Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1358 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1358/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ANTOPACK A.E.", που εδρεύει στoν Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βαλαβάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 24.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 595/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 2-6-2020 έφεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ANTOPACK Α.Ε." κατά της υπ' αριθ. 108/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 14.2.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." κατά της ως άνω αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της νυν αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (108/2020), κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης και νυν αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη το ποσόν των 71.497,55 λεπτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 24.6.2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα, η οποία έλαβε χώρα την 27.5.2022, όπως τούτο αναφέρεται από την τελευταία στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του Ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων πώλησης, πριν την νέα τροποποίηση ορισμένων εξ αυτών με τον Ν. 4967/9-9-2022, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού (ΑΠ 1888/2024, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 836/2022, ΑΠ 499/2017, ΑΠ 1703/2013, ΑΠ 1381/2013, ΑΠ 575/2013). Με βάση τα ανωτέρω, αναγκαίο περιεχόμενο της ερευνώμενης αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση προς αποκατάσταση της επελθούσας σε αυτήν θετικής ζημίας λόγω πώλησης ελαττωματικών προϊόντων, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540, 543, 297, 298 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, είναι η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πώλησης, με τα ουσιώδη στοιχεία αυτής (συμβαλλόμενοι, αντικείμενο πώλησης και τίμημα), το ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα και η αιτούμενη αποζημίωση προς αποκατάσταση της επελθούσας θετικής (και τυχόν αποθετικής) ζημίας της ενάγουσας, όπως σαφώς εξειδικεύεται με τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια, συνδεόμενα αιτιωδώς με την εν γένει αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης πωλήτριας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί στη νομική θεμελίωση της αγωγής και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, η εναγόμενη δε, να αμυνθεί (ΑΠ 1703/2013, ΑΠ 1381/2013, ΑΠ 536/2011, ΑΠ 605/2009).
Β. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια δε των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 1165/2019). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 221/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 60/2025, ΑΠ 61/2025, ΑΠ 84/2025) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 1123/2022).
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 265/2021, ΑΠ 1092/2021). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 935/2014). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 745/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 1475/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 119/2014). Για να θεμελιωθεί δηλαδή λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένους σε βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 669/2007).
Γ. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη, με την από 14.2.2017 αγωγή, που άσκησε σε βάρος της εναγομένης και νυν αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ιστορούσε, ότι καταστατικός σκοπός της (ενάγουσας) είναι η παραγωγή, εμφιάλωση, διανομή και εμπορία ζύθου σε βαρέλια, κουτάκια ή φιάλες. Ότι το έτος 2015 παρήγγειλε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής ετικετών - κυτιοποιΐας, ποσότητα 17.000.000 σετ ετικετών για τη σήμανση φιαλών του εμπορικού σήματός της "ΒΕΡΓΙΝΑ LAGER", 0,5 It, ορίζοντας ταυτόχρονα τα επιθυμητά χαρακτηριστικά τους, κατά το πρότυπο προηγούμενων παραγγελιών που είχαν εκτελεσθεί, ειδικά δε, κατά την παραγγελία αυτή ζήτησε από την εναγομένη την αλλαγή της απόχρωσης του περιγράμματος (φόντου) των ετικετών σήμανσης από ανοιχτό σε βαθύ κυανό και την ενίσχυση της αντηλιακής προστασίας των χρωμάτων τους, για το λόγο ότι, σε εκτέλεση προηγούμενων παραγγελιών, είχαν παραδοθεί στην ενάγουσα ετικέτες, που ξεθώριαζαν υπερβολικά κατά την έκθεσή τους στον ήλιο. Ότι η εναγομένη εκτέλεσε τμηματικά, εντός του έτους 2015, την πιο πάνω παραγγελία, εκδοθέντων και των αναφερομένων στην αγωγή επτά (7) τιμολογίων πώλησης - δελτίων αποστολής, συνολικού ποσού 143.102,94 ευρώ. Ότι η ενάγουσα, έναντι της αξίας των ως άνω ετικετών, που παρέλαβε τμηματικά, κατέβαλε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 128.665,30 ευρώ. Ότι κατά τη συνήθη διαδικασία πλύσης και εκ νέου πλήρωσης επιστρεφόμενων φιαλών από την αγορά, οι οποίες είχαν ήδη επικολλημένες επ' αυτών τις ως άνω παραγγελθείσες από την εναγομένη ετικέτες, διαπιστώθηκε ότι αυτές είχαν πραγματικό ελάττωμα οφειλόμενο σε κατασκευαστική τους πλημμέλεια, το οποίο συνίστατο στη "μετανάστευση" μικροσωματιδίων χρωστικών ουσιών των επικολλημένων στις φιάλες ετικετών, που παρέμεναν στο εσωτερικό των φιαλών ακόμη και μετά τη συνήθη διαδικασία πλύσης και απομάκρυνσης των ετικετών και επιμόλυναν το προϊόν του ζύθου με την εμφάνιση σε αυτό αιωρούμενων σωματιδίων χρωστικών, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαγορευτική η επαναχρησιμοποίησή τους. Ότι λόγω του προβλήματος αυτού, η ενάγουσα αναγκάσθηκε, μέχρι να βρει τρόπο αντιμετώπισής του, να καταστρέψει 72.000 φιάλες που είχαν επιμολυνθεί από τις χρωστικές των ετικετών, καθώς δεν πληρούσαν τις καθορισμένες προδιαγραφές ποιότητας (καθαριότητας), η δε χρήση τους ενείχε τον κίνδυνο επιμόλυνσης του εμφιαλωμένου σε αυτές προϊόντος μπύρας. Ότι, επίσης, η ενάγουσα απευθύνθηκε σε ειδικούς επιστήμονες και εξωτερικά εργαστήρια, με την καθοδήγηση των οποίων κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Ότι ειδικότερα, μέσω ειδικής επεξεργασίας πέτυχε την αποκόλληση και απομάκρυνση των ετικετών και των χρωστικών ουσιών αυτών που "μετανάστευαν" και εν συνεχεία προέβη σε νέα πλύση και απολύμανση των φιαλών με κατάλληλα διαλύματα. Ότι προς τούτο αναγκάσθηκε να συγκροτήσει διπλές βάρδιες επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού και να προμηθευτεί πρόσθετες ποσότητες αναλωσίμων υλικών (ήτοι υλικών καθαρισμού και απολύμανσης), εξοπλισμού και ενέργειας. Ότι η εναγομένη αναγνώρισε το ως άνω ελάττωμα αποδίδοντάς το σε αστοχία των χρησιμοποιηθέντων υλικών και διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι θα της απέστελλε άμεσα νέα ποσότητα ετικετών απαλλαγμένων από το ελάττωμα, ενώ επίσης υποσχέθηκε ότι θα αποκαταστήσει κάθε επελθούσα ήδη και μελλοντική ζημία της τελευταίας από την παραπάνω αιτία. Ότι κατόπιν τούτου, τον Ιανουάριο του έτους 2016, η ενάγουσα παρήγγειλε από την εναγομένη νέα ποσότητα 6.000.000 σετ ετικετών για τη σήμανση των φιαλών της "ΒΕΡΓΙΝΑ LAGER", 0,5 It, τις οποίες η εναγόμενη παρέδωσε σε αυτήν (ενάγουσα) τμηματικά εντός των πρώτων μηνών του έτους 2016, εκδοθέντων και των αναφερομένων στην αγωγή τριών (3) τιμολογίων - δελτίων αποστολής, συνολικής αξίας 51.455,39 ευρώ. Ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης περί αποκατάστασης του προβλήματος, και οι νέες αυτές ετικέτες είχαν το ίδιο ως άνω πραγματικό ελάττωμα, γεγονός το οποίο ανάγκασε την ενάγουσα να διακόψει, τον Ιούνιο του έτους 2016, τη συνεργασία της με την εναγομένη, να της επιστρέψει το εναπομείναν μέρος όλων των ελαττωματικών ετικετών που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί και να αρνηθεί την παραλαβή των νέων ετικετών, που της απέστειλε η εναγομένη. Ότι λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, η ενάγουσα αναγκάστηκε με την συναίνεση της εναγομένης να καταστρέψει 72.000 φιάλες ιδιοκτησίας της, συνολικής αξίας 10.800 ευρώ (72.000 τεμάχια X 0,150 ευρώ), που έφεραν ελαττωματικές ετικέτες, ενώ ακόμη προέβη σε ιδιαίτερη, πλέον της συνήθους (δεύτερη) πλύση 9.868.847 επιστρεφόμενων φιαλών με ζεστό νερό και σε κατάλληλα διαλύματα, που επίσης έφεραν ελαττωματικές ετικέτες, για την οποία δαπάνησε α) για πρόσθετη απασχόληση εργατικού δυναμικού το συνολικό ποσό των 72.991,36 ευρώ και ειδικότερα: Δεδομένου ότι για την αποτελεσματική διαχείριση των επιστρεφόμενων φιαλών, ο επιτρεπόμενος αριθμός των διαχειριζόμενων φιαλών δεν μπορούσε να υπερβαίνει τις 40.000 φιάλες ανά οκτάωρο, για να εξυπηρετηθεί η διαχείριση της συνολικής ποσότητας του συνόλου των επιστρεφόμενων φιαλών που έφεραν ελαττωματικές ετικέτες, απαιτήθηκαν συνολικά 247 (9.868.847 : 40.000 = 247) επιπλέον του κανονικού και συνήθους αριθμού οκτάωρες βάρδιες, εκ των οποίων 134 κανονικές και 113 νυκτερινές. Για την ασφαλή και επαρκή λειτουργία έκαστης βάρδιας απαιτήθηκε ο ελάχιστος αριθμός πέντε εργαζομένων, εκ των οποίων τρείς εργάτες, ένας επιβλέπων προϊστάμενος βάρδιας και ένας χειριστής κλάρκ. Το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για έκαστο εργάτη ανέρχεται σε 41,63 ευρώ/ανά κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται Χ 1,25 για νυχτερινή απασχόληση, ανερχόμενο συνολικά στο ποσόν των 52,04 ευρώ. Το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για τον επιβλέποντα προϊστάμενο βάρδιας ανέρχεται σε 69,05 ευρώ/κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται X 1,25 για νυχτερινή απασχόληση ανερχόμενο σε 86,31 ευρώ. Το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για τον χειριστή κλάρκ ανέρχεται σε 71,24 ευρώ / κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται X 1,25 για νυχτερινή απασχόληση, ανερχόμενο σε 89,05 ευρώ. Ότι, με βάση τα ανωτέρω, το κόστος εργατικών μίας κανονικής εργατικής βάρδιας με την παραπάνω σύνθεση ανέρχεται σε 124,89 ευρώ για την αμοιβή των τριών εργατών (41,63 Χ3) + 69,05 για την αμοιβή του επιβλέποντα προϊστάμενου βάρδιας και 71,24 ευρώ για την αμοιβή του χειριστή κλάρκ και συνολικά σε 265,18 ευρώ (124,89 + 69,05 + 71,24 = 265,18). Ότι το κόστος εργατικών μίας νυχτερινής εργατικής βάρδιας με την παραπάνω σύνθεση ανέρχεται σε 156,12 ευρώ για την αμοιβή των τριών εργατών (52,04 Χ 3) + 86,31 για την αμοιβή του επιβλέποντα προϊσταμένου βάρδιας και 89,05 ευρώ για την αμοιβή του χειριστή κλάρκ και συνολικά σε 331,48 (156,12 + 86,31 + 89,05 = 331,48) ευρώ και συνολικά δαπάνησε για πρόσθετη απασχόληση εργατικού δυναμικού το ποσό των 35.534,12 ευρώ για 134 βάρδιες κανονικής εργασίας (134 X 265,18) και το ποσό των 37.457,24 ευρώ για 113 βάρδιες νυχτερινής εργασίας (113 Χ 331,48) και συνολικά το ποσόν των 72.991,36 (35.534,12 + 37.457,24) ευρώ, β) για επιπλέον χημικές αναλύσεις, πλέον του τακτικού ελέγχου, σε εξωτερικά εργαστήρια, το ποσό των 5.857,74 ευρώ, γ) για επιπλέον καταναλωθείσα υγρή καυστική σόδα το συνολικό ποσό των 4.166,40 ευρώ, καθόσον για την λειτουργία εκάστης επιπλέον βάρδιας απαιτήθηκε η προμήθεια και κατανάλωση 73,40 kgr υγρής (καυστικής) σόδας, αξίας 0,248 ευρώ το κιλό και συνολικά απαιτήθηκε πρόσθετη ποσότητα υγρής (καυστικής) σόδας 16.800 kgr (229 βάρδιες Χ 73,40 kgr), συνολικής αξίας 4.166,40 (0,248 Χ 16.800) ευρώ, δ) για την λειτουργία των ειδικών μηχανημάτων πλύσης (για την οποία απαιτείται ποσότητα ζεστού ύδατος) σε κάθε μία, εκ των ανωτέρω, οκτάωρη εργατική βάρδια απαιτήθηκε η προμήθεια και κατανάλωση ενέργειας 5 MWh φυσικού αερίου αξίας 47,51 ευρώ/MWh και συνολικά απαιτήθηκε πρόσθετη κατανάλωση 1.145 MWh φυσικού αερίου (229 βάρδιες X 47,51 MWh), συνολικής αξίας 54.398,95 € (1.145 MWh X 47,51 ευρώ), ε) για την λειτουργία των ειδικών μηχανημάτων πλύσης σε κάθε, εκ των ανωτέρω, εργατική βάρδια απαιτήθηκε η προμήθεια και κατανάλωση 480 Kwh ηλεκτρικής ενέργειας αξίας 0,147 ευρώ/Kwh και συνολικά απαιτήθηκε πρόσθετη κατανάλωση 109.920 Kwh ηλεκτρικής ενέργειας (229 βάρδιες X 480 Kwh), συνολικής αξίας 16.158,24 (109.920 KwhX0.147 ευρώ) ευρώ και στ) για την λειτουργία των ειδικών μηχανημάτων πλύσης σε κάθε μία, εκ των ανωτέρω, εργατική βάρδια, απαιτήθηκε η προμήθεια και κατανάλωση 81,83 m3 ύδατος αξίας 0,351 ευρώ/m3 και συνολικά απαιτήθηκε πρόσθετη κατανάλωση 18.740 m3 ύδατος (229 βάρδιες X 81,83 m3), συνολικής αξίας 10.400,70 (18.740 m3 X 0,555 ευρώ) ευρώ, συνολικά δε η θετική ζημία της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 174.773.39 (10.800,00 + 72.991,36 + 5.857,74 + 4.166,40 + 54.398,95 € + 16.158,24 + 10.400,70) ευρώ, το οποίο η εναγομένη, ως αποκλειστικά υπαίτια για τη ζημία αυτή, οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση. Ότι η εναγομένη αναγνωρίζοντας τόσο την εξ υπαιτιότητάς της ελαττωματικότητα των ανωτέρω προϊόντων της όσο και την ως άνω ζημία της ενάγουσας υποσχέθηκε να αποκαταστήσει κάθε υφιστάμενη ή μελλοντική ζημία της τελευταίας από την ανωτέρω αιτία, μόλις καθίστατο εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους αυτής και εν τέλει εξέδωσε προς την ενάγουσα το υπ' αριθμ. ....2016 πιστωτικό τιμολόγιο ποσού 71.500 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε έναντι προηγούμενων οφειλών της ενάγουσας στην καρτέλα της, που τηρούσε η εναγομένη στα πλαίσια δοσοληπτικού λογαριασμού μεταξύ τους. Ότι, μετ' αφαίρεση του ανωτέρω ποσού των 71.500 ευρώ, η συνολική θετική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 103.273,39 ευρώ (174.773,39 - 71.500), το οποίο η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, επιρρίπτοντας στην ενάγουσα την ευθύνη για την προκληθείσα ζημία της. Ότι επίσης, συνεπεία της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς της εναγομένης, που αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και συνιστά και αδικοπραξία, προσβλήθηκε η εμπορική πίστη της ενάγουσας και η συνέπειά της στην αγορά, λόγω της αναστάτωσης που επήλθε στο ρυθμό λειτουργίας του εργοστασίου της και των κινδύνων που προέκυψαν για την ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων της και υπέστη αυτή ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 50.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό (στα πλαίσια του ερευνώμενου πρώτου αναιρετικού λόγου) και, όπως το αίτημα της αγωγής της παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα ι) τράπηκε από καταψηφιστικό σε εν όλω αναγνωριστικό και ιι) περιορίσθηκε και διορθώθηκε ως προς τα επιμέρους αγωγικά αποζημιωτικά κονδύλια για δαπάνη φυσικού αερίου στο ποσό των 40.557,40 ευρώ, ηλεκτρικής ενέργειας στο ποσό των 12.330,24 ευρώ και ύδατος στο ποσό των 7.094,41 ευρώ και όπως το αίτημα αποζημίωσης για καταναλωθείσα υγρή καυστική σόδα, απαραδέκτως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, αυξήθηκε από το αναγραφόμενο στην αγωγή ποσό των 4.166,40 ευρώ, στο ποσό των 4.496,19 ευρώ, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει α) το ποσό των 82.627,34 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας και β) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της όχλησής της (1.11.2016), άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 108/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία κρίθηκε ότι παραδεκτά διορθώθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η στηριζόμενη στο Ν. 2251/1994 αγωγική βάση, ενώ ως προς τις λοιπές σωρευόμενες βάσεις από τη σύμβαση πώλησης και την αδικοπραξία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, και εν συνεχεία, αφού απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί γνώσης άλλως υπαίτιας άγνοιας, εκ μέρους της ενάγουσας, του πραγματικού ελαττώματος των ένδικων ετικετών και περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην προκληθείσα ζημία της, και αφού απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή κατά την αδικοπρακτική βάση της, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως προς τη βάση της από τη σύμβαση και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας, α) το ποσό των 10.800 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των φιαλών τις οποίες αναγκάσθηκε η ενάγουσα να καταστρέψει (72.000 φιάλες X 0,15 ευρώ), β) το ποσό των 72.991,36 ευρώ για πρόσθετη απασχόληση εργατικού δυναμικού, γ) το ποσό των 5.857,74 ευρώ για δαπάνες επιπλέον χημικών αναλύσεων, δ) το ποσό των 4.496,19 ευρώ για δαπάνες καταναλωθείσας υγρής (καυστικής) σόδας και ε) για δαπάνες λειτουργίας των ειδικών μηχανημάτων πλύσης ι) το ποσό των 40.557,40 ευρώ για φυσικό αέριο, ιι) το ποσό των 12.330,24 ευρώ για ηλεκτρική ενέργεια και ιιι) το ποσό των 7.094,41 ευρώ για κατανάλωση ύδατος και συνολικά, μετ' αφαίρεση του ποσού των 71.500 ευρώ, που κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα, το ποσό των 82.627,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Στη συνέχεια, η εναγομένη άσκησε την από 2.6.2020 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 595/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς την βάση της από τη σύμβαση πώλησης, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 71.497,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ειδικότερα, το Εφετείο ερευνώντας τον σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης περί αοριστίας της υπό κρίση αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Εξάλλου, η υπό κρίση αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη κατά τη βάση της από τη σύμβαση πώλησης που έγινε εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως και ως προς την οποία προσβάλλεται η εκκαλουμένη, εφόσον αναφέρονται όλα τα κατά νόμο στοιχεία για την πληρότητά της και συγκεκριμένα α) η σύναψη συμβάσεων πώλησης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης, β) το συμφωνηθέν τίμημα, γ) το αντικείμενο των συμβάσεων πώλησης, με προσδιορισμό των ποσοτήτων των πωληθέντων δ) η παράδοση των πραγμάτων από την πωλήτρια, ε) αναλυτική περιγραφή του πραγματικού ελαττώματος των πωληθέντων καθώς και ότι αυτό υφίστατο κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου και οφείλονταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης, στ) η ζημία που υπέστη η ενάγουσα και το ύψος της αποζημίωσης και ζ) ορισμένο αίτημα... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι είναι ορισμένη η αγωγή ως προς την προαναφερόμενη βάση της, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης κατά το συναφές σκέλος του κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος". Πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ερευνώμενη αγωγή, αναφορικά με την κύρια βάση αυτής που στηρίζει το αίτημά της στη συμβατική ευθύνη της εναγομένης από την πώληση, ως προς την οποία και μόνον μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο και ως προς την οποία προβάλλονται αιτιάσεις με την ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), η αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, είναι πλήρως ορισμένη, αφού η ενάγουσα επικαλείται με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής της όλα τα γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (άρθρα 513, 534, 540, 543, 297, 298 ΑΚ) θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη. Ειδικότερα, εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια το σύνολο των γεγονότων επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, όπως αυτή εκτέθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ήτοι εκείνα που περιγράφουν την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων πώλησης, με τα ουσιώδη στοιχεία αυτών (συμβαλλόμενοι, αντικείμενο πώλησης, τίμημα), το ελάττωμα των αγορασθέντων αντικειμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα καθώς και την αιτούμενη αποζημίωση προς αποκατάσταση της επελθούσας θετικής ζημίας της, όπως σαφώς εξειδικεύεται με τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια, συνδεόμενα αιτιωδώς με την εν γένει αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης πωλήτριας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί στη νομική θεμελίωση της αγωγής και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, η εναγόμενη δε, να αμυνθεί. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στην αγωγή: α) η σύναψη των συμβάσεων πώλησης της ενάγουσας με την εναγομένη καθώς και το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, με προσδιορισμό των ποσοτήτων των πωληθέντων πραγμάτων και η περιγραφή αυτών, β) ο τόπος και ο χρόνος σύναψης των συμβάσεων πώλησης, γ) το συμφωνημένο τίμημα και η καταβολή του στην εναγομένη - πωλήτρια, δ) η γενόμενη παράδοση των πραγμάτων από την εναγομένη - πωλήτρια στην ενάγουσα, ε) αναλυτική περιγραφή του πραγματικού ελαττώματος των πωληθέντων καθώς και ότι αυτό υφίστατο κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου και οφείλονταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης, στ) η θετική ζημία που υπέστη και αντίστοιχα το ύψος της αποζημίωσης, με αναλυτική αναφορά στις δαπάνες, στις οποίες αυτή υποβλήθηκε, για ένα έκαστο των κονδυλίων αναλυτικά. Σημειώνεται δε ότι στην θετική ζημία περιλαμβάνεται και η πρόσθετη απασχόληση εργατών ή υπαλλήλων του ζημιωθέντος στην αποκατάσταση των δυσμενών για τα έννομα συμφέροντα συνεπειών (ΑΠ 536/2011, ΑΠ 605/2009), όπως αυτή (πρόσθετη απασχόληση) αναλύεται διεξοδικά στην αγωγή και συγκεκριμένα ότι απαιτήθηκαν συνολικά 247 (9.868.847 : 40.000 = 246) επιπλέον του κανονικού και συνήθους αριθμού οκτάωρες βάρδιες, εκ των οποίων 134 κανονικές και 113 νυκτερινές, ότι για την ασφαλή και επαρκή λειτουργία έκαστης βάρδιας απαιτήθηκε ο ελάχιστος αριθμός πέντε (5) εργαζομένων, εκ των οποίων τρείς (3) εργάτες, ένας (1) επιβλέπων προϊστάμενος βάρδιας και ένας (1) χειριστής κλάρκ, ότι το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για έκαστο εργάτη ανέρχεται σε 41,63 ευρώ/ανά κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται Χ 1,25 για νυχτερινή απασχόληση, ανερχόμενο συνολικά στο ποσόν των 52,04 ευρώ, ότι το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για τον επιβλέποντα προϊστάμενο βάρδιας ανέρχεται σε 69,05 ευρώ/κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται X 1,25 για νυχτερινή απασχόληση, ανερχόμενο σε 86,31 ευρώ και ότι το κόστος απασχόλησης ανά βάρδια για τον χειριστή κλάρκ ανέρχεται σε 71,24 ευρώ/ κανονικό οκτάωρο, το οποίο προσαυξάνεται X 1,25 για νυχτερινή απασχόληση, ανερχόμενο σε 89,05 ευρώ και ότι με βάση τα ανωτέρω, το κόστος εργατικών μίας κανονικής εργατικής βάρδιας με την παραπάνω σύνθεση ανέρχεται σε 124,89 ευρώ για την αμοιβή των τριών εργατών (41,63 Χ 3) + 69,05 για την αμοιβή του επιβλέποντα προϊστάμενου βάρδιας + 71,24 ευρώ για την αμοιβή του χειριστή κλάρκ και συνολικά σε 265,18 ευρώ (124,89 + 69,05 + 71,24 = 265,18), ότι το κόστος εργατικών μίας νυχτερινής εργατικής βάρδιας με την παραπάνω σύνθεση ανέρχεται σε 156,12 ευρώ για την αμοιβή των τριών εργατών (52,04 Χ3) + 86,31 για την αμοιβή του επιβλέποντα προϊσταμένου βάρδιας + 89,05 ευρώ για την αμοιβή του χειριστή κλάρκ και συνολικά σε 331,48 (156,12 + 86,31 + 89,05 = 331,48) ευρώ και συνολικά ότι δαπανήθηκε για πρόσθετη απασχόληση εργατικού δυναμικού το ποσό των 35.534,12 ευρώ για 134 βάρδιες κανονικής εργασίας (134 X 265,18) και το ποσό των 37.457,24 ευρώ για 113 βάρδιες νυχτερινής εργασίας (113 Χ 331,48) και συνολικά το ποσόν των 72.991,36 (35.534,12 + 37.457,24) ευρώ και η) ορισμένο αίτημα, με το οποίο η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσόν που αντιστοιχεί στη θετική ζημία που υπέστη, ως αποζημίωσή της, με το νόμιμο τόκο. Είναι δε σαφής ο προσδιορισμός των δαπανών στις οποίες η ενάγουσα υποβλήθηκε για την αποκατάσταση της ζημίας της, όπως αυτές εξειδικεύονται στην αγωγή αναλυτικά ανά κονδύλιο, όπως προαναφέρθηκε, ενώ αρκούσε η αναφορά α) ότι από τις επιστρεφόμενες σε αυτήν φιάλες αναγκάσθηκε, εωσότου βρει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος και με την συναίνεση της εναγομένης, να καταστρέψει 72.000 φιάλες ιδιοκτησίας της, που έφεραν ελαττωματικές ετικέτες, συνολικής αξίας 10.800 ευρώ (72.000 τεμάχια X 0,150 ευρώ) και β) ότι προέβη σε ιδιαίτερη, πλέον της συνήθους, (δεύτερη) πλύση 9.868.847 επιστρεφόμενων φιαλών με ζεστό νερό και σε κατάλληλα διαλύματα, που επίσης έφεραν ελαττωματικές ετικέτες, για τις οποίες και μόνον αιτείται τις δαπάνες στις οποίες αυτή υποβλήθηκε, χωρίς δηλαδή να απαιτείται, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα, η αναφορά στην αγωγή πόσα πραγματικά σετ ετικετών χρησιμοποιήθηκαν και πόσα από αυτά είχαν τοποθετηθεί στις φιάλες, ούτε βέβαια απαιτείτο η αναφορά στην αγωγή ποιο ήταν το εναπομείναν - μη χρησιμοποιηθέν μέρος (στοκ) όλων των ποσοτήτων των ελαττωματικών ετικετών ή ποιά ποσότητα ετικετών επιστράφηκε συνολικά, καθόσον η ενάγουσα αναφέρεται σε συγκεκριμένη ποσότητα επιστραφεισών σε αυτήν φιαλών (συνολικά 9.868.847), με τις αγορασθείσες από την εναγομένη ετικέτες, στις οποίες και διαπίστωσε το ελάττωμα και για τις οποίες υπέστη ζημία, αιτούμενη την αποζημίωση μόνον για τη δαπάνη στις οποίες υποβλήθηκε για τις ως άνω (9.868.847) επιστραφείσες φιάλες. Συνακόλουθα δε ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, όπως αβασίμως διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τις αναφορές στην αγωγή της αναιρεσίβλητης περί "στοκ" και στη συνέχεια περί "αδήριτης ανάγκης παραγγελίας νέων ποσοτήτων ετικετών", καθόσον οι παραπάνω αναφορές είναι πλεοναστικές και ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην έρευνα της υπό κρίση αγωγής. Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η υπό κρίση αγωγή είναι αόριστη επειδή δεν προσδιορίζεται ποιες ήταν οι αναγκαίες ώρες για τον καθαρισμό των φιαλών χωρίς δήθεν προβλήματα και οι επιπλέον ώρες για τον καθαρισμό των ελαττωματικών φιαλών, επίσης για ποιο λόγο ήταν αναγκαία η νυχτερινή απασχόληση εργαζομένων καθώς και η απασχόληση πέραν του κανονικού ωραρίου και διότι δεν αναφέρονται τα ονόματα των εργαζομένων προκειμένου να ελεγχθεί εάν πράγματι απασχολήθηκαν, πότε απασχολήθηκαν και εάν η απασχόλησή τους ήταν υπερβάλλουσα της συνήθους, πρέπει να απορριφθούν ως παντελώς αβάσιμες. Και τούτο διότι στην αγωγή αναφέρεται ρητά ότι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να προβεί σε ιδιαίτερη (δεύτερη), πλέον της συνήθους, πλύση, επειδή ακόμη και μετά τη συνήθη διαδικασία απομάκρυνσης των ετικετών κατά την αρχική διαχείρισή τους (πρώτο πλύσιμό τους) και παρά την τήρηση εκ μέρους της (ενάγουσας) της προσήκουσας και κοινά αποδεικτής προς τούτο διαδικασίας, παρέμεναν στις φιάλες και μετά τον καθαρισμό τα μικροσωματίδια χρωστικών ουσιών, κατά το φαινόμενο της "μετανάστευσης", καθώς και ότι η δεύτερη αυτή πλύση δεν μπορούσε να υπερβαίνει τις 40.000 φιάλες ανά οκτάωρο, και ως εκ τούτου αναγκάσθηκε να προβεί σε περαιτέρω απασχόληση (ημερήσια και νυχτερινή εργασία) του προσωπικού της, χωρίς βέβαια να απαιτείται, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, η αναφορά των ονομάτων των εργαζομένων και οι ειδικότητές τους (εφόσον τα λοιπά στοιχεία που επικαλείται με την ως άνω αιτίαση αναφέρονται πχ ο χρόνος απασχόλησης, οι αποδοχές τους και οι νυχτερινές βάρδιες που απαιτήθηκαν) προκειμένου να ελεγχθεί εάν πράγματι εργάσθηκαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή και πόσες ώρες, καθόσον τα παραπάνω αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και όχι αναγκαίο περιεχόμενο της ερευνώμενης αγωγής.
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η ενάγουσα απαραδέκτως μετέβαλε το υπό στοιχεία (δ) αίτημα της αγωγής της με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφορικά με την δαπάνη για την καταναλωθείσα υγρή (καυστική) σόδα, αιτούμενη, αντί για το ποσόν των 4.166,40 ευρώ που αρχικά είχε αιτηθεί με την αγωγή της, να της επιδικασθεί το ποσόν των 4.496,19 ευρώ, επειδή απαιτήθηκαν 247 και όχι 229 βάρδιες, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό αόριστη την αγωγή ως προς τα λοιπά κονδύλια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγομένης, που επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι παραδεκτώς μεταβλήθηκε το αίτημα, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα με την αγωγή της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της επιδικασθεί ως αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας το ποσό των 4.166,40 ευρώ, για δαπάνη καταναλωθείσας υγρής καυστικής σόδας, η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά την ιδιαίτερη, πλέον της συνήθους, πλύση των 9.868.847 φιαλών που επιστράφηκαν. Με δε τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε να της επιδικασθεί για την ίδια ως άνω αιτία το ποσό των 4.496,19 ευρώ. Πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 223 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, όπως η επέκταση του αιτήματος, παραμένοντος σε ισχύ του αρχικά υποβληθέντος...
Συνεπώς, η ανωτέρω επέκταση του προαναφερόμενου αγωγικού κονδυλίου είναι απαράδεκτη, παραμένοντος όμως σε ισχύ του αρχικού αιτήματος ποσού 4.166,40 ευρώ, χωρίς να επέρχεται απαράδεκτο ούτε της αγωγής ούτε του ανωτέρω κονδυλίου στο σύνολό του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε παραδεκτή την ανωτέρω διόρθωση της αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αγωγικό κονδύλιο, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, δεκτού γενομένου ως και ουσιαστικά βάσιμα του σχετικού λόγου της έφεσης κατά το συναφές σκέλος του". Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υιοθετώντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω βάση της, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, ως προς την επέκταση του προαναφερόμενου αρχικού αιτήματος, κρίνοντας συγχρόνως ότι το απαράδεκτο εκτείνεται μόνο στο επί πλέον αιτηθέν ποσό και όχι στο αρχικό, ούτε βεβαίως στο σύνολο της αγωγής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται η προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος. Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 458/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 60/2024, ΑΠ 5/2024).
Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη ζημία της ενάγουσας είναι ελλιπής και ανεπαρκής, καθιστώντας ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ανέλεγκτα, αναφορικά με τη ζημία της ενάγουσας, για τον έλεγχο του αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξαιτίας του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος αναγκάσθηκε να προβεί σε επιπλέον της συνήθους επεξεργασία 9.868.847 επιστραφέντων φιαλών και δη σε πρόσθετη (δεύτερη) πλύση τους με ζεστό νερό και σε κατάλληλα διαλύματα, προς το σκοπό απομάκρυνσης των μικροσωματιδίων χρωστικών ουσιών, που παρέμεναν επικολλημένα στο εσωτερικό των φιαλών και μετά την πρώτη πλύση και για το λόγο αυτό όρισε 247 επιπλέον βάρδιες εκ των οποίων 113 νυκτερινές, σε κάθε δε βάρδια απασχόλησε τρεις εργάτες, έναν επιβλέποντα προϊστάμενο βάρδιας και έναν χειριστή κλαρκ, και δαπάνησε Α) ανά νυκτερινή βάρδια α) το ποσό των 156,12 ευρώ για αμοιβή των τριών εργατών (41,63 ευρώ ημερομίσθιο X 1,25 προσαύξηση νυκτερινής απασχόλησης = 52,04 ευρώ X 3 εργάτες = 156,12 ευρώ), β) το ποσό των 86,31 ευρώ για αμοιβή του επιβλέποντα προϊσταμένου βάρδιας (69,05 ευρώ ημερομίσθιο X 1,25 προσαύξηση νυκτερινής απασχόλησης = 86,31 ευρώ) και γ) το ποσό των 89,05 ευρώ για αμοιβή του χειριστή κλαρκ (71,24 ευρώ ημερομίσθιο X 1,25 προσαύξηση νυκτερινής απασχόλησης = 89,05 ευρώ), ήτοι για κάθε νυκτερινή βάρδια, δαπάνησε το ποσό των 331,48 ευρώ για αμοιβές εργαζομένων (156,12 + 86,31 + 89,05 = 331,48 ευρώ) και συνολικά για 113 νυκτερινές βάρδιες το ποσό των 37.457,24 ευρώ (331,48 ευρώ X 113 = 37457,24 ευρώ), Β) ανά ημερήσια βάρδια το ποσό των 124,89 ευρώ για αμοιβή των τριών εργατών (41,63 ευρώ ημερομίσθιο X 3 εργάτες = 124,89 ευρώ), β) το ποσό των 69,05 ευρώ για αμοιβή του επιβλέποντα προϊσταμένου βάρδιας και γ) το ποσό των 71,24 ευρώ για αμοιβή του χειριστή κλαρκ, ήτοι για κάθε ημερήσια βάρδια, δαπάνησε το ποσό των 265,18 ευρώ για αμοιβές εργαζομένων (124,89 + 69,05 + 71,24 = 265,18 ευρώ) και για 134 ημερήσιες βάρδιες (247 - 113 = 134) δαπάνησε το ποσό των 35.534,12 ευρώ (265,18 ευρώ X 134 = 35.534,12 ευρώ), συνολικά δε, για 247 βάρδιες δαπάνησε για αμοιβές εργαζομένων το ποσό των 72.991,36 ευρώ (37.457,24 ευρώ + 35.534,12 ευρώ). Επίσης, η ενάγουσα λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος δαπάνησε α) για επιπλέον χημικές αναλύσεις, την διενέργεια των οποίων ανέθεσε σε εξωτερικά εργαστήρια, τα ποσά των 3.409,74 ευρώ και 2.448 ευρώ και συνολικά το ποσό των 5.857,74 ευρώ (βλ. τα υπ' αριθμ. ....2016 και ....2016 τιμολόγια του ερευνητικού και εκπαιδευτικού κέντρου ζυθοποιίας Βερολίνου VLB Berlin), β) για επιπλέον καταναλωθείσα υγρή καυστική σόδα, το ποσό των 4.496,19 ευρώ (247 βάρδιες X 73,4 κιλά ανά βάρδια X 0,248 ευρώ ανά κιλό = 4.496,19 ευρώ), από το οποίο όμως θα της επιδικασθεί μόνο το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 4.166,40 ευρώ και όχι το ποσό των 4.496,19 ευρώ, που ζητεί με τις προτάσεις της κατόπιν απαράδεκτης κατά τα προκτεθέντα διεύρυνσης του σχετικού αιτήματός της, γ) για τη λειτουργία των ειδικών μηχανημάτων πλύσης με ζεστό νερό, ι) για επιπλέον κατανάλωση φυσικού αερίου το ποσό των 40.557,4 ευρώ (247 βάρδιες X 5 MWh ανά βάρδια X 32,84 ευρώ ανά MWh = 40.557,4 ευρώ), ιι) για επιπλέον κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας το ποσό των 12.330,24 ευρώ (247 βάρδιες X 480 KWh ανά βάρδια X 0,104 ευρώ ανά KWh = 12.330,24 ευρώ) και ιιι) για επιπλέον κατανάλωση ύδατος το ποσό των 7.094,41 ευρώ (247 βάρδιες X 81,83 m3 νερού ανά βάρδια X 0,351 ευρώ ανά m3 νερού = 7.094,41 ευρώ). Συνολικά η ενάγουσα υπέστη, λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, θετική ζημία ποσού 142.997,55 ευρώ (72.991,36 + 5.857,74 + 4.166,40 + 40.557,4 + 12.330,24 + 7.094,41 = 142.997,55 ευρώ) και κατόπιν καταβολής σε αυτήν του ποσού των 71.500 ευρώ, το οποίο αφαιρεί με την αγωγή της, η ζημία της ανέρχεται στο ποσό των 71.497,55 ευρώ (142.997,55 - 71.500 = 71.497,55 ευρώ).". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ζημίας της ενάγουσας, οι οποίες - σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες - καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 534, 540, 543, 297, 298 ΑΚ, τις οποίες, κατ' αυτό τον τρόπο, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι: 1) Δεν αναφέρεται πότε επιστράφηκαν οι 9.868.847 φιάλες, πότε έγινε εκ νέου επεξεργασία αυτών και πότε έγινε η πλύση αυτών (αν έγινε μία φορά, αν έγινε σταδιακά, κ.ο.κ.), 2) αν και αναφέρεται δαπάνη πρόσθετης απασχόλησης εργατικού δυναμικού, συνολικού ποσού 72.991,36 ευρώ (το μεγαλύτερο επιδικασθέν κονδύλιο), δεν αναφέρεται ο αριθμός του εργατικού δυναμικού που απασχολήθηκε (πόσοι εργαζόμενοι), ο χρόνος που απασχολήθηκαν (περίοδος απασχόλησης), το ημερήσιο κι εβδομαδιαίο ωράριο απασχόλησης του καθενός εργαζομένου, τα στοιχεία του κάθε εργαζομένου, οι αμοιβές του κάθε εργαζομένου, καθώς και ο χρόνος και οι αμοιβές απασχόλησης πριν την υποτιθέμενη υπερβάλλουσα εργασία, αλλά και μετά, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν πράγματι δηλαδή έλαβε χώρα πρόσθετη απασχόληση προσωπικού και ποια η αξία της επιπλέον αυτής εργασίας, 3) αν και αναφέρεται ότι δαπανήθηκε για επιπλέον χημικές αναλύσεις το ποσό των 5.857,74 ευρώ, δεν αναφέρεται ποιες ήταν οι χημικές αναλύσεις που γίνονταν προηγουμένως και ποιες ήταν αυτές που έγιναν επιπλέον, πότε έγιναν αυτές, ποιος τις έκανε, πόσες ήταν αυτές και ποιο ήταν το κόστος αυτών, σε ποιον καταβλήθηκε, πότε καταβλήθηκε και ποια τα παραστατικά έγγραφα που εξεδόθησαν, 4) αν και αναφέρεται αξία κατανάλωσης υγρής - καυστικής σόδας, ποσού 4.496,19 ευρώ, δεν προσδιορίζεται τι ποσότητα καυστικής σόδας χρησιμοποιήθηκε, ποια η τιμή μονάδας και ποια η συνολική, πότε χρησιμοποιήθηκε, πως συνδέεται η χρήση της με τα υποτιθέμενα ελαττώματα και πόση ποσότητα σόδας χρησιμοποιούνταν προηγουμένως, προκειμένου να ελεγχθεί, αν ήταν αναγκαία η χρήση αυτής της σόδας και 5) αν και αναφέρεται δαπάνη κατανάλωσης φυσικού αερίου 40.557,40 ευρώ, δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας 12.430,24 ευρώ, καθώς και δαπάνη κατανάλωσης ύδατος 7.094,41 ευρώ, δεν προσδιορίζεται η τιμή μονάδας (π.χ. ανά K/W ρεύματος, ανά κ.μ. νερού, ανά κ.μ. φυσικού αερίου), η συνολική κατανάλωση, η περίοδος κατανάλωσης, καθώς και οι καταναλώσεις των προηγουμένων περιόδων για να συγκριθεί η τυχόν υπάρχουσα προς το μείζον διαφορά και η σύνδεση αυτής με τα υποτιθέμενα ελαττώματα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της παράβασης από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες), στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΚΠολΔ 561 § 1). Οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και για το λόγο ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις και ανεπάρκειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, και επιχειρείται ανεπίτρεπτα επαναξιολόγηση, με διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από την εναγομένη. Όπως δε αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ο ΑΠ δεν ερευνά γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε ένα περιστατικό και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 472/2023).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες καθόσον όσα αναφέρονται παραπάνω αφορούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 19/2024). Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
III. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.6.2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ANTOPACK A.E." για αναίρεση της υπ' αριθ. 595/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης