Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1352 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1352/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., 4) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Σ. Δ. του Ε., 6) Μ. Σ. του Μ., κατοίκων ..., 7) Ζ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δημητρία Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Γ. Μ. του Κ., 10) Σ. Λ. του Δ., κατοίκων ..., 11) Ε. Φ. του Δ., 12) Ε. Φ. του Ι., συζύγου Ε. Φ., κατοίκων ..., 13) S. K. του G., κατοίκου ..., 14) Α. Μ. του Λ., 15) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 16) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 17) Δ. Β. του Γ., 18) Π. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δημητρία Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2765/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6638/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Μ. Α., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Μαρκουλάκο, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, καθόσον τους είχε εκπροσωπήσει στην κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο όγδοος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση ως προς αυτούς παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ,. Με την κρινόμενη από 13.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, τελεσίδικη, με αριθ. 6638/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη 5ης, 6ου, 11ης και 20ης των εναγόντων κατά της με αριθ. 2765/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (εκκαλούμενη απόφαση), αφού είχε κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς τον τρίτο εναγόμενο Σ. Κ. του Χ., λόγω παραίτησης των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτόν, είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και των μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη 5ης, 6ου, 11ης και 20ης των εναγόντων, που είχαν ασκήσει κατά της αναιρεσσείουσας, του Ι. Σ. του Γ. - Ι. και του προαναφερόμενου Σ. Κ., ως μη νόμιμη και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την πέμπτη ενάγουσα Κ. Π., τον έκτο ενάγοντα Γ. Π., την ενδέκατη ενάγουσα Μ. Κ. και την εικοστή ενάγουσα Χ. Γ., δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους και υποχρέωσε την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα (κατά της οποίας μόνον άσκησαν την έφεσή τους οι ενάγοντες) να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο αντίστοιχο στο διατακτικό αυτής ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη (καθένας από αυτούς) από αδικοπραξία της τελευταίας, διαπραχθείσας στο πλαίσιο μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. άρθρο 575 ΚΠολΔ). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της διάταξης αυτής στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό Τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. α' στοιχ. β' και εδ. β' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. β' και εδ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 947/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 391/2021, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 1125/2019), όπως επίσης και στις περιπτώσεις που το Τμήμα έλαβε απόφαση για την αίτηση αναίρεσης με πλειοψηφία μιας ψήφου και επιπρόσθετα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή Τμήματος του Αρείου Πάγου, για το ίδιο θέμα, κατά το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ και το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. γ' στοιχ. δ' του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις".
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι και οι λοιποί ως άνω μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη με την από 28.12.2016 αγωγή τους ιστορούσαν ότι οι αναφερόμενοι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης κυπριακής τραπεζικής εταιρείας (αναιρεσείουσας), με την οποία συναλλάσσονταν στο πλαίσιο συμβάσεων τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων και δη προθεσμιακών καταθέσεων, έχοντας αναπτύξει πολυετή σχέση εμπιστοσύνης, τους συνέστησαν, με πρωτοβουλία της εναγομένης, παρέχοντας σ' αυτούς προφορική, συνοπτική, αποσπασματική, μονομερή και μη αντικειμενική ενημέρωση, καθώς και σχετική επενδυτική συμβουλή, να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σ' ένα νέο τραπεζικό προϊόν, το οποίο τους παρουσίασαν ως όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση , πενταετούς διάρκειας, που θα είχε την ασφάλεια της τελευταίας, καθώς και εγγυημένη απόδοση τόκων ανά εξάμηνο με σταθερό προνομιακό επιτόκιο 7,5% τον πρώτο χρόνο και κυμαινόμενο τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ότι, αφού πείσθηκαν οι 1ος, 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7ος, 8η, 9ος, 10ος, 11η, 16η, 17ος, 18η, 19ος, 20η, 21ος και 22η των εναγόντων από τις κατά τον παρατιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο τρόπο διαβεβαίωσης των εν λόγω υπαλλήλων, οι οποίοι μάλιστα τους παρουσίαζαν την παραπάνω επένδυση ως ιδιαίτερα δελεαστική και απόλυτα συμβατή με το δικό τους επενδυτικό προφίλ, προέβησαν τον Ιούλιο του 2008 στην κατάρτιση με την εναγομένη σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και σύμβασης αγοράς "Μετατρέψιμων Χρεογράφων" (ΜΧ ή ΚΥΠΡΟ 1), έκδοσης της τελευταίας, με την αναγραφόμενη στην αγωγή αξία για καθένα των εναγόντων. Ότι λίγους μήνες μετά και, συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2009, και ενώ οι συμφωνηθέντες όροι των ανωτέρω συμβάσεων τηρούνταν κανονικά, ακολουθώντας και πάλι τις συμβουλές και παροτρύνσεις των υπαλλήλων - προστηθέντων της εναγομένης, οι περισσότεροι των άνω εναγόντων (και δη οι 1ος, 3ος, 9ος, 10ος, 11η, 16η, 17ος, 18η, 19ος, 21ος και 22η ) πείστηκαν να ανταλλάξουν τα ανωτέρω χρηματοοικονομικά προϊόντα (ΜΧ ή ΚΥΠΡΟ 1), στην ονομαστική αξία του κεφαλαίου τους, με όμοια - όπως τους τα παρουσίασαν - σε ασφάλεια προϊόντα και με καλύτερο μάλιστα επιτόκιο, με την ονομασία "ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" (ΜΑΚ ή ΚΥΠΡΟΣ 2), τα οποία, σύμφωνα με όσα τους εξέθεσαν οι εν λόγω υπάλληλοι της εναγομένης, αποτελούσαν αναγκαίο και επωφελές παρακολούθημα της σχέσης που ήδη είχαν οικοδομήσει μέσω των ως άνω προϊόντων με αυτή, καθώς επρόκειτο για προϊόντα πενταετούς διάρκειας, ασφαλή, εφάμιλλα των πρώτων (ΜΧ ή ΚΥΠΡΟ 1), βελτιωμένα όμως ως προς το επιτόκιο, αφού πλέον ήταν σταθερό (5,5%) και όχι κυμαινόμενο, όπως εφεξής το επιτόκιο των ΜΧ ή ΚΥΠΡΟ 1 (καθώς είχε παρέλθει το πρώτο έτος). Ότι πέραν των πιο πάνω εναγόντων και οι 2ος, 12ος, 13η, 14ος και 15η από αυτούς, έχοντας οικοδομήσει με την εναγομένη, με την οποία συναλλάσσονταν επί μακρόν στο πλαίσιο της σύναψης συμβάσεων τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων και δη προθεσμιακών καταθέσεων, σχέση εμπιστοσύνης, κατά τον αυτό ως άνω περιγραφέντα τρόπο και, συγκεκριμένα, ακολουθώντας τις συμβουλές και παροτρύνσεις των υπαλλήλων - προστηθέντων αυτής, αποφάσισαν να τοποθετήσουν - για πρώτη φορά - τα χρήματά τους, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στο νέο τραπεζικό προϊόν των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ ή ΚΥΠΡΟΣ 2), καταρτίζοντας με την εναγομένη τις αντίστοιχες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και αγοράς προϊόντος, έχοντας πεισθεί ότι πρόκειται για ένα απολύτως ασφαλές προϊόν μιας φερέγγυας και δυνατής τράπεζας, διάρκειας πέντε ετών, με εγγυημένο κεφάλαιο και σταθερό επιτόκιο, το οποίο μάλιστα ταίριαζε στο επενδυτικό τους προφίλ. Ότι όλοι οι ενάγοντες κατά το αμέσως επόμενο της κατάρτισης των ανωτέρω συμβάσεων διάστημα ελάμβαναν τους τόκους που αντιστοιχούσαν στις επενδύσεις τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κονδύλια και για το λόγο αυτό δεν χρειάστηκε να αναρωτηθούν για την καταλληλότητα των τραπεζικών προϊόντων, στα οποία είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους. Ότι, εντούτοις, τα προαναφερόμενα αξιόγραφα δεν λειτουργούσαν ως προθεσμιακή κατάθεση με ορισμένη διάρκεια, σταθερό επιτόκιο, περιοδική απόδοση τόκων και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου και δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους, αλλά στην πραγματικότητα χαρακτηρίζονταν από τους αναφερόμενους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά τον χρόνο αγοράς των επίμαχων προϊόντων (ομολόγων), λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσής τους από τους προαναφερόμενους, μη εξειδικευμένους, υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι τους εξαπάτησαν, με σκοπό την εκ μέρους της τελευταίας άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων. Ότι εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης τον Αύγουστο του 2013, τα ΜΧ και τα ΜΑΚ, που κατείχαν, μετατράπηκαν αναγκαστικά σε μετοχές της εναγομένης, στερούμενες οποιασδήποτε αξίας, με συνέπεια οι ενάγοντες να απωλέσουν το αναφερόμενο κεφάλαιό τους και να υποστούν, επιπλέον, εκ τού λόγου τούτου, την εκτιθέμενη στην αγωγή ηθική βλάβη. Ότι με την ως άνω συμπεριφορά της η εναγομένη παραβίασε τις υποχρεώσεις της για ακριβή και πλήρη ενημέρωσή τους, αλλά και τους δημιούργησε πεπλανημένη πεποίθηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση της αλήθειας. Ότι ο εναγόμενος, Ι. Σ. του Γ. - Ι., που ήταν Γενικός Διευθυντής, νόμιμος πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εναγομένης στην Ελλάδα, οργάνωσε την εκστρατεία πώλησης των ΜΧ και ΜΑΚ, διαμορφώνοντας αρχικά την επιχειρηματολογία για την πώλησή τους και δημιουργώντας στη συνέχεια πίεση στο προσωπικό της εναγομένης, προκειμένου να προωθηθούν τα εν λόγω προϊόντα και παρακολουθώντας, τέλος, την πορεία πώλησης των προϊόντων και αντίστοιχα επιδοκιμάζοντας ή δημιουργώντας συνθήκες πίεσης στο προσωπικό, ώστε να επιτευχθούν οι τεθέντες όροι για την σχεδιασμένη προώθηση των τραπεζικών προϊόντων. Ότι με τον τρόπο αυτό τους προκάλεσε, από κοινού με την εναγομένη, την εκτιθέμενη αναλυτικά στην αγωγή ζημία, την οποία υπολόγισαν ως την διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος από τον καθένα από αυτούς κεφαλαίου για την απόκτηση του αντίστοιχου για καθένα επίδικου επενδυτικού προϊόντος και της αξίας των ήδη κατεχόμενων από καθένα τους μετοχών της εναγομένης κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής. Ότι τα ως άνω τραπεζικά προϊόντα, που είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στα Χρηματιστήρια Αξιών Κύπρου και Αθηνών, στην πραγματικότητα δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, ενώ χαρακτηρίζονταν από τους αναφερόμενους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά τον ως άνω χρόνο αγοράς τoυς, λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσής τους από τους προαναφερόμενους μη εξειδικευμένους υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι και τους εξαπάτησαν, με σκοπό την εκ μέρους της εναγομένης άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων. Ότι οι ίδιοι επέχουν θέση καταναλωτή στις ένδικες συμβάσεις, καθώς είναι οι τελικοί αποδέκτες των υπηρεσιών της εναγομένης, οι οποίες (υπηρεσίες) δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απόφαση κηρυσσόμενη προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλουν σε καθένα των εναγόντων το αναφερόμενο αντίστοιχο στο αγωγικό δικόγραφο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία της. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη αφενός σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ και αφετέρου σε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των συγκεκριμένων κανόνων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, μη δεχόμενο ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 26.3.2013 υπαγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) σε καθεστώς εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Χρεόγραφα (ΜΧ) και, κατόπιν, σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (ΜΑΚ) και του ότι (η ζημία αυτή) επήλθε τελικά εξαιτίας της, κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενέστερα, μετατροπής των ΜΧ και ΜΑΚ σε μετοχές και της απομείωσης στη συνέχεια της αξίας των μετοχών αυτών. Τον ως άνω ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας η αναιρεσείουσα τον προβάλλει παραδεκτά (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι τον προέβαλε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, με τις προτάσεις της κατά της έφεσης των εναγόντων στο Εφετείο. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, ότι α) η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τους άπειρους περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα αναιρεσιβλήτους, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς τους, με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΧ και ΜΑΚ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα (στην αναιρεσιβαλλομένη) για καθένα των εναγόντων, υβριδικά και ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στη σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόνα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους αναιρεσείουσας Τράπεζας, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτούς, ως ιδιώτες επενδυτές, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τράπεζας, που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου τους και β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ανωτέρω προστηθέντων της αναιρεσείουσας και της επελθούσας ζημίας καθενός των αναιρεσιβλήτων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, επέφερε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί, αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα παράνομο και υπαίτιο τρόπο, λαμβανομένου υπόψη ότι η μετατροπή των απαιτήσεων των εναγόντων, που ήταν μειωμένης εξασφάλισης, σε μετοχές, δεν ήταν τυχαίο, απροσδόκητο και πάντως εξωγενές γεγονός, αποδιδόμενο στην παγκόσμια οικονομική κρίση, αλλά πραγμάτωση των κινδύνων στους οποίους τους εξέθεσε η αναιρεσείουσα, η οποία, αν είχε τηρήσει τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της και τους είχε πλήρως και ορθώς ενημερώσει σε σχέση με τα αληθή χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους των ΜΧ και ΜΑΚ, ουδέποτε θα είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε αυτά τα προϊόντα, δηλαδή, δεν θα είχαν το 2008 αρχικά τοποθετήσει τα χρήματά τους στα ΜΧ και δεν θα τα είχαν ανταλλάξει το 2009 με ΜΑΚ και, συνεπώς, η ζημία τους θα είχε αποφευχθεί. Τούτο δε διότι τα κεφάλαιά τους αποτελούσαν εξ αρχής και εν αγνοία τους, ήδη από το 2008, τα μέτρα αντιστάθμισης του επιχειρηματικού κινδύνου της αναιρεσείουσας, καθόσον εξ αρχής οι όροι των επίμαχων προϊόντων και η ριψοκίνδυνη επενδυτική στρατηγική της εμπόδιζαν την επίτευξη του ήδη γνωστού στην ίδια σκοπού όλων των εναγόντων, που ήταν η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, η απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και η επιστροφή τους κεφαλαίου τους στην πενταετία. Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή, εάν υπήρξε γεγονός ανωτέρας βίας, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από τον μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, το οποίο (γεγονός) διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αναφερόμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας (εναγόμενης) Τράπεζας και της ένδικης ζημίας καθενός των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) ή όχι, δηλαδή, εάν η αναφερόμενη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας καθενός των αναιρεσιβλήτων, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025, που ήταν ως εκ τούτου γνωστή στο αυτό Α1 Τμήμα όταν άρχισε (30.6.2025) η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η ενδεχόμενη παραπομπή και της κρινόμενης υπόθεσης θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, ως προς τους υπόλοιπους λόγους αναίρεσης, το παρόν Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το προαναφερόμενο ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της από 13.10.2022 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (Λ.Τ.Δ.) για την αναίρεση της με αριθμό 6638/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την απόφαση του Α1 Τμήματος με τον αριθμό 1133/2025.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης