ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1345/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1345/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1345/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1345 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1345/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Γ.-Ο. Λ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4786/2013 μη οριστική, 4181/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη από 28.03.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 268/31.03.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την από 19.10.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4181/10.09.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4786/13.09.2013 μη οριστικής αποφάσεως), το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 25.08.2010 αγωγή από το άρθρο 6 παρ. 1, 2 του ν. 2664/1998 της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 3, 566 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη (Γ. - Ο. Λ. του Γ.) ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 25.08.2010 αγωγή της από το άρθρο 6 παρ. 1, 2 του ν. 2664/1998 την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Η άνω αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνθηκε εκδόθηκε δε η μη οριστική υπ' αριθμ. 4786/13.09.2013 απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου προς τον σκοπό προσκομιδής του αναφερομένου στο διατακτικό της εγγράφου και της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Διενεργηθείσης της πραγματογνωμοσύνης και προσκομισθέντος του προσδιορισθέντος εγγράφου, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 4181/10.09.2018 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά των ως άνω αποφάσεων το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 19.10.2018 έφεσή του την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς και έστρεψε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης. Η έφεση συζητήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 268/31.03.2020 τελεσίδικη απόφαση με την οποία αυτή (έφεση) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το αναιρεσείον ζητεί την αναίρεση με την από 28.03.2022 αίτησή του που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί των οποίων αυτό στήριξε την εκφερθείσα κρίση του έχουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους και κατ' αντιγραφής, ως ακολούθως: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση Καμίνια ή Κάβο Βάρβαρη ή Κυνοσούρα της κτηματικής περιφέρειας Αμπελακίων Σαλαμίνας (βλ. την από 13.5.2014 βεβαίωση του Δήμου Σαλαμίνας ότι η Κυνοσούρα υπάγεται στην Δημοτική Κοινότητα Αμπελακίων, καθώς και την υπ' αριθ. 413/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αναφέρεται ότι ο οικισμός Κυνοσούρας, αν και δεν είναι πολεοδομικά οριοθετημένος με απόφαση Νομάρχη, απογράφεται από το έτος 1971 και εντεύθεν ως εμπίπτων στα διοικητικά όρια της Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Αμπελακίων, καθώς και ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην χωρική αρμοδιότητα της τέως Κοινότητας Αμπελακίων). Το ακίνητο αυτό έχει συνολική έκταση 444,20 τμ κατά τον επικαλούμενο από την ενάγουσα τίτλο κτήσης της κυριότητάς της (ήτοι το υπ' αριθ. ....1971 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π.) και 459 τμ κατά τη μέτρηση του Κτηματολογίου, στα βιβλία του οποίου έχει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 051313606009/0/0 και αποτυπώνεται με τον αριθμό 15 του Η' οικοδομικού τετραγώνου (ΟΤ) στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ο., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά μήκους 20 μέτρων με το υπ' αριθ. 13 αγροτεμάχιο του με του ιδίου σχεδιαγράμματος (που έχει ΚΑΕΚ 051313606007), ανατολικά με πλευρά μήκους 17,37 μέτρων με το υπ' αριθ. 16 αγροτεμάχιο του με του ιδίου σχεδιαγράμματος (που έχει ΚΑΕΚ 051313606015), νότια με πλευρά-πρόσοψη μήκους 22,05 μέτρων με ιδιωτική οδό (με ΚΑΕΚ 05131ΕΚ00248) και δυτικά με πλευρά-πρόσοψη μήκους 27,05 μέτρων με ιδιωτική οδό (με ΚΑΕΚ 05131ΕΚ00254). Η ενάγουσα κατέστη νομέας του ανωτέρω αγροτεμαχίου δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. ....1971 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π. (σε συνδυασμό με την κατάργηση της προίκας που επήλθε με την ισχύ του Ν. 1329/1983, ήτοι την 18.2.1983), με παράδοσή του σ' αυτήν από τον πωλητή Γ. Λ. του Δ. (πατέρα της ενάγουσας). Ο τελευταίος είχε αποκτήσει τη νομή του εν λόγω ακινήτου από την Ε. Κ. το γένος Μ. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1971 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π., που μεταγράφηκε νομίμως, και αυτό (ακίνητο) του είχε ήδη παραδοθεί από την ως άνω πωλήτρια με την κατάρτιση του υπ' αριθ. ....1962 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ. Η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ε. Κ. το γένος Μ., είχε αποκτήσει τη νομή του επιδίκου, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 95.987 τμ, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ. ....1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (στον τόμο ... με αριθμό ...), μετά τη σύνταξη του οποίου (συμβολαίου) αυτή προέβη σε κατάτμηση της όλης έκτασης και πώληση αγροτεμαχίων, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω. Απώτατοι συννομείς της έκτασης αυτής και ακόμη μεγαλύτερης έκτασης, συνολικής επιφάνειας 111.987 τμ, ήδη προ του έτους 1850 ήταν ο Α. ή Α. Σ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ο Ι. Σ. κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι ασκούσαν επ' αυτής πράξεις φυσικής εξουσίασης με καλή πίστη, ήτοι πιστεύοντας ότι δεν προσέβαλαν την κυριότητα τρίτου, και με διάνοια συγκυρίων, καθώς την χρησιμοποιούσαν κυρίως σαν βοσκότοπο, ενώ καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η επίδικη έκταση δεν υπήρξε ποτέ δημόσια δασική έκταση, παρά τον περί του αντιθέτου αβάσιμο ισχυρισμό του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που είχε κριθεί από το έτος 1845, οπότε και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής της νήσου Σαλαμίνας. Με την απόφασή της αυτή η Επιτροπή αναγνώρισε ως ιδιωτικά τα δάση της νήσου Σαλαμίνας, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, στα οποία δεν ανήκε η ως άνω μείζων έκταση των 111.987 τμ, αφού περί αυτού δεν υπάρχει σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο. Μάλιστα η ενάγουσα προσκομίζει, σε αντίγραφο από το ΓΑΚ-Τοπικού Αρχείου Σαλαμίνος την υπ' αριθ. ....1845 πράξη του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Γ. Κ., στην οποία αναφέρεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών εφοδίασε τον κτηματία της περιοχής Ι. Π., με το υπ' αριθ. ....1845 έγγραφο, με το οποίο ειδοποιεί τον ανωτέρω κτηματία και κάτοικο της περιοχής ως πληρεξούσιο των κατοίκων της νήσου Σαλαμίνας, ότι αναγνωρίζει την ιδιοκτησία τους, όχι μόνο επί των αγροκείμενων δασών αυτών, αλλά και στα ορεινά μέρη, εκτός των ανηκόντων στη διαλελυμένη Μονή Αγίου Νικολάου, όπως προαναφέρθηκε. Το έγγραφο αυτό δικαιολογεί, μεταξύ άλλων. την καλή πίστη των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, μελών της οικογένειας Σ., ότι ασκούσαν τη νομή τους με καλή πίστη, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του. Ειδικότερα, ως προς τους προαναφερόμενους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο μεν Ι. Σ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους δύο υιούς του, Γ. Σ. και Δ. Σ., οι οποίοι νόμιμα υπεισήλθαν στην κληρονομία του με ανάμειξη σ' αυτή, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη, όπως ο προκτήτοράς τους, ενώ το έτος 1899 απεβίωσε και ο Α. ή Α. Σ. και κληρονομήθηκε κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 1/2 επί της μείζονος έκτασης, σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο από τον μοναδικό κληρονόμο του, ήτοι τον υιό του Π. Σ., ο οποίος απέκτησε τη συννομή του στη μείζονα έκταση κατά το ως άνω κληρονομηθέν απ' αυτόν μερίδιο, έχοντας καλή πίστη και συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής που ασκούσε ο πατέρας του. Ο δε Π. Σ. αγόρασε και του παραδόθηκε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της μείζονος έκτασης από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του Ι. Σ., ήτοι τους Γ. Σ. και Δ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. ....1908 πωλητήριου συμβολαίου ακινήτων του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών Σαλαμίνας (στον τόμο ... με αριθμό ...), και έτσι αυτός απέκτησε την νομή όλης της ανωτέρω μείζονος έκτασης. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα το έτος 1925 ο προαναφερόμενος Π. Σ. μεταβίβασε από την αρχική μείζονα έκταση των 111.987 τμ, τμήμα επιφάνειας 16.000 τμ (ήτοι 6 στρέμματα αγρού και 10 στρέμματα βραχώδους έκτασης) στον Α. Π. Θ., δυνάμει του υπ' αριθ. ....1925 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σαλαμίνος Α. Κ., με αποτέλεσμα να του απομείνει έκταση 95.987 τμ. Τελικά, ο Π. Σ., ο οποίος απεβίωσε την 22.5.1932, από τον προαναφερόμενο χρόνο που περιήλθε στην κατοχή του η ανωτέρω έκταση, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο ακίνητο, ασκούσε επ' αυτής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις φυσικής εξουσίασης, δηλαδή αφενός καλλιεργούσε αμπέλια στο ομαλό μέρος αυτής και αφετέρου χρησιμοποιούσε για κτηνοτροφία το υπόλοιπο τμήμα της όλης έκτασης. Η μείζων αυτή έκταση των 95.987 τμ συνόρευε ανατολικά με κτήμα κληρονόμων Π., δυτικά με κληρονόμους Μ., Κ. και αγνώστους, βόρεια με θάλασσα Κόλπου Αμπελακίων και αγνώστους και νότια με θάλασσα Σεληνίων.

Περαιτέρω, ο άνευ διαθήκης αποβιώσας Π. Σ. του Α. ή Α. κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. και τα δέκα τέκνα του, Α. Σ., Δ. Σ., Ν. Σ., Φ. συζ. Π. Π., Ε. συζ. Ε. Β., Π. συζ. Κ. Σ., τον υιό του Σ. που πέθανε το έτος 1951, τον υιό του Λ. που πέθανε το έτος 1958, τη θυγατέρα του Α. που πέθανε το έτος 1960 και τον υιό του Α. που πέθανε το έτος 1952 και οι οποίοι τον κληρονόμησαν η μεν σύζυγός του Π. κατά τα 450/1800 εξ αδιαιρέτου, έκαστο δε από τα προαναφερόμενα τέκνα σε ποσοστό 135/1800 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω έκτασης, υπεισήλθαν δε νόμιμα στην παραπάνω κληρονομία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομία και συνεχίζοντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους. Όταν δε πέθανε και η Π. χήρα Π. Σ. το γένος Α. Β., το έτος 1937, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονόμησαν τα ανωτέρω δέκα τέκνα της κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά τα 45/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η μερίδα εκάστου από αυτούς επί της ως άνω μείζονος έκτασης, ανήλθε στα 180/1800 εξ αδιαιρέτου, οι δε ως άνω κληρονόμοι της θανούσας υπεισήλθαν νόμιμα στην κληρονομία της, αναμειχθέντες σ' αυτήν και συνεχίζοντας τις πράξεις νομής της ως άνω δικαιοπαρόχου τους. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το έτος 1940 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χαρακτηρίζοντας την ανωτέρω έκταση δημόσια, εξέδωσε σε βάρος του κληρονόμου του Π. Σ. και υιού του, Σ. Σ., το από 7.3.1940 πρωτόκολλο γνωμοδότησης της κατά το άρθρο 5 του Ν. 5895 Επιτροπής, με το οποίο του επέβαλε να πληρώσει ως μίσθωμα για τη χρήση 30 περίπου στρεμμάτων γης από την έκταση αυτή, το ποσό των 150 δραχμών για τα έτη 1928-1939. Ο Σ. Σ. άσκησε ανακοπή κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου και με την υπ' αριθ. 27/23.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος, ακυρώθηκε το εν λόγω πρωτόκολλο, αφού κρίθηκε (κατά λέξη), ότι "εκ των κατατεθέντων νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων εν συνδυασμώ προς τα υπ' αριθμ. .../1908 συμβόλαια του Συμ/φούντος Ειρηνοδίκου Σαλαμίνης Σ. Π., .../1910 Συμ/φου Σαλαμίνος Κ. Μ. και .../1925 Συμ/φου Σαλαμίνος Α. Κ. απεδείχθη ότι η έκτασις η αφορώσα τα' ανακοπτόμενα πρωτόκολλα μετ' άλλης συνεχομένης προς δυσμάς εκτάσεως ανήκεν εις τον πάπον του ανακόπτοντος Α. Σ. κατεχομένη και νεμομένη υπ' αυτού μέχρι του θανάτου του επισυμβάντος προ 50ετίας ότι περιήλθε αύτη εις τον υιόν του και πατέραν του ανακόπτοντος Π. Σ. και τούτου δε αποβιώσαντος εν έτει 1932 εις τον ανακόπτοντα όστις έκτοτε κατέχη και νέμεται ταύτην ήτοι απεδείχθη ότι ο ανακόπτων είναι κύριος, νομεύς και κάτοχος της εκτάσεως...".

Περαιτέρω, ως προς τους κληρονόμους-τέκνα του Π. Σ. πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Τον αποβιώσαντα άνευ διαθήκης, το έτος 1952, Α. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Λ. χήρα Α. Σ. το γένος Μ. Π. και τα τέκνα του Π. σύζυγος Γ. Φ., Π. Σ. του Α., Μ. Σ. του Α., Α. Σ. του Α., Κ. Σ. του Α. και Π. Σ. του Α. Ο τελευταίος, δηλαδή ο Π. Σ. του Α. απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1954 και τον κληρονόμησαν η μητέρα του Λ. χήρα Α. Σ. και οι αδελφοί του Π. ήδη σύζυγος Γ. Φ., Π. Σ. του Α., Μ. Σ. του Α., Α. Σ. του Α. και Κ. Σ. του Α., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά τόσο του Α. Σ., όσο και του Π. Σ., δυνάμει των υπ' αριθ. ... και .../1961 δηλώσεων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκαν νόμιμα. Τον αποβιώσαντα άνευ διαθήκης, το έτος 1951, Σ. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Ζ. το γένος Ν. Φ. και τα πέντε τέκνα του, Π., Π., Φ., Α. και Ν. με την .../1961 δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Τον αποβιώσαντα χωρίς διαθήκη και χωρίς τέκνα, το έτος 1958, Λ. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Ε. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου τα επτά εν ζωή αδέλφια του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Α., τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ. και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του παραπάνω αποβιώσαντος με την υπ' αριθ. .../1961 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Την αποβιώσασα χωρίς διαθήκη, το έτος 1960, Α. σύζυγο Ν. Γ. κληρονόμησαν ο σύζυγός της Ν. Γ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου τα πέντε τέκνα της, Ι., Μ., Π., Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθ. .../1961 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Την ανωτέρω έκταση των 95.987 τμ νέμονταν οι ανωτέρω συγκληρονόμοι, οι οποίοι με καλή πίστη, ανεπίληπτα και αδιατάρακτα ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια συγκυρίων μέχρι τη μεταβίβασή της λόγω πώλησης, στην προαναφερθείσα Ε. Κ. το γένος Γ. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., οπότε και της παρέδωσαν τη νομή της ως άνω έκτασης. Ομοίως η Ε. Κ. συνέχισε να ασκεί στο ίδιο ακίνητο με καλή πίστη, ανεπίληπτα και αδιατάρακτα πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίας. Μετά τη σύνταξη του ως άνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου, αυτή προχώρησε σε κατάτμηση της όλης έκτασης σε αγροτεμάχια, δημιουργώντας, στην πραγματικότητα, ρυμοτομία της έκτασης αυτής με οικοδομικά τετράγωνα αγροτεμαχίων και ιδιωτικούς δρόμους, που αποτυπώνονται στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο. αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Σ. Π. Η τελευταία (Ε. Κ.), μετά την ως άνω κατάτμηση, μεταπωλούσε τα αγροτεμάχια αυτά σε τρίτους μικροεισοδηματίες, ένας εκ των οποίων, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, ήταν και ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας (και πατέρας της), Γ. Λ., με τμηματικές καταβολές αποπληρωμής του μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος, συντασσομένων συμβολαιογραφικών προσυμφώνων, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχε καταρτισθεί μεταξύ της πωλήτριας Ε. Κ. και του αγοραστή Γ. Λ. το υπ' αριθ. ....1962 προσύμφωνο συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ. Επί των ανωτέρω (μετά την κατάτμηση) αγροτεμαχίων, οι αποκτήσαντες αυτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Γ. Λ., προχώρησαν σε καταμετρήσεις, απεικονίσεις σε σχέδια, περιφράξεις, φύτευση καλλωπιστικών φυτών και πολλών δένδρων σε όλη την κατατμηθείσα περιοχή και σε ανέγερση αυθαίρετων κτισμάτων ήδη από του έτους 1962, στα οποία χορηγήθηκαν στη συνέχεια παροχές κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ), ασκώντας ακολούθως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίων πράξεις συντήρησης αυτών. Ειδικότερα, ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Γ. Λ., είχε ανεγείρει, με δαπάνες του, εντός του επίδικου αγροτεμαχίου μία ισόγεια οικοδομή, αποτελούμενη από δύο μικρά δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, όπως τούτο προκύπτει και από την σχετική αναφορά στα υπ' αριθ. ... και .../1971 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Σ. Π. (βλ. περί τούτου και την σχετική κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Α. Α., που είναι κάτοικος της συγκεκριμένης περιοχής). Επίσης, αποδείχθηκε ότι το έτος 1963 υπήρξε αμφισβήτηση για το δικαίωμα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Ε. Κ., αφού η Κοινότητα Σεληνίων Σαλαμίνας άσκησε κατ' αυτής την από 5.8.1963 (με αριθ. κατάθ. 2058/1963) αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία ενός τμήματος 15 στρεμμάτων και 600 μέτρων από μία ευρύτερη έκταση 105 στρεμμάτων περίπου, ως ανήκοντος σε αυτήν μετά την κατάρτιση το έτος 1936 του Κτηματολογίου της, και να της αποδοθεί το τμήμα αυτό. Επίσης, η ίδια Κοινότητα άσκησε κατά της Ε. Κ. ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την από 15.4.1965 (με αριθ. κατάθ. 15411965) αγωγή της με όμοιο περιεχόμενο, πλην όμως ουδεμία από τις αγωγές αυτές εκδικάσθηκε. Παράλληλα και η Κοινότητα Αμπελακίων Σαλαμίνας άσκησε κατά της προαναφερθείσας Ε. Κ. την από 30.12.1964 (με αριθ. κατάθ. 3549/30.12.1964) αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη ότι η τελευταία κατέλαβε τμήμα έκτασης 90 περίπου στρεμμάτων (την οποία περιγράφει ως προς τα όριά της, με αναφερόμενο νότιο όριο την θάλασσα) από την ανήκουσα στην ίδια (Κοινότητα) μεγαλύτερη έκταση την κείμενη στην χερσόνησο Κάβο-Βάρβαρη, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου τμήματος, εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου, και να της αποδοθεί η νομή αυτού. Η δίκη επί της αγωγής αυτής καταργήθηκε με τον υπ' αριθ. ....1969 (εξώδικο) συμβιβασμό (με κατάργηση εκκρεμούς δίκης) ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π., που εγκρίθηκε τόσο με την υπ' αριθ. 31/1969 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Αμπελακίων όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. .../1969 απόφαση του ιδίου Συμβουλίου, όσο και την υπ' αριθ. πρωτ. ....1969 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ....1970 απόφαση της ιδίας Νομαρχίας. Με βάση τον ανωτέρω συμβιβασμό, η Κοινότητα Αμπελακίων παραιτήθηκε από το δικαίωμα της προαναφερόμενης από 30.12.1964 αγωγής της και συναίνεσε στη διαγραφή αυτής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, η δε Ε. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει, τμηματικώς, το ποσό των 200.000 δραχμών. Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκε ότι από το έτος 1845, τη νομή στο μεγαλύτερο ακίνητο εμβαδού 111.987 τμ και, από το έτος 1925, λόγω πώλησης στον Α. Θ. του Π. τμήματος 16.000 τμ, τη νομή στο απομένον ακίνητο εμβαδού 95.987 τμ, ασκούσαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (ήτοι οι Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ., Π. Σ. του Α. ή Α., Γ. Σ. και Δ. Σ. του Ι., Π. Σ. του Α. ή Α., κληρονόμοι Π. Σ. του Α. ή Α., Ε. συζ. Ι. Κ.), οι οποίοι ουδέποτε την είχαν απωλέσει. Απλώς το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1940 αμφισβήτησε τη νομή τους και κατά τα έτη 1963-1965, η νομή τους αμφισβητήθηκε αρχικά από την Κοινότητα Σεληνίων και, στη συνέχεια, από την Κοινότητα Αμπελακίων. Επομένως, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 11.9.1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π. Σ. του Α. ή Α., είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο ΙV της παρούσας, αφού, κατά την ημερομηνία αυτή (11.9.1915), είχε συμπληρώσει, με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, τριακονταετή καλόπιστη νομή επ' αυτού. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του δημόσιου κτήματος με ΑΒΚ 61 και ως τμήμα δασικής έκτασης, καθόσον η απλή πράξη της καταχώρησης αυτού στα δημόσια κτήματα ή στις δασικές εκτάσεις, δεν αναιρεί την, κατά τα προεκτεθέντα, αποδειχθείσα νομή των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας επ' αυτού. Ομοίως, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο από 29.4.2013 τοπογραφικό διάγραμμα και τον σχετικό κτηματολογικό πίνακα της τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, Α. Κ., που βασίσθηκε στο από 18.10.2011 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών της ιδίας Υπηρεσίας, Γ. Α. και Δ. Σ., που, με τη σειρά του, βασίσθηκε στο από 27.2.1939 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Π. και Κ., στο οποίο ο Π. Σ. φέρεται να κατέχει μόλις από το έτος 1928, μία έκταση εμβαδού μόνο 3.860 στρεμμάτων, καταχωρηθείσα με αύξοντα αριθμό 7, αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο ως άνω διάγραμμα και τον ίδιο κτηματολογικό πίνακα, το δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ 61, επιφάνειας 288.190 τμ, ταυτίζεται με την έκταση εμβαδού 288 στρεμμάτων, με αύξοντα αριθμό 12, για την οποία περαιτέρω, με εξαίρεση την επισημείωση ότι διεκδικείται από τις Κοινότητες Αμπελακίων και Σεληνίων, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία για το αν, εκτός από το να τη διεκδικούν, τη νέμονται οι ανωτέρω Κοινότητες ή αν τυχόν τη νέμεται κάποιος τρίτος και από ποιο χρονικό σημείο. Κατόπιν αυτών, όπως προεκτέθηκε, συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου τμήματος κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ενώ οι διάδοχοι του Π. Σ. στη νομή του ακινήτου, παρέμειναν κύριοι αυτού με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, με έκτακτη χρησικτησία με βάση τόσο τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, όσο και τις διατάξεις του μετέπειτα ισχύσαντος (από 23.2.1946) Αστικού Κώδικα. Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο προβληθείς από το εκκαλούν-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμός, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσής του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, δεχόμενο την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, γιατί, στην προκειμένη περίπτωση που αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος, ισχύει το απαράγραπτο των εμπράγματων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου μετά την 11.9.1915 και, συνακόλουθα, δεν υπήρχε δυνατότητα απόκτησης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με βάση τον Αστικό Κώδικα. Αφού αποδείχθηκε, όμως, ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π. Σ. είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία έναντι του Ελληνικού Δημοσίου την 11.9.1915, δεν εμποδίζονται οι διάδοχοι αυτού στη νομή του εν λόγω ακινήτου να επικαλεσθούν, αρχικά με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με βάση το άρθρο 1051 ΑΚ, την προσμέτρηση στη δική τους νομή, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθόσον η κυριότητα για το εκκαλούν στο επίδικο ακίνητο είχε απωλεσθεί ήδη την 11.9.1915, χωρίς να ανακτηθεί και, κατά συνέπεια, αυτό δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι των διαδόχων του Π. Σ., το απαράγραπτο των εμπράγματων δικαιωμάτων του. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, σε αλληλογραφία που είχαν μεταξύ τους τα έτη 1970 και 1974 σχετικά με την κυριότητα της ευρύτερης έκτασης στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν λάμβαναν θέση υπέρ του ότι αυτή ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερο, στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα από 15.10.1970 έγγραφο του Επιθεωρητή Δημοσίων Κτημάτων της Διεύθυνσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, Γ. Τ., προς την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων, αναφέρονται (κατά λέξη), ως στοιχεία ενδιαφέροντα για την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Κατόπιν της υπ' αριθμ. ...-1970 διαταγής υμών εν σχέσει με γενομένας, καταπατήσεις εκτάσεων κειμένων επί της χερσονήσου Κυνοσούρας εις θέσιν Βάρβαρι περιοχής Αμπελακίων Σαλαμίνος έχω την τιμήν να εκθέσω υμίν τα κάτωθι: Εκ των ολίγων διαβιβασθέντων ημίν στοιχείων δεν ηδυνήθημεν να μορφώσωμεν γνώμην περί των υπό εξέτασιν ακινήτων. Το μόνον διαφωτιστικόν στοιχείον το ευρισκόμενον εν τω φακέλλω είναι η υπ' αριθ. ...-1970 αναφορά του Οικον. Εφόρου Σαλαμίνος, εξ ης προκύπτει ότι αι εικονιζόμεναι εις το από 27-2-1939 διάγραμμα των μηχανικών Π.-Κ. εκτάσεις είναι καταχωρημέναι εις το βιβλίον καταγραφής δημοσίων κτημάτων υπ' αυξ. αριθ. 50 έως και 61.- Η έρευνα εις το παρ' υμίν Αρχείον προς ανεύρεσιν στοιχείων δια την εκτέλεσιν της διαταγής υμών, δεν απέδωσε καρπούς, δεδομένου ότι εν τω οικείω φακέλλω μόνον βεβαιωτικαί καταστάσεις υπάρχουν και Πρωτόκολλα βεβαιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως εις βάρος των αυθαιρέτως κατεχόντων τ' ακίνητα ταύτα. Φυσικά τα Πρωτόκολλα βεβαιώσεως αποζημιώσεως θα ηδύναντο να ληφθώσιν υπ' όψιν σοβαρώς εις ετέραν περίπτωσιν όχι όμως δια την παρούσαν λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ταύτα ηκυρώθησαν δι' αποφάσεων του Ειρηνοδίκου Ελευσίνος..... Μεταβάντες εις την Οικον. Εφορίαν Σαλαμίνος προς ανεύρεσιν τίτλων και στοιχείων άτινα θα διευκόλυναν την έρευναν, διεπιστώσαμεν ότι τα πλείστα εκ των υπό έρευναν ακίνητα εμπίπτουν εις την κηρυχθείσαν δια της υπ' αριθ. Ε. 13862/5745/2-8-1969 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας απαλλοτριωτέαν έκτασιν υπέρ και δαπάναις του Ο.Λ.Π. προς επέκτασιν της Χερσαίας Ζώνης του Πειραιώς...". Επίσης, στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ' αριθ. πρωτ. ....1974 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνος, Κ. Κ., προς την Γενική Διεύθυνση Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο αναφέρονται (κατά λέξη), μεταξύ άλλων, τα εξής: "...1. Εις το παρ' ημίν τηρούμενον βιβλίον καταχωρήσεως Δημοσίων κτημάτων, φέρονται καταχωρημένα υπ' αύξοντα αριθ. ΒΚ 50 έως και 61 κτήματα του Δημοσίου συνολικής εκτάσεως (402060) τετρ. μέτρων, κείμενα επί της χερσονήσου Κυνοσούρας και εις θέσιν Βάρβαρι της Κοινότητος Αμπελακίων Σαλαμίνος, ως ταύτα εμφαίνονται εις τα από 27-2-1939 και υπ' αριθ. ...-74 τοπογραφικά διαγράμματα των Μηχανικών Π.-Κ. και Α. Π. Εις το βιβλίον καταχωρήσεως Δημοσίων κτημάτων δεν φέρεται καταχωρημένος ο τίτλος κτήσεως των κτημάτων τούτων παρά του Δημοσίου, εκ δε της επισταμένης ερεύνης εις τα βιβλία του Φύλακος Μεταγραφών του Δήμου Σαλαμίνος δεν φέρονται εγγεγραμμένα εις την μερίδα του Δημοσίου τα κτήματα ταύτα, εκ δε των από έτους 1927 και εντεύθεν υφισταμένων εγγράφων των οικείων και παρ' ημίν τηρουμένων φακέλλων δεν προκύπτει ο τίτλος επί τη βάσει του οποίου το Δημόσιον απέκτησε κυριότητα επί των αγρών τούτων. 2. Άπαντες οι αγροί ούτοι κείνται επί της χερσονήσου Κυνοσούρας της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητος Αμπελακίων Σαλαμίνος και εις θέσιν και περιοχήν ένθα η δυνάμει της υπ' αριθ. Ε 13862/5745/18-8-69 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 167/69 τεύχος Δ') απαλλοτριωθείσα έκτασις υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του Ο.Λ.Π., κατέχονται δε οι αγροί ούτοι υπό διαφόρων τρίτων καθ'ων ή των δικαιοπαρόχων των εκοινοποιήθησαν τα από 7 Μαΐου 1940 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της κατά το άρθρον 5 του Νόμου 5595 Επιτροπής δι' ων προσδιωρίσθη το καταβλητέον υπό τούτων μίσθωμα δια την κατεχομένην παρ' αυτών αυθαιρέτως έκτασιν. Ασκηθεισών κατά των πρωτοκόλλων τούτων υπό των προβαλλόντων δικαιώματα των κατά Νόμον ανακοπών εξεδόθησαν αι υπ' αριθ. 19, 20, 21, 22, 24, 25, 26, 27, 29, 30, 31, 36 και 38 έτους 1940 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνος, δι' ων και δια τους εν τω σκεπτικώ τούτων αναφερομένους λόγους ηκυρώθησαν άπαντα τα κοινοποιηθέντα πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως και κατεδικάσθη το Δημόσιον εις την δαπάνην. Έκτοτε ουδεμία ενέργεια εγένετο. ... 5. Δεν παραλείπομεν να αναφέρωμεν και αύθις, ως και δια του υπ' αριθ. 2497/70 ημετέρου ανεφέραμεν Υμίν, ότι η έκτασις αύτη διεκδικείται και υπό διαφόρων τρίτων. Εκ τούτων οι κληρονόμοι Π. Σ. κλπ. δια του υπ' αριθ. .../1961 πωλητηρίου Συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. μετεβίβασαν εκ της εκτάσεως ταύτης (95987) τ.μ. εις την Ε. συζ. Ι. Κ. κάτοικον ...,... 7. Η έκτασις αυτή διεκδικείται και υπό διαφόρων ιδιωτών οι οποίοι προέβησαν εις οικοπεδοποίησιν κατά το μεγαλύτερον αυτής μέρος, τμήματα της οποίας μετεβιβάσθησαν εις διαφόρους τρίτους, οι οποίοι ανήγειρον οικίσκους θερινής διαμονής και οι οποίοι ένεκεν της απαλλοτριώσεως της χερσονήσου ταύτης υπέρ του Ο.Λ.Π. υποβάλλουν συνεχώς αιτήσεις δια την χορήγησιν πιστοποιητικών ότι το Ελληνικόν Δημόσιον ή το παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον δεν προβάλλουν δικαιώματα δια τας απαλλοτριωμένας εκτάσεις, προκειμένου να τύχουν της αποζημιώσεως. Εκ των από 25 Μαΐου 1971 και από 10 και 11 Νοεμβρίου 1972 τεσσάρων ενόρκων εξετάσεως μαρτύρων δι' αγρούς κειμένους εις την αυτήν θέσιν, προκύπτει ότι επί της χερσονήσου Κυνοσούρας το Ελληνικόν Δημόσιον ή το παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον δεν κέκτηνται ιδιοκτησίαν αλλ' ότι η περιοχή αύτη κατέχεται συνεχώς υπό διαφόρων ιδιωτών. Ούτω ευρισκόμεθα συνεχώς προ αδυναμίας να αποφανθώμεν καταφατικώς περί της υπάρξεως ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου εις τα επί μέρους ταύτα τμήματα....". Από το τελευταίο αυτό έγγραφο προκύπτει ότι το έτος 1974 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνος, αδυνατούσε να αποφανθεί καταφατικά για το αν αυτό είχε δικαιώματα στην επίδικη έκταση και, επίσης, με το εν λόγω έγγραφο, ανέφερε ότι το ίδιο είχε εκδώσει το έτος 1940 πρωτόκολλα για καταβολή μισθωμάτων από τη χρήση γης στην επίδικη έκταση σε βάρος ιδιωτών, τα οποία όμως ακυρώθηκαν, χωρίς να προβεί έκτοτε σε καμία άλλη ενέργεια, διελάμβανε δε ότι δεν προκύπτει ο τίτλος με βάση τον οποίο το ίδιο απέκτησε κυριότητα στη θέση Βάρβαρι της Κυνοσούρας Σαλαμίνας, ενώ κάνει λόγο για την ύπαρξη αγρών στην περιοχή.

Περαιτέρω, ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι επί της επίδικης έκτασης οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ουδέποτε απώλεσαν τη νομή τους, αποτελεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα υπ' αριθ. Ε4159/2170/Ν.11549/29.4.1975 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 114/24.5.1975-τεύχος Δ'), ανακλήθηκε η προγενέστερη δυνάμει της υπ' αριθ. Ν. 349/175/16.2.1972 κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής στο νότιο ήμισυ του ακρωτηρίου Κυνοσούρας της νήσου Σαλαμίνας προς επέκταση της χερσαίας ζώνης Λιμένος Πειραιώς, η οποία (απαλλοτρίωση) αφορούσε μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο, όπως προκύπτει από την περίληψη μεταγραφής της ΚΥΑ στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας και από την υπ' αριθ. 93/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης και στην οποία (απόφαση) αναφέρεται ως φερόμενη δικαιούχος αποζημίωσης η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ε. Κ. Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι μια περιοχή δύναται να κηρυχθεί απαλλοτριωτέα μόνον αν ανήκει σε τρίτο ιδιοκτήτη και όχι στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου), συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο που, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, είναι αδύνατο να είχε περιέλθει κατά κυριότητα στο εναγόμενο, όπως τούτο αβασίμως ισχυρίσθηκε ...). Η ανωτέρω δε κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα της ενάγουσας, Α. Α., ο οποίος, ως κάτοικος της περιοχής και ως Αντιπρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου που ιδρύθηκε μετά την κατάτμηση της ευρύτερης έκτασης από την Ε. Κ. σε μικρότερα τμήματα και την πώλησή τους σε μικροϊδιοκτήτες αλλά και λόγω της ηλικίας του (κατά την κατάθεσή του ήταν 77 ετών), έχοντας άμεση γνώση από διηγήσεις γνωστών του και πιο ηλικιωμένων ανθρώπων, κατέθεσε για τις πράξεις νομής που ασκούσε στην επίδικη έκταση η οικογένεια Σ. ήδη από το έτος 1845.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι επί του επίδικου ακινήτου έγιναν από τα ανωτέρω μέλη της οικογένειας Σ. οι προαναφερόμενες πράξεις νομής (όπως καλλιέργεια, βόσκηση ζώων, επίβλεψη κλπ), με καλή πίστη, με αποτέλεσμα ο Π. Σ. να έχει καταστεί κύριος αυτής ήδη από τις 11.9.1915, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, υπέρ του υιού και κληρονόμου του, Σ. Σ. εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27/1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος που ακύρωσε το από 7.3.1940 πρωτόκολλο γνωμοδότησης της κατά το άρθρο 5 του Ν. 5595 Επιτροπής, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο επιχείρησε να επιβάλει μίσθωμα σ' αυτόν για άνευ δικαιώματος χρήση δικής του γης κατά την περίοδο 1928-1939, όπως ακυρώθηκαν και όσα άλλα πρωτόκολλα με όμοιο περιεχόμενο εξέδωσε η παραπάνω Επιτροπή για την ευρύτερη έκταση των 95.987 τμ (βλ. περί τούτου στο προαναφερόμενο ....1974 υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνος Κ. Κ. προς το Υπουργείο Οικονομικών). Η δε καλή πίστη των απώτατων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. ότι δεν καταπατούν δημόσια δασική έκταση στηριζόταν, όπως προαναφέρθηκε, και στην ....1845 απόφαση της επί των διαφιλονικουμένων δασών Επιτροπής της νήσου Σαλαμίνας, η οποία αναγνώρισε ως ιδιωτικά τα δάση της νήσου Σαλαμίνας, εκτός όσων ανήκαν στη διαλυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, πλην όμως στα τελευταία δεν συμπεριλαμβανόταν η ευρύτερη τότε έκταση των 111.987 τμ που ανήκε στην οικογένεια Σ. (βλ. και τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα 650/2017, 200/2018, 436/2019 και 437/2019 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, που έκριναν επί άλλων κατατετμημένων από την ίδια έκταση ακινήτων στην Κυνοσούρα Αμπελακίων Σαλαμίνας).

Περαιτέρω, ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό (τρίτο υπό στοιχ. Γ') λόγο έφεσης, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δασική έκταση, είναι πρωτίστως αλυσιτελής, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στην παράγραφο ΙV της παρούσας, ο δασικός χαρακτήρας του ακινήτου δεν απέκλειε την κτήση επ' αυτού κυριότητας εκ μέρους ιδιωτών με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι την 11.9.1915. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δασική έκταση, αφού με την προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής τα δάση της νήσου Σαλαμίνας εκτός αυτών που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου, στα οποία δεν ανήκε το επίδικο, αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά, γεγονός που επικυρώθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 3208/2003. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου για κτήση κυριότητας από αυτό με έκτακτη χρησικτησία, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, όπως αυτό αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν οθωμανικό κτήμα ή ότι ήταν αδέσποτο. Τέλος, η περιοχή κηρύχθηκε σε κτηματογράφηση στο πλαίσιο εργασιών για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με το Ν. 2308/1995 και, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου (γεωτεμαχίου), που έλαβε ΚΑΕΚ 051313606009/0/0 με έκταση 459 τμ, καταχωρήθηκε, ως δικαιούχος κύριος αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η αρχική, όμως, αυτή εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου, η οποία αφορά το επίδικο ακίνητο, είναι ανακριβής ως προς το καθεστώς κυριότητας, αφού, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αυτό ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ως άνω αγωγή κατά την περί έκτακτης χρησικτησίας επικουρική βάση της, αναγνώρισε την ενάγουσα ως αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο του Δήμου Σαλαμίνας, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου με το ως άνω ΚΑΕΚ, να εμφαίνεται η ενάγουσα, Γ.-Ο. Λ., ως κυρία αυτού κατά ποσοστό 100%, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο, με τους σχετικούς (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) λόγους της έφεσής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.".

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 του Α.Κ., προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από τον νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στον δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπάροχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπάροχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει, αποκλείει τον συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του Α.Κ. βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειτο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χανόταν με τον θάνατο του κληρονόμου. Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισελεύσεως στην κληρονομία απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή (Α.Π. 369/2022, Α.Π. 69/2018, Α.Π. 289/2016).

Περαιτέρω, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού [ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5-8), ν.27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (Α.Π. 369/2022, Α.Π. 1018/2018, Α.Π. 1182/2012).

Περαιτέρω, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στα από 21 Ιανουαρίου / 3Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου και μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου αυτών, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κτλ). Ειδικά, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική Οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος, στις 31.03.1833, με βάση την, από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και των Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλ. από τις 25.05.1827 έως τις 31.03.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ` αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 1563/1995).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17/29.11.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες τις εκτάσεις, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωριστεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, προς το οποίο οι ιδιοκτήτες έπρεπε, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω β.δ, να υποβάλουν τους νόμιμους τίτλους της ιδιοκτησίας τους. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω β.δ. θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν από την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νόμιμα ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), 9 παρ.1, Πανδ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο (23.02.1946), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσιάσεως του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακίνητου πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, ενώ εκείνος που χρησιδέσποζε μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3, πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον, όμως, είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (Α.Π. 8/2019, Α.Π. 7/2019). Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.06/03.07.1837, συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από τις 12.09.1915 μέχρι και τις 16.05.1926, αφετέρου δε του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. αυτού (Ολ.Α.Π. 75/1987, Α.Π. 1589/2021, Α.Π. 10/2020, Α.Π. 638/2016, Α.Π. 1995/2008, Α.Π. 1281/2002). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημόσιου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή, στην περίπτωση του δάσους. η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17.11.1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών" (Α.Π. 1589/2021, Α.Π. 52/2014).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 του Α.Κ., 70, 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και δη στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή "άγνωστος", μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον, επομένως, πέραν του πραγματικού κυρίου και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος του πραγματικού δικαιούχου, ο δανειστής κλπ (ενάγων) στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που χώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Επομένως, η επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 απόφαση έχει πρωτίστως αναγνωριστικό χαρακτήρα - ενίοτε καταψηφιστικό (σε περίπτωση που ζητείται και απόδοση), ενώ η διάταξη περί διορθώσεως των κτηματολογικών εγγραφών έχει παρακολουθηματικό διαπλαστικό χαρακτήρα. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής θα πρέπει, πέραν των στοιχείων που απαιτεί το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο: α) Ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, ήτοι παράγωγο (π.χ. σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) ή πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) ή με οποιοδήποτε άλλο προβλεπόμενο από το νόμο (πχ. παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα ή με την προσφυγική νομοθεσία, με αναδασμό, με πράξη εφαρμογής κτλ) κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε ταύτη (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (έναρξη λειτουργίας του Ε.Κ.). β) Ο Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998). Πρόκειται για μία ειδική ενάριθμη ταυτότητα ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και έτσι επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου. Η σύνδεση του ακινήτου με τον Κ.Α.Ε.Κ. διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο (άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2664/1998). Ο Κ.Α.Ε.Κ. συνιστά συγχρόνως θεμελιώδη εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας και της ουσιαστικής δημοσιότητας στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου. Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα τα δύο πρώτα ψηφία τον νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, τα επόμενα τρία ψηφία τον δήμο ή το δημοτικό διαμέρισμα κτλ, τα αμέσως επόμενα δύο ψηφία τον "κτηματολογικό τομέα" (π.χ. συνοικία), το δύο προτελευταία δύο ψηφία την "κτηματολογική ενότητα" (π.χ. οικοδομικό τετράγωνο) και, τέλος, τα τελευταία τρία ψηφία τον αύξοντα αριθμό του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (π.χ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο). Ο αριθμός μετά την πρώτη κάθετο δηλώνει τον αριθμό της καθέτου ιδιοκτησίας, αν έχει συσταθεί επί των κτισμάτων του γεωτεμαχίου και ο αριθμός μετά την δεύτερη κάθετο προσδιορίζει τον αριθμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έχει συσταθεί τοιαύτη. Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο - γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο και επισυνάπτεται στην αγωγή και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του Κ.Α.Ε.Κ., χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου. Εάν βέβαια, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών, σύμφωνα με το σύστημα Ε.Γ.Σ.Α. 87, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που επί ποινή απαραδέκτου θα πρέπει να προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την τροποποίηση με τον ν. 4164/2013. Και γ) Την ανακριβή εγγραφή, που περιέχεται στο κτηματολογικό φύλλο και ενδεχομένως και στο κτηματολογικό διάγραμμα και της οποίας ζητείται η διόρθωση (Α.Π. 94/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 - 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1208/2019, Α.Π. 779/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 105/2005, Α.Π. 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσεως και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 793/2015, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995). Επιπλέον από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 12 λόγο αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, θα πρέπει επίσης να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως. Έτι περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Ολ.Α.Π. 1/1987, Α.Π 1127/2008, Α.Π. 1316/1987).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 24/2019, Α.Π. 5/2019).

Τέλος, για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 24/2021), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 24/2021, Α.Π. 1040/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005). Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την ορθή νοηματική απόδοση των διαλαμβανόμενων στο αναιρετήριο, τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι, ενώ με σχετικό λόγο εφέσεως είχε επισημάνει το σχετικό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το δικόγραφο της αγωγής έπασχε από ποσοτική και ποιοτική αοριστία και έπρεπε να απορριφθεί, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δέχτηκε την αγωγή ως ορισμένη και προήλθε στον έλεγχο της ουσίας της. Ειδικότερα, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το δικόγραφο της αγωγής έπασχε από ποσοτική αοριστία συνιστάμενη στο ότι, καίτοι το ένδικο ακίνητο, αποτελούσε τμήμα άλλου μεγαλύτερου ακινήτου, δεν περιγραφόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτει η ακριβής του θέση, τα όριά του κτλ περαιτέρω δε ότι το αυτό δικόγραφο έπασχε από ποιοτική αοριστία συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρονταν σ' αυτό ο ακριβής χρόνος ενάρξεως της χρησικτησίας του απώτατου δικαιοπάροχου της αναιρεσίβλητης ούτε όμως οι πράξεις νομής από τις οποίες προκύπτει η καλή πίστη αυτού και των διαδόχων του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η περιγραφή του ένδικου ακινήτου στην αγωγή είναι πλήρης, ενόψει της αναφοράς του αριθμού του Κ.Α.Ε.Κ. και των στοιχείων που παρατίθενται στην αγωγή ενώ η χρήση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του εύχρηστου νομικού όρου καλή πίστη, της οποίας ο νόμος προσδιορίζει το περιεχόμενο, ικανοποιεί τις απαιτήσεις του νόμου για την εφαρμογή ή μη της οικείας διατάξεως. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα και συγκεκριμένα: "1) Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 έγγραφο του Τμήματος Δημόσιων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς και το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, 2) το από 29.04.2013 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς Γ. Α. και Α. Κ., 3) απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής δημόσιων κτημάτων, 4) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Πειραιώς, σε συνδυασμό με το συνημμένο απόσπασμα του Δασικού Χάρτη Σαλαμίνας - φ.χ. 4600 - 41970/5 - και τη δήλωση, κατ' άρθρον 2308/1995, του Δημοσίου στο Κτηματολόγιο, 5) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2011 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιώς με τα συνημμένα διαγράμματα, 6) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....1927 έγγραφο της Αεροπορικής Άμυνας με το οποίο παραγγέλλεται η κατάρτιση πρωτοκόλλων καταμέτρησης και εκτίμησης, 7) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....1929 έγγραφο της Αεροπορικής Άμυνας προς τον Οικονομικό Έφορο Σαλαμίνας, από το οποίο προκύπτει ότι συντάχθηκαν 8 ισάριθμα πρωτόκολλα καταμέτρησης και εκτίμησης των 8 ισάριθμων γεωτεμαχίων και ζητείται η καταχώρησή τους προκειμένου να προκηρυχθεί δημοπρασία εκποιήσεως, 8) την υπ' αριθμ. πρωτ. ....1932 διακήρυξη δημοπρασίας του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνος με το αντίστοιχο αποδεικτικό δημοσίευσης, 9) την υπ' αριθμ. πρωτ. ....1934 διακήρυξη δημοπρασίας του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνος με το αντίστοιχο αποδεικτικό δημοσίευσης, 10) το πρακτικό της 19.09.1934 της Οικονομικής Εφορίας Σαλαμίνος ότι απέβη άγονη η ως άνω δημοπρασία και 11) πρωτόκολλα, γνωμοδοτήσεις προσδιορισμού καταβλητέου μισθώματος ετών 1931 και 1932". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, τόσο από τη διαβεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπόψη "... όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (σημειώνεται ότι η τυχόν αναφορά κατωτέρω ορισμένων από τα έγγραφα αυτά είναι απλώς ενδεικτική), συμπεριλαμβανομένων των τοπογραφικών διαγραμμάτων και των φωτοτυπημένων φωτογραφιών, ...", αλλά και από την επισκόπηση του περιεχόμενου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει αναμφίβολα ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο έλαβε, μεταξύ των άλλων, υπόψη του, για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, και τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε το αναιρεσείον. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προσέδωσε στα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτό (αναιρεσείον) δημόσια έγγραφα την ανάλογη αποδεικτική βαρύτητα με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικά συμπέρασμα ότι το ένδικο ακίνητο δεν είναι τμήμα δημόσιου κτήματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι δεν γίνεται σ' αυτόν αναφορά στο περιεχόμενο συγκεκριμένων εγγράφων αλλά απλή μνεία ότι τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως έγγραφα ενώπιον του Εφετείου με αριθμούς σχετικών 1 έως 15 στις προτάσεις του αναιρεσείοντος έχουν το χαρακτήρα δημοσίου εγγράφου, στους ισχυρισμούς τους οποίους αυτούς θα αποδείκνυαν και στα αποδεικτικά σφάλματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στερούμενη νόμιμης βάσεως λόγω ανύπαρκτων και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με πραγματικά περιστατικά αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και, ως τέτοιος, απορριπτέος. Τούτο δε διότι στο δικόγραφο του αναιρετήριου δεν παρατίθενται αυτουσίως ή, έστω, κατά τα ουσιώδη τμήματά τους, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρά μόνο διηγηματική απόδοση αυτών κατά την αντίληψη του αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη, και τούτο διότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.03.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Γ. - Ο. Λ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 268/31.03.2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή