Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1356 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1356/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βόλου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 4/3/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" και τον διακριτικό τίτλο "GEMINI CORE SECURITISATION D.A.C.", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/2/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Επίσης, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 §§ 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 239/2024, ΑΠ 259/2024, ΑΠ 298/2024, ΑΠ 310/2024, ΑΠ 1013/2024, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 500/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε εγκύρως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου η πληρεξούσια αυτού Πάρεδρος του ΝΣΚ, Ιωάννα Ρουσσιά, παρήγγειλε την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της από 19-2-2021 αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για τη δικάσιμο της 22-1-2024, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως η δεύτερη αναιρεσίβλητη (για την πρώτη αναιρεσίβλητη θα γίνει ρητή αναφορά παρακάτω), αν και είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο της 22-1-2024 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Ι. Δ. Β. αντίστοιχα), δεν παρέστη κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η δεύτερη αναιρεσίβλητη να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, δεδομένου ότι νέα κλήση της ως άνω αναιρεσίβλητης για εμφάνιση στη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν απαιτείτο, αφού αυτή είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 22-1-2024 και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 § 4 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/2023, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 § 1 και 215 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, εκτός εάν ζητήθηκε και διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ, σύντμηση της προθεσμίας, οπότε η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης γίνεται στον ορισθέντα ελάσσονα των εξήντα (60) ημερών προ της δικασίμου χρόνο (ΟλΑΠ 5/2024, ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 391/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 525/2024, ΑΠ 1011/2024).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....",τα άρθρα 1-3 του οποίου εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 41 Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 101 του Ν. 5079/2023, "...Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η παραπάνω διάταξη (2 § 4 Ν. 4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5-3-2025 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και στις αναιρεσίβλητες, μετά τη σύντμηση της προθεσμίας από την Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, που προσδιόρισε αυτήν (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. ...-2025 και ...-2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Λ. Τ., την υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Δ. Γ. Μ., την υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Λ. Τ. και την υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Δ. Γ. Μ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜH ΕΤΑΙΡΙΑ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από ...-2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών την 28-6-2021, με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2021,στον τόμο 12 με αύξοντα αριθμό 221, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 § 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από ...-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης τράπεζας που απορρέουν από την υπ' αριθ. ...-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μετά των προσθέτων πράξεων αυτής, που συνήψε η εν λόγω τραπεζική εταιρεία. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειρίστρια απαιτήσεων και της εκ του νόμου επελθούσας αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου, πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 107/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 756/2024). Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. Ν., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 22-1-2024, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όμως η πρώτη αναιρεσίβλητη, αν και είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο της 22-1-2024, δεν παρέστη κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχεία ΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, η πρώτη αναιρεσίβλητη να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, δεδομένου ότι νέα κλήση της ως άνω αναιρεσίβλητης για εμφάνιση στη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν απαιτείτο, αφού αυτή είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 22-1-2024 και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 § 4 του ΚΠολΔ. Επίσης, σε κάθε περίπτωση, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 § 1, 495 §§ 1 και 2, 496 και 564 § 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α' του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 § 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το Ν. 4938/2022, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδ. α' του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ρητώς σ' αυτήν ορίζεται ότι δεν ισχύει μόνο υπέρ του Δημοσίου, αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του (ΑΠ 409/2025, ΑΠ 486/2016, ΑΠ 745/2015, ΑΠ 1447/2015). Γίνεται, όμως, παγίως δεκτό ότι ακόμη και αυτή η διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 50 § 3 του ΕισΝΚΠολΔ και ορίζει την αναστολή των προθεσμιών σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (1-7 έως 15-9), δεν ισχύει για την καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης των δύο ετών, η οποία εξακολουθεί να τρέχει (ΑΠ 409/2025, ΑΠ 984/2022, ΑΠ 666/2005) και υπολογίζεται σ' αυτήν το ως άνω χρονικό διάστημα (ΑΠ 409/2025). Η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών αναίρεσης τρέχει και κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, αφού το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και ίσχυσε, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 147 § 2 του ίδιου Κώδικα. Αντίθετα, στη γνήσια προθεσμία αναίρεσης των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, διότι στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρο 147 § 2 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται το άρθρο 564 § 1 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και επίσης, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54), ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Περαιτέρω, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 (ΦΕΚ Α' 149/30.07.2022): "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4960/2020 Α' 104 και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985 (Α'182), ΚΠολΔ) 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4960/2022 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Τέλος, το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της και ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) ή (και) κατ' ένσταση, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα. Η αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 89/2025, ΑΠ 409/2025, ΑΠ 89/2025, ΑΠ 118/2024, ΑΠ 656/2024, ΑΠ 1750/2024, ΑΠ 27/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1471/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 19-2-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει την υπ' αριθμ. 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε ως εκπρόθεσμη - απαράδεκτη την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 27/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την παραπάνω τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 19-10-2007 ανακοπή του αναιρεσείοντος. Η υπ' αριθμ. 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία κατά τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν επιδόθηκε και τούτο δεν αμφισβητείται από την μοναδική παριστάμενη διάδικο, την προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, δημοσιεύτηκε στις 21-2-2019, οπότε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρο 144 § 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (22-2-2019) και έληγε στις 22-2-2021, χωρίς να υπολογίζεται η προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021. Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 § 1 εδ.α' του Ν. 4690/2020 και 83 § 1 εδ.α' του Ν. 4790/2021, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης συμπληρώθηκε στις 19-11-2021. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 22-2-2021, κατά τη σχετική υπ' αριθμ. ...-2021 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, δηλαδή με την αναστολή των προθεσμιών νωρίτερα και από τη συμπλήρωση της προμνημονευόμενης διετίας και σε κάθε περίπτωση, και χωρίς τον υπολογισμό των προθεσμιών αναστολής, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε την τελευταία ημέρα της διετίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 22-2-2021, έλαβε χώρα εντός της προαναφερθείσας καταχρηστικής διετούς προθεσμίας. Προσέτι σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, προτείνεται απαράδεκτα από την τελευταία με τις εκπροθέσμως κατατεθείσες (στις 6-3-2025 και όχι 20 ημέρες πριν απ' αυτήν) προτάσεις της, κατ' άρθρο 570 § 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 40/2025), ανεξαρτήτως του ότι το παραδεκτό άσκησης της αναίρεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο παρά το εκπρόθεσμο των ανωτέρω προτάσεων και ο σχετικός ισχυρισμός, εάν είχε προταθεί παραδεκτά, είναι αβάσιμος και, συνακόλουθα, απορριπτέος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ).
ΙV. Κατά το άρθρο 126 § 1 του ΚΠολΔ, κατά το εδάφιο ε, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 1 από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παράγραφος 2 του Ν. 4335/2015, (και έκτοτε εδάφιο δ'), η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο. Κατά το άρθρο 85 § 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 § 5 του Ν. 4798/2022, επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), ορίζεται ότι "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου (ΑΕΔ 27/2004). Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Αν αυτό δεν γίνει, αν δηλαδή επιδοθεί πχ η οριστική πρωτόδικη απόφαση, μόνο στο αρμόδιο όργανο και δεν επιδοθεί στον Υπουργό των Οικονομικών, τότε η "επίδοση" δεν ολοκληρώθηκε και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα η προθεσμία πχ της έφεσης των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 518 § 1 του ΚΠολΔ), που αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης (άρθρο 114 § 1 του ΚΠολΔ), να μην έχει αρχίσει, οπότε η έφεση που ασκήθηκε από το Δημόσιο να είναι εμπρόθεσμη, εφόσον βέβαια δεν πέρασε η προθεσμία του άρθρου 518 § 2 των τριών ετών (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης στην κρινόμενη περίπτωση) που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης (ΟλΑΠ 34/1988, ΑΠ 244/2024, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 1274/2021, ΑΠ 715/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1309/2015, ΑΠ 1274/2014, ΑΠ 1570/2013, ΑΠ 126/2012, ΑΠ 498/2011, ΑΠ 1515/2010, ΑΠ 1058/2009, ΑΠ 1105/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας 74/2019), δέχθηκε ότι στην ένδικη δίκη, που αφορά ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ' αριθ. .../2007 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο είχε καταταγεί οριστικά ως προνομιούχος δανειστής για το ποσόν των 17.182,61 ευρώ και η πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία για το ποσόν των 34.365,21 ευρώ, που συντάχθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Βόλου, Σ. Π., για τη διανομή πλειστηριάσματος ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε μετά την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη σε βάρος του Α. Π. δυνάμει της υπ' αριθ. .../2004 έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης δικαστικής επιμελήτριας, Α. Α., αντίγραφο της πρωτόδικης οριστικής απόφασης και συγκεκριμένα της υπ' αριθ. 27/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δημοσιεύθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2009, επιδόθηκε νόμιμα στον εκπροσωπούντα το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 85 του ΚΕΔΕ, Προϊστάμενο της ΔΟΥ Β' Βόλου, στις 3-6-2009 και ότι η κατά της απόφασης αυτής έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου κατατέθηκε στις 23-6-2010. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοση προς τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Β' Βόλου, στις 3-6-2009, και απέρριψε την εν λόγω έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, χωρίς να ερευνήσει, ως όφειλε, εάν αυτή επιδόθηκε και στον Υπουργό των Οικονομικών, γεγονός που ουδείς των διαδίκων επικαλέσθηκε. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο της έφεσης αυτής, η οποία ήταν εμπρόθεσμη, αφού η προθεσμία έφεσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν είχε καν αρχίσει και είχε ασκηθεί εντός της προθεσμίας των τριών ετών, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της από 23-6-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναίρεσης V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες και η προσθέτως, υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, παρεμβαίνουσα, η οποία παραστάθηκε, ως ηττηθείσες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180 § 3, 182 § 3, 183 και 191 ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 468/2025, ΑΠ 252/2024, ΑΠ 397/2024), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, κατ' άρθρον 22 § 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 § 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (ΑΠ 141/2025, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 1329/2024), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 19-2-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 74/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και β) την από 4-3-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ"
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες και την προσθέτως παρεμβάσα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης