Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1355 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1355/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2012/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/7/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθ. 2012/31-7-2020 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την από 6-11-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού, που αφορά την κατάπτωση της εγγύησης του αναιρεσείοντος επί συμβάσεως στεγαστικού δανείου, που είχε χορηγηθεί στον Ι. Ζ. του Ν. με την επιδότηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης κατατεθείσα, στις 8-7-2022, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) ..., 3) ... 4)..., 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Περαιτέρω, κατά την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 133/2024, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 127/2016).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 παρ. 1 περ. δ' και 259 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά που συντάσσονται για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχουν, εκτός των άλλων, όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως, τους ισχυρισμούς, αιτήσεις και δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές. Το διαδικαστικό έγγραφο των πρακτικών, ως συστατικός τύπος της επ' ακροατηρίου συζήτησης, εξοπλίζεται με την αποδεικτική δύναμη που έχουν σχετικώς τα δημόσια έγγραφα ως προς τις πράξεις και τα γεγονότα που έγιναν ενώπιον του συντάκτη του δημοσίου εγγράφου, δηλαδή αποτελεί πλήρη απόδειξη για την προφορική συζήτηση και το περιεχόμενό της, η τήρηση των διατυπώσεων της οποίας, μπορεί να αποδειχθεί μόνο με αυτά. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 466 παρ.1, 468, 469, 115 παρ.3 και 242 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Στο ειρηνοδικείο, όταν δικάζει μικροδιαφορά, επειδή δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν και να αναπτύξουν τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και μέχρι το τέλος αυτής. Η πρόταση και ανάπτυξη των ισχυρισμών καταχωρείται με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, στα πρακτικά της συνεδρίασης από τα οποία και μόνο αποδεικνύονται πλήρως. Εάν ο διάδικος κατέθεσε προτάσεις δεν είναι μεν απαραίτητη η προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών, όμως η πρόταση αυτών κατά τη συζήτηση και καταχώρηση στα πρακτικά, δεν μπορεί να παραλειφθεί. Ισχυρισμοί που δεν έχουν προταθεί προφορικά στη συζήτηση και καταχωρηθεί στα πρακτικά, δεν είναι παραδεκτοί, ανεξάρτητα αν αναφέρονται στις προτάσεις του διαδίκου. Έτσι, η πρόταση κάποιου ισχυρισμού αποδεικνύεται μόνο από την καταχώρησή του στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτού, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 133/2024, ΑΠ 1428/2021, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 72/2016, ΑΠ 98/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με το α' σκέλος εκάστου εκ των πρώτου (1ου) και δευτέρου (2ου) λόγων αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 KΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικάσαν Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως προς την εικοστή πρώτη (21η) δόση του επιδίκου δανείου και 2) την ένσταση παραγραφής σχετικά με τη δέκατη (10η) ληξιπρόθεσμη δόση του δανείου. Οι ως άνω λόγοι, κατά τα σκέλη τους που αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή των σχετικών ισχυρισμών του (προφορικώς) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και με ταυτόχρονη καταχώρισή τους στα πρακτικά συνεδρίασής του (ΑΠ 133/2024, ΑΠ 1428/2021).
Σε κάθε δε περίπτωση οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι επειδή: 1) δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της δίκης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι ανωτέρω ισχυρισμοί είχαν προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό τους και 2) λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το β' σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα επικαλούμενο ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορεί, πριν παρέλθει το τρίμηνο από το ληξιπρόθεσμο της δανειακής δόσης, να ζητήσει από το Δημόσιο την κατάπτωση της εγγύησης, διατείνεται ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογήθηκε η απόρριψη της προβαλλόμενης από το ίδιο ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την 21η δόση της δανειακής σύμβασης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος αλλά κωλύουν τη γέννησή του και πλήττουν την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά. Το αναιρεσείον αρνείται αιτιολογημένα τη γένεση- ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από την αναιρεσίβλητη-αντίδικό του, αφού η άρνηση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (ως προς την 21η δόση) δεν καταλείπει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει παραδοχή της ύπαρξης αυτού (ΑΠ 1428/2021 ΑΠ 144/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης, εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο (ΑΠ 1323/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472", δηλαδή η διαδικασία των μικροδιαφορών, εκτός αν ο νόμος ορίζει ρητά το αντίθετο (π.χ. εργατικές διαφορές - άρθρο 666 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνη άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ , σαφώς προκύπτει, ότι κατά της απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, είναι απαράδεκτος ο κατ' αυτής αναιρετικός λόγος περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1056/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με το β' σκέλος του δευτέρου (2ου) λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση παραγραφής για την 10η ληξιπρόθεσμη δόση της σύμβασης δανείου, δεχόμενο ότι: "Απορριπτέα κρίνεται η ένσταση παραγραφής της 10ης ληξιπρόθεσμης δόσης, καθώς από την επισκόπηση της από 17.12.2013 επιστολής προς την αρμόδια Διεύθυνση του ΓΛΚ, προκύπτει ότι η ενάγουσα ζήτησε την κατάπτωση της, μεταξύ των άλλων δόσεων η οποία επιστολή διέκοψε την παραγραφή (143 παρ.β Ν.4270/ 2014, 91, 93 παρ.β Ν.2362/1995). Η πενταετής παραγραφή της επίδικης δόσης άρχισε στις 31.12.2008. Η ενάγουσα στις 17.12.2013, ήτοι πριν την λήξη της παραγραφής στις 31.12.2013 με την αποστολή του αιτήματος κατάπτωσης της εγγύησης στο ΓΛΚ (σχ.5 προτάσεων της) διέκοψε την παραγραφή της.
Εξάλλου από την παρέλευση εξαμήνου από την υποβολή των αιτημάτων κατάπτωσης προς την 25η Διεύθυνση ΓΛΚ έως την επίδοση της υπό κρίση αγωγής δεν συμπληρώθηκε πενταετία". Ειδικότερα, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ανωτέρω παραδοχή στερείται πλήρους αιτιολογίας, διότι έπρεπε να δεχθεί ότι "την παραγραφή δεν διακόπτει η απλή αποστολή στην αρμόδια υπηρεσία του αιτήματος κατάπτωσης, αλλά μόνο η υποβολή/περιέλευση στην αρμόδια υπηρεσία τέτοιου αιτήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 143 περ. β' ν. 4270/2014 και 93 περ. β' ν. 2362/1995". Ο λόγος όμως αυτός, που συνιστά πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως εκθέτει το αναιρεσείον, είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ελέγχεται απόφαση, που εκδόθηκε με την διαδικασία των μικροδιαφορών και κατά ρητή επιταγή του άρθρου 560 αριθ. 1 τελ. εδάφ. του ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η προβολή του στις υποθέσεις μικροδιαφορών, όπως η υπό κρίση. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η από 7-7-2022 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2012/2020 ανέκκλητης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τμήματος Μικροδιαφορών) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423 ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2012/2020 ανέκκλητης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τμήματος Μικροδιαφορών).
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης