Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1346 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1346/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Γ., χήρας Κ. Τ., 2) Δ. Τ. του Κ., 3) Α. Τ. του Κ., 4) Π. Κ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Τσέλιου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2014 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Κ. Τ. του Δ. και την από 6-4-2015 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2015 μη οριστική, 395/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 13.10.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 198/ 11.05.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.09.2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 395/24.12.2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο, αφού τις συνεκδίκασε, είχε κάνει δεκτή την από 15.10.2014 αίτηση του δικαιοπάροχου των ήδη αναιρεσίβλητων και είχε απορρίψει την από 06.04.2015 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ.1, 741, 769 του Κ.Πολ.Δ., 11 του β.δ. της 26.06/10.07.1944 "Περί του Κώδικος Δικών Δημοσίου"). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσίβλητων (Π. Κ. του Γ., χήρα Κ. Τ., Δ. Τ. του Κ., Α. Τ., Π. Τ. του Κ.), Κ. Τ. του Δ. και της Α., άσκησε την απευθυνθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και στραφείσα κατά του ήδη αναιρεσείοντος από 15.10.2014 αίτηση από το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του ν. 2664/1998. Ακολούθως, το ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και κατά του αυτού διαδίκου την από 06.04.2015 κύρια παρέμβαση. Οι άνω αιτήσεις δικαστικής προστασίας συνεκδικάστηκαν, προηγηθείσης της ματαιώσεως της συζητήσεως της αιτήσεως και επαναφοράς αυτής προς συζήτηση με την από 02.02.2015 κλήση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 178/12.06.2015 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο προς τον σκοπό προσκομιδής εγγράφων. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 01.10.2015 κλήση, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ως άνω ειδική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 395/24.12.2015 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και έγινε δεκτή η αίτηση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με το ένδικο μέσο της εφέσεως το ήδη αναιρεσείον ασκώντας την από 12.09.2016 έφεση την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου και έστρεψε κατά του αντιδίκου του. Κατά τη συζήτηση της άνω εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δηλώθηκε ο θάνατος του εφεσίβλητου και επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης. Ακολούθως, η έφεση επανήλθε προς συζήτηση με την από ....2020 κλήση των δικαιοδόχων του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητους, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Της αποφάσεως αυτής ζητεί την αναίρεση το αναιρεσείον με την από 13.10.2022 αίτησή του που έστρεψε κατά των δικονομικών διαδόχων του αρχικού εφεσίβλητου και απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο. Οι παραδοχές στις οποίες το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την εκφερθείσα κρίση του είναι, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση αυτής (αποφάσεως), οι ακόλουθες: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σπάρτης Σ. Γ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης στον τόμο 232 και αριθμό 351, ο αιτών αγόρασε κατά 28/64 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, από τη μητέρα του, Ε., χήρα Δ. Τ., την παρακάτω περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα οικοδομής που βρίσκεται σε οικόπεδο, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 30 134 15 16 001/0/2, έχει εμβαδό 218,38 τ.μ., σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης του και 215 τ.μ., σύμφωνα με τη μέτρηση που πραγματοποίησαν οι Υπηρεσίες του Κτηματολογίου, βρίσκεται εντός του υπ' αριθ. 73 Ο.Τ. του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Σπάρτης επί της διασταύρωσης των δημοτικών οδών ..., όπως εμφαίνεται στο από ... 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία συστήθηκε με την υπ' αριθ. 860/1972 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης Σ. Γ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, στον τόμο 176 και αριθμό 475. Καταλαμβάνει δε ολόκληρο τον ισόγειο όροφο της ως άνω οικοδομής, έχει εμβαδό 134 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 700/1000.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. .../1996 πράξη σύστασης διηρημένων κατά κτίρια - κάθετων ιδιοκτησιών της ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Σπάρτης, στον τόμο 223 και αριθμό 335, έγινε σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας.
Περαιτέρω, τα 27/64 ποσοστά εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας περιήλθαν στον αιτούντα, λόγω δωρεάς από τα αδέλφια του, Α. Τ., Θ., σύζυγο Π. Γ. και Π., χήρα Γ. Α., δυνάμει του υπ' αριθ. .../2000 συμβολαίου τη συμβολαιογράφου Σπάρτης Σ. Γ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, στον τόμο 232 και αριθμό 352. Τα υπόλοιπα 9/64 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, περιήλθαν σε αυτόν από κληρονομία του αποβιώσαντος την ...-1973 πατέρα του, Δ. Τ., δυνάμει της υπ' αριθ. .../1995 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης Σ. Γ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του ιδίου Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 223 και αριθμό 252. Εξάλλου, στους απώτερους δικαιοπαρόχους του αιτούντος το υπόψη ακίνητο (οικόπεδο) είχε πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ο Π. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1954 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σπάρτης Δ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης στον τόμο 153 και αριθμό 426.
Συνεπώς, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι (μητέρα και πατέρας) του αιτούντος είχαν γίνει συγκύριοι, με παράγωγο τρόπο από επαχθή αιτία (αγορά) του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς αιτούντος, Κ. Τ., νέμονταν το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το 1954, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των 10 ετών, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, συνυπολογιζομένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του από το έτος 1954.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί όχλησης του αιτούντος το 2011 σχετικά με τα προβαλλόμενα δικαιώματά του κυριότητας για πρώτη φορά με την υποβολή ένστασης, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Σημειωτέον ότι με την από 5-10-2012 απόφαση της αρμόδιας Τριμελούς Επιτροπής του Κτηματολογίου, απερρίφθη η αίτηση του εκκαλούντος και κρίθηκε ότι η κυριότητα του αρχικού αιτούντος προκύπτει από τους προσκομιζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας του. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο δεν ευσταθούν. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι το αναλογούν στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία ποσοστό συγκυριότητας 700/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου όπου είναι κτισμένη η ανωτέρω οικοδομή, ανήκει στο ίδιο, εφόσον αποτελεί δημόσιο κτήμα, όπως καταγράφηκε στο Βιβλίο καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων με αριθμό ..., βάσει του από 17-5-1887 διαγράμματος του Γεωμέτρη Λ. Β. Ωστόσο, ακόμα και αν επί του εν λόγω ακινήτου είχε θεμελιωθεί κυριότητα του εκκαλούντος με έναν από τους αναφερόμενους στο δικόγραφό του τρόπους, η κυριότητα αυτή έχει πλέον καταλυθεί, όπως βάσιμα υποστήριξε κατ' ένσταση ο αρχικώς εφεσίβλητος -καθού η παρέμβαση, γιατί συντρέχουν στο πρόσωπό του όλες οι προϋποθέσεις της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 (αδιάκοπη σειρά μεταβιβαστικών πράξεων, έκδοση οικοδομικής άδειας, πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας). Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του ότι απέκτησε το επίδικο με τα προσόντα της τακτική ή έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε καμία διακατοχική πράξη των οργάνων του επί του επιδίκου. Μόνη δε η σύνταξη της από ...-1981 έκθεσης του Επιθεωρητή Δημοσίων Κτημάτων Γ. Κ. και της από 12-1-1993 Γενικής 'Εκθεσης της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, οι οποίες αμφότερες εντόπιζαν το επίδικο εντός δημοσίου κτήματος, δεν συνεπάγεται τη γνώση ή τη βαρεία αμέλεια των δικαιοπαρόχων του αρχικού αιτούντος περί της κυριότητας του Δημοσίου, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το πληροφορήθηκαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αυτό, στην αρχική εγγραφή στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάρτης καταχωρήθηκε με έκταση 218,38 τ.μ. και με ΚΑΕΚ 30 134 15 16 001/0/2, επί καθέτου ιδιοκτησίας εμφαίνονταν ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Η αρχική αυτή εγγραφή, όμως, είναι ανακριβής και προσβάλλει τα δικαιώματα του αρχικώς αιτούντος και των υπό κρίση αιτούντων - καλούντων, κληρονόμων αυτού και καθολικών διαδόχων του, ως συγκύριων του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχτηκε την αίτηση ως ουσία βάσιμη και απέρριψε την κύρια παρέμβαση (κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη) ως ουσία αβάσιμη, διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον αυτού αποδείξεις, όσα δε υποστηρίζει με τους λόγους της έφεσης του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο είναι αβάσιμα καθώς και η έφεση στο σύνολο της.".
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 6§§1 και 2α του ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως και κύριας παρεμβάσεως, "Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου (παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται (8) οκτώ έτη από την έναρξη της προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. γ' της παρούσας (παρ. 2 στοιχ. α'). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον (μονομελούς ή πολυμελούς) πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεώς της στον προϊστάμενο του οικείου κτηματολογικού γραφείου, πρέπει δε να καταχωρίζεται, επίσης με ποινή απαραδέκτου, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ' ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (άρθρα 12§§1β' και 5 και 13§2 εδάφ. δ'). Εξάλλου, στην §3α του ως άνω άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, όταν ζητείται η διόρθωση αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολογικό δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως του πρώτου εδαφίου και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. ... . Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 2. ... .". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα, μπορεί να ασκήσει αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί τέτοιος στο μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστος ιδιοκτήτης" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς σημαίνει την έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.
Περαιτέρω, στο άρθρο 9§§1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (παρ. 1). Τα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία μεριμνούν για τη σημείωση στα Κτηματολογικά βιβλία της προβλεπόμενης στην προηγούμενη παράγραφο έννομης συνέπειας (παρ. 2).". (Α.Π. 812/2020).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 747 παρ. 2 εδάφ. α', 745, 765 και 744 του Κ.Πολ.Δ., επί υποθέσεων υπαγόμενων στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικόγραφο της αιτήσεως ή η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ή 117, α) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της υποθέσεως, β) ορισμένο αίτημα, γ) σαφή έκθεση των γεγονότων που δικαιολογούν το αίτημα κατά το κύριο αντικείμενο και τα παρεπόμενά του, καθώς και την εξουσία για την υποβολή του (άρθρο 747 παρ. 2 εδάφ. α'του Κ.Πολ.Δ.). Έως την περάτωση και της τελευταίας συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιτρέπεται η προβολή πραγματικών ισχυρισμών (άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 765 του Κ.Πολ.Δ.). Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερόμενων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις τελευταίες διατάξεις, που εφαρμόζονται σε όλες τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (γνήσιες και μη γνήσιες) συνάγεται ότι στο δικόγραφο της σχετικής αιτήσεως, πρέπει να εκτίθενται τα γεγονότα που δικαιολογούν το υποβαλλόμενο αίτημα, λόγω, όμως, του καθιερούμενου ανακριτικού συστήματος και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας αλλά και της κατ' έφεση δίκης. Παρέχεται δε, στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος, η ευχέρεια στο δικαστήριο της αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 163/2023, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 2270/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), ορίζονται τα εξής: "§1 Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. §2 Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 του Α.Κ. "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ'(4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από τις 12.09.1915 έως και τις 16.05.1926 και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23.02.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31.12.2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003 και υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. §1 περίπτ. α' και β' του ιδίου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε (πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του). Τούτο προκύπτει τόσο από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι "νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού", όσο και από τον γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, ενόψει της συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, για τον μετά τις 11.09.1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με στον νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ., η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (Α.Π. 943, 942/2012). Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβάλλοντος στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβάλλων δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη, κατά το άρθρο 989 του Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο δύναται να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015). Τέτοιος νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι κάθε πράξη με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας. Τέτοιες πράξεις είναι (ενδεικτικά) η κοινοποίηση πράξεως της αρμοδίας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος, αφού, δια της κοινοποιήσεως αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας και καθορίζει εις βάρος του νεμομένου αυτό την οφειλόμενη αποζημίωση για την υπό του ιδίου αυθαίρετη και άνευ συναινέσεως χρήση του κτήματος, η προβολή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου με την επίδοση εμπράγματης αγωγής, η έκδοση και κοινοποίηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η υποβολή μηνύσεως για κατάληψη δημοσίου κτήματος, η επίδοση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, η άσκηση διακατοχικών πράξεων στο ακίνητο από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, η απόρριψη από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αιτήσεως του νομέα για την αναγνώριση της κυριότητάς του, η γνώση από τον χρησιδεσπόζοντα ότι στο πλαίσιο της κτηματογραφήσεως υποβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιοδήλωση ιδιοκτησίας, προκριμένου ορισμένη έκταση να καταχωρηθεί ως δημόσια, η ένσταση κατά της αποφάσεωςτης πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεως, η καταγραφή ακινήτου ως ανταλλαξίμου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου που περιήλθε σε γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα (Α.Π. 776/2021, Α.Π. 712/2020, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 366/2017, Α.Π. 225/2017, Α.Π. 190/2017, Α.Π. 721/2015, Α.Π. 159/2014).
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003 αντικαταστάθηκαν με την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), χωρίς όμως ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους, με εξαίρεση τα όσα στη συνέχεια ορίζονται στην §2, κατά την οποία "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 240 του νόμου αυτού, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, χωρίς να υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση αναφορικά με την παράγραφο 11 του άρθρου 154. Τέλος, το, κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, βάρος αποδείξεως της κακής πίστεως του νομέως ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής εκάτερου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού με τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία ευρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της §1 του άρθρου 4 ιδίου νόμου, καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχός του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα ή του δικαιοπαρόχου του (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 121/2022, Α.Π. 22/2021, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 23/2019, Α.Π. 187/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. . Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2006/2019, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και, για τον λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 1/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τα ανωτέρω, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Για να είναι ορισμένος λόγος αυτός αναιρέσεως, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήσαν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, αλλιώς ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 1591/2008, Α.Π. 1586/2008).
Επιπροσθέτως, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1464/2008). Με τους δύο λόγους αναιρέσεως, που θα εξεταστούν μαζί, λόγω του ότι αφορούν την αυτή αναιρετική πλημμέλεια, προσάπτονται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρετικές πλημμέλειας από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στο ότι: α) Απαντώντας στην κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων και, στη συνέχεια, αυτοί ισχυρίστηκαν και ο ισχυρισμός τους αυτός έγινε δεκτός από το Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) ότι κατέστησαν κύριοι του ένδικου ακινήτου σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 3127/2003, ενώ ο ισχυρισμός αυτός υποβλήθηκε απαραδέκτως για τον λόγο ότι δεν περιλήφθηκε στα πρακτικά της πρωτόδικης συζητήσεως και για τον λόγο ότι υποβλήθηκε αορίστως με την επανάληψη δηλαδή των στοιχείων του νόμου. Και β) Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε παρά τον νόμο τον διατυπωθέντα ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος) ότι η νομή των αναιρεσίβλητων και των προκατόχων τους δεν υπήρξε αδιατάρακτη η απόρριψη δε αυτή έλαβε χώρα με αιτιολογίες ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (αν ήθελε υποτεθεί ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης) και τις άνω παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ισχυρισμός τους περί κτήσεως της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 3127/2003, από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους και τη σύζυγό του έλαβε χώρα νομίμως δηλαδή σε ακίνητο προβλεπόμενο από τον νόμο, με δεκαετή νομή και νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία καταρτισθέντα και μεταγραφέντα μετά τις 23.02.1945. Σημειώνεται ότι η αναφορά του εύχρηστου νομικού όρου νομή, εφόσον αφορά αστικό εντός σχεδίου πόλεως ακίνητο, είναι επαρκής και δεν καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό αόριστο.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα περιστατικά από τα απαιτούμενα από τον νόμο για την εφαρμογή της.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και μάλιστα με το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν την απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απαίτησε για την παραδοχή του ισχυρισμού αυτού (αναιρεσείοντος), περί του ότι η νομή την οποία επικαλέστηκε αρχικά ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων και κατόπιν αυτοί για την κτήση της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου δεν ήταν αδιατάρακτη, ενόψει των ενεργειών αυτού (αναιρεσείοντος), περισσότερα περιστατικά από όσα η σχετική διάταξη του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 3127/2003) απαιτούσε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δεν δέχτηκε " ... ότι η καταγραφή του ενδίκου ακινήτου στα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων, με αριθμό 162, η σύνταξη κατά το έτος 1981 της από 02 Οκτωβρίου εκθέσεως του Επιθεωρητή Δημόσιων Κτημάτων Γ. Κ. και η σύνταξη της από 12.01.1993 Γενικής Εκθέσεως της (τέως) Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου περί "Κτηματογράφησης Δημοσίων Ακινήτων αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. Σπάρτης, ..." συνιστούσαν πράξεις οχλήσεως εκ μέρους του, με αποτέλεσμα η επικαλούμενη από τους αναιρεσίβλητους νομή να μην είναι αδιατάρακτη, επειδή οι πράξεις αυτές, ως εσωτερικές των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, μη δυνάμενες να γίνουν αντιληπτές από τρίτα πρόσωπα, δεν διατάραξαν τη νομή επί του ενδίκου ακινήτου των δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων και αυτών. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 4 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 3127/2003) και, επομένως, δεν υπάρχει περίπτωση ευθείας παραβάσεως αυτού. Ως προς το δεύτερο σκέλος του αυτού (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως περί εκ πλαγίου παραβάσεως της αυτής διατάξεως σημειώνεται ότι η αποδιδόμενη αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αόριστη και τούτο διότι αυτή αιτίαση εξαντλείται σε γενικόλογες επισημάνσεις (" ... η απόρριψη δε αυτή έλαβε χώρα με αιτιολογίες ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές. ... ."). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητων), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.10.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Π. Κ. του Γ., χήρας Κ. Τ., Δ. Τ. του Κ., Α. Τ. και Π. Τ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 198/11.05.2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ