσθηκε ως τεχνική σύμβουλος από τους ήδη ενάγοντες στο πλαίσιο της προαναφερθείσας προκαταρκτικής εξέτασης (βλ. την με ημερομηνία 1...-2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης & γραφολογικών κριτικών παρατηρήσεων). Το προαναφερθέν (κοινό) συμπέρασμα του διορισθέντος στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, πραγματογνώμονα, Δ. Κ., της διορισθείσας στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, πραγματογνώμονα, Ν. Ν., και της παραπάνω διορισθείσας ως τεχνικής συμβούλου, Ε. Φ., δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διάφορη κρίση, ούτε και από τις με ημερομηνία 21-11-2016 και 15-4-2019 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης και έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων, αντίστοιχα, του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., που διορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος από την ήδη εναγόμενη, και δη παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω γραφολόγος κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς απεφάνθη ότι η επίμαχη διαθήκη εντάσσεται πλήρως στη γραφική και υπογραφική συνήθεια του Α. Π., και ότι με βεβαιότητα έχει γραφεί εξ ολοκλήρου, έχει χρονολογηθεί και υπογράφει με το χέρι του ανωτέρω. Ωστόσο, οι ως άνω γνωμοδοτήσεις αυτού δεν κρίνονται ικανές να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση ότι η ένδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογράφει από τον φερόμενο ως διαθέτη, καθώς δεν αιτιολογούνται σε αυτές επαρκώς και με επιστημονικά κριτήρια, οι διαφορές που και ο ανωτέρω γραφολόγος εντόπισε μεταξύ της γραφής του κειμένου της διαθήκης, προς τη γνήσια δειγματική γραφή του Α. Π., αλλά και της υπογραφής που φέρει η ένδικη διαθήκη, προς τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές του ανωτέρω. Ειδικότερα, αναφέρει ότι παρατηρείται διαφορά στους γραφικούς χρόνους, καθώς στην εξεταζόμενη υπογραφή τα γράμματα "απαδ" τέθηκαν σε τέσσερις χρόνους, ενώ στις γνήσιες υπογραφές του θανόντος τέθηκαν σε δύο ή σε έναν γραφικό χρόνο, επιχειρεί, ωστόσο, να αποδώσει την ως άνω διαφορά, την οποία χαρακτηρίζει σημαντική, είτε στον συγκινησιακό παράγοντα, λόγω της σύνταξης δήλωσης τελευταίας βούλησης, είτε στη διάθεση του διαθέτη να θέσει μια πολύ καθαρή και ευδιάκριτη υπογραφή. Επίσης, παρατηρεί διαφορά στην ταχύτητα γραφής του κειμένου στην επίμαχη διαθήκη, η οποία, κατά τον ανωτέρω γραφολόγο, δείχνει ελαφρά πιο αργή του φυσιολογικού, ωστόσο, επιχειρεί να αποδώσει τη διαφορά αυτή στην προσοχή που εμφανώς επέδειξε ο διαθέτης για να γράψει ένα καθαρό, κατανοητό, ευανάγνωστο και σαφές κείμενο, που αποτελούσε τη δήλωση τελευταίας βούλησής του. Πλην όμως, η αιτιολογία που δίνει ο εν λόγω γραφολόγος για τις ως άνω διαφορές που παρατήρησε, δεν κρίνεται πειστική, καθώς δεν βασίζεται σε επιστημονικά κριτήρια της επιστήμης της γραφολογίας, αλλά σε υποθέσεις αυτού σχετικά με την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του φερόμενου ως διαθέτη, την οποία προφανώς και δεν μπορούσε να γνωρίζει. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι ο θανών αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας κατά τον φερόμενο χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης (...-2014), ώστε να δύναται συνδυαστικά να οδηγήσει τον ανωτέρω γραφολόγο στην παραπάνω κρίση. Τέλος, και οι περιεχόμενες στις υπ' αριθμ. ...-2016, ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Π. Κ., και στην υπ' αριθμ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Βέροιας, Β. Α., καταθέσεις των μαρτύρων, που επιχειρούν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να επιβεβαιώσουν τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του θανόντος στην επίμαχη διαθήκη, είναι αόριστες και μη πειστικές. Με βάση όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητας της πρώτης βάσης της αγωγής, καθώς δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η ένδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογράφει από το χέρι του φερόμενου ως διαθέτη, Α. Π., και συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης της παρούσας, είναι άκυρη. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι κατόπιν της από 15-6-2016 μηνυτήριας αναφοράς (επέχουσας θέση έγκλησης), που υπέβαλαν οι ενάγοντες ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας, σε βάρος της νυν εναγομένης και των Μ. Κ. του Π. και Δ. Κ. του Α. (οι οποίοι εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας κατά την εκδίκαση της αίτησης της εναγομένης περί κήρυξης της επίμαχης διαθήκης ως κυρίας, δηλώνοντας ότι αναγνωρίζουν τη γραφή και υπογραφή του διαθέτη), για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 30/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το υπ' αριθμ. 39/2019 βούλευμα του ιδίου ως άνω Συμβουλίου), με το οποίο παραπέμφθηκαν οι ανωτέρω στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστούν, η μεν εναγομένη, για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσης από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, οι δε λοιποί, για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ορίσθηκε δε δικάσιμος η 8η-12-2022. Η εναγομένη υπέβαλε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Ωστόσο, η ως άνω εκκρεμής ποινική αγωγή δεν επηρεάζει τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, καθώς τυχόν καταδίκη ή αθώωση της εναγομένης από το ποινικό δικαστήριο δεν θα ασκήσει καμία επιρροή στην επίδικη αστική διαφορά ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ένδικη διαθήκη, ανεξάρτητα από το αν είναι πλαστή ή όχι, είναι άκυρη, λόγω έλλειψης των προαναφερόμενων στοιχείων, τα οποία απαιτούνται κατά νόμο (άρθρ. 1721 ΑΚ) για το κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης. Συνακόλουθα, η γενόμενη δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, πρώτη βάση της αγωγής, ουδόλως σχετίζεται με την έκβαση της ποινικής δίκης, με αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το (υπέρ της εναγομένης) τεκμήριο αθωότητας, όπως αβάσιμα διατείνεται η τελευταία. Επομένως, το ανωτέρω αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογράφει από το χέρι του φερόμενου ως διαθέτη, και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της διαθήκης, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, το οποίο επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε, ότι η προσβαλλόμενη από ...-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 78/6-4-2016 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βέροιας, και ακολούθως κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ.7/6-4-2016 διάταξη του Ειρηνοδίκη Βέροιας, δεν έχει συνταχθεί ιδιοχείρως και υπογραφεί από τον αποβιώσαντα την ...-2016 στη Βέροια, όπου και κατοικούσε εν ζωή Α. Π. του Μ., σύζυγο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αδελφό του πρώτου αρχικού ενάγοντα, ήδη αποβιώσαντα Α. Π. και θείο της δευτέρας ενάγουσας-αναιρεσίβλητης (θυγατέρας της προαποβιωσάσης αδελφής του Ε. Π.), και αναγνώρισε την ακυρότητά της, ορθά έκρινε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, εφόσον στις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται, ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία φέρεται να έχει συντάξει ο διαθέτης Α. Π. του Μ. είναι άκυρη, καθόσον δε φέρει όλα τα ως άνω απαιτούμενα από το νόμο συστατικά στοιχεία αυτής και ειδικότερα δεν έχει γραφεί ολόκληρη από το χέρι τούτου, ούτε έχει υπογραφεί από αυτόν και δεν παραβίασε εκ του πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη από ...-2014 ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη. Ειδικότερα, το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στις παραδοχές του, όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα- ειδικού δικαστικού γραφολόγου, ο οποίος είχε διοριστεί με την 87/2017 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, προκειμένου να γνωμοδοτήσει αν η επίδικη ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στη Βέροια την ...-2016 Α. Π. του Μ., που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια, έχει γραφεί καθ' ολοκληρίαν ιδιοχείρως από τον ως άνω διαθέτη και η υπογραφή στο τέλος του κειμένου της έχει τεθεί επίσης από τον ίδιο ιδιοχείρως, όπως επίσης και όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και τα συμπεράσματα των γραφολογικών εκθέσεων που συντάχθηκαν από ειδικούς γραφολόγους με εντολή των διαδίκων, αλλά και στα πλαίσια ποινικής δίκης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τις οποίες αξιολόγησε και σύγκρινε μεταξύ τους, με ειδική μνεία περί της αξιοπιστίας της κάθε μίας από αυτές, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σχετικά με την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 του Α.Κ. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται σε αποσπάσματα πορισμάτων κυρίως των πραγματογνωμόνων ειδικών γραφολόγων, αλλά και των άλλων γραφολόγων, τα οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος παρουσιάζουν ελλείψεις που οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγησή τους, από εκείνη που υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και οι λοιπές εμπεριεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις σχετικά με τη αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π.1669/2024, AΠ 50/2020).

Επίσης δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Εξάλλου, το κατά το άρθρ. 250 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση κάποιου διαδίκου της αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, όταν είναι εκκρεμής ποινική δίωξη, που έχει επιρροή επί της διάγνωσης της διαφοράς, απόκειται στην ελεύθερη κρίση του, που δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., εάν το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε παρόμοιο αίτημα διαδίκου, το οποίο αίτημα δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1669/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απέρριψε το αίτημά της για αναβολή της συζήτησης της έφεσης, κατ' άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ., ήτοι μέχρι πέρατος εκκρεμούς ποινικής δίκης, αρξαμένης κατόπιν ασκήσεως σε βάρος της ιδίας και των αναφερομένων προσώπων και ύστερα από την υποβολή σχετικών μηνυτήριων αναφορών των εφεσιβλήτων, ποινικής δίωξης για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, επί της οποίας εκδόθηκε το αμετάκλητο υπ' αριθμ. 39/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, το οποίο εξέδωσε την 2615/2022-101/2023 απόφαση του εναντίον της οποίας άσκησε έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, μη εισέτι εκδικασθείσα, υπάρχει δε επηρεασμός της ποινικής αυτής δίκης στη διάγνωση της επίδικης αστικής διαφοράς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το αίτημα αυτό για αναβολή της δίκης δεν είναι "πράγμα", αφού η παραδοχή ή μη του αιτήματος απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και επιπλέον όπως προκύπτει από τις κατά τα άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας και το απέρριψε κατά την ανέλεγκτη κρίση του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/200), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 242/2023). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.242/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) την υπ'αριθ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Κ. Μ., Κ. Δ. και Γ.-Π. Ε. ενώπιον της συμβολαιογράφου Βέροιας Β. Α., 2) την υπ' αριθμ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση της Π. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Π. και 3) την υπ' αριθμ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση της Τ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Π. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη ρητή μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ρηθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις (ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα σε σχέση με τα άλλα έγγραφα) καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από την αναιρεσείουσα, τα οποία μάλιστα σχολιάζονται εκτενώς, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως και ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δ. ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 387 Κ.Πολ..Δ. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 Κ.Πολ.Δ., εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι' αυτή του την εκτίμηση. Τέλος ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα( A.Π. 175/2019, ΑΠ 328/2018).

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, ως προς την αποδεικτική δύναμη των γραφολογικών γνωμοδοτήσεων στις οποίες προσέδωσε μη προσήκουσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, υιοθετώντας τα πορίσματά τους, ως πλήρη απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τις προαναφερόμενες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες σε συνδυασμό μεταξύ τους, με τις λοιπές τεχνικές εκθέσεις των διαδίκων και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1101/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων (ήτοι των υπ' αριθμό 1 αναιρεσιβλήτων και της υπ' αριθμό 2 αναιρεσίβλητης), που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1101/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε από τους υπ' αριθμούς 1 και 2 των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή