ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1349/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1349/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1349/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1349 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1349/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ" ("Τ.Ε.Α.Σ.") που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2066/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4637/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/7/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, τελεσίδικη, με αριθ. 4637/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 2066/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η από 10.7.2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας για αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από αδικοπραξία της τελευταίας, διαπραχθείσας στο πλαίσιο μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. άρθρο 575 ΚΠολΔ). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της διάταξης αυτής στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό Τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. α' στοιχ. β' και εδ. β' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. β' και εδ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 947/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 391/2021, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 1125/2019), όπως επίσης και στις περιπτώσεις που το Τμήμα έλαβε απόφαση για την αίτηση αναίρεσης με πλειοψηφία μιας ψήφου και επιπρόσθετα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή Τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις".

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσίβλητο με την από 10.7.2016 ένδικη αγωγή του ιστορούσε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας (αναιρεσείουσας), με την οποία συνεργαζόταν στο πλαίσιο συμβάσεων τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων και δη προθεσμιακών καταθέσεων, παρέχοντάς του επενδυτικές συμβουλές, του πρότειναν, τον Ιούλιο του 2008, να προβεί στην αγορά "Μετατρέψιμων Χρεογράφων", έκδοσης της εναγομένης, ήτοι, ενός νέου, κατά τους ισχυρισμούς τους, εξαιρετικά συμφέροντος για το ίδιο καταθετικού προϊόντος της εναγομένης, διότι προσέφερε σταθερό επιτόκιο 6,5%, περιοδικής απόδοσης τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένης επιστροφής κεφαλαίου, οι δε οι υπάλληλοι της εναγομένης το διαβεβαίωναν ότι επρόκειτο για προϊόν που προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση και ήταν ιδιαίτερα ασφαλές, καθώς, μετά το πέρας της συμφωνηθείσας πενταετούς διάρκειάς του η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να τους αποδώσει το αρχικό κεφάλαιο. Ότι, ενόψει του ότι πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων, τοποθέτησε συνολικό ποσό 700.000 ευρώ στο ανωτέρω επενδυτικό προϊόν με τίτλο "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2000/2013", του ποσού προερχόμενου από τον αναφερόμενο στην αγωγή λογαριασμό του, χωρίς να του παραδοθούν έγγραφα πληροφόρησης, ενημερωτικό υλικό, αλλά και οι όροι της κατάθεσης. Ότι, στη συνέχεια, το έτος 2011, λόγω των παραινέσεων και της άσκησης διαρκούς πίεσης από τους υπαλλήλους της εναγομένης, αφού πείσθηκε εκ νέου από τα λεγόμενα των τελευταίων ότι η επένδυσή του θα είναι εξασφαλισμένη, μετέτρεψε τα "Μετατρέψιμα Χρεόγραφα" σε "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου", τραπεζικά προϊόντα επενδυτικά και σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους, και πάλι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη ενημέρωση ως προς το εν λόγω επενδυτικό προϊόν. Ότι, παρά την πεποίθησή του ότι είχε προβεί στην ασφαλέστερη δυνατή τοποθέτηση των χρημάτων του, τον Ιούνιο του 2012, αφού διαπίστωσε ότι δεν είχαν πιστωθεί οι συμφωνηθέντες τόκοι του πρώτου εξαμήνου έτους 2012, ενημερώθηκε δε από την Τράπεζα ότι αυτή είχε μετατρέψει μονομερώς και υποχρεωτικά την κατάθεση των 700.000 ευρώ σε μετοχές της ισόποσης αξίας, αντιλήφθηκε ότι το προϊόν, στο οποίο είχε τοποθετήσει τα χρήματά του, δεν ήταν ένα είδος προνομιακής προθεσμιακής κατάθεσης, αλλά επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, για τον οποίο δεν είχε ενημερωθεί πλήρως, με συνέπεια να αγνοεί κατά το χρόνο της αγοράς του ότι το σύνολο της επένδυσής του διέτρεχε εξαιρετικούς κινδύνους, διότι ήταν εξαρτημένη από άλλους αστάθμητους παράγοντες, μελλοντικούς, σχετικούς με την φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος, αλλά και την πορεία της κυπριακής και της ελληνικής οικονομίας, τη γενικότερη αστάθεια των κεφαλαιαγορών και την απόκτηση ομολόγων ελληνικού δημοσίου. Ότι κατά τον χρόνο της σύναψης της μεταξύ τους συμφωνίας (2008) και, κυρίως, κατά τον χρόνο μετατροπής της (2011), οι κίνδυνοι του προϊόντος αυτού ήταν ορατοί στην εναγομένη, οι δε υπάλληλοί της τους απέκρυψαν, προκειμένου να συμβληθεί μαζί της, εν γνώσει τους ότι το ίδιο ουδέποτε είχε σχέση με χρηματοπιστωτικά προϊόντα και με υψηλού κινδύνου τραπεζικές επενδύσεις, αλλά αντιθέτως ότι είχε το προφίλ του συντηρητικού επενδυτή. Ότι στην κατάρτιση της σύμβασης αγοράς του προϊόντος αυτού προέβη, λόγω εξαπάτησής του από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, διότι του παρέστησαν ψευδώς ότι επρόκειτο για ασφαλές καταθετικό προϊόν, που διασφάλιζε την απόδοση τόκων και την ακεραιότητα του κεφαλαίου του κατά τη λήξη του, που προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση, ενώ το αληθές, το οποίο γνώριζαν οι υπάλληλοι της εναγομένης, ήταν ότι επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, ουσιωδώς διάφορο των προϊόντων που κατείχε το ίδιο έως το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων αυτών, και το οποίο εκδόθηκε για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της εναγομένης, στοιχεία τα οποία δολίως, διαφορετικά από βαριά αμέλεια, αποσιώπησαν, ενώ η αποκάλυψή τους σε αυτό, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης που είχαν προς αυτό, με βάση την καλή πίστη, αλλά και την προϋπάρχουσα μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης. Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά της η εναγομένη, κατά την προς αυτό παροχή επενδυτικών συμβουλών, παραβίασε τις συμβατικές υποχρεώσεις της για ακριβή και πλήρη ενημέρωσή του, ενώ παράλληλα του προκάλεσε πεπλανημένη πεποίθηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση της αλήθειας, κατευθύνοντας δόλια τη βούλησή του με την παρουσίαση της όλης επένδυσης ως εγγυημένου κεφαλαίου και μηδενικού κινδύνου. Ότι το ίδιο επέχει θέση καταναλωτή στις ένδικες συμβάσεις, καθώς είναι ο τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών της εναγομένης, οι οποίες (υπηρεσίες) δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά την παραδεκτή μετατροπή μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με απόφαση κηρυσσόμενη προσωρινά εκτελεστή, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ για την απώλεια του κεφαλαίου του, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει επιπλέον για την ίδια αιτία το ποσό των 600.000 ευρώ, γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει το ποσό των 83.125 ευρώ για την απώλεια τόκων από την εκμετάλλευση του κεφαλαίου του και, τέλος, γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στο ενάγον - αναιρεσίβλητο το ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει στο ενάγον το ποσό των 600.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και το ποσό των 8.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, όλα τα άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση και καταδίκασε την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, που προσδιόρισε σε 7.000 ευρώ. Κατόπιν άσκησης έφεσης από την εναγομένη κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η με αριθ. 4637/2020 απόφαση του τελευταίου, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, συμψήφισε δε μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα, λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη αφενός σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ και αφετέρου σε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των συγκεκριμένων κανόνων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, μη δεχόμενο ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 26.3.2013 υπαγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) σε καθεστώς εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων του σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και του ότι (η ζημία αυτή) επήλθε τελικά εξαιτίας της, κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενέστερα, μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές και της απομείωσης στη συνέχεια της αξίας των μετοχών αυτών. Τον ως άνω ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας η αναιρεσείουσα τον προβάλλει παραδεκτά (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι τον προέβαλε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, με την έφεσή της στο Εφετείο. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, ότι α) η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν το άπειρο περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα αναιρεσίβλητο, που είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς το, με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΑΕΚ, υβριδικά και ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στη σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόντα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους αναιρεσείουσας Τράπεζας, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτό, ως ιδιώτη επενδυτή, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τράπεζας, που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου του και β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας του αναιρεσιβλήτου υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί, αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα παράνομο και υπαίτιο τρόπο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κίνδυνος να καταστεί αφερέγγυα η Τράπεζα δεν συνιστά γεγονός απρόβλεπτο και αναπόφευκτο, αντιθέτως, η επέλευση του κινδύνου είναι ενδεχόμενη, καθόσον όλα τα χρηματιστηριακά προϊόντα είναι συνδεδεμένα άρρηκτα με την οικονομική πορεία του εκδότη τους και, στην προκείμενη περίπτωση, η εξαιρετικά δυσχερής οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, ήδη γνωστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης αγοράς ΜΑΕΚ από το αναιρεσίβλητο και η εν συνεχεία αίτηση - σύμβαση μετατροπής αυτών σε μετοχές της, αποτέλεσε την αιτία να τεθεί αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης με την ψήφιση ειδικού νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, που επέφερε και τη ζημία του ενάγοντος. Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή, εάν υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αναφερόμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας (εναγόμενης) Τράπεζας και της ένδικης ζημίας του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος ΝΠΙΔ) ή όχι, δηλαδή, εάν η αναφερόμενη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας του αναιρεσιβλήτου, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025, που ήταν ως εκ τούτου γνωστή στο αυτό Α1 Τμήμα όταν άρχισε (30.6.2025) η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η ενδεχόμενη παραπομπή και της κρινόμενης υπόθεσης θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, ως προς τους υπόλοιπους λόγους αναίρεσης, το παρόν Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το προαναφερόμενο ζήτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της από 14.7.2022 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (Λ.Τ.Δ.) για την αναίρεση της με αριθμό 4637/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

<< Επιστροφή