ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1351 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1351/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., 3) Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις, 9) Ν. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10) Ο. Π. του Π., συζύγου Ν. Λ., κατοίκου ..., 11) Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., 12) Α. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 13) Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., 14) Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 15) Ε. Π. συζύγου Γ. Π., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., 16) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις, 17) Χ. - Σ. Π. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 18) Σ. Π., συζύγου Χ. - Σ. Π., το γένος Χ. Δ., 19) Ι. Π. του Χ. - Σ., κατοίκων ..., 20) Α. Σ. του Α., 21) Μ. Κ. του Δ., συζύγου Α. Σ., κατοίκων ..., 22) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 23) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 25) Χ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καούρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητος Χ. - Σ. Π. του Ι., απεβίωσε στις .../2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Αμαρουσίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Σ. Π., το γένος Χ. Δ., β) Ι. Π. του Χ. - Σ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3167/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4173/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Μ. Α., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Μαρκουλάκο, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, καθόσον τους είχε εκπροσωπήσει στην κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο τέταρτος και ο ένατος των αναιρεσιβλήτων, ήτοι, Γ. Γ. και Α. Κ., δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση ως προς αυτούς παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΟλΑΠ 17/1989, ΑΠ 709/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση ο δέκατος έβδομος των αναιρεσιβλήτων Χ. - Σ. Π. του Ι. απεβίωσε στις 24.11.2020 (βλ. το προσκομιζόμενο από τους όπως παρακάτω κληρονόμους του, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, με αριθ. πρωτ. 3980/25.11.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξη θανάτου), ήτοι, πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ανακοίνωσε τον θάνατο του ανωτέρω και δήλωσε ότι την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η χήρα του Σ. Π., το γένος Χ. Δ. και ο γιος του Ι. Π. του Χ. - Σ. και προσκόμισε το με αριθ. πρωτ. ....2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αμαρουσίου, το με αριθ. ....2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου περί μη αποποίησης κληρονομίας του άνω αποβιώσαντος και το με αριθ. ....2021 πιστοποιητικό της Γραμματέα του αυτού Ειρηνοδικείου περί μη δημοσίευσης διαθήκης του εν λόγω αποβιώσαντος. Επομένως, παραδεκτά προχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον 17ο αναιρεσίβλητο, με τη συνέχιση της δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Με την κρινόμενη από 17.06.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, τελεσίδικη, με αριθ. 4173/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη 2ης, 6ης και 15ου των εναγόντων κατά της με αριθ. 3167/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (εκκαλούμενη απόφαση), είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη 2ης, 6ης και 15ου των εναγόντων, που είχαν ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την δεύτερη, την έκτη και τον δέκατο πέμπτο των εναγόντων, ήτοι, Μ. Γ. του Χ., Μ. Γ., σύζ. Γ. Γ., το γένος Κ. Φ. και Μ. Η. του Α., για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους και υποχρέωσε την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο αντίστοιχο στο διατακτικό αυτής ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη (καθένας από αυτούς) από αδικοπραξία της τελευταίας, διαπραχθείσας στο πλαίσιο μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. άρθρο 575 ΚΠολΔ). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της διάταξης αυτής στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό Τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. α' στοιχ. β' και εδ. β' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. β' και εδ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 947/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 391/2021, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 1125/2019), όπως επίσης και στις περιπτώσεις που το Τμήμα έλαβε απόφαση για την αίτηση αναίρεσης με πλειοψηφία μιας ψήφου και επιπρόσθετα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή Τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις".

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι και οι λοιποί ως άνω μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη με την από 6.12.2016 ένδικη αγωγή τους ιστορούσαν ότι οι αναφερόμενοι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης κυπριακής τραπεζικής εταιρείας (αναιρεσείουσας), με την οποία συναλλάσσονταν στο πλαίσιο συμβάσεων τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων και δη προθεσμιακών καταθέσεων, έχοντας αναπτύξει πολυετή σχέση εμπιστοσύνης, τους συνέστησαν, με πρωτοβουλία της εναγομένης, παρέχοντας σ' αυτούς σχετική επενδυτική συμβουλή, να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σ' ένα νέο τραπεζικό προϊόν, το οποίο τους παρέστησαν ότι είναι ελκυστικό και προσομοιάζει με προθεσμιακή κατάθεση, καθώς μετά το πέρας της συμφωνημένης πενταετούς διάρκειας αυτού, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία είχε υποχρέωση να τους αποδώσει το αρχικό κεφάλαιο, το οποίο θα είχε σταθερό επιτόκιο 5,5%, καθώς και να καταβάλει τους τόκους ανά εξάμηνο στο λογαριασμό του ταμιευτηρίου. Ότι οι ενάγοντες, πεπεισμένοι από τις διαβεβαιώσεις των ως άνω υπαλλήλων της εναγομένης (πρώτης) και προστηθέντων αυτής (μεταξύ των οποίων ο δεύτερος εναγόμενος, κατά του οποίου δεν στράφηκε η έφεση, ενώ ως προς τον αρχικά τρίτο εναγόμενο καταργήθηκε η δίκη), προέβησαν το 2009 στην κατάρτιση με την εναγομένη συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβάσεωνς αγοράς "Μετατρέψιμων Αξιογράφου Κεφαλαίου" (ΜΑΚ), έκδοσης της τελευταίας, με την αναγραφόμενη στην αγωγή αξία για καθένα των εναγόντων, τα δε επενδυθέντα ποσά από τον καθένα εκταμιεύτηκαν από τους αναφερόμενους κατά περίπτωση λογαριασμούς. Ότι, εντούτοις, τα προαναφερόμενα αξιόγραφα δεν λειτουργούσαν ως προθεσμιακή κατάθεση με ορισμένη διάρκεια, σταθερό επιτόκιο, περιοδική απόδοση τόκων και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου και δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους, αλλά στην πραγματικότητα χαρακτηρίζονταν από τους αναφερόμενους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά τον χρόνο αγοράς των επίμαχων προϊόντων (ομολόγων), λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσής τους από τους προαναφερόμενους, μη εξειδικευμένους, υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι τους εξαπάτησαν, με σκοπό την εκ μέρους της τελευταίας άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων. Ότι κατά το αμέσως επόμενο της κατάρτισης των ανωτέρω συμβάσεων διάστημα οι ενάγοντες ελάμβαναν τους τόκους που αντιστοιχούσαν στις επενδύσεις τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κονδύλια και για το λόγο αυτό δεν χρειάστηκε να αναρωτηθούν για την καταλληλότητα του τραπεζικού προϊόντος, στο οποίο είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους. Ότι στη συνέχεια, ύστερα από νέα πρωτοβουλία και προτροπές των υπαλλήλων της εναγομένης, τον Μάιο του 2011, κατά τον παρατιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο τρόπο, πείστηκαν να ανανεώσουν την επένδυσή τους, ανταλλάσσοντας τα τραπεζικά προϊόντα που είχαν ήδη λάβει με νέα, τα οποία παρουσιάστηκαν ως αναγκαίο και επωφελές παρακολούθημα της μέχρι τότε υφιστάμενης μεταξύ τους επενδυτικής σχέσης (με αντικείμενο τα ΜΑΚ), αλλά θα είχαν συμφερότερους γι' αυτούς όρους, ήτοι, υψηλότερο επιτόκιο, ανερχόμενο σε 6,5% ετησίως, διάρκειας πέντε (5) ετών, με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου. Ότι πείστηκαν και πάλι από τις διαβεβαιώσεις των ως άνω υπαλλήλων, οι οποίοι τους παρουσίαζαν την εν λόγω επένδυση ως ιδιαίτερα δελεαστική και απόλυτα συμβατή με το δικό τους επενδυτικό προφίλ, και τον Μάιο του 2011 προέβησαν στην κατάρτιση με την εναγομένη σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και σύμβασης αγοράς Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), έκδοσης της τελευταίας, με τ ην αναγραφόμενη στην αγωγή αξία για καθένα από αυτούς (ενάγοντες). Ότι στην πραγματικότητα τα ανωτέρω ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ήταν υβριδικά και μετατρέψιμα, σύνθετα στη σύλληψη και λειτουργία τους, με όρους μονομερώς προδιατυπωμένους, συνιστώντα μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις της εναγόμενης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας, συνδεόμενα με πλήθος κινδύνων, είτε γενικών (κίνδυνος πτώχευσης της εναγομένης, κίνδυνος επιτοκίου, πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος ρευστότητας αγοράς) είτε ειδικών (κίνδυνος φερεγγυότητας της εναγόμενης τράπεζας, κίνδυνος απώλειας κεφαλαιακής επάρκειας, κίνδυνος ακύρωσης καταβολής τόκων, επιχειρηματικός κίνδυνος, κίνδυνος εκμηδένισης της αξίας τους λόγω μετατροπής τους σε μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης κλπ.), διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αόριστης διάρκειας (perpetual), περιέχοντα τον όρο της ακύρωσης πληρωμής τόκων σε περίπτωση κεφαλαιακής ανεπάρκειας της εναγομένης (τα ΜΑΚ) ή, επιπλέον, τον όρο της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές (convertible contingent ή coco - τα ΜΑΕΚ). Ότι κατά το προηγούμενο έτος (Ιούλιο 2008) εξέδωσε αυτή τα Μετατρέψιμα Χρεώγραφα - ΜΧ 2013/2018, συνολικού ύψους 583.000.000 €, με σκοπό την ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς της (δευτροβάθμιο κεφάλαιο - Tier 2), για τον λόγο δε αυτό προώθησε τα εν λόγω χρηματοοικονομικά προϊόντα, που ήταν σχεδιασμένα για να "απορροφούν" τυχόν ζημίες της, στη λιανική τραπεζική (δηλαδή σε πλήθος πελατών, καταθετών ή μετόχων της) ως "μηδενικού ρίσκου" και ασφαλή προϊόντα, όπως μια προθεσμιακή κατάθεση. Ότι στις 6.6.2009 η εναγομένη προέβη στην έκδοση των ΜΑΚ, συνολικού ύψους 659.000.000 €, με το οποίο αποσκοπούσε πλέον στην ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης, με την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων της (Tier 1), σκοπεύοντας σε ανταλλαγή κατά ποσοστό 100% των ΜΧ 2013/2018 από τα ΜΑΚ, πείθοντας τους κατόχους των ΜΧ 2013/2018 ότι τα ΜΑΚ είναι εξίσου ασφαλή χρηματοοικονομικά προϊόντα, βελτιωμένα ως προς το επιτόκιο και περισσότερο συμφέροντα, αποκρύπτοντας όμως την επιδείνωση της πραγματικής κεφαλαιακής της θέσης λόγω της υπερβολικής έκθεσής της σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2009 - Απριλίου 2010 σε ποσό 2.400.000.000 €, καθ' ον χρόνο το κεφάλαιο αυτής ανερχόταν σε 2.500.000.000 €, με ποσοστό συγκέντρωσης πραγματικού κινδύνου 80%, τελικά δε υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής λόγω απομείωσης της αξίας των ΟΕΔ, ποσού 529.513.000 €, με συνέπεια την επιδείνωση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθόσον δεν είχε λάβει μέτρα αποφυγής ή περιστολής της ζημίας της, είτε με πώληση ΟΕΔ είτε με αγορά πιστωτικής προστασίας - CDS). Ότι η εναγομένη αφενός μεν απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικά τη θέση της στις οικονομικές της καταστάσεις, αφετέρου δε εξέδωσε στις 18.5.2011 και προώθησε στη συνέχεια μέσω των εντεταλμένων υπαλλήλων της στους πελάτες λιανικής τραπεζικής τα ΜΑΕΚ, συνολικού ύψους 1.342.000.000 €, από το οποίο τελικά καλύφθηκε το ποσό των 915.000.000 €, τα οποία όμως εντάσσονταν στα ίδια κεφάλαια αυτής, προσαυξάνοντας τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Core Tier 1 και διαλάμβαναν τους ιδιαίτερα δυσμενείς όρους της υποχρεωτικής ακύρωσης τόκων και της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, εν τέλει δε έπεισε τους κατόχους ΜΑΚ να προβούν σε ανταλλαγή τους με ΜΑΕΚ (όπως στην προκείμενη περίπτωση τους ενάγοντες), τα οποία, όμως παρείχαν σ' αυτήν τις ως άνω ευχέρειες μονομερούς ενέργειας. Ότι, δηλαδή, η εναγομένη, αφού εγκλώβισε τους ενάγοντες σε μια επενδυτική σχέση με την έκδοση και προώθηση των ΜΑΚ (το 2009), παραπλανώντας τους ως προς τις αληθείς ιδιότητες και του διαλαμβανόμενους σε αυτά κινδύνους, εξέδωσε και προώθησε σε αυτούς τα ΜΑΕΚ (το 2011), καταπείθοντάς τους να προβούν σε ανταλλαγή δήθεν προς το συμφέρον τους, ενώ πραγματικός αποκλειστικός σκοπός της ήταν η, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και του εγχειριδίου πολιτικής κινδύνων, χρησιμοποίηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων ως εργαλείων ενίσχυσης και διατήρησης της κεφαλαιακής της επάρκειας, εκμεταλλεύτηκε δε την προνομιακή της πληροφόρηση σε σχέση με αυτούς, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική υποδομή της (διατήρηση καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα), την εκτεταμένη δυνατότητα διείσδυσης στην προσωπική τους σφαίρα, ώστε με ελλιπή ενημέρωση και συμβουλές να τους καταπείσει δολίως να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους αρχικά σε ΜΑΚ και στη συνέχεια σε ΜΑΕΚ. Ότι για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών οργάνωσε "εκστρατείες" προώθησης των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, όρισε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, έθεσε συγκεκριμένη στοχοθέτηση ανά κατάστημα (η οποία στις περιπτώσεις ανταλλαγής των ΜΧ 2013/2018 σε ΜΑΚ και των ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ έφθανε σε ποσοστό 100% της προηγούμενης έκδοσης) και έδωσε ρητές οδηγίες και εντολές προς τους υπαλλήλους της σχετικά με την προώθηση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι η υλοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου έλαβε χώρα μέσω του νόμιμα εγκατεστημένου στην Ελλάδα καταστήματος αυτής (πρώτης εναγόμενης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας), Γενικός Διευθυντής του οποίου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και Διευθυντής Χρηματιστηριακών Υπηρεσιών Θεματοφυλακής και Επενδυτικής Τραπεζικής Ελλάδος ήταν αρχικά ο τρίτος εναγόμενος, οι οποίοι ανέλαβαν να κατευθύνουν, συντονίσουν και οργανώσουν την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν αγόρασαν πρωτογενώς ή δευτερογενώς τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα με δική τους πρωτοβουλία, αλλά η πρώτη εναγομένη, δια των εντεταλμένων υπαλλήλων της - προστηθέντων αυτής (η πλειονότητα των οποίων δεν είχε πιστοποιηθεί κατά τις σχετικές προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας), τους κατηύθυνε, παρέχουσα επενδυτικές συμβουλές, στην αγορά αρχικά των ΜΧ 2013/2018 ή των ΜΑΚ (για όσους δεν είχαν αγοράσει τα πρώτα, όπως οι ενάγοντες) και εν τέλει των ΜΑΕΚ, δηλαδή τους κατηύθυνε στη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή, α) χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα διαχείρισης της σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία δημιουργήθηκε από την διάθεση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων από την ίδια ως εκδότρια αυτών, β) χωρίς να τηρήσει τις υποχρεώσεις επιμέλειας και διαφώτισης, οι οποίες απορρέουν από την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της και γ) χωρίς να τηρήσει την υποχρέωση άντλησης πληροφοριών αναφορικά με την πείρα και τις γνώσεις αυτών (εναγόντων) στον επενδυτικό τομέα και την οικονομική κατάσταση και τους στόχους τους (έλεγχος καταλληλότητας / συμβατότητας). Αντίθετα, δημιούργησε σε αυτούς μέσω των οργάνων και υπαλλήλων της παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με τις αληθείς ιδιότητες των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, διαβεβαιώνοντάς τους ότι αυτά ήταν απολύτως προσαρμοσμένα στις ανάγκες και τους στόχους τους και εν τέλει τους κατέπεισε να προβούν σε αγορά τους, αναφερόμενη στην ασφάλεια που προσομοιάζει με αυτή της προθεσμιακής κατάθεσης, στην πενταετή δήθεν διάρκεια, στην εγγύηση του κεφαλαίου κατά ποσοστό 100% κατά τη λήξη τους (στις 30.6.2014 για τα ΜΑΚ και στις 30.6.2016 για τα ΜΑΕΚ), στην εγγυημένη απόδοση τόκων ανά εξάμηνο με σταθερό προνομιακό επιτόκιο και στη φερεγγυότητα και αξιοπιστία της ίδιας ως πιστωτικού ιδρύματος. Ότι για όλα τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα είχαν εκδοθεί από την εναγομένη αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία, τα οποία όμως ουδέποτε τους χορήγησε, ούτε γνωστοποίησε την ύπαρξή τους, ούτε υπέγραψαν ή έλαβαν αυτά υπόψη τους πριν από την αγορά των προκείμενων επενδυτικών προϊόντων. Ότι, εάν είχαν ενημερωθεί επαρκώς και γνώριζαν την αληθή φύση των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, δεν θα είχαν προβεί στην προταθείσα από τους υπαλλήλους της εναγομένης επένδυση, δεν θα είχαν προβεί σε τοποθέτηση των κεφαλαίων τους αρχικά στα ΜΑΚ το 2009 και, στη συνέχεια, δεν θα είχαν συναινέσει στην ανταλλαγή τους με τα ΜΑΕΚ το 2011. Ότι, ειδικότερα, καθένας από αυτούς διατηρούσε συναλλακτική σχέση με την εναγομένη (διατηρώντας απλούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή προθεσμιακές καταθέσεις), έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων της τελευταίας, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη σχέση αυτή, τους προσέγγισαν είτε απ' ευθείας στο πλαίσιο της διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών είτε τηλεφωνικά και τους πρότειναν τις ως άνω επενδύσεις, υπερτονίζοντας τα πλεονεκτήματα των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σε επίπεδο απόδοσης του κεφαλαίου τους και διαβεβαιώνοντάς τους ότι η τοποθέτηση των χρημάτων τους είναι απολύτως εγγυημένη και μηδενικού ρίσκου, όπως ακριβώς στην προθεσμιακή κατάθεση. Ότι, αφού πείσθηκαν από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης, κατά τα προεκτεθέντα, επένδυσαν το κεφάλαιό τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο για καθένα των εναγόντων. Ότι αρχικά εισέπρατταν κανονικά τους συμφωνηθέντες τόκους, πλην όμως, μετά τον Μάιο του 2012 η εναγομένη ήλθε σε επαφή μαζί τους με δική της πρωτοβουλία και, επικαλούμενη την πρόκληση σ' αυτήν σημαντικής ζημίας από τη μείωση της αξίας ("κούρεμα") των τηρούμενων στο χαρτοφυλάκιό της ΟΕΔ, τους κάλεσε να προβούν σε εθελοντική ανταλλαγή των προϊόντων τους με μετοχές της. Ορισμένοι από αυτούς, που κατονομάζονται, δέχθηκαν τη μετατροπή, ενώ άλλοι την αρνήθηκαν, αγνοώντας ότι η αντισυμβαλλομένη τους είχε ήδη αποκτήσει δικαίωμα μονομερούς μετατροπής των προϊόντων τους (που είχαν ήδη καταστεί ΜΑΕΚ) σε μετοχές. Ότι, κατά το θέρος του 2012, η εναγομένη προέβη μονομερώς σε ακύρωση της καταβολής τόκων, ασκώντας, όπως για πρώτη φορά το πληροφορήθηκαν, συμβατικό της δικαίωμα. Ότι, εν τέλει, δυνάμει, α) του από 29.3.2013 "Περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛΤΔ" διατάγματος, που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης και β) του από 30.7.2013 "Περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛΤΔ (Τροποιητικό Αρ. 3)" διατάγματος, που εξέδωσε ομοίως η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, το επενδεδυμένο σε ΜΑΕΚ κεφάλαιο όσων από αυτούς δεν είχε εθελοντικά μετατραπεί σε μετοχές, μετατράπηκε υποχρεωτικά σε μετοχές της εναγομένης, ονομαστικής αξίας καθεμιάς μετοχής ενός ευρώ (1 €), κατά τα αναλυτικά στην αγωγή εκτιθέμενα, με συνέπεια να υποστεί σημαντική ζημία καθένας των εναγόντων, λόγω απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου του, καθόσον οι ευρισκόμενες στα χέρια τους μετοχές έχουν μηδενική αξία. Ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση σε αποκατάσταση της ζημίας τους με βάση α) τις διατάξεις του ν. 3606/2007 και της συναφούς νομοθεσίας, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στις μεταξύ τους σχέσεις, στο πλαίσιο εκπλήρωσης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, β) τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ. ΑΚ), έχουν δε υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο και γ) τις διατάξεις περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες (άρθρο 8 ν. 2251/1994), καθόσον οι ίδιοι επέχουν θέση καταναλωτή στις ένδικες συμβάσεις, όντας οι τελικοί αποδέκτες των υπηρεσιών της εναγομένης, οι οποίες (υπηρεσίες) δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε καθένα των εναγόντων το αναφερόμενο αντίστοιχο στο αγωγικό δικόγραφο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία τους.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη αφενός σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ και αφετέρου σε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των συγκεκριμένων κανόνων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, μη δεχόμενο ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 26.3.2013 υπαγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) σε καθεστώς εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Χρεόγραφα (ΜΧ), κατόπιν, σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (ΜΑΚ) και, στη συνέχεια, σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και του ότι (η ζημία αυτή) επήλθε τελικά εξαιτίας της, κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενέστερα, μετατροπής των ΜΧ, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ σε μετοχές και της απομείωσης στη συνέχεια της αξίας των μετοχών αυτών. Τον ως άνω ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας η αναιρεσείουσα τον προβάλλει παραδεκτά (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι τον προέβαλε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, με τις προτάσεις της κατά της έφεσης των εναγόντων στο Εφετείο.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, ότι α) η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τους άπειρους περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα αναιρεσιβλήτους, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς τους, με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΧ, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα (στην αναιρεσιβαλλομένη) για καθένα των εναγόντων, ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στη σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόντα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους αναιρεσείουσας Τράπεζας, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτούς, ως ιδιώτες επενδυτές, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τράπεζας, που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου τους και β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ανωτέρω προστηθέντων της αναιρεσείουσας και της επελθούσας ζημίας καθενός των αναιρεσιβλήτων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, επέφερε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί, αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα παράνομο και υπαίτιο τρόπο, λαμβανομένου υπόψη ότι η μετατροπή των απαιτήσεων των εναγόντων, που ήταν μειωμένης εξασφάλισης, σε μετοχές, δεν ήταν τυχαίο, απροσδόκητο και πάντως εξωγενές γεγονός, αλλά πραγμάτωση των κινδύνων στους οποίους τους εξέθεσε η αναιρεσείουσα, η οποία, αν είχε τηρήσει τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της και τους είχε πλήρως και ορθώς ενημερώσει σε σχέση με τα αληθή χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους των ΜΧ, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, ουδέποτε θα είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε αυτά τα προϊόντα, δηλαδή, δεν θα είχαν το 2008 αρχικά τοποθετήσει τα χρήματά τους στα ΜΧ και δεν θα τα είχαν ανταλλάξει το 2009 με ΜΑΚ και, στη συνέχεια, με ΜΑΕΚ, συνεπώς, η ζημία τους θα είχε αποφευχθεί. Τούτο δε διότι τα κεφάλαιά τους αποτελούσαν εξ αρχής και εν αγνοία τους, ήδη από το 2008, τα μέτρα αντιστάθμισης του επιχειρηματικού κινδύνου της αναιρεσείουσας, καθόσον εξ αρχής οι όροι των επίμαχων προϊόντων και η ριψοκίνδυνη επενδυτική στρατηγική της εμπόδιζαν την επίτευξη του ήδη γνωστού στην ίδια σκοπού όλων των εναγόντων, που ήταν η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, η απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και η επιστροφή τους κεφαλαίου τους στην πενταετία.
Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή, εάν υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αναφερόμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας (εναγόμενης) Τράπεζας και της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) ή όχι, δηλαδή, εάν η αναφερόμενη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025, που ήταν ως εκ τούτου γνωστή στο αυτό Α1 Τμήμα όταν άρχισε (30-6-2025) η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η ενδεχόμενη παραπομπή και της κρινόμενης υπόθεσης θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, ως προς τους υπόλοιπους λόγους αναίρεσης, το παρόν Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το προαναφερόμενο ζήτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της από 17.6.2022 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (Λ.Τ.Δ.) για την αναίρεση της με αριθμό 4173/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή