Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1340 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1340/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ν. του Ι. και της Μ., 2) Α. συζύγου Σ. Ν., το γένος Κ. Ε. και Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλίκη Γκερλιώτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Β. και της Α., 2) Β. Κ. του Ι. και της Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 24-11-2017 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2022 αίτησή τους, η οποία αρχικά συζητήθηκε στη δικάσιμο 1-11-2023. Με την υπ' αριθμό 241/2024 Πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 197/2024, Α.Π. 582/2016).
Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ενώ ο διάδικος, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (Α.Π. 197/2024, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-5-2025), η από 9-5-2022 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 13/2022 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατόπιν της από 8-11-2024 με αριθμό 241/2024 Πράξης της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αγάπης Τζουλιαδάκη, λόγω επανασυζήτησης της υπόθεσης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 1-11-2023 ενώπιον του Γ' Πολιτικού Τμήματος, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (παραίτηση της μετέχουσας στη σύνθεση ως εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας- Ζαφειρίας Γαβριηλίδου). Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλίκη Γκαρλιώτη, καταθέτοντας και προτάσεις, οι δε αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, καταθέτοντας και προτάσεις αυτοί δε εκπροσωπήθηκαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους και κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21-5-2015) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση.
ΙΙ) Η κρινόμενη από 9-5-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 13/2022 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 26-9-2017 αγωγή που οι ήδη αναιρεσεόοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ιστορούσαν ότι τυγχάνουν κύριοι των περιγραφομένων κατά θέση έκταση και όρια ακινήτων εντός των οποίων έχουν ανεγερθεί τουριστικά-ξενοδοχειακά καταλύματα και ότι προκειμένου να μεταβαίνουν στα ακίνητά τους έκαναν χρήση οι ίδιοι και οι πελάτες των ξενοδοχείων τους της περιγραφόμενης κοινόχρηστης αγροτικής οδού, που είχε διανοιχθεί προ αμνημονεύτων ετών (προ του έτους 1860) , ήτοι 80 έτη προ της εισαγωγής του Α.Κ. για τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων και την εξυπηρέτηση των αλιέων, δυτών και τρίτων που προσέγγιζαν τον αιγιαλό και την παραλία. Ότι περί τα μέσα του έτους 2016 οι εναγόμενοι, ο πρώτος κύριος ενός ομόρου ακινήτου και ψιλός κύριος ενός άλλου, την επικαρπία του οποίου διατηρεί ο δεύτερος, κατέλαβαν τμήμα του ανωτέρω αγροτικού δρόμου, μήκους 92,75 τ.μ. και πλάτους 5 μ. φυτεύοντας θαμνώδη φυτά, αποκόπτοντας την πρόσβασή τους στον αιγιαλό και την παραλία, προκαλώντας τις αναφερόμενες συνέπειες και προσβάλλοντας με τις ενέργειές τους αυτές το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, από το οποίο απορρέει η εξουσία τους για ελεύθερη χρήση της επίδικης οδού. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να αναγνωριστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης οδού και το δικαίωμά τους να χρησιμοποιούν ελεύθερα αυτή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν την προσβολή, αποδίδοντας στην κοινή χρήση το καταληφθέν τμήμα της επίδικης οδού, άλλως να επιτραπεί τούτο στους ίδιους με δαπάνες των εναγομένων, να παραλείπουν κάθε στο μέλλον προσβολή με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμότοκα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ένδικη προσβολή. Επικουρικά δε, εκθέτοντας ότι έχουν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας διόδου επί της ένδικης οδού με έκτακτη χρησικτησία, καθώς οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους χρησιμοποιούσαν αυτήν για διάστημα άνω των 100 ετών προκειμένου να μεταβαίνουν στην ιδιοκτησία τους και ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα δουλείας διόδου τους, ζήτησαν να αναγνωριστεί το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμά τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν τα παρακωλύοντα την άσκηση του δικαιώματός τους φυτά, να παραλείπουν κάθε στο μέλλον προσβολή με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμότοκα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστησαν από την ένδικη προσβολή. Εξάλλου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 24-11-2017 ανταγωγή τους ενώπιον του ίδιου ως άνω Ειρηνοδικείου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι κύριος της περιγραφόμενης στο συνημμένο στο δικόγραφο της ανταγωγής τοπογραφικό διάγραμμα εδαφικής λωρίδας, που αποτελεί τμήμα των επίσης περιγραφομένων μεγαλύτερων ακινήτων, που απέκτησε με παράγωγο τρόπο το 1986 από τους κληρονόμους του παππού του Ι. Κ. στον οποίο ανήκαν αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους επικαλούμενοι δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου τους διέρχονται χωρίς δικαίωμα μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αποκλειστικής κυριότητας του πρώτου αντενάγοντος, προκειμένου να μεταβούν στην ιδιοκτησία τους, διέλευση που γινόταν με την ανοχή του δευτέρου αντενάγοντος και σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα μικρότερο των 20 ετών, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ανυπαρξία δουλείας διόδου των αντεναγομένων σε βάρος του ακινήτου τους. Το Ειρηνοδικείο Χανίων αφού συνεκδίκασε την άνω αγωγή και την ανταγωγή εξέδωσε την υπ' αριθμ. 331/2019 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταγωγή ως προς τον δεύτερο αντενάγοντα, ενώ δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ανταγωγή ως προς τον πρώτο αντενάγοντα και αναγνώρισε ότι οι αντεναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να διέρχονται μέσα από το ένδικο εδαφικό τμήμα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα παραπάνω. Ειδικότερα με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε μεταξύ άλλων ως ουσία αβάσιμος και ο σχετικός λόγος έφεσης περί καταχρηστικής άσκησης του με την ανταγωγή ασκηθέντος δικαιώματος για αναγνώριση της ανυπαρξίας δουλείας διόδου σε βάρος των ακινήτων τους, που ως ένσταση είχαν προτείνει πρωτοδίκως, παραπονούμενοι για την μη λήψη υπόψη της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
ΙΙΙ) Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα, και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ Ολ.10/2012, ΑΠ Ολ8/2001, Α.Π. 1325/2022, ΑΠ383/2019).
Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Α.Π. 1325/2022, ΑΠ826/2018, AΠ200/2018).
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολ 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας αγωγής επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως (ΑΠ 747/2022).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αναιρετικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγου αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αιτιώμενοι ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον με εσφαλμένη εφαρμογή της άνω διατάξεως (281 Α.Κ.) απέρριψε την ένσταση τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερευνώντας την ουσία της υποθέσεως, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του, δέχθηκε ανελέγκτως σχετικά με την δεύτερη βάση της αγωγής και την ανταγωγή τα ακόλουθα: "Από το έτος 1999 που οι ενάγοντες απέκτησαν τα ακίνητά τους και στα οποία δημιούργησαν ξενοδοχειακή επιχείρηση, χρησιμοποιούσαν τα πρώτα 80 μ. του επιδίκου δρόμου για την είσοδο - έξοδο της ξενοδοχειακής τους επιχείρησης. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο επίδικος δρόμος χρησιμοποιούνταν σε όλο το μήκος του, δηλαδή μέχρι την κατάληξή του δυτικά στον αιγιαλό, από πελάτες του ξενοδοχείου τους, που μετέβαιναν για μπάνιο στη θάλασσα ή από λοιπούς λουόμενους, καθώς αυτό δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, καθώς η συγκεκριμένη παραλία ως ιδιαίτερα βραχώδης και τοπικά απόκρημνη, (βλ. σχετ. από Φεβρουάριου 2005 μελέτη περί καθορισμού αιγιαλού και παλαιού αιγιαλού στις ιδιοκτησίες I. & Γ. Κ. στην περιοχή "Κάβος" του Δήμου Ακρωτηρίου Νομού Χανίων), δεν είναι κατάλληλη και δεν ενδείκνυται για κολύμβηση. Αντιθέτως, αυτή ενδείκνυται, κατά κύριο λόγο, για καταδύσεις και για ψάρεμα, λόγω της αφθονίας που παρουσιάζει ο μικρός κόλπος σε ψάρια και χταπόδια. Περαιτέρω, τα ακίνητα των εναγόντων, επικοινωνούν απευθείας με άλλη κοινόχρηστη οδό, πλάτους 8,00 μ., που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας τους, σε μήκος 82,00 μ., λίγο πριν τη συμβολή της οδού αυτής με την επίδικη οδό. Με την ίδια οδό επικοινωνεί και το ακίνητο του πρώτου εναγομένου από την ανατολική πλευρά του, λίγο μετά τη συμβολή της οδού αυτής με την επίδικη οδό. Από την αρχή κιόλας της δημιουργίας του ξενοδοχείου τους οι ενάγοντες απέκλεισαν την πρόσβαση από και προς την ως άνω κοινόχρηστη οδό, με τη δημιουργία αρχικά γηπέδου τένις και στη συνέχεια γηπέδου μπάσκετ, κατά μήκος της ανατολικής του πλευράς. Παράλληλα, παρακάλεσαν το δεύτερο εναγόμενο να επιτρέψει στους ίδιους και στους πελάτες του ξενοδοχείου τους να διέρχονται μέσα από το ακίνητο του πρώτου εναγομένου για την εξυπηρέτηση τους, καθώς δεν ήταν πλέον δυνατή η πρόσβαση στην επιχείρησή τους από άλλο σημείο. Ο τελευταίος επέτρεψε τη διέλευση αυτή από λόγους καλής γειτονίας. Έκτοτε, οι παραπάνω διέρχονται από το ακίνητο του πρώτου εναγομένου μέσω της παραπάνω διόδου, προκειμένου να μεταβούν στην ξενοδοχειακή τους επιχείρηση. Αρχές του έτους 2016, οι εναγόμενοι κατασκεύασαν πέτρινο τοιχίο, κατά μήκος του επιδίκου δρόμου, ελάχιστα μέτρα μετά την είσοδο του ξενοδοχείου των εναγόντων, αποκλείοντας την πρόσβαση προς τον αιγιαλό και την παραλία. Αργότερα, το τοιχίο αφαιρέθηκε μετά τις διαμαρτυρίες των αντιδίκων τους. Κατά τα μέσα του έτους 2016 οι εναγόμενοι φύτεψαν εντός του επιδίκου και σε μήκος 38,00 μ. περίπου μετά την είσοδο - έξοδο του ξενοδοχείου των εναγόντων θαμνώδη φυτά, όμοια με εκείνα του κήπου, που διατηρούν στα τουριστικά τους καταλύματα, αποκλείοντας εκ νέου την πρόσβαση προς τον αιγιαλό και την παραλία. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους ενάγοντες αρχικά στην άσκηση αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων και στη συνέχεια στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Η κατάσταση αυτή διατηρείται έως σήμερα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες, ........., δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση. Τούτο δε διότι, πέραν του γεγονότος ότι ο πρώτος εναγόμενος κατεδάφισε το τοιχίο που οι εναγόμενοι είχαν ανεγείρει κατά τα ως άνω μετά από διαμαρτυρίες των αντιδίκων τους, ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης οδού ως κοινόχρηστης ή μη λεκτέα τα ακόλουθα: Στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η κόρη των εναγόντων αναφέρει ότι: β) "Δέσμευση από πλευράς μας ότι συναινούμε στη μετατροπή της χρήσης του αγροτικού δρόμου από το σημείο που εκκινά η είσοδος των καταλυμάτων Ν. σε δημόσιο χώρο, που εξυπηρετεί τα ακίνητά μας, ήτοι σε χώρο αναψυχής για τους παραθεριστές των καταλυμάτων και των δύο επιχειρήσεων - σε κάθε περίπτωση μη οχλούσες δραστηριότητες - ενδεικτικά αναφέροντας, την ανέγερση συντριβανιού, την τοποθέτηση γκαζόν, την τοποθέτηση πινακίδων που αφορούν τις επιχειρήσεις από κοινού". Από τα ανωτέρω δε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα ως άνω αναφέρονται σε δημόσιο κοινόχρηστο χώρο, καθώς στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους ουδεμία επέμβαση είναι νοητή από ιδιώτες. Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι ελλείπει μία από τις βασικές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν για την ύπαρξη του δικαιώματος της δουλείας διόδου, ήτοι η θέληση του δουλειούχου να ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια δικαιούχου (animus), δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες πέτυχαν παρακλητικά τη διέλευσή τους μέσω του ακινήτου του πρώτου εναγόμενου από το χρόνο ανέγερσης του ξενοδοχείου τους και ουδέποτε πίστεψαν σοβαρά ότι ασκούσαν έκτοτε εξουσία δικαιούχου, ενώ δεν αποδείχθηκε διέλευσή του δικαιοπαρόχου τους από τον επίδικο δρόμο. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια των εναγόντων και των εναγόμενων δεν γίνεται λόγος για ύπαρξη δουλείας διόδου σε βάρος των ακινήτων των τελευταίων, ούτε άλλωστε οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι τους μεταβιβάστηκε τέτοιο δικαίωμα από το δικαιοπάροχό τους. Επομένως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι συμβαλλόμενοι στα παραπάνω συμβόλαια, σύμφωνα με την αληθινή βούλησή τους και λόγω της φύσεως και του σκοπού των δικαιοπραξιών (πώληση, δωρεά, σύσταση γονικής παροχής), τα συμφέροντα των μερών, τις λοιπές περιστάσεις που προεκτέθηκαν (επικοινωνία των ακινήτων με δημόσιο δρόμο) και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 173, 200) απέβλεπαν στη μεταβίβαση των ακινήτων ελεύθερων βαρών και όχι στη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ ή σε βάρος κάποιου συμβαλλόμενου, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η πλέον ενιαία ιδιοκτησία των εναγόντων αποτελούμενη από δύο ξεχωριστά μεν ακίνητα, και συγκεκριμένα το ακίνητο της ενάγουσας Α. Ν. συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης αυτού ανατολικά σε πλευρά Α-Β 77,50 μ. με αγροτικό κοινόχρηστο δρόμο πλάτους 8 μ. Έχει συνεπώς διέξοδο σε δημόσιο δρόμο. Περαιτέρω, ομοίως, διέξοδο στον ίδιο ως άνω δημόσιο δρόμο πλάτους 8 μ. έχει και το ακίνητο του πρώτου ενάγοντα σε πλευρά μήκους 4,50 μ., όπως εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Κ., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσης του ακινήτου του (...-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Μ., όπως προαναφέρθηκε) και σύμφωνα με τον εν λόγω συμβολαιογραφικό τίτλο κτήσης.
Συνεπώς, αφού δεν υπάρχει στο πρόσωπο των εναγόντων το δικαίωμα της δουλείας διόδου, μέσω του ακινήτου του πρώτου εναγομένου, λείπει και η προϋπόθεση που απαιτείται από το άρθρο 1132 ΑΚ, ήτοι η ύπαρξη της πραγματικής δουλείας στο πρόσωπο του αιτούμενου δικαστική προστασία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και κατά το χρόνο της προσβολής. Επομένως, οι παραπάνω ενέργειες των εναγομένων είναι σύννομες και αποτελούν εκδήλωση προστασίας του δικαιώματος της κυριότητας και δεν προσέβαλαν κάποιο δικαίωμα των εναγόντων, αφού αυτοί δεν είχαν δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου του πρώτου εναγομένου, αλλά διέρχονταν από αυτό κατά χάρη. Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής, δεχόμενο την ένσταση ιδίας κυριότητας και την ανταγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα διαλαμβανόμενα με τους υπό στοιχεία A, Β και Γ λόγους του δικογράφου της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.". Στη συνέχεια, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος των αντεναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε στις παραδοχές του τα εξής: " Επιπλέον των ως άνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1999 που οι ενάγοντες δημιούργησαν την ξενοδοχειακή επιχείρησή τους, δίπλα στην ήδη διαμορφωμένη ξενοδοχειακή επιχείρηση των εναγομένων, χρησιμοποιούσαν τμήμα της επίδικης διόδου, για την είσοδο - έξοδο της επιχείρησής τους. Τα ακίνητα των εναγόντων ωστόσο, όπως ήδη αναλυτικά προεκτέθηκε, επικοινωνούν με την κοινόχρηστη οδό πλάτους 8 μ. που βρίσκεται ανατολικά αυτών σε πλάτος 82 μ. Από την αρχή ωστόσο, της δημιουργίας της ξενοδοχειακής επιχείρησής τους οι ενάγοντες απέκλεισαν την πρόσβαση από και προς την ως άνω κοινόχρηστη οδό, με τη δημιουργία γηπέδου τένις και μπάσκετ, ενώ πέτυχαν να διέρχονται για την είσοδο - έξοδο στην ως άνω επιχείρησή τους κατά παράκληση των γειτόνων τους και συγκεκριμένα του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος για λόγους καλής γειτονίας τους επέτρεψε την δίοδο αυτή, για τους ίδιους και για τους πελάτες της επιχείρησής τους, ήτοι για την εξυπηρέτηση της επιχείρησής τους. Αποδείχθηκε, επιπλέον, ότι η υφιστάμενη δίοδος από την επίδικη σήμερα οδό δεν είναι ο μοναδικός τρόπος κυκλοφοριακής εξυπηρέτησης των ακινήτων των εναγόντων, καθώς τα εν λόγω ακίνητα δεν είναι περίκλειστα, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, επικοινωνούν με την κοινόχρηστη οδό πλάτους 8 μ. ανατολικά αυτών. Το γεγονός της ύπαρξης, άλλωστε γηπέδου τένις και μπάσκετ από την πλευρά των ακινήτων τους που συνορεύει με τον ως άνω κοινόχρηστο δρόμο πλάτους 8 μ. καταδεικνύει ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν τα ακίνητά τους περίκλειστα από κοινόχρηστο δρόμο, με την κατασκευή για παράδειγμα κτιριακών εγκαταστάσεων από την πλευρά αυτή, ήτοι την ανατολική πλευρά των ακινήτων τους. Οι δε εναγόμενοι ήδη το έτος 2016, δημιούργησαν πέτρινο τοιχίο κατά μήκος της επίδικης οδού ελάχιστα μέτρα μετά την είσοδο - έξοδο του ξενοδοχείου των εναγόντων, όπως ανωτέρω εξετέθη, το οποίο καθαίρεσαν μετά από διαμαρτυρίες των αντιδίκων τους, ενώ στη συνέχεια κατά τα μέσα του έτους 2016 φύτεψαν φυτά, όμοια με εκείνα του κήπου που διατηρούν στην ξενοδοχειακή επιχείρηση ιδιοκτησίας τους. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά όμως, ήτοι η ανοχή και συναίνεση των εναγομένων να κάνουν επί τον ως άνω χρόνο, ήτοι από το έτος 1999 και οι ενάγοντες χρήση της επίδικης οδού για την είσοδο - έξοδο στην ξενοδοχειακή τους επιχείρηση, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος περί ανυπαρξίας δουλείας διόδου των αντεναγομένων στον επίδικο δρόμο, διέλευση η οποία γινόταν με την ανοχή των εναγομένων, για χρονικό διάστημα μάλιστα μικρότερο των είκοσι ετών. Διότι και ως άνω συναίνεση, η ανοχή και η έμμεση παραδοχή ότι οι ενάγοντες, όπως και οι πελάτες της επιχείρησής τους διέρχονταν από τον επίδικο δρόμο, συνεκτιμωμένων των πολλών ετών, που έκαναν τη χρήση αυτή, δεν μπορεί να δημιουργήσει κατά την αντικειμενική καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, την πεποίθηση στους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν θα αξιώσουν ποτέ την άσκηση του ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος. Άλλωστε, πέραν της ως άνω συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίοι επέτρεπαν τη διέλευση κατά τα ως άνω από τον επίδικο δρόμο, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες διαμόρφωσαν μεν την είσοδο - έξοδο της επιχείρησής τους από τον επίδικο δρόμο, χωρίς ωστόσο να καταστήσουν την ενιαία πλέον ιδιοκτησία, τους, αποτελούμενη από τα ως άνω ακίνητά ιδιοκτησίας τους περίκλειστη, καθώς έχει πρόσοψη σε κοινόχρηστο δρόμο, συνολικού μήκους 82 μ., πρόσοψη μάλιστα έχουν τα ακίνητα αμφοτέρων των εναγόντων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, αφού στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας τους διαμόρφωσαν εγκαταστάσεις ανοιχτών γηπέδων και όχι άλλες κτιριακές εγκαταστάσεις. Η δε αντικειμενικά μακρόχρονη αδράνεια των εναγομένων, παρά την γνώση και ανοχή διέλευσης των εναγόντων και των πελατών της επιχείρησής τους από τον επίδικο δρόμο, δεν αρκεί χωρίς θετική συμπεριφορά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που συνολικά και ουδόλως μεμονωμένα να δεσμεύσουν αυτούς, ώστε να καταστήσουν καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση του ήδη ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος.
Περαιτέρω, η τυχόν ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης δεν αποδείχθηκε ότι δημιουργεί δυσανάλογα επαχθείς επιπτώσεις στους ενάγοντες, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα ακίνητά τους επικοινωνούν με δημόσιο δρόμο, υπό την έννοια του ότι πέραν της περίφραξης του ακινήτου τους με τον δημόσιο δρόμο πλάτους 8 μ. δεν υπάρχουν άλλα εμπόδια που να απαγορεύουν την επικοινωνία των ακινήτων τους με αυτόν, όπως ενδεικτικά άλλες κτιριακές εγκαταστάσεις. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η εν λόγω στάση των εναγομένων - αντεναγόντων και συγκεκριμένα η άσκηση της ανταγωγής είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου και ουδόλως δύναται να χαρακτηρισθεί ότι δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στους ενάγοντες - αντεναγομένους, ότι οι εναγόμενοι ποτέ δεν θα ασκήσουν δικαιώματα επί της επίδικης οδού, που όπως αποδείχθηκε δημιουργήθηκε και ανήκει στα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, χωρίς ποτέ να καταστεί κοινόχρηστη με οποιοδήποτε προβλεπόμενο υπό του νόμου τρόπο. Πρέπει, συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης περί κατάχρησης δικαιώματος να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ασκούμενη ανταγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, δημιουργώντας κατάσταση μη ανεκτή από τον μέσης ηθικής κοινωνικό άνθρωπο.". Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οι αντεναγόμενοι- αναιρεσείοντες δεν έχουν δικαίωμα να διέρχονται μέσω του περιγραφομένου επίδικου τμήματος του μείζονος ακινήτου, κυριότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δίχως για τη διάταξή της αυτή να προβάλλεται λόγος αναίρεσης, ακολούθως δέχθηκε ότι η άσκηση του ασκουμένου με την ανταγωγή δικαιώματος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, δημιουργώντας κατάσταση μη ανεκτή από τον μέσης ηθικής κοινωνικό άνθρωπο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με την ένδικη ανταγωγή δικαιώματος και με την ειδικότερη μορφή της περί αποδυναμώσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., στην οποία στηριζόταν η ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του νομικού του συλλογισμού, ήτοι ότι το με την ένδικη ανταγωγή ασκούμενο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ανυπαρξίας δουλείας διόδου των αναιρεσειόντων δια μέσου του επιδίκου ακινήτου τους δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, καθώς οι αναιρεσείοντες από το έτος 1999 που δημιούργησαν την ξενοδοχειακή επιχείρησή τους, δίπλα στην ήδη διαμορφωμένη ξενοδοχειακή επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι τα ακίνητά τους δεν ήταν περίκλειστα αλλά επικοινωνούσαν με την κοινόχρηστη οδό πλάτους 8 μ. που βρίσκεται ανατολικά αυτών σε πλάτος 82 μ., αποκλείοντας ωστόσο την πρόσβαση από και προς την ως άνω κοινόχρηστη οδό, με τη δημιουργία γηπέδου τένις και μπάσκετ χρησιμοποιούσαν τμήμα της επίδικης διόδου, για την είσοδο - έξοδο στην επιχείρησή τους, κατά παράκληση των γειτόνων τους (αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι για λόγους καλής γειτονίας τους επέτρεψαν την δίοδο αυτή, για τους ίδιους και για τους πελάτες της επιχείρησής τους, ήτοι για την εξυπηρέτηση της επιχείρησής τους και ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ήτοι η ανοχή και συναίνεση των αναιρεσιβλήτων να κάνουν κατά τον ως άνω χρόνο, ήτοι από το έτος 1999 και οι αναιρεσείοντες χρήση της επίδικης οδού για την είσοδο - έξοδο στην ξενοδοχειακή τους επιχείρηση, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος περί ανυπαρξίας δουλείας διόδου των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη δίοδο, διέλευση η οποία γινόταν με την ανοχή των ανωτέρω, για χρονικό διάστημα μάλιστα μικρότερο των είκοσι ετών, ότι η ως άνω συναίνεση, η ανοχή της διέλευσης των ήδη αναιρεσίβλητων, όπως και των πελατών της επιχείρησής τους από τον επίδικο δρόμο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μπορούσε να δημιουργήσει κατά την αντικειμενική καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, την πεποίθηση στους ήδη αναιρείοντες ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι δεν θα αξίωναν ποτέ την άσκηση του ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος, καθώς η μακρόχρονη αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, παρά την γνώση και ανοχή διέλευσης των αναιρεσειόντων και των πελατών της επιχείρησής τους από τον επίδικο δρόμο, δεν αρκεί χωρίς θετική συμπεριφορά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που συνολικά και ουδόλως μεμονωμένα να δεσμεύσουν αυτούς, ώστε να καταστήσουν καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση του ήδη ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος, η τυχόν δε ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης δεν δημιουργεί δυσανάλογα επαχθείς επιπτώσεις στους ενάγοντες, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα ακίνητά τους επικοινωνούν με δημόσιο δρόμο, υπό την έννοια του ότι πέραν της περίφραξης του ακινήτου τους με τον δημόσιο δρόμο πλάτους 8 μ. δεν υπάρχουν άλλα εμπόδια που να απαγορεύουν την επικοινωνία των ακινήτων τους με αυτόν, όπως ενδεικτικά άλλες κτιριακές εγκαταστάσεις και ότι από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η εν λόγω στάση των αντεναγόντων - αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα η άσκηση της ανταγωγής ήταν ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου και ουδόλως δύναται να χαρακτηρισθεί ότι δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στους αναιρεσείοντες, ότι οι αναιρεσίβλητοι ποτέ δεν θα ασκήσουν δικαιώματα επί της επίδικης οδού, που όπως αποδείχθηκε δημιουργήθηκε και ανήκει στα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, χωρίς ποτέ να καταστεί κοινόχρηστη με οποιοδήποτε προβλεπόμενο υπό του νόμου τρόπο. Επομένως ο περί αντιθέτου και εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2022 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2022 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ